Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μωϋσής (Αγιορείτης μοναχός). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μωϋσής (Αγιορείτης μοναχός). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Μεγάλη Παρασκευή

Πάντα τη μεγάλη Παρασκευή
να ’σαι μόνος σαν τον Χριστό, 
προσμένοντας το τελευταίο καρφί, το ξύδι, την λόγχη.

Τις ζαριές να ακούς ατάραχα
στο μοίρασμα των υπαρχόντων σου 
τις βλαστήμιες, τις προκλήσεις, την αδιαφορία.

Πριν την Παρασκευή δεν έρχεται η Κυριακή
τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων
της μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας.

Μην ξαφνιαστείς, μην φοβηθείς
στ’ απρόσμενο σουρούπωμα
οι μπόρες τ’ ουρανού δε στερεύουν.

Η ξαστεριά θα ’ρθει το σαββατόβραδο
τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων
της μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Η μνημοσύνη και η λησμοσύνη στο νεοελληνικό βίο!!!

Μιλώντας για παράδοση σήμερα ορισμένοι των καλών συμπατριωτών μας σφιχτοκουμπώνονται. Γίνονται απέναντί μας αρκετά επιφυλακτικοί και κάπως θα λέγαμε καχύποπτοι.
 
Νομίζω πως αυτό συμβαίνει γιατί θεωρούν μάλλον ότι η παράδοση είναι απλά μια στείρα επιστροφή στο παρελθόν. Πιστεύουν λίγο ή πολύ ότι αυτή η αναδρομή είναι εντελώς αχρείαστη. Λέγουν ότι η ζωή πηγαίνει μόνο μπροστά και ποτέ πίσω.
Παράδοση ασφαλώς και βεβαίως δεν είναι μια ασαφής παρελθοντολογία, μια νοσηρή νοσταλγία, μια γοητευτική ενθύμηση μόνο των ωραίων περασμένων και μια πλήρης ωραιοποίηση του χθες.
Δεν πρόκειται οπωσδήποτε για μια μόνιμη στάθμευση σε παλαιούς χρόνους και μια κουραστική μοιρολατρία του αβάσταχτου σήμερα. Παράδοση δεν είναι μόνο ο πολύτιμος κειμηλιακός πλούτος των μουσείων.
Παράδοση δεν σημαίνει να ξαναφορέσουν οι άνδρες φουστανέλα και οι γυναίκες τσεμπέρι, ούτε να γεμίσουμε τα σαλόνια με διάφορα πράγματα, για να λεγόμαστε παραδοσιακοί άνθρωποι.
Παράδοση είναι τρόπος, στάση, ύφος και ήθος ζωής. Παράδοση είναι ζωντανή μνήμη, πρόσληψη εμπειρίας, υγιούς φρονήματος σεμνότητος, ταπεινότητος, απλότητος και προτιμήσεως του ιερού και ωραίου. Παραδοσιακός δεν είναι αυτός που θα κυκλοφορήσει σήμερα με φουστανέλα και περικεφαλαία, αλλά η μέθεξη του ανδρείου φρονήματος εκείνου που τα φορούσε ή της κοσμιότητος της γυναίκας που φορούσε τη λουλουδάτη μανδήλα και τα σκουρόχρωμα, μακριά ενδύματα.
Η σύγχρονη ζωή, θα συμφωνήσετε, είναι εν πολλοίς επαναστατική, μοντέρνα, θέλει να κόψει κάθε θεσμό με το παρελθόν της, δεν θέλει να θυμάται τόσο πολύ όσο να ονειροπολεί και να φαντάζεται ένα ιδανικό άγνωστο μέλλον.
Ένα μέλλον, όπως αντιλαμβάνεστε, άπιαστο. Τελικά υπάρχει μια φυγή από την αντιμετώπιση του παρόντος. Πάντως σοφοί άνθρωποι είπαν πως λαοί δίχως μνήμη δεν θα έχουν μέλλον. Είναι γεγονός πως η ιστορία διδάσκει πολλά.
Η παράδοση υπάρχει μέσα στη ζωή, αφού παράδοση είναι ό,τι ζωντανό μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Η παράδοση λοιπόν είναι παράγοντας γνώσης και δύναμης για την εξέλιξη και πρόοδο της ζωής.
Η παράδοση μπορεί να έχει κάποια συντηρητικά στοιχεία, που πιστεύουμε πως πάντοτε είναι απαραίτητα και αυτά στην κοινωνία, όπως το αλάτι στο φαΐ. Η παράδοση στους ταραγμένους και ανατρεπτικούς καιρούς μας είναι ασφαλής οδηγός, έμπειρος, δοκιμασμένος, που συνδράμει ουσιαστικά στην πνευματική πορεία του ανθρώπου.
Η ζωή δεν μπορεί να γυρίσει πίσω ή να σταματήσει.
Μπορεί όμως άνετα να θυμάται, για να εμπνέεται, να φωτίζεται, να αναπαύεται και να σέβεται. Η ανάμνηση ευγνωμονεί τους προγόνους, τους αγίους, τους ήρωες, τους ευεργέτες, τους δασκάλους, τους ποιητές, τους μεγάλους μαστόρους της τέχνης. Τους ανθρώπους της αρετής, της σοφίας, του μόχθου, της υπομονής και της αγάπης.
Στο Άγιον Όρος, είναι αλήθεια, διατηρούνται απαρασάλευτα τυπικές διατάξεις και παραδόσεις επί μία χιλιετία και πλέον. Δεν είναι το Άγιον Όρος απολιθωμένο μουσείο του ένδοξου βυζαντινισμού αλλά ζωντανή παράδοση, ιστορία και ζωή. Ένα των πιο λαμπρών πολιτιστικών κέντρων όλου του κόσμου.
Πολιτισμός, είπαν, είναι η πραγμάτωση υψηλών αξιών του δημιουργικού ανθρωπίνου πνεύματος, η καλλιέργεια και η πρόοδος, η νοσταλγία του ιερού, η ανόρθωση από τα χαμηλά στα υψηλά, τα τίμια και ηθικά. Μέσα στα πολιτιστικά δημιουργήματα υπάρχει η ψυχή των προηγούμενων γενεών. Ψυχή του πολιτισμού είναι ο πολιτισμός της ψυχής. Η παράδοση διατηρεί μόνο τα αληθινά και ουσιώδη.
Η παράδοση κυρίως βιώνεται. Ο νεοέλληνας πολύ αδικεί τον εαυτό του με το να λησμονά ηθελημένα το μακραίωνο ιερό παρελθόν του. Παράδοση είναι να επαναφέρουμε στους δύσκολους καιρούς μας την εγκράτεια, την απλότητα, τη λιτότητα, την ταπεινότητα και την ανυπόκριτη γνησιότητα.
 

