Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελής φίλιππος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελής φίλιππος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Αγγελής Φίλιππος: ………Τὰ ποιήματα δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ μικρὲς-μικρὲς δόσεις ἀθανασίας ἔμπροσθεν ἑνὸς διατεθειμένου θανάτου ποὺ διακαῶς στὸ κάτωθι ἀπόσπασμα ἀναμένει…….



Ἀντιλαμβάνομαι τὸ ποίημα ὡς οἰκοδόμημα. Ὅσο πιὸ γερὰ καὶ στιβαρὰ τὰ θεμέλια τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ, τόσο πιὸ ἀσφαλῆ καὶ γόνιμο στέγη μπορεῖ νὰ παρέχει.


γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας

Τον ποιητή Φίλιππο Αγγελή, τον συναντήσαμε στα γράμματα το 2010, με το ποιητικό του έργο «Το αγαπημένο παιδί της Μοναξιάς» Έκτοτε μας έχει απασχολήσει έντονα, καθ΄ όσον ο ποιητικός του λόγος,  μας παρασέρνει σε μακρινούς περιπάτους, πότε σε λιβάδια όπου περιπατούν τα  αγνά συναισθήματα της ζωής και πότε σε τραχείς πλαγιές όπου βόσκουν όλα τα προβλήματα της καθημερινότητάς μας και ματώνουν κάτω από το κοφτερό λεπίδι των στίχων του. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η ίδια η ζωή είναι αυτή που αποτελεί και την τεράστια πηγή των εμπνεύσεών του. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Ἡ μοναξιά, ὁ ἔρως καὶ ὁ θάνατος, καθὼς καὶ οἱ μεταξύ τους “περιπτύξεις”, οἱ φοβερές τους προεκτάσεις, οἱ ἀνεξάντλητες φύσεις τους, ἀποτελοῦν πάγια καὶ θεμελιώδη στοιχεῖα ἀναφορᾶς στὰ γραπτά μου.»
Τον θάνατο δεν τον φοβάται. Πώς να συμβεί άλλωστε αυτό αφού δίνοντας τον χώρο που απαιτείται σε αυτή την κατάσταση στα γραπτά του  λέει πως  «…τα ποιήματα δεν είναι άλλο από μικρές…  δόσεις αθανασίας..» Να υποθέσουμε ότι τα χρησιμοποιεί ως σταθερές ενέσεις αθανασίας για τον ίδιο; Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Παιχνίδι της ζωής είναι και η Ποίηση. Στο τέλος όμως πιστοποιεί ως ποιητής άνθρωπος: «Ὁ θάνατος δὲν παύει νὰ εἶναι τὸ φυσικὸ ἐπακόλουθο τῆς ζωῆς, ἡ λογική της ἔκβασις καὶ ἡ γνώριμος κατάληξις αὐτῆς..»
Η δύναμη της ποιήσεως για τον κο Αγγελή είναι μια υπαρκτή σταθερά που θα πρέπει να διαδραματίζει σημαντικότατο, ουσιαστικό ρόλο μέσα στη Κοινωνία. Αλλιώς «…ποιητὲς καὶ οἱ λέξεις ἀπώλεσαν ἀναφανδὸν σκοποὺς καὶ νοήματα.»

Για τον ποιητή Φίλιππο Αγγελή κατά καιρούς έχουν ειπωθεί αρκετά. Συγκρατούμε τις παρακάτω απόψεις για το έργο του:

«…Κι αν κάποιοι στέκονται μετέωροι και μουδιασμένοι μπροστά στα τόσα ψεύτικα κι ανούσια πράγματα που μας βομβαρδίζουν καθημερινά, εκείνος παίρνει την πένα του και τα αραδιάζει στο χαρτί. Δεν τον νοιάζει αν αυτό που θα εξαχθεί μοιάζει με υπερρεαλισμό, αυτόματη γραφή ή καυστικό μανιφέστο. Τον νοιάζει απλά να πει αυτό που καίει τα σωθικά του».
Αλέξανδρος Ακριτίδης  (www.apostaktirio.gr)

«Ο Φίλιππος Αγγελής με πολύ δυνατό λόγο, γλαφυρές εικόνες να ξεπηδούν από τις λέξεις και τον συνδυασμό τους , σκληρά απεικονίζει το σήμερα, τα συντρίμμια ονείρων που δεν πρόλαβαν να γεννηθούν».
Αγγελική  Νικολάου -Γιαννακού (εφημερίδα ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ)

Εμείς τον ευχαριστούμε που για την άμεση ανταπόκριση του αιτήματός  μας να μας παραχωρήσει την παρακάτω συνέντευξη.


ΚΑΝΕΙΣ ΤΟ ΛΑΘΟΣ, ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ;  (απόσπασμα)

Μην κοιμηθείς ακόμα.
Μην κλείνεις τα μάτια σου τόσο νωρίς
κι από τον κόσμο σου
μια ώρα αρχύτερα με σπρώχνεις.

Ξέρεις πόσες νύχτες ξόδεψα να σε περιμένω
κάτω από αυτό το ταβάνι
πού απόψε και τους δυο μας σκεπάζει
και παράλογα μας κρύβει
από το φως των αστεριών και το φεγγάρι;
Το φεγγάρι – πού πολύ θα χαιρόταν να μ’ έβλεπε μαζί σου.
Σαν κουρασμένο μου φάνηκε την τελευταία φορά
χρόνια και χρόνια εκεί πάνω κρεμασμένο
να προσπαθεί μάταια να φωτίσει
τόση γκρεμισμένη ανθρωπότητα
με τέτοια δύστροπη ψυχή.
 ...



