Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκάτσος Νίκος (Μελοποιημένα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκάτσος Νίκος (Μελοποιημένα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Ο εφιάλτης της Περσεφόνης

του Νίκου Γκάτσου 


Εκεί που φύτρωνε φλησκούνι κι άγρια µέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάµινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιµέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάµινο.

Εκεί που σµίγανε τα χέρια τους οι µύστες
ευλαβικά πριν µπουν στο τελεστήριο
τώρα πετάνε τ’ αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο παν να δουν διυλιστήριο.

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάµπου τα βελάσµατα
τώρα καµιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
άδεια κορµιά σιδερικά παιδιά κι ελάσµατα.

Κοιµήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσµου το µπαλκόνι

ποτέ µην ξαναβγείς.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Η μπαλάντα του Ουρί

Ουρανέ, όχι δε θα πω το ναι
ουρανέ, φίλε μακρινέ
πώς να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή
πώς να δεχτώ, μάνα μου είναι η γη
πώς ν' αρνηθώ της ζωής το φως το ξανθό
αχ ουρανέ πόνε μακρινέ

Κάθε δειλινό κοιτώ τον ουρανό,
το γαλανό
κι ακούω μια φωνή,
καμπάνα γιορτινή
να με παρακινεί

Κάθε Κυριακή μου λέει να πάω εκεί,
εκεί, εκεί
που χτίζουνε φωλιά
αλλόκοτα πουλιά
στου ήλιου τα σκαλιά

Ουρανέ, όχι δε θα πω το ναι
ουρανέ, φίλε μακρινέ
πώς να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή
πώς να δεχτώ, μάνα μου είναι η γη
πώς ν' αρνηθώ της ζωής το φως το ξανθό
αχ ουρανέ πόνε μακρινέ

Κάθε δειλινό κοιτώ τον ουρανό,
το γαλανό
και μια φωνή τρελή
σαν χάδι κι απειλή
κοντά της με καλεί

Κάθε Κυριακή μου λέει να πάω εκεί,
εκεί, εκεί
μου τάζει ωκεανούς
κομήτες φωτεινούς
και ό,τι βάζει ο νους

Ουρανέ, όχι δε θα πω το ναι
ουρανέ, φίλε μακρινέ
πώς να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή
πώς να δεχτώ, μάνα μου είναι η γη
πώς ν' αρνηθώ της ζωής το φως το ξανθό
αχ ουρανέ πόνε μακρινέ

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Μακρινή της αγάπης ώρα,

Στη ζωή μας βρήκαμε
ήλιους και φεγγάρια.
Μόνοι μας τα σβήσαμε
κι ήρθανε σκοτάδια.

Μακρινή της αγάπης ώρα,
σε ξεχάσαμε.
Μες στη λάσπη και μες στη μπόρα
τις ψυχές μας τις χάσαμε.

Όλα γκρεμιστήκανε,
δεν υπάρχει νόμος.
Στην καρδιά παράπονο
και στα μάτια ο τρόμος.

Το σκυλί στην πόρτα μας
έγινε τσακάλι.
Πέφτουν οι καλύτεροι
προχωρούν οι άλλοι.

Μάνα μου Ελλάς

Δεν έχω σπίτι πίσω για να 'ρθώ
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
να περπατήσω μια Πρωτομαγιά.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.

Μάνα μου μάνα


Μάνα μου μάνα
στο δρόμο μου σπείρανε
πέτρα κι αψιθιά.
Μάνα μου μάνα
τα νιάτα μου γείρανε
κάτω απ΄τα σπαθιά.

Ουρανέ μου
στείλε μου νερό
να ποτίσω την έρημο
να φυτρώσει
λουλούδι δροσερό
στο κορμί μου τ΄αέρινο
μάνα μου μάνα
την άνοιξη φέρε μου
πάνω στο σταυρό.

Μάνα μου μάνα
ηλιόλουστη μέρα μου
πότε θα σε βρω.

Ουρανέ μου
διώχ΄τη συννεφιά
να περάσω τα σύνορα
κι ένα βράδυ
πάνω στα βουνά
να χτυπήσω τα σήμαντρα
μάνα μου μάνα
στα χέρια μου σήμερα
καίνε τα καρφιά.
Ουρανέ μου
στείλε μου νερό
να ποτίσω την έρημο
να φυτρώσει
λουλούδι δροσερό
στο κορμί μου τ΄αέρινο
μάνα μου μάνα
τον ήλιο σου φέρε μου
πάνω στο σταυρό.