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Η προσφορά του Αγίου Όρους είναι γνωστή, πλούσια, διάφορη και μεγάλη. Εμείς εδώ ταπεινά και απλά θα θίξουμε μερικές μόνο πτυχές της.
Κατά την τουρκοκρατία το Άγιον Όρος αποτέλεσε κέντρο ενισχύσεως των καταδυναστευομένων. Η ίδρυση της Αθωνιάδος Ακαδημίας, στα μέσα του 18ου αιώνος, μ' επιφανείς διδασκάλους όπως τον Ευγένιο Βούλγαρη, Αθανάσιο Πάριο, Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη και λοιπούς, και μαθητές όπως τον ιερομάρτυρα κι εθναπόστολο Κοσμά τον Αιτωλό, που ίδρυσε πολλά σχολεία κι εμψύχωσε τους Χριστιανούς στην πατρώα πίστη τους, Ρήγα Φεραίο τον εθνομάρτυρα και άλλους. Κατά την περίοδο αυτή ορισμένοι που αλλαξοπίστησαν πήγαιναν σ' έμπειρους πνευματικούς στο Άγιον Όρος και κατόπιν εξομολογήσεως, κατηχήσεως και μετανοίας μετέβαιναν και μαρτυρούσαν «για του Χριστού την πίστη την αγία». Οι άθλοι των ηρωικών Νεομαρτύρων, κατά τους ιστορικούς, αποτέλεσαν την καλύτερη διδασκαλία και σωφρονισμό, για όσους δείλιαζαν στις απειλές των Οθωμανών κι απαρνούνταν την ορθόδοξη πίστη. Περίπου πενήντα Νεομάρτυρες γαλουχήθηκαν πνευματικά στο Άγιον Όρος.
Η γλώσσα και η θρησκεία αναμφισβήτητα αποτελούν τα πόδια ενός έθνους. Το Άγιον Όρος σε όλη του την ιστορία αγωνίστηκε με πολλούς τρόπους για να μη κουτσουρευτούν. Ο απανταχού Ελληνισμός διατηρώντας ακμαία και ζωντανή τη γλώσσα και τη θρησκεία του θα διατηρηθεί ακμαίος και ζωντανός. Ο μεγάλος βυζαντινολόγος κι ένθερμος φιλοαθωνίτης Στήβεν Ράνσιμαν γράφει: «Οι Έλληνες έχουν μια κληρονομιά για την οποία μπορούν να αισθάνονται υπερήφανοι. μια κληρονομιά που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στις εναλλασσόμενες υλικές καταστάσεις. Στους σκοτεινότερους αιώνες της Ελληνικής Ιστορίας η Εκκλησία ήταν εκείνη η οποία, παρόλες τις πολλές δυσκολίες, τις πολλές απογοητεύσεις και αυτές ακόμη τις ταπεινώσεις, μπόρεσε όχι μόνο να προσφέρει πνευματική ανακούφιση, αλλά και να συντηρήσει και διατηρήσει τις παραδόσεις του Ελληνισμού. Οι μοντερνιστές έχουν συχνά υποτιμήσει τον ρόλο της...».
Τον 18ο αιώνα παρατηρείται στο Άγιον Όρος μια σημαντική αναγέννηση με την παρουσία αρκετών αγίων και φωτεινών μορφών, οι οποίοι με δυνατό οπλισμό την αρετή και τη σοφία, όπως του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ, όπου αυτός και οι πολλοί μαθητές του μεταφράζουν στα ρουμανικά και ρωσικά έργα των Ελλήνων Πατέρων, Νικοδήμου του Αγιορείτου, του πολυγραφώτατου συγγραφέα, ερμηνευτή και μεταφραστή, Μακαρίου του Νοταρά, του δραστήριου εκδότη και ταλαντούχου ιεράρχη, Αθανασίου του Παρίου, του περίφημου διδασκάλου και αντιαιρετι­κού ιεροκήρυκος. όλοι εργάζονται συστηματικά για την έκδοση ψυχωφελών βιβλίων προς ενίσχυση του λαού. Έτσι δημιουργούν ένα υγιή και πραγματικό διαφωτισμό στα λαϊκά στρώματα, που διψούσαν για τέτοια πνευματική τροφή, αντίθετα με τον διαφωτισμό του Κοραή, που είχε περισσότερο ευρωπαϊκά πρότυπα και όχι την ελληνορθόδοξη παράδοση. Οι κοροϊδευτικά ονομαζόμενοι Κολλυβάδες δεν έμεναν σε μια στείρα ωραιολογία και παρελθοντολογία αλλά αντλώντας διδάγματα, από τη ζωηφόρο παράδοση, μιλούσαν για το παρόν και το μέλλον ενός λαού με ιερές ρίζες.
Στην υπερχιλιόχρονη ιστορία του Αγίου Όρους αναδείχθηκαν περισσότεροι από 300 επώνυμοι άγιοι, για τους οποίους από ετών ετοιμάζουμε τόμο, οι οποίοι απλά δεν εργάσθηκαν για την ατομική τους σωτηρία και την εξασφάλιση της βασιλείας των ουρανών, αλλά έγραψαν, δίδαξαν, βοήθησαν αναγκεμένους, ίδρυσαν μονές, έκτισαν εκκλησίες και σχολεία, έγιναν μητροπολίτες και πατριάρχες κι επηρέασαν πολλούς στο αγαθό, δίκαιο και τίμιο.
Ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης ακολούθησε με τις προσευχές του τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά στις νικηφόρες μάχες του στην Κρήτη κι εργάσθηκε ιεραποστολικά στην Κύπρο. Ο όσιος Ευθύμιος βοήθησε πνευματικά την πατρίδα του Ιβηρία, τη σημερινή Γεωργία, με σπουδαία μεταφραστικά έργα. Ο άγιος Σάββας ο Νεμάνια επέστρεψε στην πατρίδα του τη Σερβία από τη μονή Χιλανδαρίου κι έγινε πρώτος αρχιεπίσκοπος των Σέρβων με λαμπρό έργο. Οι Σέρβοι τη μονή Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους θεωρούν κοιτίδα του πολιτισμού τους. Το σημαντικό έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αποτέλεσε σταθμό στην ορθόδοξη θεολογία. Υπήρξε σπουδαίος συγγραφέας και δραστήριος, ικανός και πολύτιμος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος από ηγούμενος της Μεγίστης Λαύρας έγινε Οικουμενικός Πατριάρχης και ανέπτυξε πλούσια ιεραποστολή και ποιμαντική δράση. Ο άγιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης από αγιορείτης ασκητής έγινε ο κτίτορας της πρώτης μεγάλης μονής στα Μετέωρα και ιδρυτής της δεύτερης μετά το Άγιον Όρος μοναχοπολιτείας της Ελλάδος, η οποία προσέφερε πολλά στη Θεσσαλία. Ο άγιος Νήφων από τη μονή Διονυσίου έγινε Οικουμενικός Πατριάρχης και κατόπιν φωτιστής της Ρουμανίας κατά την εκεί παραμονή του και δράση του. Ο άγιος Μάξιμος ο Γραικός, με τη μεγάλη μόρφωση που είχε, από τη μονή Βατοπεδίου εστάλη στη Ρωσία για τη συστηματική μεταφραστική εργασία εκκλησιαστικών βιβλίων και την αναμόρφωση του εκκλησιαστικού βίου. Δυστυχώς το τέλος του ήλθε στη φυλακή από δεινούς συκοφάντες του, που ενοχλούνταν από την πνευματική εργασία του. Ο άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω από τις μονές Καρακάλλου και Φιλοθέου, όπου έζησε ασκητικά, μετέβη κηρύττοντας στη Μακεδονία και Θεσσαλία και ίδρυσε μονές, που κατά την τουρκοκρατία ήταν καταφύγιο των καταδυναστευομένων. Ο άγιος Γεράσιμος ο εν Κεφαλληνία από τις σκήτες της Καψάλας και της Αγίας Άννας μετέβη στα Ιεροσόλυμα και τα νησιά και κατέληξε στην Κεφαλλονιά, όπου ίδρυσε μονή και ως θαυματουργός άγιος είναι προστάτης του νησιού. Τελευταίος της μεγάλης σειράς των εξελθόντων του Αγίου Όρους προς βοήθεια του λαού είναι ο άγιος Σάββας της Καλύμνου, που εκοιμήθη το 1948 και είναι και αυτός προστάτης και φύλακας του ωραίου αυτού νησιού των Δωδεκανήσων.
Οι Άγιοι τα χαρίσματα δεν τα φύλαξαν υπερήφανα για τον εαυτό τους, αλλά τα πρόσφεραν απλόχερα σε όσους ζητούσαν και είχαν ανάγκη. Όπως μερικοί χαίρονται μόνο όταν παίρνουν, εκείνοι χαίρονταν να δίνουν. Όμως για να δώσουν και να βοηθήσουν επιτυχώς τους άλλους, είχαν βοηθήσει καλά πρώτα τον εαυτό τους, στην αγιορείτικη σχολή της ησυχίας επί πολλά έτη, κι έτσι είχαν φθά­σει σε μέτρα αυτογνωσίας, αδελφογνωσίας και θεογνωσίας. Ένας δάσκαλος, αν δεν έχει διδαχθεί σωστά και καλά δεν μπορεί να διδάξει αποδοτικά κι αν το κάνει θ' αποτύχει. Ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά γνωρίζει πολλά και μερικές φορές αγνοεί τον εαυτό του, έτσι ταλαιπωρείται έχοντας απαιτήσεις.
Το έργο των μοναχών που έμειναν μόνιμα στο Άγιον Όρος, και μερικοί δεν εξήλθαν ποτέ από αυτό, δεν σημαίνει ότι ήταν αφιλάνθρωπο κι ενδιαφέρονταν εγωιστικά μόνο για τη σωτηρία του εαυτού τους, δίχως καμιά προσφορά στον κόσμο. Μοναχός σημαίνει μόνος, αλλά όχι απομονωμένος και μισάνθρωπος. Είναι μόνος και σιωπηλός, γιατί ζητά την κοινωνία και την κουβέντα με τον Θεό. Το κύριο έργο των μοναχών και η μεγαλύτερη προσφορά στην Εκκλησία και στον κόσμο είναι δια της προσευχής. Ένα έργο που δεν φαίνεται, δεν φαντάζει και δεν διαφημίζεται, αλλά που δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και δεν έχει αποτελέσματα. Αν πιστεύουμε στον Χριστό και στους λόγους Του στο Ευαγγέλιο, η καλύτερη επικοινωνία μαζί Του είναι δια της προσευχής. Αυτή η προσευχή των ταπεινών μοναχών βοηθά τον κόσμο κι επιμηκύνει το έλεος του Παναγάθου Θεού επ' αυτού. Οι μοναχοί, όπως είπαν, κατά κάποιον τρόπο, είναι οι επαγγελματίες προσευχόμενοι. Προσεύχονται και για εκείνους που δεν προσεύχονται ή δεν μπορούν ή δεν θέλουν. Στις καθημερινές θείες Λειτουργίες στο Άγιον Όρος μνημονεύονται χιλιάδες ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Όπως είπε ένας άγιος, ο κόσμος θα εκλείψει όταν σταματήσει η προσευχή στον κόσμο. Θεωρείται από μερικούς η προσευχή κάτι το δύσκολο και πολύ βαρύ κι όμως είναι κάτι το πολύ ωραίο, εύκολο κι ευχάριστο, όταν γίνεται με αγάπη κι ανοιχτή καρδιά κι όχι συνηθισμένος τύπος κι υποχρεωτικό καθήκον, όπως μιλά το παιδάκι στη μητέρα του.
