Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδαλόγλου Κούλα: ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδαλόγλου Κούλα: ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Μαθητεία στην αναμονή (απόσπασμα)

Αφήγηση πρώτη
Εδώ και καιρό
Σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο

Και με καιρό πάλιν Αναμενόμενη
Κ.Α., 1994

Κανένα χνάρι
πώς να σ΄ αγγίξω
λέξη μαγική
που θα σαρκώσεις το μέλλον του παρελθόντος;

Και η μεταρρύθμιση
τραπεζική κατάθεση με εξευτελιστικό επιτόκιο;

Ι.
Έπεσα κάτω κι έκλεισα τα μάτια.
Είπα θα κάνω
πως δεν καταλαβαίνω.
Ας γίνουν όλα
ερήμην μου.

Τηλέφωνα χτυπούσαν άνθρωποι περνούσαν
σκουντουφλούσαν πάνω μου με άγγιζαν με κλωτσούσαν
με χάιδευαν με τρυπούσαν
με λεηλάτησαν.

Ξύπνησα σ΄ έναν πύργο
φυλακισμένη
ένα παράθυρο στην κορυφή μονάχα
έριξα τα μαλλιά μου
όμως του κάκου
κανένας δεν επιάστη ν΄ ανεβεί,
να με γλιτώσει.

Τότε είδα να περνάει η πομπή.
Στην αρχή πολύχρωμη.
Τρεις μπάντες όργανα και οι προεξάρχοντες.
Ύστερα κάτι κουρέληδες
Να σέρνονται στα γόνατα μ΄ ένα σταυρό στην πλάτη.
Γέμισε ο τόπος μυρωδιά ιδρώτα
κι ο δρόμος σκούρα ίχνη.

Όταν ξαφνικά
είδα παράμερα το δάσκαλο,
λίγο σκυφτός κι αδυνατισμένος
μου φάνηκε.
Πατούσε ελαφρά πάνω στα φύλλα
και κάτι έψαξε να πάρει απ΄ τη μεγάλη τσάντα.
Και μεμιάς σκόρπισαν τριγύρω φθόγγοι.
Άλλοι βαριοί πάτησαν στη γη
κι άλλοι αναρριχητικοί πετάξανε κλαδιά και ψήλωσαν.
Ξέκρινα τότε σκουριασμένο
το κ λ ε ι δ ί στην τσάντα.
Έδωσα μια, πιάστηκα από τ΄ αναρριχώμενα φωνήματα
κι εκείνα μ΄ απιθώσαν καταγής.
Πάμε, του είπα. Καιρός να ξεκλειδώσεις το σχολείο.
Με κοίταξε στοχαστικά και, ναι
είναι καιρός, χαμογέλασε.
Γρήγορα, πριν πάρουνε χαμπάρι πως τους ξέφυγα, είπα.
Να βιαστούμε.
ΙΙ.
Κι ήταν τότε που ήρθαν τα παιδιά.
Πολλά παιδιά, όλο ζωή και υγεία.
Έπαιζαν με τους φθόγγους κι εκείνοι, υπομονετικοί,
έγιναν έλκηθρα,
έγιναν μπάλες, μπαλόνια, αερόστατα.
Μαζεύτηκε το πλήθος και κοιτούσε,
κάπου κάπου ένας φθόγγος καθότανε πάνω στον ώμο,
στο χέρι ή στο κεφάλι τους,
τον κοίταζαν αυτοί προσεκτικά
και κ α τ α λ ά β α ι ν α ν.
Οι προεξάρχοντες ενοχλημένοι διέλυσαν την πομπή.
Ήταν η στιγμή
που η παλιά κλειδαριά
δέχτηκε μέσα της και πάλι το κλειδί
κι απάντησε στο γύρισμά του
με το χαρμόσυνο τρίξιμο
της δικαιωμένης προσμονής.

Μπήκαμε στη μεγάλη αυλή.
Ο ήλιος χάιδευε ένα καλό χορτάρι.
Χαλάσματα γύρω.
Πόση δουλειά,
να στήσουμε τις αίθουσες
να πλύνουμε το χρόνο
να εξευμενίσουμε την αυστηρή βιβλιοθήκη.
Κι όπως ήρθανε αμέσως τα παιδιά
δεν είχαμε πού να τα βάλουμε.
Κάθισαν κάτω κι ήτανε χαρούμενα.