1. Κύριε Αγγελή, η είσοδό σας στον χώρο των γραμμάτων, και πιο συγκεκριμένα στον χώρο της ποίησης, έγινε επίσημα το 2010 με την ποιητική συλλογή “Το αγαπημένο παιδί της Μοναξιάς”. Σε ηλικία μόλις 26 ετών. Θα ήθελα να μας προσδιορίσετε τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συνάντησής σας με την ποίηση. Πώς σας βρήκε; Την βρήκατε πρώτος εσείς;

Δὲν μπορῶ, δυστυχῶς, νὰ σᾶς μιλήσω μετ' εὐκρινείας γι' αὐτὴν τὴν πρωταρχική μου συνάντησι μὲ τὴν Ποίησι. Ἡ μνήμη μου, βλέπετε, δὲν μὲ βοηθᾶ. Αὐτὸ ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα θυμᾶμαι ἐντόνως, εἶναι ἐκεῖνο τὸ “ἀδιαπραγμάτευτο” συναίσθημα ποὺ ἐβίωσα στὰ ἐννέα μου ἔτη περίπου, ὅταν τυχαίως ἔπεσαν στὰ μάτια μου μπροστὰ οἱ στίχοι τῆς “σονάτας τοῦ σεληνόφωτος”, τοῦ Γ. Ῥίτσου. Ἦταν ὡσὰν κάτι νὰ ἔσπασε ἐντός μου καὶ ἀνεδύθη ἕνα ἄλλο ἀπειθάρχητο σκοτάδι στὸ φῶς. Καὶ ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου... ἄφησέ νἄρθω μαζί σου.... Τί φεγγάρι ἀπόψε!  Καὶ κάπως ἔτσι, γνωριζόμεθα μὲ τὴν Ποίησι. Σχέσις, κατὰ τὰ ἄλλα, ἐξ ὁρισμοῦ ἐρωτικὴ καὶ τεθλιμμένη. Ἐγὼ νὰ ἀγαπῶ νὰ Τῆς ζητῶ νὰ ταξειδεύω μαζί Της κάτω ἀπὸ δύσκολο φεγγάρι μὲ ἀσύδοτο οὐρανό, κι Αὐτὴ μυσταγωγικῶς νὰ μοῦ ἁπλώνει τὸ χέρι καὶ ἕνα σύμμαχο σεντόνι νὰ παίρνει νὰ σκεπάζει ἀπὸ τὴν πραξικοπηματικὴ τὴν γύμνια της ἡ ὕλη. Καὶ κάπως ἔτσι, ἔμαθα κι ἐγὼ ν' ἀντέχω τὴν ζωή μου. Δὲν Τῆς χρωστῶ πολλά• εἶναι γιὰ μένα ὅλα.


2. Από τότε μέχρι και σήμερα έχετε προχωρήσει στην έκδοση άλλων δύο ποιητικών συλλογών. Τώρα σε τι κατάσταση βρίσκεστε; Σε «εμμηνόπαυση»; Χρησιμοποιώ αυτή την λέξη από τον τίτλο της τελευταίας σας ποιητικής συλλογής: “Η εμμηνόπαυση της Ύαινας”, παρακαλώντας να μας μιλήσετε λίγο για αυτήν και παράλληλα να μας μιλήσετε για τα μελλοντικά σας σχέδια. Ετοιμάζετε κάτι;

Ἔχω ὁλοκληρώσει ἄλλη μία ποιητικὴ συλλογή, μὲ τὸν γενικὸ τίτλο Ὑπὲρ τῆς ἀλληλενδέτου φθορᾶς τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποία ἀπεφάσισα νὰ μὴν ἐκδώσω τελικῶς, ἔπειτα ἀπὸ διάφορες παράξενες συγκυρίες καὶ ἀτυχεῖς διαπραγματεύσεις μὲ τοὺς ἑλληνικοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους. Τὰ “θέματα”, ξέρετε, ποὺ συσχετίζονται μὲ τὴν Ποίησι στὴν χώρα μας, εἶναι κάτι περισσότερο απὸ ἀσφυκτικὰ — ἴσως ὄσο ποτὲ ἄλλοτε.  Θὰ μιλήσω δίχως προσχήματα: Ἐλάχιστοι ἀποζητοῦν πλέον τὴν Ποίησι καὶ τὴν δύναμί Της. Τείνει (ἐὰν δὲν ἔχει ἤδη συντελεσθεῖ αὐτὸ) νὰ καταντήσει γραφικὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς νὰ ἀναφέρεις ὅτι γράφεις ποιήματα. Οἱ περισσότεροι σὲ κυττοῦν ὑπόπτως, ὅταν δὲν σὲ λογίζουν γιὰ βέβαιο τρελό. Κανεὶς δὲν ἐπενδύει στοὺς στίχους. Καὶ ὅταν συμβαίνει αὐτό, φροντίζουν οἱ κύριοι ποὺ συστήνονται “ἐκδότες” νὰ ἔχουν προασφαλίσει τὰ χρήματα στὴν τσέπη τους γιὰ τὸ τρομερὸ ἐκδοτικὸ “ῥίσκο” ποὺ ἀναλαμβάνουν τυπώνοντας μία ποιητικὴ συλλογή, γιατί “λυπούμεθα, μὰ ἡ Ποίησις δὲν πουλᾶ στὴν ἐποχή μας... γρᾶψτε ἕνα μυθιστόρημα μὲ διακαεῖς ἔρωτες καὶ φερέφωνα πάθη, κι ἐμεῖς θὰ σᾶς τὸ ἐκδώσουμε εὐχαρἰστως”. Μέσα σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ ἠλίθιο καὶ βρόμικο παιχνίδι τῆς βιβλιοβιομηχανίας τῶν star ὀνομάτων, ναὶ... εὑρίσκομαι ἑκουσίως ἐν πλήρει καὶ ἐν συνειδήσει ἐμμηνοπαυσίᾳ. Ἄλλωστε, εἶναι ἰδιαιτέρως χρήσιμο καὶ τοῦτο• ἀποτελεῖ μίαν ἐξαίρετον εὐκαιρία γιὰ προσωπικὴ ἀνασύνταξι καὶ ἐπαναπροσανατολισμό. Ὅταν κρίνω καὶ πάλι κατάλληλες τὶς συνθῆκες (γιὰ ἐμένα), θὰ ἐπανεμφανισθῶ. Μέχρι τότε... σιωπή, παρατήρησις καὶ μελέτη.