Υπάρχει όμως και το ορατό έργο της προσφοράς του Αγίου Όρους. Στον ανατολικό ορθόδοξο Μοναχισμό γεννήθηκαν και ανα­πτύχθηκαν οι λεγόμενες ιερές τέχνες. βυζαντινή αγιογραφία, ψηφιδογραφία, μουσική, υμνογραφία, ξυλογλυπτική, κεντητική, αργυροχρυσοχοΐα και λοιπές. Στο Άγιον Όρος διατηρήθηκαν με ζήλο κι αυξήθηκαν με προσοχή οι τέχνες αυτές. Σήμερα έχουμε 20.000 περίπου βυζαντινές εικόνες, καμωμένες περίτεχνα με τα μυστικά της θεσπέσιας βυζαντινής τεχνοτροπίας, αλλά και με προσευχή, νηστεία και κατάνυξη. Μεταξύ αυτών έχουμε και θαυματουργικές εικόνες, που μοναχοί και λαϊκοί προσκυνητές τις τιμούν ιδιαίτερα, κυρίως της Θεοτόκου, όπως του Άξιον Εστί του ναού του Πρωτάτου, ενώπιον της οποίας τον 10ο αιώνα πρωτοψάλθηκε ο γνωστός θεομητορικός ύμνος από τον αρχάγγελο Γαβριήλ. Επίσης της Οικονόμισσας στη Μεγίστη Λαύρα, της Βηματάρισσας στη Βατοπεδίου, της Πορταΐτισσας στην Ιβήρων, της Τριχερούσας στη Χιλανδαρίου, του Ακαθίστου στη Διονυσίου, της Γοργοϋπηκόου στη Δοχειαρίου και άλλες. Στο Άγιον Όρος έχουμε 120 τετραγωνικά χιλιόμετρα τοιχογραφίες από τους καλύτερους εκπροσώπους των βυζαντινών τεχνοτροπιών, όπως του Πανσελήνου στο Πρωτάτο, της Μακεδονικής Σχολής, τον 13ο αιώνα, του Θεοφάνη στις μονές Μεγίστης Λαύρας και Σταυρονικήτα, τον 16ο αιώνα, και του Τζώρτζη στη Διονυσίου. Η βυζαντινή τέχνη των ιερών εικόνων συνεχίζεται και σήμερα και πολλοί πιστοί θεωρούν ευλογία για το σπίτι τους μια τέτοια εικόνα. Οι βυζαντινές εικόνες έχουν μια εξαίσια πνευματικότητα και χάρη και εικονίζουν όχι ρεαλιστικά, όπως η δυτική αναγεννησιακή τέχνη, τη θεωμένη φύση του ανθρώπου. Γράφει ο φιλοαγιορείτης αγιογράφος και συγγραφέας μακαριστός από ετών Φώτης Κόντογλου: «Τί μυστήριο και κατάνυξη έχουν οι εικόνες που έκαναν μερικοί αγράμματοι και απλοί βυζαντινοί αγιογράφοι, αλλά και όλα τα έργα που είναι καμωμένα κατά τη βυζαντινή παράδοση: εκκλησίες, μοναστήρια, κελλιά, ύμνοι, ψαλμωδίες, λόγοι, ευλογίες, χαιρετισμοί, χειρόγραφα, άμφια, κεντήματα, σκαλιστά ξύλα, μανουάλια. Όλα εκφράζουν, με διάφορα μέσα, μία και την ίδια εσωτερική ουσία. Απ' όλα ευωδιάζει, σαν σμύρνα και σαν αλόη η ελληνορθόδοξη πνευματικότητα».
Στο Άγιον Όρος φυλάγονται στα σκευοφυλάκια περισσότερα από 20.000 πολύτιμα καλλιγραφημένα χειρόγραφα από τον 5ο μέχρι τον 20ο αιώνα. Από αυτά 2200 είναι με καταπληκτικές έγχρωμες μικρογραφίες (μινιατούρες). Δείγματα υψηλής τέχνης αργυροχρυσοχοΐας είναι δισκοπότηρα, εξαπτέρυγα και σταυροί, με αφιερωματικές επιγραφές βυζαντινών αυτοκρατόρων, κανδήλια, κηροπήγια και λειψανοθήκες. Τα τίμια λείψανα μαζί με τις εικόνες αποτελούν τον πολυτιμότερο θησαυρό του Αγίου Όρους. Μεταξύ αυτών διακρίνονται περίτεχνοι σταυροί, που περιέχουν τίμιο ξύλο, το μεγαλύτερο τεμάχιο σώζεται στη μονή Ξηροποτάμου, όπου υπάρχει και η τρύπα από τα καρφιά της σταυρώσεως του Κυρίου. Τα τίμια δώρα, που προσέφεραν οι τρεις μάγοι στον νεογέννητο Χριστό, χρυσός, λίβανος και σμύρνα, στη μονή του Αγίου Παύλου. Η ζώνη της Θεοτόκου στη μονή Βατοπεδίου. Το δεξί χέρι του Τιμίου Προδρόμου στη μονή Διονυσίου. Το χέρι της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής της Μυροφόρου στη μονή της Σίμωνος Πέτρας και πολλά άλλα, που αποτελούν τη μεγαλύτερη συλλογή τιμίων λειψάνων στον κόσμο. Αρκετά από αυτά έχουν ιδιαίτερη ευωδία και χάρη και θαυματουργούν στους με θερμή πίστη προσκυνούντας αυτά. Δείγματα λεπτής ξυλογλυπτικής τέχνης είναι σταυροί μικρών διαστάσεων με πολυπρόσωπες παραστάσεις από το Δωδεκάορτο των δεσποτικών εορτών, που κατασκευάζονται ακόμη και σήμερα από υπομονετικούς ασκητές, τέμπλα επίσης με πολλές παραστάσεις, όπως της μονής Κουτλουμουσίου, το οποίο κατασκεύασαν δύο μοναχοί εργαζόμενοι επί πολλά χρόνια, αναλόγια, στασίδια, εικονοστάσια, δεσποτικοί θρόνοι και λοιπά.
Επίσης ιδιαίτερα αξιόλογα είναι κεντημένα άμφια, με παραστάσεις και μορφές αγίων, και καλύμματα για τις λατρευτικές ανάγκες, που φυλάγονται με προσοχή και ευλάβεια, όπως αρχιτεκτονήματα που προκαλούν την έκπληξη, γλυπτά που προκαλούν τον θαυμασμό και κατασκευές από μπρούντζο και σίδερο, που εντυπωσιάζουν για την έμπνευση των υπομονετικών κατασκευαστών τους.
Η βυζαντινή μουσική αναπτύ­χθηκε ιδιαίτερα στο Άγιον Όρος και διατηρήθηκε πιστά για την απαράμιλλη πνευματικότητά της και την ανύψωση της λατρείας. Στις πλούσιες αγιορειτικές βιβλιοθήκες σώζονται πολλά μουσικά χειρόγραφα. Η πλουσιώτερη συλλογή μουσικών χειρογράφων βρίσκεται στη μονή Ιβήρων. Οι συλλογές αυτές αποτελούνται από συνθέσεις και γραφές καλλιγράφων Αγιορειτών επωνύμων και ανωνύμων και είναι μεγάλης αξίας. Στην ησυχία του Αγίου Όρους αναπτύχθηκε και η υμνογραφία. Από τους τελευταίους γνωστούς υμνογράφους ήταν ο Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ο οποίος σύνθεσε περίπου 2.500 ακολουθίες.
Όλα αυτά είναι μία αρκετά πολύτιμη παραγωγή και πλούσια προσφορά στον πολιτισμό. Το Ά­γιον Όρος δεν είναι ασφαλώς ένα απολιθωμένο μουσείο του παρελθόντος του «ένδοξου βυζαντινισμού», που λέγει ο ποιητής. Είναι ένα ζωντανό μνημείο του υπερχιλιόχρονου βυζαντινού πολιτισμού. Τ' αντικείμενα αυτά, τα ιερά κειμήλια, δεν είναι απλώς εκθέματα στις προσθήκες των μοναστηριακών σκευοφυλακίων, αλλά χρησιμοποιούμενα στις λειτουργικές ανάγκες κατά τις εορτές και πανηγύρεις, φυλάγονται ασφαλώς καταγεγραμμένα και συντηρούμενα. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε τους σοφούς λόγους του πατρός Γεωργίου Φλωρόφσκυ: «Δεν αξίζει και αρκεί να κρατήσωμεν την βυζαντινήν λειτουργίαν, να αναστηλώσωμεν την βυζαντινήν εικονογραφίαν και την βυζαντινήν μουσικήν ή να εφαρμόσωμεν τους βυζαντινούς τύπους της προσευχής και ησυχίας. Πρέπει να αναδράμωμεν εις αυτάς ταύτας τας ρίζας της πα­τροπαραδότου ημών ευσεβείας και να επαναφέρωμεν το πατερικόν φρόνημα. Άλλως κινδυνεύομεν να πάθωμεν εσωτερικήν διάσπασιν μεταξύ των πατροπαραδότων τύπων της ευσεβείας και των ξένων προς την παράδοσιν τρόπων της σκέψεως».
Το Άγιον Όρος διατηρεί προσεκτικά την παράδοσή του, αλλά δεν μένει βαυκαλιζόμενο στις δάφνες του παρελθόντος. Παράδοση είναι ότι το ζωντανό μεταφέρεται από γενεά σε γενεά. Η παράδοση αυτή διατηρήθηκε γιατί είναι ζωντανή, φυλάχθηκε με θυσίες και περιέχει βαθύ νόημα. Η γνώση των διδαγμάτων της παραδόσεως μας βοηθά στην αντιμετώπιση του παρόντος και του μέλλοντος. Μια στείρα και φανατική παραδοσιοπληξία δεν έχει νόημα και αξία. Τότε κανείς μένει στο γράμμα του νόμου και αφήνει την καθαρή ουσία.
Το Άγιον Όρος συνεχίζει και σήμερα τη φιλόθεη, φιλάγια και φιλάνθρωπη πορεία του. Διατηρεί ακμαίο το ασκητικό και ησυχαστικό πνεύμα, με τη ζωή της λατρείας και της προσευχής. Οι μοναχοί καθημερινά βρίσκονται «όρ­θρου βαθέος» στο ναό, για το μεσονυκτικό, τον Όρθρο, τις Ώρες, την Παράκληση και τη Θ. Λειτουργία, που τελείται καθημερινά σε όλες τις μονές. Το απόγευμα γίνεται ο Εσπερινός και λίγο πριν τη δύση το Απόδειπνο και οι Χαιρετισμοί της Παναγίας. Στο κελλί του και στο διακόνημά του συνεχίζει σιωπηλά ο μοναχός τη ζωή της προσευχής.
Η φιλοξενία παρέχεται δωρεάν, και οι προσκυνητές δεν έχουν τη δυνατότητα απλώς της συμμετοχής τους στις κατανυκτικές ακολουθίες και του θαυμασμού των αρχιτεκτονημάτων και κειμηλίων, αλλά και της συζητήσεως και λύσεως αποριών προς ψυχική ωφέλεια από γνώστες Γέροντες, της εξομολογήσεως από έμπειρο πνευματικό και της λήψεως αποφάσεων. Νέοι ομολογούν ότι ένα προσκύνημά τους στο Άγιον Όρος αποτελεί σταθμό της ζωής τους ή η συνάντηση μ' ένα φωτισμένο Γέροντα τους έκανε ν' αλλάξει σημαντικά η ζωή τους, λησμονώντας τα ναρκωτικά και μισώντας την αμαρτία.
Ορισμένοι των μοναχών, οι έχοντες τη δυνατότητα και την ευλογία, γιατί ο μοναχός δεν κάνει από μόνος του κάτι, αν δεν συμβουλευτεί και υπακούσει κάπου, εξέρχονται, κατόπιν προσκλήσεως μητροπόλεως, πανεπιστημίων και συλλόγων, από το Άγιον Όρος προς εξομολόγηση πιστών, κηρύγματα και ομιλίες. Άλλοι συγγράφουν βιβλία, κυρίως πνευματικού περιεχομένου, και τα τελευταία έτη έχουν εκδοθεί αρκετά καλά έργα, επιστολογραφούν, τυπώνουν κασέτες με ψαλμωδίες και ομιλίες.
Όπως η Εκκλησία έτσι και το Άγιον Όρος αυτή την προσφορά του δεν θέλει εύκολα να τη διατυμπανίζει και δημοσιεύει, προσδοκώντας τον έπαινο, για ό,τι καλό, από τον Θεό και όχι από τους ανθρώπους. Όμως αυτή η μυστική προσφορά συνεχίζεται και υπάρχει. Όταν ένας μοναχός ακούει πως ένας νέος μετά την επίσκεψή του στο Άγιον Όρος βρίσκει νόημα και σκοπό στη ζωή του κι ενώ σκεφτόταν την αυτοκτονία, όπως ήταν απελπισμένος από τα προβλήματα, εργάζεται και προοδεύει και ευτυχεί, κι ενώ σκεφτόταν το διαζύγιο, επανασυνδέεται και είναι χαρούμενος, κι ενώ η ασθένεια τον έχει καταβάλει, υπομένει κι εμπιστεύεται τον Θεό, τότε ο μοναχός αληθινά χαίρεται κι εγκάρδια ευχαριστεί τον Θεό, που ο ταπεινός μόχθος των λόγων και της προσευχής του δεν πήγε χαμένος.
Το Άγιον Όρος θεωρείται και είναι ένας μοναδικός τόπος που μυστικά συνεχίζει να προσφέρει στους διψασμένους αναζητητές την αλήθεια. Ικανοποιεί απαιτητικά πνεύματα κι έτσι εξηγείται η σημερινή άνθισή του. Οι 1800 μοναχοί του προέρχονται απ' όλο τον κόσμο και είναι οι μισοί ηλικίας 20-40 ετών και με καλή πανεπιστημιακή μόρφωση, όχι μόνο των θεωρητικών επιστημών αλλά και των θετικών.
Ταπεινά νομίζουμε πως με τη βοήθεια του Θεού και της Θεοτόκου το Άγιον Όρος, προστατευόμενο από όλους μας, έχει μέλλον και το μέλλον θα το χρειασθεί περισσότερο, όσο ο άνθρωπος θα γίνεται πιο ανήσυχος, ανειρήνευτος, αγχώδης και κουρασμένος, θ' αναζητά αυτές τις ορθόδοξες εστίες προς αναψυχή και παρηγορία.
Ειπώθηκε πως το Άγιον Όρος κυρίως είναι αυτό που δεν φαίνεται. Έτσι θεωρώ πως αυτό το αθέατο όρος είναι δύσκολο πολύ να μεταφερθεί, και να φανερωθεί η αξία του και η προσφορά του.