Ο Γιάννης από το Βορρά

Μόνον ο Γιάννης κάθισε σε μια σκιά.
Κι ήρθε η βροχή - απελπισία -
πώς να σε προφυλάξουν
τα χαλάσματα.
Μόνον ο Γιάννης χόρευε μες στη βροχή.
Μ΄ αρέσει η βροχή, μονολογούσε,
είναι σαν την άλλη πατρίδα
έβρεχε εκεί
στον ήλιο βγάζω εξανθήματα,
είχαμε στην αυλή ένα μεγάλο φοίνικα,
χωνόμουν όταν έβρεχε,
έβγαλα μια φωτογραφία, καρναβάλι,
κι έβρεχε
τρέχανε οι μπογιές στο πρόσωπό μου
κόκκινα ρυάκια στα μάγουλά μου
κόκκινα ρυάκια
από εκεί ως εδώ
μακρύς ο δρόμος
κάτω απ΄ τον ήλιο
κόκκινα ρυάκια γύρω απ΄ το φοίνικα
μην κλαις, πουλί μ΄.

Το τραγούδι της Αννέζας

Λείπει και σήμερα η Αννέζα. Κάθεται μόνη.
Μάκρυναν τα μαλλιά της, χάλκινα και φουντωτά,
και τα μάτια της παράξενα μεγάλα.
Δε γράφει η Αννέζα, ποτέ δε γράφει,
μιλάει λίγο
αγαπάει ένα λευκό φουστάνι με δαντέλα στο μπούστο
τής μίκρυνε,
τη σφίγγει στο στήθος,
τ΄ αγόρια σχολιάζουν,
όμως αυτή δε νοιάζεται
και λείπει.
Έρχεται αργά,
όταν ο ήλιος έχει ανέβει,
γρατσουνισμένη κι αλλοπαρμένη,
ξέρουμε πως ήταν στα νερά
τσαλαβουτάει σε
καταποντισμένα
-αλλόγλωσσα; αλλόφυλα; -όνειρα.

Η Αννέζα αγαπάει ένα άσπρο φόρεμα
και την Οδύσσεια ζ,
εκεί που χύνεται ο ποταμός στη θάλασσα.
Γράψ΄ το, της λέμε, το τραγούδι σου.
Πώς να το γράψω; Χάνονται τα λόγια.
Μόνο θα σας το τραγουδήσω.

Τραγουδάει η Αννέζα:

Το νερό καλό κι οι πέτρες γλυκές
τα χορτάρια βοτάνια
που γιατρεύουν πληγές.
Μη φοβάσαι, Οδυσσέα.

Με το άσπρο μου φτωχό φουστάνι,
δεν έχω πλούτη,
ξέρω τραγούδια,
έλα στα νερά μου, Οδυσσέα.

Πεταλούδα λευκή ή γλάρος
άσπρο μαντίλι ή βαρκούλα
απαλό αεράκι ή ευχή,
μαζί σου θα΄ ρθω, Οδυσσέα.

Δεν έχω όνειρα
δεν έχεις συντρόφους
σ΄ ακολουθώ,
έλα και πάρε με στη θάλασσα,
Οδυσσέα.

ΙΙΙ.
Ένα πρωί φάνηκε ο ποιητής.
Σκοτεινός,
με τη σαφή ειρωνεία στις άκρες των χειλιών.
Έφερε στις καρδιές μας ένα φθινόπωρο
ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο
ένα φθινόπωρο χωρίς προσδοκίες.
Ώσπου μια μέρα
ήρθε μ΄ ένα χειμώνα στα μάτια του
πρώτη φορά.
Ο Οδυσσέας, ψέλλισε,
βάλτωσε στα νερά μας ο Οδυσσέας.