3. Η συλλογή αυτή, “Η εμμηνόπαυση της Ύαινας”, έλαβε επαινετικά σχόλια και πολύ καλές κριτικές. Έχετε την δυνατότητα ή έχετε βρει τρόπους να διαχειρίζεστε σωστά και εποικοδομητικά την όποια αναγνωρισιμότητα;

Εἶναι, πράγματι, κουτὸ νὰ φέρει ἔστω καὶ μόνον τὴν πεποίθησι κάποιος ὅτι γράφοντας ποιήματα, στὶς εποχὲς ποὺ διανύουμε, θὰ καταφέρει νὰ γίνει ἀναγνωρίσιμος στὸ εὐρὺ κοινὸ καὶ θὰ δημιουργήσει “ρεῦμα” — ἐν ζωῇ τοὐλάχιστον. Ποτὲ δὲν πίστεψα στὴν ὅποια φήμη τοῦ ἑαυτοῦ μου μέσῳ τῶν ποιημάτων καὶ δὲν τὴν κυνήγησα. Ὁπότε, δὲν μπορῶ νὰ κάνω λόγο σὲ καμμία τῶν περιπτώσεων γιὰ ἀναγνωρισιμότητα καὶ θέματα συναφῆ. Δὲν τὴν ἐκμαιεύω, δὲν τὴν ἀποζητῶ, δὲν μὲ ἀφορᾶ — ὅσο ἀφ' ὕψηλου θεώρησις τῶν πραγμάτων καὶ νὰ ἐκτιμᾶται ἐκ πρώτης ὄψεως αὐτό. Ἐὰν ἐπεδίωκα κάτι τέτοιο ἐξ ἄλλου, θὰ ἐπέλεγα νὰ ἀσχοληθῶ εἴτε μὲ ἕνα ἄλλο εἶδος γραφῆς εἴτε μὲ ἕνα ἄλλο εἶδος τέχνης ἐμπορικό. Ἡ ἐνασχόλησις μὲ τὴν Ποίησι εἶναι καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι κατ' οὐσίαν ἕνας δρόμος μοναχικός. Καὶ ἂς μὲ σκεπάσουν οἱ ἐποχές (Κ. Γώγου), ἐὰν κρίνουν ἀνάγκη πὼς δὲν μὲ ἔχουν ἄλλο. 


4. Πώς δημιουργείτε; Πώς γράφετε τα ποιήματά σας; Έχετε σταθερές πηγές έμπνευσης ή κάθε εικόνα, κάθε συναίσθημα, κάθε εξωτερικό ερέθισμα μπορεί να αποτελέσει και μια έμπνευση;

Ἡ μοναξιά, ὁ ἔρως καὶ ὁ θάνατος, καθὼς καὶ οἱ μεταξύ τους “περιπτύξεις”, οἱ φοβερές τους προεκτάσεις, οἱ ἀνεξάντλητες φύσεις τους, ἀποτελοῦν πάγια καὶ θεμελιώδη στοιχεῖα ἀναφορᾶς στὰ γραπτά μου. Εἶναι ζητήματα ποὺ ἀενάως μὲ ταλαιπωροῦν καὶ μὲ προβληματίζουν, ὅπως τὴν πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων ἄλλωστε. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, δὲν ἔχω κάποιον συγκεκριμένο τρόπο, κάποια δεδομένη τακτικὴ ποὺ ἐφαρμόζω, προκειμένου νὰ δημιουργήσω. Μπορῶ νὰ σᾶς πῶ, τοὐναντίον, ὅτι ὅσες φορὲς ἔχω ἀποφασίσει νὰ συγκεντρώσω τὶς σκέψεις μου, νὰ ἀπομονωθῶ καὶ νὰ γράψω, δὲν ἔχω βγάλει ποτὲ ἕνα ἀποτέλεσμα ποὺ νὰ εἶναι δυνατὸ νὰ μὲ ἱκανοποιήσει καὶ ἔχουν φύγει γιὰ τὸ καλάθι τῶν ἀχρήστων οἱ σελίδες — χωρὶς δεύτερο δισταγμό. Ἀντιθέτως, μοῦ συμβαίνει συχνὰ νὰ κάνω ἀκόμη καὶ τὴν πιὸ “ἄχαρη”, τὴν πιὸ “έπίπονη” οἰκιακὴ ἢ ἄλλη ἐργασία καὶ νὰ χρειασθεῖ νὰ τὴν διακόψω, νὰ τρέξω νὰ ἀποζήτησω ἕνα χαρτὶ καὶ ἕνα μολύβι γιὰ νὰ σημειώσω δύο λαθραίους στίχους ποὺ ἔχουν γεννηθεῖ ἐκείνη τὴν παράδοξον ὥρα μέσα μου. Εἰλικρινῶς, ἐντυπωσιάζομαι ὅταν διαβάζω ἢ ἀκούω τοὺς συγγραφεῖς νὰ δηλώνουν ὅτι βάζουν ξυπνητήρι τὸ πρωὶ καὶ ἐργάζονται βάσει τεθειμένου χρόνου προγράμματος. Γιὰ τοῦτο, προφανῶς, καὶ δύνανται νὰ εἶναι τὀσο παραγωγικοί• ἐγὼ δὲν εἶμαι, δὲν τὸ θέλω, δὲν τὸ μπορῶ.


5. Η ποίηση πόσο σημαντική είναι για σας; Γράφετε για να γράφετε ή γράφετε για να ζείτε; Αν κάποια μέρα σας αφαιρούσαν αυτό το δικαίωμα, προνόμιο, πείτε το όπως θέλετε, πώς θα αντιδρούσατε;

Ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἡ συγγραφὴ τῆς Ποιήσεως εἶναι διαδικασίες ἐξ ἴσου ζωτικῆς σπουδαιότητος γιὰ ἐμένα, παρὰ τὸ ὅτι κατὰ ἕνα ἀρκετὰ μεγάλο μέρος τους φαντάζουν τόσο διαφορετικές. Ἡ Ποίησις εἶναι μέσα μας, εἶναι καὶ γύρω μας• εἶναι πάντοτε ἐκεῖ, ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν γίνεται ἀντιληπτὴ μέσῳ τῆς διακριτικῆς παρουσίας της στὸν κόσμο. Καὶ στὸ πιὸ “ἄτεχνο” πρᾶγμα, ἔχω φθάσει πλέον νὰ θεωρῶ ὅτι ὑπάρχουν κοιτάσματα Ποιήσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ δύνασαι νὰ τὰ ἀντιληφθεῖς — ἔστω νὰ τὰ ἐπινοήσεις, ὥστε νὰ κάνεις πιὸ ἐφικτὴ τὴν ὀμορφιὰ στὴν ζωή σου. Ἡ Ποίησις διατρέχει παράλληλες πραγματικότητες• εἶσαι σὲ θέσι νὰ τὶς δεῖς, νὰ τὶς ἀντέξεις; Ἐδῶ, ἐμφωλεύει ἕνας ἀτελεύτητος φιλοσοφικὸς προβληματισμὸς...  Καὶ δὲν μπορῶ μετὰ βεβαιότητος πιὰ νὰ σᾶς πῶ ἐὰν ζῶ γιὰ νὰ γράφω ἢ ἐὰν, τελικῶς, γράφω γιὰ νὰ ἐξακολουθῶ ἀξιοπρεπῶς νὰ ζῶ.