Η εύλαλη σιωπή

Σε μία εποχή πλούσια σε λόγο, πληροφόρηση, ενημέρωση, συζήτηση, διάλογο, επικοινωνία να μιλά κανείς περί σιωπής ακούγεται μάλλο αρκετά παράξενα. Σε καιρούς εκτροπής του λόγου σε ψεύδος, ύβρη , κολακεία, ειρωνεία, απάτη κι εμπαιγμό αξίζει νομίζουμε ν΄αναφερθεί κανείς και στην εγμωσμένη, επιλεγμένη, διακριτική, κερδοφόρα σιωπή. Η σιωπή είναι μία μορφή συμπεριφοράς.

Το να σιωπά κανείς δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι είναι αδιάφορος, αδρανής, νωχελής κι απρόσεκτος. Η εσκεμμένη σιωπή, η προσεγμένη ολιγορία και η απόρριψη της φλυαρίας και του κουτσομπολιού αποτελεί προτίμηση της σιγής κι αποφυγή της κουραστικής πολυλογίας, από την οποία συνήθως προέρχονται διάφορα προβλήματα, όπως φιλονικίες, ψυχρότητες και θόρυβοι. Οι σιωπηλοί άνθρωποι μιλούν με τη σοβαρή σιωπή τους. Δεν μιλούν, όχι γιατί δεν γνωρίζουν να μιλήσουν, όχι από ακαταδεκτικότιτα και κρυφή οίηση ότι δεν συμμετέχουν σε υψηλού επιπέδου συζητήσεις, αλλά από την ταπεινή αίσθηση ότι δεν έχουν κάτι σημαντικό να πουν. Έτσι απλά σιωπούν. Όταν μάλιστα μιλούν, καταθέτουν λόγο μεστό περιεχομένου.

Οι σιωπηλοί άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένοι, αρεστοί, και προτιμητέοι. Η κοινωνία σήμερα αναζητά τολμηρούς συζητητές. Μερικοί μάλιστα θεωρούν τους σιωπώντες νοσηρούς, μειονεκτικούς, δειλούς, φοβισμένους και προβληματικούς. Θα μπορούσε βέβαια ορισμένοι να είναι έτσι, όπως και αρκετοί φλύαροι. Οι γνήσια πάντως σιωπηλοί άνθρωποι «ζουν το άρωμα μιας άλλης ζωής, που δεν μπορούν να εννοήσουν οι άλλοι που αγάπησαν τις έκδηλες μορφές συμπεριφοράς. Η σιωπή γεμίζει την ψυχή τους χαρά και τους ανοίγει ορίζοντες μιας έντονης πνευματικής δράσης, την οποία δύσκολα μπορεί να κατανοήσει και να αξιολογήσει το ανθρώπινο περιβάλλον τους» (Γεώργιος Κρασανάκης).

Από τα παραπάνω διαφαίνεται μια σιωπή με δύο μορφές. Η μία ως αδυναμία και η άλλη ως αρετή. Ας τις δούμε και τις δύο παρακαλώ προσεκτικά.

Είπαμε πως μπορούμε νάχουμε σιωπή από φόβο ή δειλία, που προέρχεται από νοσηρές ψυχικές καταστάσεις. Μια νοσηρή σιωπή είναι σκοτεινή, άχαρη, δόλια, κουραστική και φθοροποιός. Ταλαιπωρεί τον ίδιο τον άνθρωπο, που δεν είναι ισορροπημένος , ξεκάθαρος, τίμιος, ειλικρινής, εκφραστικός και ντόμπρος. Μερικές φορές μπορεί να προσποιείται κανείς τον σιωπηλό και ταπεινό, ενώ μέσα του επικρατεί μεγάλη σύγχυση, ταραχή, θόρυβος, στενοχώρια και οίηση. Η προσποίηση αυτή είναι φοβερή κι αξιοκατάκριτη υποκρισία. Ένας φαινομενικά σιωπηλός απατά. Διατηρεί σιωπή από κακή διάθεση για τον πλησίον. Ή υπάρχει από έλλειψη θάρρους ή βαθύ εσωτερικό κενό. Ο ταπεινά σιωπηλός δεν είναι ακοινώνητος, φυγόκοσμος κι αφιλάδελφος. Ούτε κλείνεται στο καβούκι του ναρκισσευόμενος, μονολογώντας με τον σοφό εαυτό του κι απαξιώνοντας τον αδελφό του.

Υπάρχει λοιπόν κακή και καλή σιωπή, όπως καλός και κακός λόγος. Η εσωτερική ποιότητα του ανθρώπου χρωματίζει κι αρωματίζει και τη σιωπή και τον λόγο του. Το ευαγγέλιο δεν μας θέλει πάντοτε σιωπώντες. Μας καλεί συχνά σε κήρυγμα, ιεραποστολή, ομολογία, νουθεσία και συμβουλή. Ο Χριστός είπε στον απόστολο Παύλο : «Μη φοβού, αλλά λάλει και μη σιωπήσης διότι εγώ ειμί μετά σου». Άφοβα, του λέγει να κηρύττεις το ευαγγέλιο και να μη σιωπάς, γιατί είμαι μαζί σου. Τον λόγο του ενδυναμώνει η συνεχής παρουσία του Κυρίου.

Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος λέγει πως ο Λόγος του Θεού προήλθε από τη σιγή. Μετά από μακρά σιγή στην έρημο μίλησε ο Χριστός. Τα μεγάλα μυστήρια τελεσιουργούνται στην ησυχία και τα καλύπτει η ιερή σιγή. Το μυστήριο της Ενσαρκώσεως του Υιού και του Λόγου του Θεού κατανοείται καλύτερα σιωπηλά. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει : «ράον σιωπή» . Είναι προτιμότερη εδώ η σιωπή. Ας επικρατήσει σιγή. Η σιωπή τώρα είναι πιο εύκολη και ακίνδυνη. Γιατί «ού φέρει το μυστήριον έρευναν». Η σιωπή δηλώνει την ταπείνωση του νου, την όραση της καρδιάς, την ευχαριστία της ψυχής, που μένει άφωνη κι ακούει τις δοξολογίες των αγγέλων και των θεοΰφαντων ύμνων της ιεράς υμνολογίας μας.

Η ομολογία της πίστεως δεν είναι ένας στείρος τυπικός λόγος, αλλά προέρχεται από τη σιωπή της καθαρής καρδιάς. Έτσι η σιωπή γεννά τον καθαρό, ωραίο και μεστό λόγο. Ο νους συγκινείται στα υψηλά και δεν κινεί τη γλώσσα να εκφέρει λέξεις, όπου συγκρατημένη ακινητεί να εκφράσει νοήματα δύσκολα μυστηρίων Θεού.

«Ο δε Ιησούς εσιώπα». Δεν είναι μόνο ενώπιον του αρχιερέως Πιλάτου στο Πραιτώριο που σιωπά ο Χριστός. «Και ουδέν απεκρίνατο» προσθέτει ο ευαγγελιστής Μάρκος. Δεν δίνει καμιά απάντηση. Θεωρεί ότι δεν βγαίνει τίποτε με τα λόγια. Ότι θα μιλούσε και δεν θα τον άκουγαν. Ότι θα έπεφταν οι λόγοι του στο κενό. Δεν είναι ότι δεν είχε όρεξη για κουβέντες, αλλά έβλεπε την ηθελημένη κώφευση των ανθρώπων, είχαν αυτιά και δεν τα χρησιμοποιούσαν. Ο Χριστός δεν χάιδευε ακοές. Δεν έλεγε αυτά που ήθελαν ν΄ακούσουν. Έτσι με νόημα σιωπά. Ο ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει «επηρώτα δε αυτόν εν λόγοις ικανοίς». Δεν απαντούσε τίποτε στις πολλές ερωτήσεις. Σαν να έλεγε από τότε τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Έβλεπε ότι δεν έβγαινε τίποτε με τη συζήτηση. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης τονίζει την άφοβη σιωπή του Ιησού παρά τις απειλές της εξουσίας. Στο πρόσωπο του Χριστού επιβεβαιώνεται ο αρχαίος προφητικός λόγος. Ο μεγαλοφωνότατος προφήτης Ησαΐας λέγει : «Δεν άνοιξε το στόμα του καθόλου κι έμεινε άφωνος μπροστά στους διώκτες του».