Συνέρευσαν πλήθη. κάμερες, ρεπόρτερ, φωνές.
Ο Οδυσσέας με τ΄ αποτυπώματα του χρόνου και τ΄ αλατιού
βραχώδης, απολιθωμένος, γιγάντιος,
να άκρα νου εκτείνονταν στα έγκατα του βυθού.
Κάθε προσπάθεια να ανελκυστεί
θύελλες καταιγίδες σεισμοί και
παλιρροϊκά κύματα.
Αφήστε με, είπε στο τέλος,
με φανερή ρωγμή στη δεξιά του ωμοπλάτη.
Τον άκουσαν.
Μόνος και πάλι Ρημαγμένος.
Αυτός και η θάλασσα...
Όταν ξημέρωσε, κανείς δεν ήταν πια εκεί
Γαλανή γαλήνια θάλασσα τρεμόπαιζε στο φως.
Τράβηξε ο Οδυσσέας
ποιος ξέρει για ποιες γενιές.
Ωστόσο, ένα άσπρο πανί κυμάτιζε στην επιφάνεια,
ένα μικρό

λευκό

κοριτσίστικο φόρεμα.

Το κατοπινό τραγούδι της Αννέζας

Τούτο το τραγούδι ξέρω και το γράφω.
Τον Οδυσσέα πια δεν απαντέχω,
τον ξεπροβόδισα.
Όταν μια φορά ξενιτευτείς
πάει, ξενιτεύτηκες.
Τι ωφελεί να τριγυρνάς
από λιμάνι σε λιμάνι ;
Κοιτάζεις τα νέα νερά
και βλέπεις τα παλιά.
Μέσα στους νέους ήχους
ματίζεις τους παλιούς
μέσα στο φρέσκο γέλιο
πλένεις τους λυγμούς.

Τούτη η τάξη η Ιθάκη μου.
Φθόγγοι και γράμματα γεφύρια
από τον άλλο τόπο μου σ΄ αυτόν τον τόπο μου.

Τα μάτια ίδια είναι, νέα και παλιά,
αν βλεμματίζουν την καρδιά.

Επίλογος

Εδώ και καιρό
σπρώχνουμε το χαμόγελο σε γέλιο.

Έλα, νύχτα,
φέρε τη μυρωδιά από σέλινο και γιασεμί
στο ανοιχτό μου παράθυρο.
Τώρα που κόπασε στο ρέμα
ο χορός της πεταλούδας
και τα νερά ακινητούν
να δει το πρόσωπό του το φεγγάρι.

Απόψε, έστω για μια φορά,
δε θα μιλήσω για οδούς αδιέξοδες
και για κλειστά λιμάνια.
Θα πω κάτι γλυκό,
σαν το νανούρισμα ή σαν ευχή-
ξέρει η μάνα, ο δάσκαλος κι ο ποιητής,
όταν βαραίνουνε πολύ τα σύννεφα
έλα, λοιπόν, νύχτα,
φέρε ένα όνειρο λιβάδι παπαρούνες
στων παιδιών τα βλέφαρα.
Έτσι κι αλλιώς το ρέμα συντηρεί τη βλάστηση.
Έτσι κι αλλιώς ένα κλειδί
ταιριάζει στην πόρτα του σωστού χρόνου,
ελπίζω.

Τραγούδι για μια γυναίκα σε τέσσερις εκδοχές (απόσπασμα)

Εκδοχή τρίτη: ΑΝΝΑ


Μυρίζει γιορτινή βροχή
Και να ‘μαι στη διαδήλωση. Με φέραν τα παιδιά.

Ποιος να μου το ‘λεγε, ύστερα από τόσα χρόνια.

Ήρθανε μια βδομάδα στο χωριό. Χαλάρωσα.

Ζεστάθηκε η ψυχή μου. Πονάω στη σκέψη πως θα φύγουν.

Θέλει μεγάλη προσοχή. Μην ξεθαρρεύω. Μακριά μου θα ‘ναι.

Δένω το χρόνο που μοιράζομαι μαζί τους,

και στη διαδήλωση. Σάμπως άμαθη είμαι;
Μου φέρνει φούντωση αυτός ο αέρας.
Φοράω σταυρωτά τα φυσεκλίκια. Μαλλιά σπαστά.

Στα χόρτα με πλαγιάζει ο αντάρτης.

Φεύγουμε στα βουνά, σ’ άλλα βουνά. Μακριά. Ένα μπουλούκι.

Άλλοι σκορπίζουν άλλοι πεθαίνουν. Εμείς μαζί. Κι η αγάπη.