6. Εν κατακλείδι, λοιπόν, τι σημαίνει ποίηση για εσάς; Ποιος ο ορισμός της;

Δὲν ἔχω μπεῖ ποτὲ στὴν διαδικασία νὰ ὁρίσω τὴν Ποίησι προσωπικῶς. Γιατί θὰ πρέπει νὰ “καταδικάσω” κάτι μὲ λέξεις ποὺ μὲ πλημυρίζει ζωή; Γιατί θὰ πρέπει νὰ τὸ προσεδαφίσω καὶ νὰ τὸ φέρω στὰ ἡμιμαθῆ ἀνθρώπινα μέτρα μου; Ὑπάρχουν, ἄλλωστε, τόσοι ὁρισμοὶ ποὺ ἔχουν δοθεῖ κατὰ καιροὺς ἀπὸ μεγάλους διανοητὲς καὶ ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἀνατρέξει κάποιος ποὺ ἀποζητᾶ ἀπολυταρχικοὺς ὁρισμοὺς σὲ φιλέλευθερες ἔννοιες. Κάποια “πράγματα” δὲν ὑποτάσσονται• καὶ εἶναι, νομίζω, γιὰ ὅλους καλλίτερα ἔτσι. Μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὴν πίστι, τὸ φῶς; Μποροῦμε νὰ ὁρίσουμε τὸν θεό;

7. Έχετε έναν πολύ δυνατό ποιητικό λόγο και οι εικόνες που αναδύονται μέσα από τα ποιήματά σας, παρασέρνουν σαν ορμητικό ποτάμι τον αναγνώστη. Μπορείτε να κατατάξετε την ποίησή σας σε κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα; Ανήκετε κάπου;

Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγὼ σὲ αὐτό• ἐπειδή, γενικῶς, εἶμαι ἐναντίος τῶν ἀπολύτων κατηγοριοποιήσεων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν πραγμάτων. Ποτὲ δὲν ἀναλώνομαι στὴν διαδικασία νὰ δημιουργήσω ὑπηρετῶντας συνειδητῶς κάποιο ρεῦμα, κάποια “τεχνοτροπία”. Σαφῶς καὶ κάτι τέτοιο μπορεῖ νὰ συντελεῖται αὐτομάτως, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπιδιώκω, δὲν τὸ προκαλῶ τὸ ἐστρατευμένο ἔργο. Θὰ ὁλοκληρώσω ἕνα ποίημα καὶ δὲν θὰ ἀναλύσω πόσα, λόγου χάριν, συμβολιστικά, ῥεαλιστικὰ ἢ ῥομαντικὰ στοιχεῖα φθάνουν νὰ διακρίνονται τελικῶς. Θὰ ὁλοκληρώσω ἕνα ποίημα καί, ἐὰν καὶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα καταφέρει νὰ διατηρήσει ἐντός μου τὴν ἰδίαν (ἢ περισσοτέραν) συναισθηματικὴ ἰσχύ, φέρει ἀκόμη —κατ' ἐμὲ— τὸ ψυχικὸ αὐτὸ σθένος τῆς στιγμῆς ποὺ τὸ ἔγραφα, τότε θὰ τὸ κρατήσω στην ἄκρη καὶ θὰ προχωρήσω περαιτέρω. Σκοπός μου εἶναι νὰ ἔχω τὴν δυνατότητα νὰ προσφέρω μία μικρὴ διέξοδο σὲ κάποιους ἀνθρώπους, νὰ μὴ νοιώθουν ἄλλο μόνοι, μὲ τὰ μέσα ποὺ διαθέτω νὰ ἀφυπνισθοῦν καὶ νὰ καταλάβουν... ὄχι νὰ “κατακρεουργήσω” τὴν ἤδη βεβαρυμένη ψυχολογία τους μὲ ἀναλύσεις καὶ φιλολογικὲς θεωρίες. Αὐτὰ εἶναι θέματα ποὺ κατέχουν καὶ ἀφοροῦν τοὺς κριτικοὺς τῆς τέχνης. Δὲν εἶναι δική μου “δουλειά”.


9. Ένα ποίημά σας το σουρώνετε; Το περνάτε από πολλές διεργασίες; Ή μένετε στην πρώτη σας γραφή;

Ἀντιλαμβάνομαι τὸ ποίημα ὡς οἰκοδόμημα. Ὅσο πιὸ γερὰ καὶ στιβαρὰ τὰ θεμέλια τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ, τόσο πιὸ ἀσφαλῆ καὶ γόνιμο στέγη μπορεῖ νὰ παρέχει. Ὑπὸ τῷ πρίσματι αὐτῷ, σαφῶς καὶ κάθε στίχος ποὺ γράφω διέρχεται πολλαπλῶν διεργασιῶν. Ὑπάρχουν λέξεις ποὺ μὲ στοιχειώνουν γιὰ μῆνες, ποιήματα ποὺ συγκρατῶ ἐμμόνως μέσα μου, ὥσπου νὰ τὰ φέρω στὴν μορφὴ ποὺ ἐπιθυμῶ καὶ νὰ τὰ ἀποτυπώσω ἐν τέλει στὸ χαρτί. Δὲν σᾶς κρύβω ὅτι ὅλο αὐτὸ εἶναι μία ψυχοφθόρος διαστροφή, ἕνα ἀσύλληπτο κακὸ ποὺ ἐν γνώσει προξενῶ στὸν ἑαυτό μου. Μὰ δὲν μπορῶ, νομίζω, νὰ πράξω διαφορετικῶς. Γιὰ νὰ σᾶς δώσω νὰ καταλάβετε τὸ μέγεθος αὐτῆς τῆς κωμικοτραγικῆς νευρώσεως, σκεφθεῖτε ὅτι μπορεῖ νὰ ἔχω τὸ βιβλίο ἕτοιμο —θεωρητικῶς— στὸ τυπογραφεῖο κι ἐγὼ μέχρι τὴν ὑστάτη στιγμὴ νὰ ἀνακόπτω τὴν πορεία τῆς ἐκτυπώσεως γιὰ τάχα ἐπείγουσες διορθώσεις. Ἡ πρώτη γραφὴ γιὰ ἐμένα εἶναι, οὐσιαστικῶς, ἡ ἀπαρχὴ ἑνὸς ἁλυσιδίου “ἐπιπόνων μεταγραφῶν”.