Όταν στην πρόκληση απαντά κανείς με τη σιωπή χαμηλώνει την οργή, σβήνει τον θυμό και σιγάζει δύσκολες καταστάσεις. Σημασία όμως έχει και το ήθος και το ύφος και ο τρόπος αυτής της σιωπής. Αν είναι εγωιστικός φαίνεται. Αν είναι περιφρονητικός δεν μπορεί να κρυφτεί. Αν κανείς όμως ταπεινά σιωπά, για να μη γίνουν τα πράγματα χειρότερα, υποχωρεί, ανέχεται, αποσύρεται, ελαχιστοποιεί τα τρομερά δικαιώματά του, χάρη της ειρήνης, της ενότητος και της αγάπης, τότε κερδίζει ενώ φαίνεται ότι χάνει. 'Οποιος είναι έξυπνος κάνει τον χαζό, λένε στο Άγιον Όρος. Η σεμνή στάση του σιωπώντος μπορεί να φιλοτιμήσει τον άλλο, να τον κάνει να ξανασκεφθεί τα πράγματα καλύτερα. Αν έχει κανείς τη δύναμη, που κύρια προέρχεται από τη ταπείνωση, να μη δώσει συνέχεια στην προκλητική προσβολή, την ειρωνεία και τον χλευασμό, και σιωπά, δεν σημαίνει ότι είναι δειλός κι ανόητος, αλλά έχει έναν ηρωισμό μεγαλύτερο από την τόλμη της αυθάδειας, του θράσους και της συνέχειας του καυγά και της γκρίνιας των πολλών αντιδράσεων. Ο άνθρωπος προκαλούμενος αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του, να μιλήσει, να δικαιολογηθεί και να δημιουργήσει αμυντική ασφάλεια. Μεγαλύτερη δύναμη χρειάζεται κανείς να σιωπήσει παρά να μιλήσει. Η σιωπή όμως θέλει σοφή γνώση, αυτοκυριαρχία και κυρίως ταπείνωση.

Η σιωπή όπως ήδη είπαμε δεν είναι για όλους, για παντού και για πάντοτε. Οι άγιοι πατέρες καλλιέργησαν επισταμένα την εύλογη σιωπή και είχαν ένθεο λόγο. Είναι πολύ σπουδαίο και σημαντικό πράγμα οι άνθρωποι να γνωρίζουν καλά πότε να μιλήσουν, τι να πουν, σε ποιόν θα το πουν, γιατί θα το πουν, πόσο θα πουν και πότε θα πρέπει να σιωπήσουν, ν΄αποσυρθούν, να κρυφτούν. Όπως ωραία ειπώθηκε «ο προφορικός λόγος περιορίζει τον ενδιάθετο λόγο που περιέχεται στη σιωπή. Ποτέ δεν μπορεί να τον περιλάβει και να τον εκφράσει απόλυτα. Γι ' αυτό η σιωπή είναι συχνά σε θέση να εκφράσει περισσότερα από όσα ο λόγος» (Γεώργιος Μαντζαρίδης). Αυτό συμβαίνει στη θεολογία, στην ιερά ησυχία.

Η πολυλογία, η φλυαρία, η κενολογία, η περιττολογία, η αργολογία, η φαιδρολογία δηλώνει κενοδοξία, αδιακρισία κι εσωτερική ανησυχία. Η ησυχία γεννά την ωραία σιωπή κι αυτή εξυφαίνει τον λόγο. Δεν πρόκειται για ανενεργό στάση, για παθητική πράξη, για οκνηρό έργο, για φυγόπονη απραξία, αλλά για επιλεγμένη εργασία αυτογνωσίας, αυτοπαρατήρησης, ενδοσκαφής και εντρυφήσεως στα θεία. Λέγει ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ : «Απόκτησε την εσωτερική σου γαλήνη και χιλιάδες άνθρωποι θα σωθούν γύρω σου, χωρίς εσύ να το ξέρεις». Δεν χρειάζεται συνέχεια να μιλάμε. Ο κόσμος κουράστηκε από τα πολλά, τα παχειά, τ' αδιαφανή, τα υποκριτικά, τα ξύλινα λόγια. Οι άλλοι δεν βρίσκονται πάντοτε πλάι μας για να μας ακούνε, αλλά και για να τους ακούμε. Λέγει ένας σοφός «ο Θεός μας έδωσε δύο αυτιά και ένα στόμα- περισσότερο ν΄ακούμε και λιγότερο να μιλάμε». Εμείς κυκλοφορούμε σαν να έχουμε δέκα στόματα και κανένα αυτί. Μιλά ο άλλος και δεν τον ακούμε και σκεφτόμαστε τι θα πούμε εμείς. Έτσι, όπως λέγει ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, έχουμε παράλληλους μονολόγους. Δεν διαλεγόμαστε και δεν επικοινωνούμε.

Ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος δεν κήρυττε ποτέ. Ήταν ειρηνικός, φωτεινός, χαρούμενος πάντοτε. Τον ρωτούσαν : «Πως είσαι έτσι Γεώργιε;». «Είμαι χριστιανός» απαντούσε. Και γίνονταν κι εκείνοι χριστιανοί για να ομορφύνει η ζωή τους. Ο άγιος Αρσένιος ο Μέγας έλεγε : «Μετάνιωσα που μίλησα, όχι γιατί σιώπησα». Η πολυλογία θα φέρει αμαρτία. Ο λόγος δεν είναι πάντοτε ουσιαστικός κρίκος των ανθρώπων. Η έλλειψη πνευματικότητος κάνει τον λόγο να διαχωρίζει κι όχι να ενώνει τους ανθρώπους. Δύο άνθρωποι που ταξιδεύουν μαζί δεν χρειάζεται συνέχεια να συνομιλούν. Επαναλαμβάνω : ο κόσμος σήμερα κουράστηκε πολύ από τα πολλά λόγια, κενού περιεχομένου, φθαρμένα, κακομεταχειρισμένα, παραποιημένα, δίχως ανταπόκριση βιώματος.

Ένα πρόσωπο σιωπηλό, σημαντικό, ιερό, ωραίο είναι της Παναγίας. 'Ολος ο βίος της είναι μια απέραντη σιωπή. Ελάχιστοι λόγοι της Θεοτόκου διεσώθηκαν. Πρόκειται για τη σεμνή, καθαρή, ταπεινή και σιωπηλή κόρη της Ναζαρέτ. Η Παναγία μας είναι βίωση της σιγής, η προσωποποίηση της σιωπής, η ερωτευμένη της ησυχίας. «Όσον εμβαθύνομεν εις το Μυστήριον της Παναγίας, τόσον καθαρώτερον και θεωρούμεν και ακούμεν τον λόγον της σιγής. Και όχι μόνον τούτο, αλλά και ανακαλύπτομεν το θείον εις την σιγήν, την σχέσιν Της προς την δημιουργίαν, προς ότι βαθύ και μεγάλο υπάρχει εις την ζωήν μας» (Μητροπ. Χαλκηδόνος Μελίτων). Δεν ήξερε να μιλήσει η Παναγία; Δεν μπορούσε κάτι να πει; Δεν είχε λόγο; Ηθελημένα σιωπούσε από ταπείνωση. Άφηνε να μιλά ο Υιός Της. Ήταν συνεχώς στη σκιά του. Το βροντερό κήρυγμα της Θεοτόκου είναι η συνεχόμενη σιωπή της. Αυτή η σιωπή της ελέγχει αυστηρά κάθε γυναικεία φλυαρία.

Καλείται να μαθητεύσει ο πιστός στον διδακτικό και σοφό λόγο της σιωπής. Η εγνωσμένη παραίτηση από τον λόγο δηλώνει εμπειρία. Σωπαίνει κανείς στη μεγάλη χαρά. Δεν βρίσκει ικανά λόγια να την εκφράσει. Σωπαίνει και στον βαθύ πόνο. Χάνει τα λόγια του. Τα κάνει καυτό δάκρυ. Τι να πει κανείς στη μητέρα που θάβει το μικρό της παιδί. Ειλικρινά θυμώνω όταν ακούω κοινότοπα λόγια, υψηλά, υπερβατικά, απάνθρωπα ενίοτε, σκληρά για την πονεμένη μάνα. Καλύτερα να μην πούμε τίποτε. Καλύτερα να προσευχηθούμε. Είπαμε δεν χρειάζεται πάντοτε να μιλάμε, να θέλουμε να παρηγορήσουμε τους άλλους μ' έναν τόσο απόμακρο τρόπο.

Η σιωπή συντροφεύει τις μεγάλες ώρες των αγίων, τις ιερές ώρες της περισυλλογής, της αυτοσυγκέντρωσης, της αυτομεμψίας, της μελέτης, της προσευχής. Η σιωπή καλύπτει την έρευνα, την αγρυπνία, την ανακάλυψη του σοφού επιστήμονα. Η σιωπή σκεπάζει το μαρτύριο του πονεμένου, του αναγκεμένου, του δυστυχισμένου. Τις ώρες της σιωπής τελεσιουργούνται τα μεγάλα θαύματα, οι αδιαφήμιστες ηρωικές πράξεις, οι μυστικές προσωπικές επαναστάσεις, η γνωριμία με τον άγνωστο εαυτό μας. Έτσι έχουμε τη σημαντική σιωπή του αγίου, την κορυφαία σιωπή του σοφού, την υπομονετική σιωπή του ήρωα, την ακριβή σιωπή του υπομονετικού κι επίμονου, την ευαγγελική σιωπή του αυτοθυσιαζόμενου.

Κουρασθήκαμε από την ακατάσχετη πολυλογία, προχειρολογία και φθηνολογία. Το κόστος τους είναι βαρύ, αλλοιώνουν την ουσία, τα πρώτα, τα σημαντικά, τα καίρια και ιερά. Έχουμε ανάγκη από την ανάπαυση στη χρυσή σιωπή, την πολύτιμη ακοή, τη βιωματικότητα των απαραίτητων λόγων. Χρειάζεται μια αντίσταση στους πρόχειρους κι εύκολους λόγους. Αξίζει να καταλαγιάσουμε, να ησυχάσουμε, να ξαποστάσουμε για ν' ακούσουμε μέσα στην ησυχία τη χαμηλή φωνή του Θεού, την εναγώνια φωνή της συνειδήσεως μας, τη διδακτική φωνή του ιερού παρελθόντος, για να μετανοήσουμε ειλικρινά.