Κόκκινα γαρίφαλα

Ένα καράβι φεύγει για τα ξένα
ένα ακρογιάλι θυμάται το νοτιά
Χρυσό καράβι πάρε με κι εμένα
τώρα που πας, που πας, που πας στην ξενιτιά

Κόκκινα γαρίφαλα στου φεγγαριού την άκρη
κόκκινα γαρίφαλα στου Μάη την αμμουδιά
Άνοιξε την πόρτα σου στο πιο πικρό μου δάκρυ
Άνοιξε την πόρτα σου στην πιο ζεστή καρδιά

Κανείς δεν ξέρει ποιο ειν' το ριζικό
Κανείς μες του άλλου τ' όνειρο δε ζει
Έχει ο καθένας τ' άστρο το δικό του
Έχει ο καθένας τ' άσπρο, τ' άσπρο του νησί

Κοιμήσου παλληκάρι

Αγάπη δίχως άκρη κι η θάλασσα πλατιά
Και της καρδιάς το δάκρυ, ωωω
Πικρή σταλαγματιά

Κοιμήσου παλληκάρι στο κύμα τ' αρμυρό
Θ' αλλάξει το φεγγάρι, ωωω
Κι εγώ, κι εγώ θα καρτερώ

Αστροφεγγιά του Μάρτη, τ' Απρίλη ξαστεριά
Δε σου ’μελλε γλυκέ μου, ωωω
Να ξαναδείς στεριά

Κοιμήσου παλληκάρι στο κύμα τ' αρμυρό
Θ' αλλάξει το φεγγάρι, ωωω
Κι εγώ, κι εγώ θα καρτερώ

κάποιο τραίνο

Χτες το βράδυ κάποιο τραίνο
στο σκοτάδι χάθηκε
μού ’πες να σε περιμένω
κι η καρδιά ζεστάθηκε.

Μού ’πες να σε περιμένω
μα δεν ήσουνα στο τραίνο
όνειρό μου αγαπημένο.

Χθες το βράδυ κάποιο τραίνο
στο σκοτάδι πέρασε
μού ’πες να σε περιμένω
κι η καρδιά μου γέρασε.

Μού ’πες να σε περιμένω
μα δεν ήσουνα στο τραίνο
κι είναι τ’ όνειρο χαμένο.

Καίγομαι καίγομαι

Όταν γεννιέται ο άνθρωπος
ένας καημός γεννιέται
όταν φουντώνει ο πόλεμος
το αίμα δε μετριέται

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Ορκίστηκα στα μάτια σου
που τα ‘χα σαν βαγγέλιο
τη μαχαιριά που μου ‘δωκες
να σου την κάμω γέλιο

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Μα συ βαθιά στην κόλαση
την αλυσίδα σπάσε
κι αν με τραβήξεις δίπλα σου
ευλογημένος να ‘σαι

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Θα ρίξω πέτρα στη ζωή

Βάρκα στην ξέρα μοναχή
κι η άγκυρα σπασμένη
τι να σου κάνει μια ψυχή
στον κόσμο απελπισμένη

Θα ρίξω πέτρα στη ζωή
θα βρω καινούργιο στόχο
κι αν πάλι τ' όνειρο καεί
παράπονο θα το 'χω

Άστρο θολό στην αμμουδιά
κι ηνύχτα πικραμένη
τι να σου κάνει μια καρδιά
στον κόσμο προδωμένη

Ήσουν μια βρύση του ουρανού

Όταν την πόρτα μου χτυπήσεις κάποια μέρα
Τα παγωμένα θα κατέβω τα σκαλιά
Να θυμηθούμε λίγο λίγο τα παλιά
Που γίναν στάχτη και καπνός μες στον αγέρα

Όλα χαθήκαν κι η ζωή μας πήγε στράφι
Μας βρήκαν μπόρες μες στου κόσμου τη νυχτιά
Ποιος ξέρει η μοίρα στα κρυφά της τα χαρτιά
Τι άλλη απόφαση για μας τους δυο να γράφει

Ήσουν μια βρύση του ουρανού κι ήμουν μια στάλα
Πικρή μου αγάπη στα μπαλκόνια τα ψηλά
Μέρα και νύχτα κάναμ’ όνειρα πολλά
Μέρα και νύχτα κάναμ’ όνειρα μεγάλα

Ηρθε ο καιρός

Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι
κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά
Εσείς που χρόνια δεν σηκώσατε κεφάλι
και καλοσύνη δεν σας άγγιξε καμιά

Ηρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
πάνω στου κόσμου την πληγή
ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
να ξαναχτίσετε την γη.

