Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρασούτσας Ιωάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρασούτσας Ιωάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Η νοσταλγία

του Καρασούτσα Ιωάννη

Τις την ψυχήν μου θα ημερώση,
τις εις τον πόθον μου θέλει δώσει
πτερά ζεφύρου;
Τις εις τους τόπους θε να με φέρη
όπου ο Μέλης στιλπνός μαρμαίρει
ως πλαξ αργύρου;

Εκεί γλυκείαι πνέουσιν αύραι
και εις το κύμα δονούνται μαύραι
σκιαί πλατάνων,
εκεί ευώδης θάλλει μυρσίνη
και όλα είναι τέρψις, γαλήνη -
πλην των τυράννων'

ούτοι την φρίκην παντού ενσπείρουν
και της ωραίας φύσεως φθείρουν
την αρμονίαν
ούτοι μαραίνουν τα κάλλιστ' άνθη
και η πνοή των κατελυμάνθη
την Ιωνίαν.

Αλλ' αν τα κάλλη της λαίλαψ τύπτη,
υπό το βάρος της ανακύπτει
πλέον ωραία,
κ' εις την γλυκείαν μορφήν της έτι
το δουλικόν της πένθος προσθέτει
θέλγητρα νέα.

Ούτως εις ρόδον πίπτει βαρεία
η ολολύζουσα τρικυμία
με όμβρου σάλον,
πλην εις την τόσην ανεμοζάλην
υπερηφάνως εγείρει πάλιν
μέτωπον θάλλον.

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Ιωάννης Καρασούτσας (1824–1873) (βιογραφία)

Ο Ιωάννης Καρασούτσας (1824–1873) γεννήθηκε στη Σμύρνη, έζησε τα μαθητικά του χρόνια στην Ερμούπολη της Σύρου και σπούδασε στην Αθήνα.


Το 1839, μαθητής ακόμα, δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο Λύρα και ακολούθησε τον επόμενο χρόνο η δεύτερη με τίτλο Μούσα θηλάζουσα, αφιερωμένη στη βασίλισσα Αμαλία. Μέχρι το 1850, οπότε διορίστηκε καθηγητής της γαλλικής γλώσσας στο Ναύπλιο, δημοσίευε σχεδόν μια ποιητική συλλογή το χρόνο. Από τις συλλογές αυτές ξεχωρίζουν οι Εωθιναί μελωδίαι (1846) και η επιλογή από το προηγούμενο έργο του με τίτλο Απάνθισμα ποιητικόν (1849). Την περίοδο της διδασκαλίας του συνέγραψε μια γραμματική της γαλλικής, ένα λεξικό συνωνύμων της γαλλικής, μια γαλλική χρηστομάθεια και άλλα διδακτικά βιβλία.
Το 1852 μετατέθηκε στην Αθήνα. Η περίοδος της ποιητικής του ακμής ξεκίνησε γύρω στο 1855. Τότε ο Καρασούτσας πήρε μέρος σε ποιητικούς διαγωνισμούς και βραβεύτηκε τρεις φορές με τα έργα Μη ζωη μετ' αμουσίας (1855), Πολιτικαί και πατριωτικαί μελέται (1859) και Κλεονίκη (1867), ενώ το 1860 εξέδωσε τη συλλογή Η Βάρβιτος με κάποια από τα καλύτερα έργα του. Μετέφρασε την Παναγία των Παρισίων του Ουγκό (1867), την Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά της Χάριετ Μπίτσερ Στόου (1854 και β΄ μορφή το 1860), ένα απόσπασμα από τον λ. Βύρωνα, τη Λίμνη του Λαμαρτίνου και άλλα έργα. Ήταν φίλος του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή και του Ηλία Τανταλίδη.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε με πολλές στερήσεις (είχε προηγηθεί απόλυσή του από τη θέση του στην εκπαίδευση) και έντονα ψυχολογικά προβλήματα. Αυτοκτόνησε το Μάρτη του 1873 στην Αθήνα. Μετά το θάνατό του δημοσιεύτηκε το σύγγραμμά του Σύστημα ετυμολογικόν ή περί φύσεως των ονομάτων. Ο Καρασούτσας έγραψε σχεδόν αποκλειστικά στην καθαρεύουσα, με μοναδική εξαίρεση το ποίημα Φθινόπωρο. ΄Εντονη είναι στα γραπτά του η προσπάθεια υποστήριξης και διάδοσης των δημοκρατικών και ανθρωπιστικών ιδεωδών που κυριαρχούσαν την εποχή εκείνη στην Ευρώπη. Το έργο του συνδυάζει τη ρομαντική θεματολογία με την κλασικιστική αρχαϊστική γλωσσική έκφραση, η οποία στην περίπτωσή του Καρασούτσα διακρίνεται για την τρυφερότητα και την πλαστικότητά της.