Φτάνουμε εκεί ψηλά. Δουλεύουμε. Κάτι τσιμπάει την καρδιά.

Το λένε νοσταλγία; αμφιβολία; τσίμπημα φαρμάκι.

Μας δίνουνε την άδεια και γυρίζουμε.

Όμως σιωπή. Μας

αποφεύγουν οι συχωριανοί.

Καλημερίζω και χαμογελώ. Για τα παλιά κουβέντα.

Έτσι ανοίγουνε σιγά σιγά οι πόρτες τους.

Οι αναμνήσεις μου, σαν τις φωτογραφίες, τυλίγονται με μια πετσέτα στο ντουλάπι.// Ύστερα, τι τα θες; Όλα μπερδεύτηκαν.

Που αφήσαμε τόσες κοπέλες τόσα παλικάρια

μάτια ανοιχτά κοκαλωμένα σώματα μέσα στα χιόνια στα βουνά ή σε τόπους ξένους // άξιζε τάχατες;

Σαν βγήκανε τα αγροτικά στους δρόμους, λούφαξα.

Κάτι σαν κούραση, όχι πάλι απ την αρχή.

Ίσως αν ζούσε ο πατέρας σας, είπα στα παιδιά.
Τι κόσμος! Πλήθη. Φωνές, τραγούδια, μουσικές, συνθήματα.
Τα ‘χω χαμένα. Ξέμαθα.

Τι γίνονται οι κοτούλες μου; Οι πάπιες;

Γιατί στριγκλίζουν οι σειρήνες;

Γιατί δεν προχωρούν κανονικά; Τι τρέχουν;

Γιατί είσ’ απέναντι μου; Δίπλα μου έπρεπε.

Ουρλιάζω. Που τη βρήκα εγώ τόση φωνή;
Με λένε Άννα.
Απ’ το χωριό μου στη Ρωσία και πάλι στο χωριό.

Ασπρισαν τα μαλλιά μου.

Ξέρω καλά να συλλαβίζω λέξεις:

θά-να-τος, χιό-νι, ξε-νι-τιά,

πρό-σφυ-γας, κα-τα-πά-τη-ση, σα-κά-τε-μα.

Ακούστε με,

τα αδερφομοίρια φέρνουν συφορές.

Κοιτάξτε πώς φυσάει ο άνεμος, δρολάπι.
Ανακατεύεται η γη.

Δεν έχει σύνορα

Δεν έχει χρόνο.
Καλώς τες.
Πού μου λείψατε

κοντά εξήντα χρόνια;

Πώς άξαφνα εδώ;

Από ποιο δρόμο;

Ξαστοχάω πια τα ονόματα σας.

Ο άμπλας, όμως,

πώς να το ξεχάσεις,

αίμα ανάβλυζε πηχτό.
Καλώς τες,
ασπροντυμένες,

νιες, όπως τότε

απαράλλαχτες.

Πάνω στην ώρα.

Τραυματίες, καπνοί, κουρτίνα από αίμα.

Όχι άλλοι οροί, όχι μπαλσαμωμένο γέλιο.
Συννεφόκαμα.
Πώς φαίνεστε έτσι, σαν καπνός;

Λιώνω.

Που φεύγετε, σαν τον αέρα;

Μυρίζει γιορτινή βροχή.

Κρατήστε με παιδιά.

Περίεργα που φτερουγίζει η καρδιά μου.

Περίεργα που αλαφραίνω…

Νωρίς χτυπάει απόψε ο εσπερινός..

Διπλή Άρθρωση (απόσπασμα)

Αφήγηση δεύτερη
Ποιήματα Ιβ, Ιγ, Ιδ, ΙΙα, ΙΙβ

                                Ιβ
Βρέθηκα

σε μιαν άκρη εξαιρετική,

αιχμή

που από τη μια κοιτάει το Ρουμλούκι

κι από την άλλη κατρακυλά

νησιά

Σμύρνη

Ισπάρτα Αττάλεια Μπουρντούρι ή Πολύδωρο.

