Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδίτης Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειβαδίτης Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

Σὲ περιμένω παντοῦ / Λειβαδίτης Τάσος

 


Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία, πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τὰ μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα,
ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο… ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!

Σάββατο 6 Μαΐου 2023

Ἔρημος σταθμὸς / Τάσος Λειβαδίτης


……Μόλις πέθανα, βγῆκα ἀπ᾿ τὸ μεγάλο καθρέφτη τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ, τὸ σούρουπο εἶχε μιὰ παράφορη οἰκειότητα, ἡ Τερέζα ἔλεγε τὸ παλιὸ τραγοῦδι τῶν ἀλλοπαρμένων σταθμῶν ποὺ ἀκολούθουσαν τὰ τρένα, κι ἐγὼ δὲν εἶχα ποῦ νὰ πάω κι ἀποκοιμήθηκα στὰ χέρια τῶν τυφλῶν, ποὺ ἐντούτοις ἀναβαν τὴ λάμπα,
……ἦταν σκοτεινὴ ἐποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλὰ πάνω στὶς γέφυρες, τραυματιοφορεῖς τρέχανε καὶ πάνω στὰ φορεῖα κείτονταν μεγάλοι στεναγμοὶ ἀπὸ παλιὲς ἐξεγέρσεις,
……ὅταν τέλος ἔφτασα στὸ σταθμό, εἶχαν ὅλοι φύγει, ἤμουν τόσο φοβισμένος ποὺ ἂν μ᾿ ἄγγιζες θὰ ράγιζα, ἀφήνοντας νὰ φάνει ὁ θεός, στὸ ἀπάνω πάτωμα ἔμεναν οἱ Φ. κι ἐμεῖς ἔπρεπε νὰ κάνουμε ἡσυχία, γιατί ἡ μεγάλη κυρία εἶχε πυρετὸ κι ἡ μητέρα ποὺ τὴν ὑπηρετοῦσε εἶχε μάθει νὰ πετάει, γιὰ νὰ μὴν τῆς λερώνει τὸ χαλί,
……φέρανε, μάλιστα, καὶ τὸν ἐπιστάτη νὰ καταθέσει, ἀλλὰ δὲν εἴχανε καμιὰ ἀπόδειξη, γιατί τὸ παλιὸ σχολικὸ κουδοῦνι ἦταν πιὸ μακριὰ κι ἀπ᾿ τοὺς νεκροὺς κι ὁ ἅμαξας τῶν παιδικῶν καιρῶν ἔξω ἀπ᾿ τὴν πόρτα μάταια χτυποῦσε ἀπελπισμένα τὰ τέσσερα μαρμαρωμένα ἄλογα.

Τάσος Λειβαδίτης, Ἔρημος σταθμός, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Διασπορά, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 15

Σὲ μιὰ γυναῖκα / Τάσος Λειβαδίτης


Θυμᾶσαι τὶς νύχτες; Γιὰ νὰ σὲ κάνω νὰ γελάσεις περπατοῦσα πάνω
……στὸ γυαλὶ τῆς λάμπας.
«Πῶς γίνεται αὐτό;» ρώταγες. Μὰ ἦταν τόσο ἁπλὸ
ἀφοῦ μ᾿ ἀγαποῦσες

Τάσος Λειβαδίτης, Σὲ μιὰ γυναῖκα, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ἀνακάλυψη, ἑνότητα, Σημειώσεις, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 331

Χωρὶς ἐπάγγελμα / Τάσος Λειβαδίτης

 