10. Θεωρείται κάποιον κορυφαίο Έλληνα Ποιητή; Ορισμένοι, όπως και η Παγκόσμια Κοινότητα, αναφέρονται στον Καβάφη. Εσείς;

Ὁ Κ. Π. Καβάφης διαθέτει ἀναμφιβόλως ἕνα εὔρωστο διανοητικὸ πεδίο• εἶναι δεινὸς χειριστὴς τῆς γλώσσης καὶ μοῦ δίδει τὴν αἴσθησι ὅτι ἐναποθέτει ἕναν ἔρωτα στὶς λέξεις μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐπιλέγει νὰ τὶς ἀξιοποιήσει. Αὐτό, ἐντούτοις, δὲν τὸν καθιστᾶ μέσα μου τὸν κορυφαῖο Ἕλληνα ποιητή. Καὶ δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω γιατί θὰ πρέπει νὰ κάνουμε λόγο γιὰ “κορυφὲς” καὶ “πρόποδες” στὴν Ποίησι. Ὑπάρχουν ποιήματα κατηξιωμένων δημιουργῶν ποὺ μὲ ἀφήνουν παταγωδῶς ἀσυγκίνητο καὶ ἄλλα, ἀσήμων, ποὺ μοῦ προκαλοῦν τέτοιο ὑπέρμετρο συγκινησιακὸ φορτίο, ποὺ καταλήγω νὰ ἀπορῶ γιατί παραμένουν (καὶ ἐνδεχομένως νὰ ἐξακολουθήσουν ἐς ἀεὶ νὰ παραμένουν) στὸ ἀναγνωστικὸ παρασκήνιο. Ἀλλὰ εἶναι τόσο σχετικὴ καὶ ὑποκειμενικὴ ἡ πραγματικότης πού, σὲ τελικὴ ἀνάλυσι, αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔχει τὴν δύναμι νὰ διατρέξει καθοριστικῶς τὰ μέσα μου, νὰ ἀφήνει περιέργως ἀπαθῆ ἕναν ἄλλον. Καί, ἴσως, ἐκεῖ νὰ ἔγκειται καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ μαγεία τῆς Τέχνης• νὰ εἶναι, δηλαδή, σὲ θέσι νὰ προξενεῖ τόσο ἐκ διαμέτρου ἀντίθετες συναισθηματικὲς ἐκβάσεις. Κατὰ καιροὺς παρ' ὅλα ταῦτα, δὲν ἔχω ἀποκρύψει τὴν ὑπερμεγέθη ἀγάπη μου γιὰ τὴν Ποίησι τῆς Κατερίνας Γώγου, τῆς Κικῆς Δημουλᾶ, τοῦ Τάσου Λειβαδίτη, τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ῥούκ καὶ τοῦ Γιάννη Ῥίτσου. Αὐτοὶ συμβαίνει νὰ θωπεύουν ἀνατρεπτικῶς τὶς ἀμυχές μου.


11. Διαβάζω ότι υπάρχουν σχολές όπου μαθαίνουν να γράφουν ποίηση ή κάτι ανάλογο. Αλήθεια διδάσκεται η ποίηση;

Ἐπικερδῆ συμπτώματα τῶν καιρῶν ἐξ ἀνθρώπων ποὺ ποθοῦν νὰ δημιουργήσουν στυγνοὺς ἐπαγγελματίες ἐκεῖ ὅπου δὲν χωρᾶ —οὔτε κατὰ διάνοια— ὁ ἀνταγωνισμός. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ ἐπεκταθῶ καὶ νὰ σχολιάσω κάτι ἄλλο ἐπιπροσθέτως, διότι θὰ γίνω βαθύτατα “πικρός”. Τὸ ὅποιο ταλέντο, ἡ ὅποια ἐπιδεξιότης, ἁπλῶς δὲν διδάσκονται, δὲν ἐφευρίσκονται. Ἐὰν τὰ διαθέτεις, τὰ καλλιεργεῖς...


12. Περνούμε μια εποχή κρίσης. Τεχνητή ή πραγματική, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι υπάρχει κρίση σε όλους τους τομείς. Μπορεί η ποίηση, ο ποιητής να διαδραματίσει κάποιον ουσιαστικό ρόλο; Η άποψή σας;

Σαφῶς. Ἡ Ποίησις φέρει τὴν δύναμι, ὄχι μόνον νὰ ἐκφράζει τὶς τρέχουσες καὶ ἐπιτακτικὲς ἀνάγκες τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ νὰ ἐμπνέει πάγια καὶ ἀδιαφιλονίκητα ἰδανικά, ὥστε νὰ κινητοποιεῖ  ὑποδορίως μεγάλες ἐπαναστάσεις• γιὰ τοῦτο καὶ όφείλει νὰ στέκεται ἑτοιμοπόλεμο γρονθοκόπημα στὴν πρώτη γραμμὴ τῶν ἐξελίξεων. Ὁ ποιητὴς πρέπει νὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ἀμείλικτος φλέβα ἐκ τῆς ὁποίας διέρχεται τὸ ἀμόλυντο αἷμα τῆς ὁροθετικῆς μας κοινωνίας• εἶναι καθοριστικῆς προτεραιότητος αὐτό. Ἐὰν δὲν συμβαίνει, τότε καὶ οἱ ποιητὲς καὶ οἱ λέξεις ἀπώλεσαν ἀναφανδὸν σκοποὺς καὶ νοήματα.


13. Τι γνώμη έχετε για την πολιτική; Θα μπορούσατε να είστε πολιτικός;

Ὅ,τι κάνουμε, ὁ τρόπος ποὺ ἐνεργοῦμε, αὐτὰ ποὺ ἐπιλέγουμε, οἱ διαδικασίες ποὺ ἀκολουθᾶμε  ἀκόμη καὶ στὰ πιὸ —φαινομενικῶς— ἀσήμαντα θέματα, ἡ λογικὴ μὲ τὴν ὁποία τελικῶς ἀποφασίζουμε νὰ διαθέτουμε τὸν ἑαυτό μας στους ἄλλους καὶ στὰ πράγματα• ὅλα αὐτά, ἐντάσσονται σὲ ἕνα εὐρύτερο πεδίο πολιτικῆς δράσεως. Ἐὰν μὲ ῥωτᾶτε γιὰ τὴν δυνατότητα ἢ τὴν ἐπιθυμία μου νὰ ὑπάρχω ὡς πολιτικὸς σὲ μία χώρα ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ γνωρίζουμε σήμερα, θὰ σᾶς ἀπαντήσω κατηγορηματικῶς “ὄχι”. Αὐτὴ ἡ πολιτικὴ διαφθείρει τὰ ἤδη ἐφθαρμένα. Οἱ μηχανισμοὶ ποὺ χρησιμοποιεῖ εἶναι ἰδιαιτέρως πολυσύνθετοι γιὰ ἐμένα, ὥστε νὰ τοὺς κατανοήσω καὶ νὰ παρεμβληθῶ στὰ γρανάζια τους. Ἄλλωστε, πιστεύω ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ βρίσκεσαι ἐκεῖ ψηλὰ στᾶ ἕδρανα μὲ κοστούμια καὶ γραβάτες, προκειμένου νὰ προσδώσεις κῦρος στὶς ἀπόψεις σου καὶ νὰ ἀγωνισθεῖς γιὰ τὸ κοινὸ καλὸ κατὰ τὸ δοκοῦν. Δὲν διαθέτουμε ὅλοι προῖκα ἡγετικῶν ἱκανοτήτων.