Στον κάμπο καταχνιά. Καταχνιά κι εκεί

που κάτι βουνά λίγα και στεγνά σκιάζουνε ανθρώπους

με σκαμμένο πρόσωπο

σκαμμένη η θάλασσα

φεύγουνε τα καράβια
κύματα κύματα η φωνή μου
και πού θα φτάσει

ένα βινύλιο η ψυχή μου

τρέμω μην σπάσει.
                                Ιγ
Φθόγγοι ιωνικοί αιολικοί δωρικοί

φθαρμένοι τσακισμένοι τουρκόφωνοι

φυλαγμένοι στο πιο κρυφό μπογαλάκι της ψυχής

φορτωμένοι σε καΐκια

κατατρεγμένοι

σκορπισμένοι σε νησιά

ριζωμένοι σ’ έναν κάμπο

Φθόγγοι ασαφείς, αβέβαιοι, ασταθείς.

Αιχμηροί, να αγκυλώνουν τη γλώσσα και τα χείλη.

Δασιοί, ουρανικοί,

να υφαίνουν την ανθεκτική θλίψη.

Ημίφωνοι, υγροί, στρογγυλεμένοι,

να αρθρώνουν την αγάπη της ελπίδας.
Φεύγουνε τα καράβια,
οι άνθρωποι φωτογραφίες

σε συρτάρια σε αρχεία εφημερίδων.
Γερνάει ο κάμπος.
Κουράστηκε της γης η φλούδα το νερό ζαλίστηκε.

Γερνάει ο κάμπος σπάζει σε κομμάτια κινούμενη λάσπη.
                                Ιδ
Εκεί πέρασε κάποτε ο καπετάν Νικηφόρος,

άλλοτε προελαύνοντας

και άλλοτε λεβέντικα πεζός.

Έμεινε κάμποσο καιρό μαζί τους.

Έμαθαν να κοιτάζουνε τον ήλιο

να φυτεύουνε όνειρα

να σπουδάζουν οράματα.

Κάποια στιγμή αναλήφθηκε περίεργα,

είπανε μερικοί τον πήρε ο Αρχάγγελος.

Περνούσαν χρόνοι άγονοι.

Οι άνθρωποι σάστισαν,

γιατί είδανε το άσπρο μαύρο

κι ό,τι γνώριζαν για καλό να γίνεται όνειδος.

Έτσι, μια μέρα

συνάχτηκαν και κάναν δέηση.

Γύρισε, Νικηφόρε, φώναζαν,

και ύψωναν χέρια σκοτεινά.
                                 ΙΙα
Την ορισμένη νύχτα

ένιωσα φως και ζέστα ξαφνική.

Είχε έρθει.

Αινείτε αυτόν με τη χλωρασιά του κισσού

αινείτε αυτόν με πανηγύρι ζουμπουλιών

αινείτε αυτόν με έκρηξη πασχαλιάς

αινείτε αυτόν

φθόγγοι ιωνικοί αιολικοί δωρικοί
                                 ΙΙβ
Είχε έρθει.

Σκιές στους τοίχους γιγάντιες.

Έφερνε μαζί του Έλληνες κατατρεγμένους.

Τούρκους άθλιους,

πρόσφυγες πολλούς —

Αρμένιους, Κούρδους, Αλβανούς και Βόσνιους

Σέρβους και Κοσοβάρους.

Η φωνή του γέμισε το χώρο.

Άρπαξα τον τοίχο, γδάρθηκα.

“Τι γίνεται, καπετάνιο;

Μ’ εγκαθιστάς στην κόψη της ζωής και του θανάτου.

Θέλω το βλέμμα σου, δεν έχουν μάτια οι σκιές.”

Γέλασε ζεστά, “δεν είσαι εσύ γι’ αυτή τη μάζωξη.

Θα βρεις το βλέμμα μου στα μάτια του ποιητή.

Ανασκάλεψε την αγάπη.”

Πώς να ανασκαλέψω την αγάπη;

Εσώστρεψα τα μάτια μου ως την ψυχή,

ενώ κυμαινόμουν από την ηδονή

ως την οδύνη.
Θέλω το βλέμμα σου, δεν έχουν μάτια οι σκιές.”
Γέλασε ζεστά, “δεν είσαι εσύ γι’ αυτή τη μάζωξη.
Θα βρεις το βλέμμα μου στα μάτια του ποιητή.
Ανασκάλεψε την αγάπη.”
Πώς να ανασκαλέψω την αγάπη;
Εσώστρεψα τα μάτια μου ως την ψυχή,
ενώ κυμαινόμουν από την ηδονή
ως την οδύνη.