Εσείς αδέρφια που ποτέ δεν βγάλατε άχνα
κι ούτε ξημέρωσε στην πόρτα σας γιορτή
εσείς που η πίκρα σας πλημμύρισε τα σπλάχνα
κι όλοι σάς βλέπανε σαν άγραφο χαρτί.

Ήλιε που χάθηκες

Ήλιε που χάθηκες
Πέρα στην ραγισμένη δύση
Ήλιε που χάθηκες
Μια νύχτα γύρνα να σε δω

Ποτέ ποτέ
Δεν θα σβήσω τα φώτα
Αχ ποτέ ποτέ
Στα σκαλιά
Ποτέ ποτέ
Δεν θα κλείσω την πόρτα
Αχ ποτέ ποτέ
Την παλιά

Ποτέ ποτέ
Του καιρού το ποτάμι
Αχ ποτέ ποτέ το βαθύ
Ποτέ ποτέ την καρδιά δεν θα κάμει
Αχ ποτέ ποτέ ν' αρνηθεί

Ήλιε που μ' άφησες
Μέσα στο ρημαγμένη σπίτι
Ήλιε που μ' άφησες
Μόνη μου τώρα θ' αγρυπνώ

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Η προσευχή της παρθένου

Μ' είκοσι φθινόπωρα και άνοιξη καμμία
απ' την Υπάτη τό 'σκασα και πήγα στη Λαμία.
Ήμουν μικρούλα κι άπραγη και δροσερή κι ωραία
πως τό 'παθα μανούλα μου κι αγάπησα εκδορέα.
Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη
γι' αυτό και ο Αλή Πασάς έπνιξε τη Φροσύνη.

Στο δρόμο μου σφυρίζανε και με φωνάζαν Γκόλφω
μα ευτυχώς τον Τάσο μου τον λέγανε Ροδόλφο.
Ήμουν ψηλή κι ανάλαφρη κι αφράτη και μοιραία
πως έμπλεξα μανούλα μου με τέτοιο διαφθορέα.
Το γαρ πολυ του έρωτος γεννά παραφροσύνη
γι' αυτό κι οι νέοι μουσικοί θαυμάζουν τον Ροσίνι.

Από σκαλί σ' άλλο σκαλί κι από φιλί σε πάθος
πήρα σοκάκι ανάποδα και μονοπάτι λάθος.
Κι απ' το Ροδόλφο στο Μηνά κι απ' τον Κοσμά στον Πάνο
πελάγωσα μανούλα μου και τώρα τι να κάνω.
Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη
το διάβασα στον Παλαμά, το βρήκα στον Δροσίνη.

Η Πλατυτέρα των ουρανών


Εγώ σ' ανάστησα με χώμα και νερό
χελιδονάκι να 'σαι μα κι αγρίμι
να σ' έχω αλφαβητάρι στον καιρό
κι ανέσπερο καντήλι μες στη μνήμη.

Μα εσύ γυρεύοντας του ονείρου την πηγή
κοντά στων Ουρανών την Πλατυτέρα
βρήκες φτερά κι αρνήθηκες τη γη
τη σκοτεινή την πρώτη μας μητέρα.

Ήσουν παιδί σαν τον Χριστό

Έμπαινες κι έλαμπε το σπίτι
σαν το τριφύλλι τ'ανοιχτό
κι είχες το φως τ'Αποσπερίτη
στα δυο σου μάτια φυλαχτό

Άφηνες πάνω στο τραπέζι
γάλα και μέλι και ψωμί
κι έβλεπα τ'όνειρο να παίζει
στο πελαγίσιο σου κορμί

Σ' ευχαριστώ, σ'ευχαριστώ
ήσουν παιδί σαν τον Χριστό

Κύμα και βότσαλο κι αλμύρα
και καλοκαίρι μου ζεστό
ούτε ένα δάκρυ σου δεν πήρα
στην παγωνιά για να λουστώ

Σ' ευχαριστώ, σ'ευχαριστώ
ήσουν παιδί σαν τον Χριστό

Η πικραγαπημένη

Κοντά στην ακροποταμιά
που κλαίει τη νύχτα η καλαμιά
και το νερό σωπαίνει-
βγαίνει σαν άστρο λαμπερό
και καρτερεί και καρτερεί
η Πικραγαπημένη.