……Βράδιαζε καὶ χτυποῦσαν ἀκόμα τὰ σφυριὰ στήνοντας τὸ ἰκρίωμα, δὲν εἶχαν ἀκούσει τὴ μεγάλη εἴδηση τοῦ αἵματος, δὲν ξέρανε πὼς εἶχα δραπετεύσει κι ἔγλειφα κιόλας τὴ χυμένη ζάχαρη στὸ πάτωμα, μὴν τρίξουν τὰ βήματα τῆς παραδουλεύτρας καὶ τὴ διώξουν.
……Ὅμως ἔπρεπε κι ἐγὼ νὰ ζήσω, νὰ κάνω ἕνα ἐπάγγελμα, πῆγα στοὺς ἀργυραμοιβοὺς καὶ μ᾿ ἔδιωξαν, γιατί κατέβαιναν τὰ πουλιὰ καὶ τρώγαν τὸ χρυσάφι μέσα στὰ χέρια μου, κάθισα στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ καὶ μοῦ ᾿ριξαν τὶς τρῦπες τῶν ματιῶν τοὺς μὲς στὸ καπέλο μου.
……Ὅλα τέλειωσαν στὸ νεκροταφεῖο, μὲ μιὰ σιγανὴ βροχή, μὲ λίγο φτηνὸ κονιὰκ στὰ ἐρειπωμένα μικρομάγαζα, ποὺ αὔριο θὰ ἔχουν κι ἐκεῖνα τὴ θέση τους στὸ ὑπερπέραν.
……Θυμᾶμαι τὴ νύχτα ποὺ παρίστανα τὴν κοῦκλα στὸ φτωχὸ μοδιστράδικο κι οἱ καρφίτσες ποὺ μοῦ κάρφωσαν, ὅταν πεθάνω, θὰ ᾿ναὶ τὰ σημάδια γιὰ νὰ μὲ ξαναβρίσκουν.
……Ἀπὸ τότε μου ᾿μεῖνε αὐτὸς ὁ ἀνεμοστρόβιλος τοῦ σκύλου ποὺ τρελαίνεται. Ὅταν τὸν βροῦν νεκρό, ἔξω ἀπ᾿ τὴν πόλη, ἔχει λίγο ἀφρὸ στὸ στόμα καὶ τὸ μαχαῖρι μιᾶς ἀνείπωτης εἰκόνας στὰ μάτια,
……ὅπως οἱ ἥρωες.

Τάσος Λειβαδίτης, Χωρὶς ἐπάγγελμα, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Διασπορά, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 24

Μυστικὴ πύλη / Τάσος Λειβαδίτης


……Φτεροῦγες σάλευαν κάτω ἀπ᾿ τὰ ἔπιπλα, καὶ στὸ βάθος ὁ σκοτεινὸς καθρέφτης ἔκανε τὰ παιδιὰ ν᾿ ἀρρωσταίνουν συχνά, γιατί δὲν ἤθελαν νὰ μεγαλώσουν,
……ἡ μητέρα ἔκλαιγε καὶ μὲ παρακαλοῦσε νὰ κατέβω, μὰ ἐμένα ἦταν ἡ μοῖρα μου νὰ περπατάω στὸ ταβάνι, μιὰ μάχη δική μου, μητέρα, ὅπου πάντα ὁ νεκρὸς ἤμουν ἐγώ.
……Γι᾿ αὐτὸ ἤξερα καὶ τῶν οὐρανῶν τὴ μυστικὴ ὑπόγεια πύλη.

Τάσος Λειβαδίτης, Μυστικὴ πύλη, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Διασπορά, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 21

Γυμνὰ χέρια / Λειβαδίτης Τάσος


……Κανεὶς δὲ θὰ μάθει ποτὲ μὲ πόσες ἀγρυπνίες συντήρησα τὴ ζωή μου, γιατί ἔπρεπε νὰ προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμὴ ἀπ᾿ τὴν καταχθόνια δύναμη, ποὺ κρατοῦσε αὐτὴν τὴν ἀδιατάρακτη τάξη, φυσικά, ὅπως ἤμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες μὲ κούραζαν, προτιμοῦσα, λοιπόν, πλαγιασμένος νὰ βλέπω κρυμμένο τὸ μυστικὸ ποὺ φθείρουμε ζώντας, καὶ πῶς θὰ ἐπιστρέψουμε μὲ ἄδεια χέρια
……καὶ συχνὰ ἀναρωτιόμουν, πόσοι νὰ ὑπάρχουν, ἀλήθεια, στὸ σπίτι, καμιὰ φορᾷ, μάλιστα, μετροῦσα τὰ γάντια τους γιὰ νὰ τὸ ἐξακριβώσω, μὰ ἤξερα πὼς ἦταν κι οἱ ἄλλοι, ποὺ πονοῦσαν μὲ γυμνὰ χέρια, ἄλλοτε πάλι ἔρχονταν ξένοι ποὺ δὲν ξανάφευγαν, κι ἂς μὴν τοὺς ἔβλεπα, ἔβλεπα, ὅμως, τοὺς ἁμαξάδες τους ποὺ γερνοῦσαν καὶ πέθαιναν ἔξω στὸ δρόμο,
……ὥσπου βράδιαζε σιγὰ σιγά, κι ἀκουγόταν ἡ ἅρπα, ποὺ ἴσως, βέβαια, καὶ νὰ μὴν ἦταν ἅρπα, ἀλλὰ ἡ ἀθάνατη αὐτὴ θλίψη ποὺ συνοδεύει τοὺς θνητούς.