Η σιωπή φαίνεται από τα παραπάνω λεχθέντα νάχει μια άγνωστη, μυστική, ισχυρή δύναμη, που δεν αγαπά τη φθορά της επιπόλαιης συζητήσεως, της πρόχειρης κουβέντας, του άστατου ρευστού λόγου. Είναι ελεύθερη, άνετη, ασυμβίβαστη, μακάρια η σιωπή. Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος παραγγέλει, όχι μόνο στους μοναχούς, ν' αγαπήσουμε πάνω από όλα τη σιωπή, γιατί αυτή είναι η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος, της ατελεύτητης, πανευφρόσυνης, ουράνιας βασιλείας. Αν δεν μπορούν να εκφρασθούν πάντοτε τα συναισθήματα με τα ανθρώπινα λόγια πως να περιγραφούν και κατατεθούν οι πνευματικές εμπειρίες; Ο απόστολος Παύλος γράφει σε ωραιότατη επιστολή του προς τους χριστιανούς της Κορίνθου «ότι ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Αδυνατεί, λέγει, να εκφράσει την εμπειρία του με λόγια. Συχνά στα συναξάρια παρατηρούμε οι αγίοι να κρύβουν τις εμπειρίες τους, να σιωπούν, φοβούμενοι μη χάσουν τη χάρη και τη χαρά, την παράκληση και την παραμυθία από τη δημοσίευση και διαφήμιση των υψηλών εμπειριών τους.

Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ λέγει : «Μην ανοίγεις το στόμα σου και την καρδιά σου στον καθένα, στους χίλιους κι αν ένας σε καταλάβει». Δεν θέλει ο Άγιος να μας κάνει επιφυλακτικούς, καχύποπτους και κλειστούς, αλλά διακριτικούς. Είναι χαρά ν' ακούει κανείς τους λόγους των αγίων. Είναι μεγαλύτερη όμως χαρά «να συλλαμβάνεις τα κύματα και την διάσταση, την πρόταση, την έκταση και την έκσταση της σιωπής και της θεολογίας της σιωπής των αγίων» (ιερομ. Ιωαννίκιος Κοτσώνης).

Αναφέρεται πως είχαν πάει τρεις επισκέπτες στον Μέγα Αντώνιο. Οι δύο τον ρωτούσαν για πολλά και διάφορα πράγματα. Ο τρίτος δεν ρωτούσε τίποτε. Όχι γιατί δεν είχε ανάγκη από νουθεσία ή γιατί αισθανόταν πνευματικά επαρκής και δεν εκτιμούσε τον χαρίεντα λόγο του οσίου, αλλά γιατί διδασκόταν περισσότερο από τη στάση του, τη σιωπή του, την ηρεμία της μορφής του. Όταν τον ρώτησε ο Άγιος «εσύ γιατί δεν με ρωτάς κάτι;», του λέει αυθόρμητα : «Μου φτάνει μόνο που σε βλέπω άγιε του Θεού». Του ήταν αρκετό, διδακτικό, ωφέλιμο αυτό. Συναισθανόταν τη θεολογία της σιωπής του, που καταφάσκει στο άλγος του κόσμου κι αρνείται τη γοητεία της υπερφίαλης γνώσης.

Η σιωπή μόνη δεν σημαίνει τίποτε. Αξίζει κανείς να σιωπά έχοντας μόνιμη κουβέντα με τον Θεό, έχοντας ταπεινή αίσθηση περί του εαυτού του, έχοντας κι εσωτερική νηνεμία, νηφαλιότητα κι ημερότητα. O όσιος Αρσένιος προσευχόταν στον Θεό να του φανερώσει πως να σωθεί, κι άκουσε «Φεύγε, σιώπα, ησύχαζε». Ένας άλλος όσιος λέγει πως η σιωπή και η κρυφή πνευματική εργασία φέρνουν αγιότητα. Ο αββάς Μωυσής έλεγε χαρακτηριστικά πως ο άνθρωπος που αγαπά τη σιωπή και αποφεύγει τις πολλές κουβέντες μοιάζει με ώριμο σταφύλι γεμάτο γλυκό χυμό, ενώ ο πολυλογάς μοιάζει με αγουρίδα. Ο μέγας της διακρίσεως πάτηρ, ο αββάς Ποιμήν, λίαν εύστοχα παρατηρεί : «Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που με τα χείλη σωπαίνουν και με τον νου τους φλυαρούν, ενώ άλλοι μιλάνε από το πρωί ως το βράδυ κι όμως κρατάνε σιωπή, γιατί τίποτε από αυτά που λένε δεν είναι περιττό και ανώφελο». Στο εξαίσιο, θαυμάσιο και καταπληκτικό Γεροντικό επίσης αναφέρεται : «Αν αποκτήσεις την αρετή της σιωπής, μην καυχηθείς πως κατόρθωσες κάτι σπουδαίο. Πείσε καλύτερα τον εαυτό σου πως δεν είσαι άξιος ούτε να μιλάς!».

Η ήσυχη, ασκητική και σοφή έρημος διδάσκει, αδελφοί μου αγαπητοί, πολλά τον ανήσυχο κόσμο από αγάπη και με πόνο. Ο κόσμος κατασκευάζει καθημερινά ένα λόγο αυθάδη, εγωπαθή, άσοφο και αντίθεο. 'Εχει στοιχεία δαιμονιώδη, αφού δημιουργεί αυτονόμηση, ισχυρή αυτοπεποίθηση, εξουσιαστική κυριαρχία και φιλόδοξη αυτάρκεια, τα οποία θεωρεί ευφυή τεχνάσματα του νου, ενώ πρόκειται για παραδοξολογήματα. Θεωρεί τη γλώσσα του όπλο κατατροπώσεως των άλλων, των εχθρών και όχι αδελφών. Κι ενώ δι' αυτού του τρόπου οδηγείται σε φοβερά αδιέξοδα, δεν ταπεινώνεται και δεν μετανοεί παραδεχόμενος την ήττα του κι αποφασίζοντας μια πιο ανεκτική και επιεική στάση προς τον πλησίον του.

Είναι μεγάλη ασοφία να νομίζεις πως είσαι σοφός με το να κάνεις και να λες ότι θέλεις παντού και πάντοτε. Η υπεροψία της λογομανίας αποτελεί αταπείνωτη επιβολή επί πάντων και τελικά μωρία.

Τα λόγια δίχως έργα είναι μάταια, φτωχά κι ελέγχουν τον ομιλητή τους. Κατά τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο, τα λόγια είναι τα φύλλα και τα έργα οι καρποί. Τα έργα εικονίζουν την αρετή και τα λόγια θα πρέπει να είναι η σκιά της εικόνας των έργων. Οι Γέροντες παρακαλούσαν τους άλλους να εύχονται υπέρ αυτών, μην κατακριθούν λέγοντας κάτι που πριν δεν ποιούσαν. Κατά τον αββά Ποιμένα, αυτός που διδάσκει και δεν ποιεί αυτά που λέγει, μοιάζει με κρήνη, που τους άλλους ποτίζει και πλένει και τον εαυτό του δεν μπορεί να καθαρίσει. Κι αλλού σοφά και ταπεινά συνεχίζει : «Ζητάμε από τους άλλους την τελειότητα και μεις δεν κάνουμε το παραμικρό, αν η ζωή μας δεν έχει σχέση με τα λόγια μας, και τα λόγια μας δεν ανταποκρίνονται στη ζωή μας, μοιάζουμε με ψωμί δίχως αλάτι».

Οι ασκητικοί πατέρες επιμένουν στον ωφέλιμο φραγμό της γλώσσας. Ο αββάς Άμμωνας αναφέρει πως η καύση της καρδιάς, η πνευματική θερμότητα σβήνει με τον περισπασμό των μάταιων λόγων. Δεν μπορεί κανείς να έχει κατανυκτική και καθαρή προσευχή το βράδυ αν όλη μέρα έχει κουτσομπολέψει όλη την πόλη. Η ματαιολογία διασπά την προσοχή, χαλαρώνει την εγρήγορση, μειώνει την ανάταση, χωλαίνει την ανάπαυση. Δίδασκε τους άλλους με τη ζωή σου έλεγε ένας Γέροντας κι όχι με τα λόγια σου. Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος επαναλαμβάνει συχνά πως όποιος θέλει να λέει πολλά, ανοίγει μέτωπα και θα δεχθεί πόλεμο μίσους, όποιος μετρά τα λόγια του θ΄αγαπηθεί σύντομα. Ο άγιος Νείλος ο Ασκητής γνωρίζει καλά τι λέει : « Η άμετρη πολυλογία θα σε λυπήσει και θα οργίσει τους δαίμονες. Η γλώσσα πολλούς κενόδοξους κατέστρεψε».

Οι ασκητές δεν έκλειναν τη θύρα του κελλιού τους αλλά του στόματος τους- και για να φάνε και για να μιλήσουν. Ο τελώνης της παραβολής δικαιώθηκε για τη σιωπηλή προσευχή του, όπως και η αιμορροούσα. Λίγα κανείς να λέει και πολλά να κατανοεί, λέγει πάλι ο άγιος Νείλος ο Ασκητής. Μ' ένα ποτήρι νερό, μ΄ένα δίλεπτο, μ' ένα «Κύριε ελέησον» μπορεί να σωθεί ο άνθρωπος. Δεν χρειάζεται να λέει κανείς συνεχώς πολλά. Έχει να διδάξει πολλά η αγιασμένη σιωπή των μοναχών στον φλύαρο κόσμο. Ο κόσμος δεν κατανοεί τον μοναχισμό. Θεωρεί ότι δεν προσφέρει τίποτε. Δεν πειράζει. Οι μοναχοί μόνο να προσεύχονται. Αυτό φθάνει. Ο κόσμος θα σωθεί κατά το μέγα έλεος του Θεού.

Ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο συγγραφέας της περίφημης Κλίμακος, αποφθεγματικά αναφέρεται στην πολυλογία : «Πρέπει να δούμε την αιτία απ' όπου μπαίνει και βγαίνει το αμάρτημα της πολυλογίας. Η πολυλογία είναι θρόνος της ματαιοδοξίας. καθισμένη πάνω της η κενοδοξία προβάλλει και διαφημίζει τον εαυτό της. Η πολυλογία είναι σημάδι αγνωσίας, είσοδος στην κατάκριση, οδηγός στην ανοησία, πρόξενος του ψεύδους, διάλυση της πνευματικής ευφορίας της προσευχής. Είναι αυτή που προσκαλεί και δημιουργεί την αδιαφορία για τις αμαρτίες, που εξαφανίζει την προφύλαξη του νου κατά των παθών, ψυχραίνει την πνευματική θερμότητα και σκοτίζει την προσευχή».

Αντίθετα ο μεγάλος όσιος Πατήρ επαινεί την σιωπή λέγοντας : «Η σιωπή που ασκείται μ΄επίγνωση και διάκριση είναι μητέρα της προσευχής, ανάκληση από την αιχμαλωσία των παθών, επιστάτης των λογισμών, σκοπός που παρατηρεί τους εχθρούς, δέσμευση του πνευματικού πένθους για τις αμαρτίες μας, φίλη των καρδιακών δακρύων, που είναι καρποί της προσευχής, καλλιεργητής της μνήμης του θανάτου, εχθρός του αδιάκριτου θάρρους, σύζυγος της ησυχίας, αντίπαλος της τάσης να κάνεις τον δύσκολο, μυστική πνευματική πρόοδος, κρυφή πνευματική ανάβαση».

Η σιωπή λέγει ο Όσιος είναι σύζυγος της ησυχίας. Καλλιεργείται και ανθεί στην ησυχία. Στον 21 ο αιώνα του συνεχούς θορύβου, των πολλών μεριμνών, ταραχών και κινδύνων πολεμείται συστηματικά η ησυχία. Τα λεγόμενα μέσα ενημερώσεως περισσότερο ταράζουν παρά γαληνεύουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Επέρχεται μια πνευματική σύγχυση, ένας συνεχής διασκορπισμός του νου, ώστε οι δυνάμεις της ψυχής να παραλύουν. Ο Χριστός, το αιώνιο πρότυπο όλων μας, συχνά αποσυρόταν στην ησυχία της ερήμου, δείχνοντας τον δρόμο της ασκήσεως, της περισκέψεως, της περισυλλογής, της σιωπής, της μόνωσης κι όχι της απομόνωσης. Αυτό τον δρόμο αγάπησαν ιδιαίτερα οι ασκητές, αμέριμνοι, απερίσπαστοι, σιωπηλοί, με ακόρεστο τον πόθο της συναντήσεως τους με τον Θεό.

Δικαιολογημένα θ' απορήσετε και θα μου πείτε « Μα πάτερ μου, πολύ ωραία όλα αυτά, αλλά εμείς μέσα στον κόσμο αυτό, είναι ποτέ δυνατόν να ησυχάσουμε και να σωπάσουμε;». Η απάντηση είναι καταφατική. Ναι μπορείτε, αν θέλετε, αν κατά βάθος το επιθυμείτε. Μπορεί κανείς να περιορίσει την κοινωνικότητα, τη δραστηριότητα, την ενημέρωση, την πληροφόρηση, τις μέριμνες, τις λεπτομέρειες, τους σχολαστικισμούς. Ν΄αυξήσει τη μελέτη, την προσευχή, τον εκκλησιασμό, την περισυλλογή και την αυτοεξέταση. Η ζωή των μοναχών δεν είναι ως εξωγήινων, και το ησυχαστικό πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας δεν είναι διόλου προς περιφρόνηση. Στη μακραίωνη παράδοση μας, Ορθοδοξία και ησυχασμός ταυτίζονται. Είναι άρνηση του εαυτού της όταν η Ορθοδοξία αστοχεί από την πλούσια ησυχαστική της παράδοση υιοθετώντας νέους τρόπους ζωής προφασιζόμενη σύγχρονες ανάγκες. Είναι λυπηρό ακόμη κι άνθρωποι της Εκκλησίας να λένε σήμερα πως ο ησυχασμός ήταν για κάποτε κι όχι για τώρα.

Η Εκκλησία αξίζει και πρέπει ν΄αξιοποιήσει περισσότερο τον λατρευτικό της πλούτο. Κυρίως η θεία Λειτουργία είναι αστείρευτη πηγή δυνάμεως, ειρήνης, χάριτος και ζωής. Στους κόλπους της Εκκλησίας υπάρχει η αληθινή ησυχία, σιγή και ανάπαυση. Όπως ωραία ειπώθηκε : «Όταν περνά η μέρα κι οι καμπάνες του ενοριακού ναού δεν καλέσανε τους πιστούς σε λατρευτική σύναξη, σημαίνει πως η Εκκλησία εκείνη τη μέρα δεν πραγμάτωσε τον προορισμό της, που δεν είναι άλλος από το ν΄αναπαύσει τα κουρασμένα και ταλαιπωρημένα από την αμαρτία παιδιά της» (πρεσβύτερος Σπυρίδων Σταυρής).

Στον ναό ανεφοδιάζεται ο πιστός πνευματικά, δίχως μερικές φορές να το εννοεί, και τρέφεται εν Αγίω Πνεύματι, ενισχυόμενος στον καθημερινό δύσκολο αγώνα του στον δρόμο, την εργασία και το σπίτι του. Πρέπει να φτιάξει ο χριστιανός ένα κελλάκι στο σπίτι του, για να ξαποστάζει, να ξελαχανιάζει, να ησυχάζει, να προσεύχεται. Είναι μεγάλη η ανάγκη να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι πρέπει να βρίσκει καθημερινά έστω λίγη ώρα ησυχίας. Την οποία αυτή ώρα προσευχόμενος ο άνθρωπος εξευγενίζεται, ενδυναμώνεται, ωραιοποιείται, η καρδιά του θερμαίνεται για τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Δεν ανησυχεί, δεν θέλει να θυμώνει , να θορυβεί, ν' αντιμάχεται, να μπλέκεται σε περιπέτειες πικρών λόγων. «Σχολάσατε και γνώται ότι εγώ ειμί ο Θεός» , λέγει η Αγία Γραφή. Η σχέση με τον Χριστό διέρχεται από μια γνώση κάποιας «σχολής» και «απραξίας», αλλά και άρσης προσωπικού σταυρού προς συμφιλίωση, υπομονή, ανεκτικότητα και καρτερία.

Η σιωπή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι μια μορφή ασκήσεως, όπως η νηστεία και η εγκράτεια. Τα τροπάρια της Μ. Σαρακοστής μιλούν συχνά και για εγκράτεια γλώσσης και για ιδιαίτερη προσοχή των εξερχόμενων από το στόμα λόγων, που υποδηλώνει αυτοσυγκέντρωση και αυτοσυγκράτηση. Η σιωπή θέλει αγώνα για να κατακτηθεί, αλλά οπωσδήποτε και τη θεία χάρη για να διατηρηθεί. Η σιωπή έχει ανάγκη τον τόπο τον κατάλληλο αλλά κυρίως τον τρόπο. Η τέλεια σιωπή είναι όχι μόνο ν' αγωνίζεσαι, να μην περιεργάζεσαι, να μην επιθυμείς τα φθαρτά. Έχει σχέση λοιπόν αυτή η σιωπή με την απάθεια. Πηγάζει από τον πλούτο της ειρήνης της καρδιάς. Ο ασκητής μένει σιωπηλός κι ακτήμων, εμπιστεύεται πλήρως τον Θεό και πλούτος του αναφαίρετος είναι η μεγάλη του αγάπη για τον Θεό. Η σιωπή από μόνη της δεν σημαίνει τίποτε. Έχει σχέση, σύνδεσμο κι ενότητα με τις άλλες αρετές.

Το Άγιον Όρος μιλά με τη σιωπή του, αυτή είναι η ωραία μυστική διδαχή του. Μιλά με την ηρεμία και πραότητα των μοναχών, με τη γαλήνη της φύσης, με τη χάρη των ιερών ακολουθιών. Οι μυστικές φωνές της προσευχής φθάνουν ως ηχηρά μηνύματα εκζητήσεως θείου ελέους στον θρόνο του Παντάνακτος. Η αέναη προσευχή αντιγράφει την αίδιο δοξολογία των αγίων αγγέλων. Οι αγρυπνίες στο Άγιον Όρος τελούνται στη σιγή της νύκτας, στην ησυχία του μεσονυκτίου. Γράφει ένας Γέροντας : «Χωρίς τελείαν ησυχίαν είναι αδύνατον να ανέλθη κανείς «εις φιλοσοφίας κορυφήν» και να ευαρεστήση τον Θεόν. Διότι η ησυχία γεννά την άσκησιν και κατά διαδοχικά στάδια τον κλαυθμόν, τον φόβον του Θεού, την ταπείνωσιν, την προόρασιν, την αγάπην΄η δε αγάπη καθιστάτην ψυχήν άνοσον και αγαθήν» (μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης).

Η σιωπή των μοναχών σημαίνει τη νοσταλγία της ψυχής τους για την ουράνια πατρίδα τους. Η σιωπή του Αγίου Όρους έχει σχέση με τη ζώσα ησυχαστική παράδοση του, με τον γνήσιο ασκητικό δρόμο, τον ιδιότυπο τρόπο ζωής, που φωτίζεται και λαμπρύνεται από το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος. Αντιλαμβάνεσθε πολύ καλά πόσο αυτά τα λόγια μου με ελέγχουν. Ένας μοναχός να μιλά στον κόσμο περί σιωπής και να μη κάθεται σιωπών στο κελλί του να κλαίει τις αμαρτίες του...

Συγχωρέστε μου το οξύμωρο, αντιφατικό και ανόητο της αγάπης μου κι ακούστε την ταπεινή μου φωνή. Η εκκοσμίκευση και η σύγχυση της γενεάς μας δεινοπαθεί από τη φλυαρία. Ο λόγος αποσυνδέει τους ανθρώπους. Η σιωπή πρέπει να το ομολογήσουμε είναι δυσκολοκατόρθωτη. Τι να κάνουμε; Να συνεχίσουμε να κάνουμε ότι κάνουμε κι «ότι βρέξει ας κατεβάσει»; Ασφαλώς όχι. Δοκιμάσαμε την οδό των αντεγκλήσεων, των αντιλόγων, των εκδικήσεων, των ψυχροτήτων κι οδηγηθήκαμε σε αδιέξοδα και σε απογοητεύσεις. Τι να κάνουμεν λοιπόν; Ας εμπιστευθούμε τη χάρη του Θεού. Ας παραδεχθούμε ειλικρινά την αδυναμία μας, την ήττα από τα πολλά και ωραία ίσως λόγια μας. Ξέρετε, η θεία χάρη είναι περισσότερο υπόθεση γνήσιου ταπεινού φρονήματος παρά σκληρού μακρού αγώνα, μελέτης και συζητήσεων.