ΕΡΓΑ

Ποίηση

  • Η Λύρα. Ερμούπολη, τυπ. Γεωργίου Πολυμέρη, 1837.
  • Μούσα θηλάζουσα. Ερμούπολη, τυπ. Γεωργίου Πολυμέρη 1841.
  • Εωθιναί μελωδίαι. 1846.
  • Ο μισοτύραννος ή μελέτη ποιητική περί τυραννίας. 1847.
  • Ποιητικόν απάνθισμα. 1849.
  • Βάρβιτος. 1860.
  • Ποιήσεις. Αθήνα, 1867.
  • Κλεονίκη. Αθήνα,1868.

Μεταφράσεις

  • Στόου Ι., Η καλύβη του μπαρμπα Θωμά· ή ο βίος των μαύρων εν Αμερική. Αθήνα, 1854 (και β΄ έκδοση 1860).
  • Ουγκώ Β., Η Παναγία των Παρισίων. Αθήνα, τυπ. Άγγελου Καναριώτου, 1867.
  • Ρακίνας, Εσθήρ.
  • Λαμαρτίνου, Η λίμνη. Αθήνα, 1874.

Μελέτες

  • Απάντησις εις τον ποιητήν Λαμαρτίνον. 1857.
  • Λεξικόν των συνωνύμων της γαλλικής γλώσσης. Αθήνα, τυπ. Ζ. Γρυπάρη και Α.Καναριώτου, 1865.
  • Χρηστομάθεια γαλλική. Αθήνα, τυπ. Φιλομούσου Λέσχης, 1865 (γ΄ έκδοση)
  • Γραμματική της γαλλικής γλώσσης. Αθήνα, τυπ.Α.Κορομηλά, 1877.
  • Συλλογή θεμάτων προς εφαρμογήν της γαλλικής γραμματικής. Αθήνα, τυπ. Θ. Παπαλεξανδρή και Ι. Βαρβαρρήγου, 1884.
 

Η νοσταλγία



Τις την ψυχήν μου θα ημερώση,
τις εις τον πόθον μου θέλει δώσει
πτερά ζεφύρου;
Τις εις τους τόπους θε να με φέρη
όπου ο Μέλης στιλπνός μαρμαίρει
ως πλαξ αργύρου;


Εκεί γλυκείαι πνέουσιν αύραι
και εις το κύμα δονούνται μαύραι
σκιαί πλατάνων,
εκεί ευώδης θάλλει μυρσίνη
και όλα είναι τέρψις, γαλήνη -
πλην των τυράννων'


ούτοι την φρίκην παντού ενσπείρουν
και της ωραίας φύσεως φθείρουν
την αρμονίαν
ούτοι μαραίνουν τα κάλλιστ' άνθη
και η πνοή των κατελυμάνθη
την Ιωνίαν.