Τάσος Λειβαδίτης, Γυμνὰ χέρια, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Ἀπ᾿ τὸ ἡμερολόγιο ἑνὸς ὑπηρέτη, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 80

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

«Βιολί για μονόχειρα»: Ποιητική Συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη που το 1977 έλαβε το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. (Εκδόσεις Κέδρος)



Ακόμα κι η ζωή μου αποχτά σημασία
όταν τη διηγούμαι σε κάποιον...

ΣΤ΄

Το πρωί, λοιπόν, της αξιομνημόνευτης εκείνης μέρας - αλλά προς τι να γίνομαι τόσο σαφής, αφού αρχίζουμε πάντα εκεί που κάτι έχει για πάντα τελειώσει, κι εγώ ονειρεύτηκα να ‘μαι ένα πρόσωπο μυθιστορηματικό, κι ας γελάνε μαζί μου, κι έπειτα κάθονται κι απορούνε με πόση ευκολία μαθαίνεις ένα όργανο, δεν ξέρουν πόσα χρόνια άναβες με οικονομία το φως, κι αργότερα δεν θα ‘χει πια καμιά σημασία το θύμα - ο δολοφόνος σκοτώνει πάντα κάτι άλλο, - πόσα πράγματα μισοτελειωμένα : ένας δρόμος που τρόμαξες και γύρισες βιαστικά, μια παιδική προσευχή που την έκοψε το τραίνο στη μέση, κι όλο ν' ανοίγουν την πόρτα απρόοπτα - έτσι δεν μπόρεσα ν' αποτελειώσω καμιά ηλικία,
ύστερα μ' έσυραν στη μέση της κάμαρας και με όρκισαν να τους αγαπώ, πράγμα που έβλαψε την υπόθεσή μου - γιατί τώρα έπρεπε κάθε νύχτα να ξεπερνάω τα όρια, όπως ένας νεκρός τον εαυτό του ή σαν ένα παιδί που το αθώωσαν για να μην έχει τίποτα δικό του,
κι ω έρημοι δρόμοι, που μπορείς όλα να τους τα πεις, χωρίς να τ' ακούσουν - ταπεινώσεις, με την ανεξιχνίαστη ηδονή, σαν να ‘δωσες επιτέλους μόνο σου την απάντηση -
τότε ήταν που μου ‘πεσε και το γράμμα, σκύψαμε κι οι δυο - αλλά η μητέρα στεκόταν ήσυχη στην πόρτα, παχύσαρκη σαν τη Βίβλο (και σκέφτομαι πως ήταν χωρίς λόγο που παντρεύτηκε, αφού με είχε από πάντα δικό της, σαν την ευγνωμοσύνη ενός κηπουρού, ή σαν τη φλόγα του κεριού που τρέμει, μην ξέροντας τι να διαλέξει),
- ας αφήσουμε, λοιπόν, το καθετί να παίζει το μοιραίο του ρόλο, βέβαιοι για το άγνωστο της έκβασης, σαν τον τυφλό στο σπίτι που γερνάει χωρίς να το βλέπει ή σαν τις μικρές βασιλείες στα καπηλειά που τελειώνουν στην πόρτα -
κι όταν μεσάνυχτα ήρθε κι ο άλλος, κρατούσε ακόμα στο χέρι το παλιό καπέλο, από αυτά που βρίσκει κανείς πρόχειρα μες στην ανωνυμία, «κρύψε με, μου λέει, με κυνηγούν»,
αλλά ποιος να τα ‘χει μ’ ένα τόσο τιποτένιο πρόσωπο, ή ποιος να σε βοηθήσει σε μια τόσο συνηθισμένη υπόθεση -
και πεθαίνουμε, τέλος, άγνωστοι στην πιο σκοτεινή γωνιά του ποιήματος. 



Ακούτε ένα απόσπασμα: 

Εγχειρίδιο ευθανασίας: Ποιητική Συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη που έλαβε το Α΄Κρατικό βραβείο Ποίησης το 1980.


(Εκδόσεις Κέδρος) (Απόσπασμα)

Απόδραση
Πολλοί
αναρωτιούνται γιατί ήμουν κάποτε αλλιώς.
Άλλοι
αναζητάν να βρουν γιατί είμαι έτσι σήμερα.
Ποιός
είμαι ή ποιός ήμουν;
Αναζητήσεις
δίχως σημασία.
Το
κέρδος είναι ότι τους ξέφευγα διαρκώς.