Σαν την οχιά στην ερημιά
αίμα βυζαίνει απ' τα κορμιά
κι εκείνη δεν πεθαίνει-
μα σιγολιώνει σαν κερί
όποιος στα μάτια τη θωρεί
την Πικραγαπημένη.

Άλλη δεν γνώρισα καμιά
με τόση λάσπη και βρωμιά
κι αγάπη ζυμωμένη-
μα θα γυρισουν οι καιροί
κι αίμα να πιει δεν θα μπορεί
η Πικραγαπημένη.

Ήταν καμάρι της αυγής

Ήταν καμάρι της αυγής
και καβαλάρης όμορφος.
Τώρα μια χούφτα χιόνι.

Γύρισε κάμπους και βουνά
και πανηγύρια πέρασε
στην αγκαλιά των κοριτσιών.

Ποιος το ‘λπιζε να γίνουνε
τα μούσκλια τα νυχτιάτικα
στεφάνι στα μαλλιά του;

Η πίκρα σήμερα

Η πίκρα σήμερα
δεν έχει σύνορα
κι εσύ δεν έπρεπε να μ' αρνηθείς.
Κάποτε αλίμονο
στο μεσοχείμωνο
τον ήλιο σου 'φερα να ζεσταθεί

Κοίτα πώς κλαίει ο ουρανός
δεν είναι πια γιορτή.
Έγινε τ' όνειρο καπνός
πες μου γιατί, γιατί.
Κοίτα πώς κλαίει ο ουρανός
μα εσύ καρδιά μην κλαις,
κι όταν χτυπάει ο κεραυνός,
τραγούδι εσύ να λες.

Νύχτωσε, βράδιασε,
ο κόσμος άδειασε,
κρύβω το δάκρυ μου και καρτερώ.
Μα εσύ δεν έρχεσαι,
βρέχει και βρέχεσαι,
ποτήρι μου 'δωσες, φαρμακερό.

Η Παναγία των Πατησίων


Τη μέρα που γεννήθηκα
με πήρανε τρεις γύφτοι
και στράτα στράτα με έφεραν
εδώ στον Ποδονίφτη

Τα σπίτια τότε φτωχικά
ξεσκέπαστο το ρέμα
το γάλα ήταν όνειρο
και παραμύθι η κρέμα

Μα εμένα μού'δωσε η ζωή λαχταριστές καμπύλες
που για τους άντρες άνοιγαν των ουρανών τις πύλες
και μού'λεγαν στενάζοντας καθώς με παίρναν πρέφα
"Εσύ κερδίζεις μάνα μου και κύπελλο Ουέφα"

Απ'αριθμούς και γράμματα
δε σκάμπαζα ούτε λέξη
κι ένα παιδί της γειτονιάς
πού'χα μαζί του μπλέξει

Έπαιζε με ένα ακκορντεόν
σε μια μικρή ορχήστρα
και με το ζόρι μ' έβαλε
να γίνω τραγουδίστρα

Βγήκα στο πάλκο μια βραδιά κι ω θαύμα των θαυμάτων
πάψαν των σκύλων οι φωνές κι οι τσαχπινιές των γάτων
και μού 'λεγαν οι φίλοι μου, παιδιά του εργοταξίου
"εσύ μασάς τη Μοσχολιού και τρως την Αλεξίου"

Με τον καιρό βαρέθηκα
τον ακορντεονίστα
τα λόγια του μου φέρνανε
και κούραση και νύστα

Έτσι λοιπόν παντρεύτηκα
κάποιον συνταξιούχο
κι είχα σπιτάκι καθαρό
σιδερωμένο ρούχο

Κι έμαθα σαν λησμόνησα του τραγουδιού τα φάλτσα
να φτιάχνω φίνο μουσακά και μακαρόνια σάλτσα
κι όλοι μου λέγαν σε γιορτές, σε γάμους, σε βαφτίσια
"εσύ θα γίνεις Παναγιά μια μέρα στα Πατήσια".

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.