14. Τι σχέση έχετε με τον θάνατο; Έχει θέση, χώρο στην ποίησή σας;

Βεβαίως. Και, μάλιστα, χῶρο ἀδιασάλευτο καὶ στρατηγικό. Ὁ θάνατος δὲν παύει νὰ εἶναι τὸ φυσικὸ ἐπακόλουθο τῆς ζωῆς, ἡ λογική της ἔκβασις καὶ ἡ γνώριμος κατάληξις αὐτῆς, ὅσο κι ἐὰν ἀποστρέφουμε τὸ βλέμμα ἀπὸ αὐτόν, ὅσο κι ἐὰν προσπαθοῦμε —εἰς μάτην— νὰ τὸν ἐνοχοποιήσουμε, νὰ τὸν ἀναιρέσουμε, νὰ τοῦ ἐπιβληθοῦμε. Θὰ ἦταν ἀνώφελο, συνεπῶς, καὶ ἐνδεχομένως ἀδιανόητο νὰ γράφω ἔξω ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο (κυριολεκτικὸ ἢ μεταφορικὸ) ποὺ αὐτὴ ἐπιφέρει. Τὰ ποιήματα δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ μικρὲς-μικρὲς δόσεις ἀθανασίας ἔμπροσθεν ἑνὸς διατεθειμένου θανάτου ποὺ διακαῶς στὸ κάτωθι ἀπόσπασμα ἀναμένει. Δὲν μὲ τρομάζει, σᾶς διαβεβαιῶ• μὲ προβληματίζει μόνον πῶς θὰ εἶναι ἡ μεταβατικὴ “ζωή” μας ἐκεῖ δίχως τὴν ἀπρόσκοπτον ἀνάγκη μας γιὰ πρόσωπα, λέξεις καὶ ἤχους.  


15. Για ποια πράγματα θα κλαίγατε; Για ποιες απώλειες θα οδυρόσασταν; Τις αντιμετωπίζετε με ψυχραιμία;

Μὲ συναντᾶτε σὲ μία περίοδο, ὅπου δυσάρεστες ἐξελίξεις διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη μετ' ἐξωφρενικῆς ταχύτητος. Θεωρῶ τὸν ἑαυτό μου, πλέον, ἄνθρωπο ψύχραιμο• ἀλλὰ καὶ αυτὸ εἶναι κάτι σχετικό, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ τὸ χειρότερο, αὐτὸ ποὺ δὲν πιστεύεις ἢ δὲν ἔχεις φαντασθεῖ νὰ σοῦ συμβαίνει, πάντοτε καιροφυλακτεῖ. Καὶ δὲν γνωρίζεις ποτὲ σὲ μία συγκεκριμένη περίστασι, σὲ ἕναν διαφορετικοῦ τύπου κίνδυνο, πῶς ἐνδέχεται νὰ ἀντιδράσεις, καθὼς κάποια πράγματα μᾶς ὑπερπηδοῦν, εἶναι τρόπον τινὰ ἀνώτερα τῶν δυνάμεών μας τὴν δεδομένη χρονικὴ περίοδο ποὺ μᾶς “συναντοῦν”. Κάπου ἐδιάβασα (πράγματι, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῦ) ὅτι στὴν ζωὴ τίποτε δὲν μᾶς συμβαίνει, τὸ ὁποῖο δὲν εἴμεθα προγραμματισμένοι νὰ τὸ ἀντέξουμε. Θὰ διαφωνήσω μὲ τὴν στάσι αὐτή• ἐὰν κάτι τέτοιο ἴσχυε, δὲν θὰ εἴχαμε ἱδρύσει ψυχιατρεῖα, δὲν θὰ εἴχαμε ἀνάγκη κανένα χάπι γιὰ νὰ ευτυχήσουμε. Αὐτὸ ποὺ σἠμερα κλαῖμε, αὔριο μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει νὰ χαμογελᾶμε. Ἡ ἀπώλεια καὶ ἡ ὀδύνη, ὄμως, ἔχουν συντελεσθεῖ, ἔχουν διαδραματίσει τὸν ἀναπόφευκτο ῥόλο τους, προκειμένου κάτι καινούργιο νὰ γεννηθεῖ ἢ νὰ ἐπιμείνουμε ἐκεῖ, στὸν ἴδιο πόνο ἐνδελεχῶς βεβαπτισμένοι.


18. Τελειώνοντας κύριε Αγγελή…..


Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εὐχαριστήσω θερμῶς γιὰ τὸ ἐνδιαφέρον σας καὶ γιὰ τὸν χρόνο ποὺ ἀφιερώσατε σ' ἐμένα καὶ τοὺς στίχους μου. Νὰ σᾶς συγχαρῶ ἐκ βαθέων γιὰ τὸ ὑπέροχο αὐτὸ  ἱστολόγιο ποὺ μὲ τόση φροντίδα καὶ κόπο ἐμμένετε νὰ διατηρεῖτε εἰς πεῖσμα τῶν ἀντιποιητικῶν μας καιρῶν. Γιὰ τὴν χαρὰ αὐτῆς τῆς εἰλικρινοῦς φιλοξενίας ποὺ μετὰ γενναιοδωρίας μοῦ προσφέρετε. Νὰ σᾶς εὐχηθῶ κάθε ἐπιτυχία σὲ κάθε ἐπίπεδο. Ἂς ἐξακολουθεῖτε νὰ μᾶς σύρετε ὁλοένα καὶ πιὸ κοντὰ στὸν ἀσυμβίβαστο ποιητικό μας ἑαυτό. Τὸ ἀποζητᾶ βαρέως ἡ λιμοκτονουμένη ἡ ἀνάγκη μας.-