Bιβλίο ασκήσεων
Την
πρώτη φορά που ενέδωσα,
σκέφτηκα
ύστερα απελπισμένος να
πάω να πνιγώ.
Τη
δεύτερη φορά μου αρκούσε
να
κοιτάω απλώς τη θάλασσα.
Τώρα
σιχαίνομαι ακόμα και το νερό.


Εκτός βολής
Και
κάθε φορά που με ταπεινώνουν,
νιώθω
μιαν ανείπωτη αγαλλίαση που τους ξεγέλασα
-γιατί
εγώ είμαι καλά προφυλαγμένος στο πατρικό σπίτι,
πίσω
απ’ τον κομό,
εκεί που κρυβόμαστε για να κλάψουμε
χωρίς
ποτέ να μάθουμε γιατί κλαίμε.


Φιλίες
Ας μη
δεσμευτούμε, λοιπόν, μ’ επιστολές
- η
απόσταση μας χαρίζει ένα καινούργιο πρόσωπο.
Κι
ίσως όταν ξαναϊδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου
ο
ένας τον άλλον.
Έτσι,
που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε.


Η λάμπα
Κάθε
φορά που αρχίζω να μιλώ,
ξέρω
πως τίποτα δε θα πω:
τα
λόγια θα με προδώσουν,
ο χρόνος θα προσπεράσει,
οι
άλλοι θα σταθούν αδιάφοροι έξω απ’ το σπίτι.
Ώσπου
τέλος, δε θα ‘μια παρά κάποιος
που κρατώντας μια λάμπα,
πήγαινε
από κάμαρα σε κάμαρα
φωτίζοντας
τη λήθη.


Οδοιπορικό
Κι όταν
αργότερα ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο,
εγώ δεν
είχα που να πάω – εκεί, λοιπόν, που βάδιζα
συναντάω
κάποιον, “άκου να σου πω ένα παραμύθι” του λέω,
κι όταν
τελείωσα “ξέρω κι εγώ ένα” μου λέει.
Κι άρχισε
κι εκείνος.
και μόνο,
καμιά φορά, πολύ σπάνια,
ερχόταν
από μακριά η μελαγχολία της πραγματικής ζωής.


Ύπνος
Καμιά
φορά τη νύχτα ξυπνάς, άξαφνα και κάθεσαι στην άκρη του κρεβατιού,
ανυπεράσπιστοι
όπως πάντα όταν ξυπνάμε,
δεν έχεις
επιθυμίες, ούτε συνέχεια,
είσαι
ένας ξένος σ’ ένα ξένο σπίτι – ησυχία
κι οι ιστορίες που έζησες σχεδόν φανταστικές,
ενώ σ’
εκείνο που αρνήθηκες, ίσως εκεί βρισκότανε το σύνορο,
που κάθε
βράδυ το διαβαίνουμε στον ύπνο…


Διαδρομή
Έτσι
κι όταν σε διώχνουν,
η
πραγματικότητα γίνεται απίστευτα μακρινή
σα φανταστική,
κι ούτε
θυμάσαι καν πως κατέβηκες τη σκάλα,
πως πέρασες
το δρόμο,
πως έφτασες
ως εδώ –
όπως όταν
σε οδηγεί, καμιά φορά,
μια αβάσταχτη μουσική από το χέρι.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

«Βιολί για μονόχειρα»: Ποιητική Συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη που το 1977 έλαβε το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. (Εκδόσεις Κέδρος)

Ακόμα κι η ζωή μου αποχτά σημασία
όταν τη διηγούμαι σε κάποιον...