Ο αποπροσανατολισμός των ημερών μας δημιουργεί συνθήκες αναταραχής. Οι άνθρωποι θεωρούν φυσική τη γκρίνια, ευφυή τον καυγά, δικαίωμα την κατατρόπωση του άλλου, ελευθερία την ασυδοσία, την ελευθεροστομία. Θεωρούν ότι με τα λόγια τους θα επηρεάσουν, θα πείσουν, θα μετατρέψουν τους άλλους. Κι αφού είδαν κι αποείδαν τις συνεχείς αποτυχίες των λόγων τους εντούτοις ακόμη επιμένουν σε αυτούς. Αφού ούτε με το μαλακό ούτε με το σκληρό, ούτε με το γλυκό ούτε με το πικρό τίποτε δεν έγινε, γιατί τόση επιμονή; Ας μετατραπούν οι συμβουλές, οι νουθεσίες, οι διδαχές σε ταπεινή δέηση, σε ομολόγηση της ανημπόριας μας στον Παντοδύναμο Θεό. Να παρέμβει, να επέμβει Εκείνος καλύτερα από μας στις δυσκολιές των παιδιών, στις ασυνεννοησίες των συζύγων, τις λαθεμένες διαπροσωπικές σχέσεις των φίλων, στις ζηλοφθονίες των συνεργατών και συναδέλφων.

Η προσευχή παρουσιάζεται ως λόγος, ως διατύπωση επιθυμιών και λεκτικό σχήμα. Κατά βάθος όμως αποτελεί βίωμα μυστικό, δύσκολο-έκφραστη αίσθηση και αλάλητο στεναγμό της καρδιάς. Οι ωραιότερες προσευχές είπαν είναι οι σιωπηλές. Ο πιστός τελικά δεν ρωτά, δεν μιλά, μόνο ακούει. Ο Θεός δεν ανακαλύπτεται αλλά αποκαλύπτεται. Τότε σιγά πάσα σάρκα βροτεία. Βιώνει την αγάπη του Θεού και βοά ασταμάτητα με τους υπέροχους και αλάλητους στεναγμούς της καθαρής και πυρπολημένης από αγάπη καρδιάς.

Μιλώ περί σιωπής και λέγω πολλά. Συγχωρέστε με. Μίλησα από αγάπη. Τελειώνοντας, θάλεγα ας πιάσουμε καλύτερα μεγαλύτερη κουβέντα με τον Θεό. Τότε δεν θάχουμε μοναξιά ποτέ. Μέσα στην προσευχή θα φωτισθούν τ΄απαραίτητα λόγια μας και θα περικοπούν τα περιττά κι αχρείαστα. Θα εμπνευσθούμε μόνο για τα πρέποντα. Μέχρι να φθάσουμε στη αγία και μακαρία σιωπή, στη χαρούμενη και ταπεινή φυλάκιση της γλώσσας και την απελευθέρωση της μόνο προς αίνο Θεού κι ενίσχυση και παρηγοριά και συνάντηση αδελφών αγαπητών, τέκνων Θεού, εκλεκτών φιλαδέλφων, πάλι ας σιωπούμε σεμνά, σιγαλά, ελπιδοφόρα. Ευχαριστώ θερμά για την ευγενική σιωπή σας και δεομένη Παναγία να πρεσβεύει για όλους μας.

Από το βιβλίο «Η εύλαλη σιωπή» του Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου.

Χαρά δεν είναι

Χαρά δεν είναι τα ξεκαρδίσματα, τα ξεφωνητά, τα χαχανητά, η ελαφρότητα, η χαριεντολογία, η ανεκδοτολογία, η σκωπτικότητα και η συνεχής αστειότητα, αλλά η διαρκής γαλήνη και η ειλικρινής φαιδρότητα, που προέρχεται από καρδιά ευφραινόμενη και συνείδηση καθαρή. Η χαρά είναι το φως του ενάρετου. Αναβλύζει από τα βάθη της υπάρξεως. Δεν είναι κάτι ποτέ το προσποιητό, εξωτερικό, φαινομενικό, αλλά κάτι το αρκετά βαθύτερο και σίγουρα σπουδαιότερο. Ένας σοβαρός, σεμνός και ησύχιος δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι χαρούμενος. Το πρώτο γνωστό θαύμα του Χριστού στον γάμο της Κανά ήταν για να μη μείνει μισή η χαρά των καλεσμένων από έλλειψη κρασιού. Το τελευταίο θαύμα του, η ανάσταση του φίλου του Λαζάρου, για να διώξει τη λύπη και να δώσει χαρά. 

Η ελληνίδα λαλιά

Σε μία περίοδο κρίσεως, επικρίσεως και κατακρίσεως, πτώσεων, καταπτώσεων, επιπτώσεων και εκπτώσεων, ζάλης, παραζάλης, πάλης κι αιθάλης πάσχει η μοναδική λαλιά μας, η εγχώρια πλούσια γλώσσα. Μαζί της μπορείς να πεις και να εκφράσεις τα πιο δύσκολα, τα πιο κούφια, τα πιο υψηλά. Όπως λέει ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, η ελληνική γλώσσα είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια του κόσμου.
Στα ελληνικά μπορείς να εκφράσεις τα πιο λεπτά, τα πιο τέλεια νοήματα της θεολογίας, της φιλοσοφίας, της ποιήσεως. Να αποδώσεις ιδέες, στοχασμούς, σκέψεις, έννοιες, μεγάλες, ευγενικές, ιερές και ωραίες. Η ελληνική γλώσσα εκφράζει περίτεχνα το μεράκι, τον καημό, τον πόθο του τεχνίτη, του καλλιτέχνη, του ήρωα, του αγίου. Συντίθεται η αρχοντιά και η ταπεινότητα, η μεγαλοπρέπεια και η σεμνότητα, η φιλοκαλία. Η χαρμολύπη, η νηφαλιότητα, ο γλυκασμός και η λύτρωση. Δεν είναι εφάμαρτη υπερηφάνεια η αγάπη της γλώσσας μας, της πατρίδος μας, της πονεμένης και προδομένης. Προδόθηκε και η γλώσσα από συνεχείς ξενικούς όρους, που δυστυχώς καθιερώνονται στα παιδιά. Το ύδωρ, ο άρτος, ο ουρανός και η θάλασσα ονομάζονται εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια το ίδιο. Όπως τα έλεγε ο Όμηρος. Η γλώσσα μεταφέρει νόημα, ιστορία, ήθος και χάρη.

Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να εκφράζεις με τη γλώσσα σου όλες τις σκέψεις σου. Δυστυχώς οι Νεοέλληνες δεν διαβάζουν και γι’ αυτό η γλώσσα τους είναι πολύ φτωχή. Οι νέοι μας πάσχουν από φοβερή λεξιπενία. Η πάλη με τη γλώσσα είναι άγνωστη ακόμη και σε ειδήμονες. Η τέλεια έκφραση θέλει βαθιά γνώση της γλώσσας, κρίση, λίχνισμα, μελέτη, ορθή επιλογή.
Λόγια παχιά, στομφώδη, βερμπαλιστικά, βαρύγδουπα, δεν αγγίζουν τις καρδιές. Στα εξήντα μου χρόνια έγραψα και είπα πολλά. Δεν γκρινιάζω αν ήταν όλα καλά, προσπάθησα όμως να είναι σωστά ελληνικά. Αγαπώ τη γλώσσα μου. Δεν έμαθα άλλη γλώσσα. Δεν έμαθα ούτε γραφομηχανή ούτε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ήθελα να τη γράφω στη γλώσσα μου, να ορθογραφώ, να καθαρογράφω, να αγγίζω το μελάνι. Δεν μπορώ να πω ότι δεν αγαπώ να μιλώ και να γράφω. Έχω γράψει χιλιάδες χιλιάδων σελίδες. Αγαπώ πολύ τη γλώσσα μου την Ελληνίδα. Και μάλιστα την πολυτονική γλώσσα.
Η αγάπη στη γλώσσα είναι ιερή. Πιστεύω στη δύναμη της γλώσσας. Μπορεί να επηρεάζει, να κρίνει, να σχολιάζει, να νουθετεί θετικά και ωφέλιμα. Όσο ακόμη ζήσω, δεν θα πάψω να μιλώ και να γράφω. Όσο θα ’χω τα λογικά μου. Εμένα αυτή είναι η δουλειά μου. Μεροκαματιάρης του λόγου. Μην, παρακαλώ, παραποιείτε τη γλώσσα μας, μη τη νοθεύετε και μη τη λησμονάτε. Με τη γλώσσα δεν επικοινωνούμε απλά για να συνεννοηθούμε, αλλά ενώνουμε τις ψυχές μας. Χαίρομαι που μιλώ και γράφω. Συγχωρέστε με. Ευχαριστώ που με διαβάζετε και μου γράφετε. Η γλώσσα είναι σταυρός πολύτιμο φυλαχτό, βάλσαμο και αγιονέρι.
Τρεις μεγάλοι θεολόγοι κληρικοί του εικοστού αιώνος, ο σέρβος άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ο Ρουμάνος Δημήτριος Στανιλοάε και ο Ρωσοαμερικανός Γεώργιος Φλωρόφσκυ ήταν γνήσιοι φιλέλληνες και καλοί γνώστες της ελληνικής γλώσσας. Ο πρώτος έστελνε τους μαθητές του να μάθουν στην Ελλάδα ελληνικά, για να προχωρήσουν στη θεολογία. Ο τρίτος έλεγε πως οι έλληνες πατέρες με την ελληνική σκέψη τους πρόσφεραν πνευματικό πλούτο σε όλη την οικουμένη. Είναι κρίμα, αγαπητοί μου, να μην εκτιμάμε τον πλούτο της ωραιότατης και περιεκτικότατης ελληνίδας λαλιάς, των αρχαίων φιλοσόφων, των ελλήνων πατέρων, του Ευαγγελίου

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.