Αλλ' αν τα κάλλη της λαίλαψ τύπτη,
υπό το βάρος της ανακύπτει
πλέον ωραία,
κ' εις την γλυκείαν μορφήν της έτι
το δουλικόν της πένθος προσθέτει
θέλγητρα νέα.


Ούτως εις ρόδον πίπτει βαρεία
η ολολύζουσα τρικυμία
με όμβρου σάλον,
πλην εις την τόσην ανεμοζάλην
υπερηφάνως εγείρει πάλιν
μέτωπον θάλλον.

Ωδή επιθανάτιος



Αν ούδ' η ώρα η ανθισμένη,
της ευτυχίας η εποχή,
ευτυχή σ' έκαμε, τι σε μένει;
Φευ! τι ελπίζεις πλέον, ψυχή;


Ελθέ πριν κύματ' αγριωμένα
φρίξουν και Νότος δυσαής,
αν καταβώμεν εις τον λιμένα
από το πέλαγος της ζωής.


Όποιον ήγγισες εις τα χείλη
καρπόν τι εύρες; μικράν σποδόν.
Ελπίδες, όνειρα, πόθοι, φίλοι,
ορφανήν σ' αφήσαν βαθμηδόν.


Τον κόσμον άφες αυτόν τον πλάνον,
ηδονών τέρας και οδυνών.
Ιδέ! των φαύλων και των τυράννων
έρμαιον είναι παντοτεινόν.


Αλλά γνωρίζω ποία ιδέα
αγρία ένδον σε τυραννεί,
ήτις επτόησεν και γενναία
στήθη επίσης και τ' ασθενή.


Τρέμεις μη αίφνης αύρα γλυκεία
εις το πτερόν σου δεν ευρεθή,
και η χρυσόνειρος φαντασία
χωρίς εξύπνισμα κοιμηθή.


Δικαίως τρέμεις, ψυχή δειλαία!
Φευ! του θανάτου ειν' η δεινή
η αγωνία μόνον βεβαία,
τ' άλλα αβέβαια κ' αφανή.


Αλλ' όστις μέλλει να αποθάνη
μήποτε έζη, ψυχή, αυτός;
Εάν δεν έζη λοιπόν τι χάνει;
μάταιος φόβος και περιττός!


Ήδη τον θάνατον ήδη βλέπει
εγγύς, με τόλμην τον θεωρεί'
και δεν ηξεύρει πλέον αν πρέπει
ή να θρηνήση ή να χαρή.


Αλλ' εν ή δύο πλέον ως νέφη
μακρυνά όνειρα και εικών
γλυκεία' φεύγει κ' εις αυτά στρέφει
το βλέμμα έτι έρωτικόν.


Ούτως ο ήλιος περί την δύσιν,
εις τας ημέρας τας θερινάς,
την τερπνοτάτην εκλείπων φύσιν
και τας γλυκείας της καλλονάς,


εκτενές βλέμμα την ακοντίζει,
άκων και μόλις αποχωρεί'
εις τον ορίζοντα τριγυρίζει,
κ' έτι και έτι την θεωρεί.


Και δύων τέλος, μ' Έρωτ' αφίνει
το γλαυκόν χάος περιφλεγές,
κ' η τελευταία ακτίς του σβύνει
είς το γλυκύτατον λυκαυγές!

Συμβουλή



Ποτέ σου εις τον μάταιον αυτόν και πλάνον βίον,
εις πρόσωπον αληθινόν αγάπην να μη βάλης.
Θα ευρέθης Ίξίων
φρούδην σκιάν ενστερνισθείς εντός κενής αγκάλης.
Αυταί αι χαριτόπλαστοι μορφαί που σε μαγεύουν
κ' ερωτικά σε νεύουν,
φάσματα είναι και αυταί και τα τερπνά των δώρα.
Εις το μηδέν ενδέχεται να σβύσουν τώρα τώρα.
Εν μόνον κρύον μνήμα
θέλει σου μείνει κτήμα,
να θρηνωδής, να τήκεσαι, χωρίς εις τον αιώνα
φωνή τις ν' ανταποκριθή εις τόσην αλγηδόνα.
Εντρύφησον εις τα τερπνά όσα χαρίζ' η φύσις,
εις την κρυφήν παγίδα
προσέχων την ασπαίρουσαν καρδίαν μη αφήσης.
Αυτά σοι παραινώ εξ ων εγνώρισα και είδα.