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Φίλιππος Ἀγγελῆς (μικρή αναφορά )

Ὁ Φίλιππος Ἀγγελῆς γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα στὶς 28 Ἰουλίου 1984.   
ἔργα του:
  • Τὸ ἀγαπημένο παιδὶ τῆς Μοναξιᾶς[ἐκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης, Ἰούνιος 2010] 
  • ..Μὲ ταχύτητα καρδιᾶς [ἐκδόσεις Μπαρτζουλιάνος, Ἰούνιος 2011]
  •   Ἡ ἐμμηνόπαυση τῆς Ὕαινας [εκδ. Περίπλους 2012]

Η Μ Π Λ Ο ύ Ζ Α




Ἄστεγη παραμένει ἀκόμα
ἐκείνη ἡ μπλούζα σου ἡ φαρδιά ἡ πολυφορεμένη
πού κάποτε ἐρωτικά στό κορμί σου κατοικοῦσε
ἀνίδεη γιά ὅρους, συμβόλαια καί ἐξώσεις
ἀπό τά πάθη σου πιό δυνατή
ἀπ’ τήν ἀγάπη σου πιό ξεθωριασμένη…
Ἀμήχανα τώρα σέ μιάν ἄκρη
σάν ἀπό τό τίποτα κρεμασμένη γερά
τόν ἰσχυρό ἐγωισμό σου νά μοῦ ἐπιβεβαιώνει
στέκεται καί μέ παρακολουθεῖ
ἀπό μπροστά της νά περνῶ, νά ἔρχομαι, νά φεύγω
καί νέα σου παλιά νά ἔχω μόνο νά τῆς δώσω…
Νά εἶσαι καλά ἤ μήπως
καινούργιο ρεῦμα ἐρωσφόρο σέ παρέσυρε στό διάβα του
καί σ’ ἕνα θαῦμα ἀλλοτινό σέ πάει νά σέ ἐκβάλει;
Νά εἶσαι καλά καί πῶς δικαιολογεῖς
τόση ἀσύσπαστη σιωπή ἐδῶ νά ἐπιβάλλεις;
Ἀλήθεια, πῶς γλίστρησε ἐκεῖνος ὁ καιρός
πού εὐτυχισμένα στόν ἱδρῶτα σου κολλοῦσε
σάν κάτι ἀπό τό δέρμα σου νά ἦταν
-κομμάτι ἀναπόσπαστο τῆς ὕπαρξής σου ὅλης…
Κάπως ἔτσι, φαντάζομαι, θά κλαῖνε

καί τά φτερά τῶν ἀγγέλων πού ζωγραφίζαμε παιδιά
πάνω στῆς προεγχειρητικῆς μας ἀγωγῆς τά τετράδια
χωρίς τόν πολυπόθητο οὐρανό τους.
Νά ἤξερες σέ πόση ἀτυχία
σάν ἄδικος κριτής τήν καταδίκασες
-μόνη κι ἀχρείαστη βαριά
χωρίς ἐκεῖνο τό παράξενα ἐφηβικό τό ἄρωμά σου
πού τότε γέμιζε σεντόνια, μαξιλάρια καί μνῆμες καί στιγμές
καί ἀβίαστα στά μέσα μου κυλοῦσε
σά νά ‘ταν στέγη προσευχῆς κι ἀγαπημένο χάδι
πού πιάνει τοῦ πόνου τήν φορά
κι ἀπό ἐσένα μακριά τήν προσανατολίζει…
Καί συγκρατοῦμαι μπροστά της καί ἀποφεύγω νά τήν κοιτῶ
γιατί δέν πρέπει πιά νά ὑποψιαστεῖ
πώς ἡ ἀπαστράπτουσα ἡ ἀπουσία σου
ἀδιανόητα ἐξακολουθεῖ τό βλέμμα νά θολώνει…
Πίστεψέ με –πολλές φορές τό σκέφτηκα
τήν δυσκολία της νά ἐπιδιορθώσω∙
μά ἔλα πού τόσο πολύ τήν λυπᾶμαι
ἔτσι μονοκόμματα πού τρέμουν οἱ ραφές της
κάθε φορά πού γιά μεταποίηση τῆς συζητῶ
καί τρέχει καταπάνω μου ἀτάκτως ἐρριμμένη
τήν σημασία σου νά προσπαθεῖ γιά νά τήν σώσει·
φαρδιά καί ἄστεγη –στό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς

ὅπως ἐμμένει ἀμετάπειστα νά εἶναι…

Με ταχύτητα καρδιάς (απόσπασμα)


Δεν φταις εσύ, δεν φταίω εγώ
ο άλλοι πάντοτε θα φταίνε-
χώμα να βρίσκει ό εγωισμός και να ριζώνει.
Δεν μ' αγαπάς; Δεν σ' αγαπώ
και σε σκοτώνω για να ζήσω·
αύτη είναι ή τάξη των πραγμάτων
και Τρίτη Παρουσία δεν αρκεί
του κόσμου το παράλογο για να το συνετίσει.


……..

Μεγαλώσαμε και πια δεν το μπορούμε...
Το μίσος, τα ίσως και τα δεν
τα μείνε, τα φύγε, το χωρίς
τα πάντα, σας το λέω, συνηθίσαμε
και τ' αστέρια κηλίδες σπέρματος σε στέρφο ουρανό τώρα τα βλέπουμε
έτσι όπως την ψυχή μας συνηθίσαμε
από του κόσμου το ασύδοτο το ύψωμα να την γκρεμίζουμε


…………..

Μα θα το ζήσουμε κι αυτό...
Κάποτε - θα δεις
στην ίδια εντοιχισμένη ευτυχία θα συγκατοικήσουμε ξανά
με την πόρτα απεγνωσμένα ανοιχτή
να μπαινοβγαίνει η ζωή φορτωμένη τα καινούργια της δώρα και
χαλάλι, θα λέμε, χαλάλι.

……….

…..Τ' αγαπημένα σου ν' ακούγονται τραγούδια
την σημασία να σου παραχωρήσω που αξίζεις
και να προλάβω τα ρούχα μου τα πιο καλά να βάλω·
τόση φιλάρεσκη επισημότητα ξέμεινε αφόρετη στις κρεμάστρες.
Και τα μάτια -
να μην ξεχάσω να σκουπίσω τα μάτια.
Την εγκατάλειψη δεν θέλω να την δεις και να τρομάξεις.
Πρέπει, όμως, νά βιαστώ...