ΣΤ΄

Το πρωί, λοιπόν, της αξιομνημόνευτης εκείνης μέρας - αλλά προς τι να γίνομαι τόσο σαφής, αφού αρχίζουμε πάντα εκεί που κάτι έχει για πάντα τελειώσει, κι εγώ ονειρεύτηκα να ‘μαι ένα πρόσωπο μυθιστορηματικό, κι ας γελάνε μαζί μου, κι έπειτα κάθονται κι απορούνε με πόση ευκολία μαθαίνεις ένα όργανο, δεν ξέρουν πόσα χρόνια άναβες με οικονομία το φως, κι αργότερα δεν θα ‘χει πια καμιά σημασία το θύμα - ο δολοφόνος σκοτώνει πάντα κάτι άλλο, - πόσα πράγματα μισοτελειωμένα : ένας δρόμος που τρόμαξες και γύρισες βιαστικά, μια παιδική προσευχή που την έκοψε το τραίνο στη μέση, κι όλο ν' ανοίγουν την πόρτα απρόοπτα - έτσι δεν μπόρεσα ν' αποτελειώσω καμιά ηλικία,
ύστερα μ' έσυραν στη μέση της κάμαρας και με όρκισαν να τους αγαπώ, πράγμα που έβλαψε την υπόθεσή μου - γιατί τώρα έπρεπε κάθε νύχτα να ξεπερνάω τα όρια, όπως ένας νεκρός τον εαυτό του ή σαν ένα παιδί που το αθώωσαν για να μην έχει τίποτα δικό του,
κι ω έρημοι δρόμοι, που μπορείς όλα να τους τα πεις, χωρίς να τ' ακούσουν - ταπεινώσεις, με την ανεξιχνίαστη ηδονή, σαν να ‘δωσες επιτέλους μόνο σου την απάντηση -
τότε ήταν που μου ‘πεσε και το γράμμα, σκύψαμε κι οι δυο - αλλά η μητέρα στεκόταν ήσυχη στην πόρτα, παχύσαρκη σαν τη Βίβλο (και σκέφτομαι πως ήταν χωρίς λόγο που παντρεύτηκε, αφού με είχε από πάντα δικό της, σαν την ευγνωμοσύνη ενός κηπουρού, ή σαν τη φλόγα του κεριού που τρέμει, μην ξέροντας τι να διαλέξει),
- ας αφήσουμε, λοιπόν, το καθετί να παίζει το μοιραίο του ρόλο, βέβαιοι για το άγνωστο της έκβασης, σαν τον τυφλό στο σπίτι που γερνάει χωρίς να το βλέπει ή σαν τις μικρές βασιλείες στα καπηλειά που τελειώνουν στην πόρτα -
κι όταν μεσάνυχτα ήρθε κι ο άλλος, κρατούσε ακόμα στο χέρι το παλιό καπέλο, από αυτά που βρίσκει κανείς πρόχειρα μες στην ανωνυμία, «κρύψε με, μου λέει, με κυνηγούν»,
αλλά ποιος να τα ‘χει μ’ ένα τόσο τιποτένιο πρόσωπο, ή ποιος να σε βοηθήσει σε μια τόσο συνηθισμένη υπόθεση -
και πεθαίνουμε, τέλος, άγνωστοι στην πιο σκοτεινή γωνιά του ποιήματος. 




Ακούτε ένα απόσπασμα: 

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Καντάτα / Τάσος Λειβαδίτης

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ

16. Και την πρώτη νύχτα μπήκε μες στο κελί ένας άνθρωπος που ‘χε χάσει το πρόσωπο του, κι ακούμπησε το φανάρι που κρατούσε κάτω στο πάτωμα.
17. Κι ο ίσκιος του μεγάλωσε πάνω στον τοίχο.
18. Και τον ερώτησε: πού έχεις κρυμμένα τα όπλα;
19. Κι εκείνος, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν’ απαντήσει,
20. έβαλε το χέρι πάνω στην καρδιά του.
21. Και τότε τον χτύπησε. Ύστερα μπήκε άλλος άνθρωπος που ‘χε χάσει το πρόσωπό     του και τον χτύπησε κι αυτός.
22. Κι οι άνθρωποι που ‘χαν χάσει το πρόσωπό τους, ήσαν πολλοί.
23. Και ξημέρωσε. Και βράδιασε.
24. Ημέρες σαράντα.
25. Κι ήρθαν στιγμές που φοβήθηκε πως θα χάσει το λογικό του.
26. Και τον έσωσε μια μικρή αράχνη στη γωνιά, που την έβλεπε
      ακούραστη κι υπομονετική να υφαίνει τον ιστό της.
27. Και κάθε μέρα τής τον χάλαγαν με τις μπότες τους μπαίνοντας.
28. Κι εκείνη τον ξανάρχιζε κάθε μέρα. Και της τον χάλαγαν πάλι. Και τ’ άρχιζε ξανά.
29. Εις τους αιώνας των αιώνων.

Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Σελήνη 20 ημερών (απόσπασμα)



Γεγονότα και πρόσωπα της πιο ωραίας μου ζωής, της φανταστικής,
που δεν την έζησα ποτέ και θα την κληροδοτήσω ανέπαφη στους μεταγενέστερους.
Και συχνά σχεδίασα ταξίδια στο άγνωστο - θέλω να πω καλύτερα να μη ρωτάει κανείς
γιατί ώσπου να γυρίσω εκείνο το βράδυ απ' το συμβολαιογραφείο του θείου Ιάκωβου
είχαν όλοι πεθάνει -
από τότε περιπλανιέμαι στην τύχη ή αργοπορώ στα δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων
όπου στενάζει το ανεκπλήρωτο των εραστών, απομεινάρια μοναξιάς κάτω απ' τα έπιπλα, σκιές από φτωχές αμαρτίες.
Και συνήθως τα πράγματα που κράτησες στα χέρια σου
χάνονταν μυστηριωδώς: σα να 'σουν κάπου άλλου την ώρα που τα χρησιμοποιούσες.
Ισως γι' αυτό κι οι αποτυχίες σου δε σε πλήγωσαν ποτέ, αφού βέβαια την ώρα που αποτύχαινες
εσύ δεν ήσουν εδώ. Πού ήσουν λοιπόν;
Και γιατί γύρισες;
Στο δρόμο, κάτω απ' τη βροχή, εκείνος ο άγνωστος στεκόταν χρόνια τώρα
ακουμπισμένος στο φανοστάτη. Ποιος άγνωστος! Κι οι φλόγες των κεριών τα βράδια
που τις σαλεύει μια πνοή από κάποια πανάρχαιη συγνώμη - ποιόν συγχωρεί;
Εγώ, όσο μπορώ να θυμηθώ, στεκόμουν στη μικρή γέφυρα του πατρικού κήπου
σε κάποια γέφυρα τέλος πάντων - κι ένιωθα σα να μ' έχουν μυστικά ετοιμάσει
να υποδεχτώ τη μητέρα
τη μέρα που θα με γεννούσε.
Ετσι κι οι εραστές μέσα στην κάμαρα απλώνουν τα χέρια ο ένας
στον άλλον ενώ εκείνοι στέκονται έξω, μόνοι.
Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θ' αλλάξει ο κόσμος, γιατί όπως όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα - βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα (κι αλήθεια κάποτε παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για ν' ανεβάσουμε εν' άρρωστο πουλί στο δέντρο)
και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους που άργησαν
ή ονειρευόμουν να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος από προσωπικές ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι
νεκροί έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.
Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ' αυτές που διασχίζουν τον ύπνο μου
και δραπετεύω. Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του
άλλου αιώνα
να νοσταλγώ τον Θεό.


Συλλογή "Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα", εκδόσεις Κέδρος 1987

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Τάσος Λειβαδίτης (βιογραφία)

Ο Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης (20 Απριλίου 1922 -30 Οκτωβρίου 1988) ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής.

Βίος

Γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922. Σπούδασε νομικά, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και μετά στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το δικαστήριο τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.

«Γι’ αυτό σου λέω.
Μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο.
Μην ξυπνάς: Θα μετανιώσεις.»Σ

το ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954. Αδερφός του ήταν ο ηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης και ανηψιός του ο ηθοποιός Θάνος Λειβαδίτης.

Σημειώσεις

Στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη μελοποιήθηκαν από το Μίκη Θεοδωράκη (Δραπετσώνα, Τα Λυρικά) και απο το Γιώργο Τσαγκάρη στο δίσκο «Φυσάει», το 1993, με ερμηνευτή το Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τη συμμετοχή του ηθοποιού Γιώργου Μιχαλακόπουλου. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, Σερβικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγαρικά, Κινέζικα και Αγγλικά. Έγραψε ακόμη με τον Κώστα Κοτζιά τα σενάρια των ελληνικών ταινιών «Ο θρίαμβος» και «Η συνοικία το όνειρο» .

Ο Τάσος Λειβαδίτης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας της Βαρσοβίας για τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Πήρε ακόμη το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων για τη «Συμφωνία αρ. 1», το δεύτερο κρατικό βραβείο ποίησης για το «Βιολί για μονόχειρα» και το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή «Εγχειρίδιο ευθανασίας».

Έγραψε επίσης κι ένα μικρό τόμο με τίτλο: «Έλληνες ποιητές», ο οποίος αναφέρεται στις συλλογές που εκδόθηκαν την περίοδο 1978-1981, και αποτελεί μια απογραφή 74 ποιητικών συλλογών.