Εις την ψευδή πολιτικήν


Ω δυσμορφότερον Χιμαίρας,
απατηλόν, ποικίλον τέρας,
ήμισυ δράκων και παρθένος,
Σφιγξ ολέθρια, κακών Μούσα,
αινίγματα θεσπιωδούσα
πικρά εις των θνητών το γένος'


πολιτικήν σε ονομάζει
ο κόσμος όστις εκθειάζει
μ' εύφημον στόμα τους τυράννους,
σε ήτις πόλεις ανατρέπεις,
κ' εις ερημίαν τάφων δρέπεις
τους λαμπροτέρους σου στεφάνους.


Ω τυραννίς κακουργοτάτη,
το όπλον σου είν' η απάτη
όπου δεν εξαρκεί η βία
καθώς η γραυς του Αρχιλόχου
δια χειρός κρατείς ενόχου
ύδωρ και πυρ νεκρά στοιχεία!

Το φθινόπωρον



Tο βουρκωμένο σύννεφο τον ουρανό μαυρίζει.
Ψιλή ψιλή αρχίνησε βροχή να ψιχαλίζη'
είναι η φύσις που θρηνεί,
τα δάκρυά της είν' αυτά οπού πυκνοσταλάζουν,
τα σύννεφα οπού βογγούν και βαρειαναιστενάζουν'
είν' η θλιμμένη της φωνή.

Eίναι πουρνό' τι καταιχνιά λευκή σαν Nαϊάδα!
Δεν βλέπεις μήτε το βουνό, μήτε την πεδιάδα.
Tου χρόνου τα γεράματα!
Για δες τον ήλιο' έκρυψε τα χρύσινα μαλλιά του,
χλωμό φεγγάρι έγινε, κ' είν' όλο η θωριά του
παράπονο και κλάματα!

Nα! βράχηκε και το ξερό της ερημιάς ποτάμι.
Aκούς τι κρότο το νερό μέσ' στα χαλίκια κάμει;
Bλέπεις τον άσπρο τον αφρό;
Στες λυγαριές ανάμεσα ήταν πουλιά κρυμμένα'
Tον κρότο καθώς άκουσαν, εφύγαν τρομαγμένα
μ' ένα πέταγμ' αλαφρό.

Ψυχή δεν βλέπεις' έρημος ο τόπος κ' αφειμένος.
O γέρος μόνος χωρικός πηγαίνει φορτωμένος
με τα κομμένα ξύλα του.
K' εγώ μονάχος κάθομαι στην ρίζα του πλατάνου,
κ' ακούγω την πυκνή βροχή οπού χτυπά επάνου
στα μαραμμένα φύλλα του.

Δεκαοχτώ φθινόπωρα ως τώρα μόλις είδα'
αλλ' αν και τόσο ενωρίς γυρίσω, παρ' ελπίδα,
στην γην οπού μ' εγέννησε,
ας θάψουν χέρια φιλικά το άψυχο κορμί μου
κοντά στη ρίζα της ιτιάς που τόσες στην ζωή μου
φορές μ' εφιλοξένησε.

Tους κλώνους της τους λιγυρούς ο ζέφυρος να κλίνη,
και ίσκιο μελαγχολικό στον τάφον μου να χύνη
την ώρα του καλοκαιριού.
Kαι πάλιν, όταν ο καιρός αρχίζη να κρυώνη,
να πίπτη εις το μάρμαρο η χάλαζα, το χιόνι
και η βροχή του Γεναριού.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.