Μαθητεία στην αναμονή (απόσπασμα)

Αφήγηση πρώτη
Ποιήματα Ιβ, ΙΙα και ΙΙβ

                               Ιβ
Τότε είδα να περνάει η πομπή.
Στην αρχή πολύχρωμη.

Τρεις μπάντες όργανα και οι προεξάρχοντες.

Ύστερα κάτι κουρελήδες

να σέρνονται στα γόνατα μ’ ένα σταυρό στην πλάτη.

Γέμισε ο τόπος μυρωδιά ιδρώτα κι ο δρόμος σκούρα ίχνη.
Όταν ξαφνικά
είδα παράμερα το δάσκαλο,

λίγο σκυφτός κι αδυνατισμένος μου φάνηκε.

Πατούσε ελαφρά πάνω στα φύλλα

και κάτι έψαξε να πάρει απ’ τη μεγάλη τσάντα.

Και μεμιάς σκόρπισαν τριγύρω φθόγγοι.

Άλλοι βαριοί πάτησαν στη γη

κι άλλοι αναρριχητικοί πετάξανε κλαδιά και ψήλωσαν.

Ξέκρινα τότε σκουριασμένο το κ λ ε ι δ ί στην τσάντα.

Έδωσα μια, πιάστηκα από τ’ αναρριχώμενα φωνήματα

κι εκείνα μ’ απίθωσαν καταγής.

Πάμε, του είπα. Καιρός να ξεκλειδώσεις το σχολείο.

Με κοίταξε στοχαστικά και, ναι

είναι καιρός, χαμογέλασε.

Γρήγορα, πριν πάρουνε χαμπάρι πως τους ξέφυγα, είπα. Να βιαστούμε
                               ΙΙα
Κι ήταν τότε που ήρθαν τα παιδιά.
Πολλά παιδιά, όλο ζωή και υγεία.

Έπαιζαν με τους φθόγγους κι εκείνοι, υπομονετικοί,

έγιναν έλκηθρα,

έγιναν μπάλες, μπαλόνια, αερόστατα.

Μαζεύτηκε το πλήθος και κοιτούσε,

κάπου κάπου ένας φθόγγος καθότανε πάνω στον ώμο,

στο χέρι ή στο κεφάλι τους,

τον κοίταζαν αυτοί προσεχτικά

και κ α τ α λ ά β α ι ν α ν.
Οι προεξάρχοντες ενοχλημένοι διέλυσαν την πομπή.

Ήταν η στιγμή

που η παλιά κλειδαριά

δέχτηκε μέσα της και πάλι το κλειδί

κι απάντησε στο γύρισμα του

με το χαρμόσυνο τρίξιμο

της δικαιωμένης προσμονής.

                              ΙΙβ
Μπήκαμε στη μεγάλη αυλή.

Ο ήλιος χάιδευε ένα καλό χορτάρι.

Χαλάσματα γύρω.

Πόση δουλειά,

να στήσουμε τις αίθουσες

να πλύνουμε το χρόνο

να εξευμενίσουμε την αυστηρή βιβλιοθήκη.

Κι όπως ήρθανε αμέσως τα παιδιά

Δεν είχαμε πού να τα βάλουμε.

Κάθισαν κάτω κι ήτανε χαρούμενα
.

Διπλή άρθρωση (απόσπασμα)

Και για όσα σου πρόσφερα
με ανταμείβεις με μία σχισμή
που δεν είναι ούτε χαμόγελο

που δεν είναι ούτε χαμόγελο
να κρεμάσω μια υποψία αχνού,
όπως στο μπάνιο ο καθρέφτης που θαμπώνει

όπως στο μπάνιο ο καθρέφτης που θαμπώνει
και παίζει κακέκτυπα την πατίνα του χρόνου
μπερδεύοντας τα χνάρια της αλήθειας στο πρόσωπό μου

στο πρόσωπό μου που ώρα πρωινή
στο πίσω κάθισμα του λεωφορείου
απορροφήθηκε από το χνωτισμένο τζάμι.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.