Όπως σημειώνει ο Τίτος Πατρίκιος, φίλος και συνεργάτης του Λειβαδίτη, ήταν τόσο αφοσιωμένος στην ποίηση ώστε όσα ποιήματα του έστελναν «τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε». Και παρακάτω: «άσκησε την κριτική με διεισδυτική ευαισθησία, με στοχασμό που δεν κατέληγε σε κάποια κανονιστικότητα, με άνοιγμα σε όλους τους τρόπους της ποίησης και αγάπη για όλους τους ποιητές, χωρίς εύνοιες και πατερναλισμούς».

Έργα

Μάχη στην άκρη της νύχτας, 1952.
Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας, 1952.
Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, 1953.
Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, 1956.
Συμφωνία αρ. 1, 1957.
Οι γυναίκες με τ' αλογίσια μάτια, 1958.
Καντάτα, 1960.
25η ραψωδία της Οδύσσειας, 1963.
Οι τελευταίοι, 1966.
Νυχτερινός επισκέπτης, 1972.
Σκοτεινή πράξη, 1974.
Οι τρεις, 1975.
Ο διάβολος με το κηροπήγιο, 1975.
Βιολί για μονόχειρα, 1977.
Ανακάλυψη, 1978.
Ποιήματα (1958-1963), 1978.
Εγχειρίδιο ευθανασίας, 1979.
Ο τυφλός με το λύχνο, 1983.
Βιολέτες για μια εποχή, 1985.
Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, 1987.
Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, 1990 (Εκδόθηκε μετά το θάνατο του ποιητή).

το μοιρολόι

Σε ποιον να πω το ντέρτι μου
Το ντέρτι της καρδιάς μου
Να σας το πω ψηλά βουνά
Φυσάει βοριάς το παίρνει
Να σας το πω χαμόκλαρα
Φυσάει νοτιά το παίρνει

Έγειραν τα δενδρόφυλλα
Κι ακούμπησαν στο χιόνι
Σε μελετάν τα χείλη μου
Μέσα η καρδιά μου λειώνει

Τα μοιρολόγια τά ’σωσα
Τα δάκρυα μου στερέψαν
Θα πάρω δάκρυα δανεικά
Και μοιρολόγια ξένα
Τα μοιρολόγια απ’ τ’ ορφανά
Τα δάκρυα απ’ τις χήρες

Χαθήκανε τόσο νωρίς

Χαθήκανε τόσο νωρίς
μικραδέρφια της βροχής
επτά φορές κι αν σκοτωθούν
δεκαεφτά θ' αναστηθούν.

Γενιά μου δάκρυ και καημός
εμπρός σημαία και Χριστός
τροφή στη λησμονιά
το αίμα σας, καλά παιδιά,
και τώρα και ξανά.

Χαμένη γενιά τραγουδάς.
Χαμένη γενιά πού με πας;

ΚΑΝΤΑΤΑ (απόσπασμα)....ΕΡΩΤΑΣ (απόσπασμα).....ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ (απόσπασμα)



ΚΑΝΤΑΤΑ (απόσπασμα).


Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,

ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια», πήρε

μια γυναίκα,

μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο, αντί να γδυθεί και να

επαναλάβει την αιώνια κίνηση,

γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει

να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,

«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα», οι άλλοι επ’ έξω

δόστου χτυπήματα στην πόρτα. Με τα πολλά

άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές – ακούς εκεί

διαστροφή

να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.

Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.

Κανείς δεν τον ξανάδε πια.

Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θαρθεί η αναπότρεπτη ώρα

μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,

πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθειά, την πιο

μεγάλη ερωτική πράξη

μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.


================================================


ΕΡΩΤΑΣ (απόσπασμα)

Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν απ’ τον εαυτό τους,

δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε

σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι,

βγάλανε μια κραυγή,

σαν ναυαγοί, που, λίγο πριν ξεψυχήσουν, θαρρούν πως βλέπουν φώτα,

κάπου μακριά.

Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους σα δυο μεγάλα ψαροκόκκαλα

ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού.
=============================================


ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ (απόσπασμα)

1. Σελίδες από μια χαμένη επανάσταση που στα περιθώρια γράψαμε

κι εμείς τη ζωή μας

2. κι εσείς νεκροί μου σύντροφοι, καμιά φορά βαδίζω μαζί σας και το

Παλτό μου ανοίγει σαν φτερούγα,

ύστερα ακουμπάω κάπου κι ονειροπολώ ή μοιράζω την αστροφεγγιά

στους άτυχους αυτού του κόσμου.

3. Ήταν τις μέρες που ανακαίνιζαν το άσυλο. Οι ελαιοχρωματιστές

Μου φέρονταν καλά, μας κουβεντιάζανε, μας έδιναν τσιγάρα,

εγώ τους έδειχνα πώς να βγάζουν έξω το χρυσάφι – τσιμουδιά,

αλλά στο άσυλο είχαμε πολύ.

Τα τσιγάρα βέβαια δεν τα κάπνιζα, τα φύλαγα για τους συντρόφους

μου –όλους νεκρούς, απ’ την Καντόνα ως το Γουαδαλκιβίρ…

4. Τελικά δεν είμαι παρά ένας σύντροφος τρελός από καλύτερες μέρες.

5. ω γενιά μου χαμένη –πήραμε μεγάλους δρόμους, μείναμε στη μέση.

6. Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά

απ’ αυτό το πάθος για κάτι πιο μακρινό.

7. …Αλλά δε θα ξεχάσω ποτέ μια νύχτα σ’ εκείνη

τη μεγάλη εξέγερση, οι τραυματιοφορείς μ’ ακούμπησαν για μια στιγμή

κάτω και τότε κοίταξα τα’ άστρα, θεέ μου, πως έλαμπαν,

και ξαφνικά δε μ’ ένοιαζε που είχαμε νικηθεί, «όλο το άπειρο είναι

δικό μας», είπα μέσα μου κι έκανα όρκο να φέρω ως το τέλος το

πεπρωμένο μου.

χρωματίζω πουλιά

Τόσα άστρα και γώ να λιμοκτονώ
χρωματίζω πουλιά, χάρτινα πουλιά
και περιμένω να κελαηδήσουν,
και περιμένω να κελαηδήσουν…
γιατί χειμώνιασε

Τόσα άστρα και εγώ να λιμοκτονώ
κάνε λοιπόν κύριε
να ‘χει κανείς ένα φίλο
δος του ένα σκυλί
ή ένα φανάρι του δρόμου
γιατί χειμώνιασε


αλλα τα βράδια

Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ' ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ' το δέντρο που βρέχεται…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα

Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου 'ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες…
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ' άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ' ένα άστρο ή μ' ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών…

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!

Δος μου το χέρι σου..
Δος μου το χέρι σου..

Μοιρολοι

Και πού να ρίξω το μεγάλο μου καημό
όπου θ' ανοίξει η γης, θ' ανοίξει η γης
και θα ραΐσει το βουνό

Ήλιε φονιά πως άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
κάτω στο σταυροδρόμι σκοτώσανε το νιο
Παρασκευή μεγάλη σταυρώσαν τον Χριστό.

Και τα κορίτσια ρίξανε κάτω τα μαλλιά
για να πιαστείς αϊτέ, να πιαστείς αϊτέ
ν' ανέβεις απ' τη λησμονιά

Ήλιε φονιά πως άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
κάτω στο σταυροδρόμι σκοτώσανε το νιο
Παρασκευή μεγάλη σταυρώσαν τον Χριστό.

Τραγουδάω

Το τραγούδι μου είναι
ένα κούτσουρο χοντρό
Ένα κουρέλι μάλλινο

Τραγουδάω όπως
τραγουδάει το ποτάμι
Όπως γεννιέται κανείς
Όπως κρυώνει κανείς

Τραγουδάω
Τραγουδάω την ελπίδα
που δεν έχει χρώμα,
τραγουδάω εσάς.

τραγουδάω το αίμα
που παντού στη γη
είναι κόκκινο,
τραγουδάω εσάς

Χριστέ και Παναγία μου



Χριστέ και Παναγία μου
άκου την ιστορία μου
από μικρός ορφάνεψα
έκλαψα και ζητιάνεψα
και κείνη τώρα που αγαπώ
πάει με τσάκισε στα δυο
Χριστέ και Παναγιά μου
μέτρα τα βασανά μου

Χριστέ και Παναγία μου
πικρή ειν' η ιστορία μου
τα χείλη μου δε γέλασαν
κι όλοι τους με ξεγέλασαν
και μία μέρα ένα πρωί
πρέπει να φύγω απ' τη ζωή
Χριστέ και Παναγιά μου
μέτρα τα βασανά μου

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.