Να στρώσω λίγο τα μαλλιά, την πλάτη να ισιώσω
σημάδια, χρόνια κι ατυχίες μήπως μπορέσω ν' αποκρύψω
να ρίξω άρωμα σ' εκείνες του κορμιού μου τις πτυχές
που τότε αποζητούσες ν' αγκαλιάσεις
και την Παραίσθηση στο στόμα να ταΐσω·
μεγάλωσε πολύ το μωρό μου - σ' το λέω, θα εκπλαγείς.
Πρέπει, όμως, να βιαστώ...



Τέτοια χαρά πώς να συγκρατήσεις;
Κι εσύ όπου νά 'ναι θα φανείς
μ' αυτά τα χείλη τα δεινά -τ' απονενοημένα
που την ζωή μου έμαθαν πικρά να αθετούν και να της τάζουν.
Πρέπει, όμως, να βιαστώ...
τι κι αν τον δρόμο ξέρω πάλι πώς θα χάσεις
επέτειο θα είχαμε απόψε.

...........

Για τις ημικρανίες σας και τα χαμένα λόγια
τις χαλασμένες μήτρες σας και τα νεκρά παιδιά σας
και για την ανεργία σας και για τα στραβά σας
για εκείνους που αμύνονται κι έπειτα φθηνά δωροδοκούνται
-για την παγκόσμια μοναξιά μας, λέω
...θα φταίω εγώ·
ο αγαπημένος των εχθρών σας -εγώ
που σαν την σύφιλη επάνω στις πληγές σας κατακάθομαι

και δεν σας αφήνω ποτέ να χαρείτε.


.............

Ν Ε Κ Ρ ώ Σ Ι Μ Ο Σ Α Ν Α Κ Ο Λ Ο Υ Θ ί Α

Ἀσυνεπής ὁ θάνατος νά ἦταν…
Νά μή σέ μάζευε νωρίς ἀπ’ τίς ἀλάνες.
Τήν ὥρα ἐκείνη τήν στερνή νά μή σέ ἔπαιρνε
πού ζύγιζες στά ἐφηβικά τά χέρια σου
ἑνός παράλογου ἔρωτος τό καθαρό τό βάρος.
Νά μή σέ ἔβρισκε ἀσήμαντο, σκυφτό
ἀπό τούς κήπους τῶν λυγμῶν νά κόβεις παπαρούνες.
Ὄρθιος νά ἤσουν καί τυφλός
στήν ἔξοδο κινδύνου νά περίμενες
χωρίς θυμό, χωρίς γιατί μέ σαπισμένες τίς ἐλπίδες.
Ἀσυνεπής ὁ θάνατος καί τό μαζί νά μήν ἀργοῦσε…
Γι’ αὐτήν τήν ἄσπονδη τήν φρίκη
πού τό ποτέ ξανά ἀπ’ τά μαλλιά τό σέρνει
ἀνυποψίαστα μακάρι καί νά ζοῦσες.
Τήν πιό γεμάτη σου στιγμή νά μή σημάδευε
καί μ’ ἕνα ὥς ἐδῶ πικρά τήν ἀποτελείωνε.
Σάν ἀπόηχο ξερό νά μή σέ ἐγκατέλειπε
πάνω στό τραγούδι σου τό πιό ἀγαπημένο.
Ὄχι. Στήν ἀπόγνωση νά μήν χρειαζόταν
τόσο τρυφερά νά ἐντρυφήσεις.
Ἀσυνεπής ὁ θάνατος σάν καθυστερημένη ἄνοιξη νά ἦταν…

Στόν φόβο του νά μή λογοδοτοῦσες·
Ἀπό τό ὄνειρο παιδί νά μή σέ σχόλαζε
νά μή σέ ἔσερνε μεσάνυχτα στό τέλος.
Τέτοια ἀποσύνθεση συναισθηματική μέ μιᾶς νά σταματοῦσε.
Ἕναν παραθαλάσσιο οὐρανό μόνο ν’ ἀτένιζες·
κι αὐτόν μέ βεβαιότητα ἄσε με
παράδεισο ἀμφίβολο νά σοῦ τόν πῶ
ἀφοῦ τά λυπημένα σου φτερά
τόπο δέν βρῆκαν ν’ ἁπλωθοῦν καί νά πετάξουν.
Ἀσυνεπής ὁ θάνατος νά ἦταν…
Χαράματα νά μή σέ φώναζε μέ ἀσθενοφόρου σειρῆνα
καί σκουριασμένο αἷμα στίς φλέβες·
σ’ αὐτήν τήν ἄτυχη σκηνή
τό ὄνομά σου τό μικρό νά τό ξεχνοῦσε
νά μήν τόν ἄκουγες, νά γύριζες τήν πλάτη.
Ξημερώματα στόν θεό νά μή σέ πήγαινε
πού εἶναι κλειστά καί δέν μιλοῦν τά παραμύθια
καί μ’ ἕνα φύσημα ἁπλό
ἀνοίγουνε διάπλατα οἱ κλειστοφοβικοί μας πόθοι.
Μέ σένα, τουλάχιστον, ὁ θάνατος
ἐπιεικής ἄς ἦταν…
Κι ἐσύ στό πλάι μου -ἐδῶ
τήν προσοχή μου, ὅπως παλιά, νά ἀπαιτοῦσες

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Εμμηνόπαυση της ύαινας (απόσπασμα)


Θα έπρεπε να μ' έβλεπες τώρα -
τώρα που εγκάρδια γερνώ και εσπευσμένα
λες και με πέρασε ολόκληρη ζωή
με φόρα ασυγκράτητη σε μία μόνο νύχτα•
τώρα πού έχω επάνω μου ανάγκη πιο πολλή
ένα παράφορα κατάδικο μου βλέμμα
που όλα τριγύρω φυλακή
να χάνονται ισόβια οι φίλοι.
κι εσύ ποτέ να μην μιλάς
ποτέ να μην μού γράφεις –
με χόρτασε ό κίνδυνος κι οι λέξεις
κι ίσως να είναι καλλίτερα έτσι
της ερημιάς μας ό υψίφωνος ό ήχος.

Ναι. Θα έπρεπε να μ' έβλεπες τώρα -
να κλαίγαμε ασυντόνιστα
σαν δυο επίμονες βροχές, ετεροχρονισμένες
πού δεν μπορούν ν' αγαπηθούν στην ίδια πόλη•
μ' ένα φιλί παρεστιγμένο
πιστά να μού κρατάς το στόμα
να μυρίζεις σκόνη και βάλσαμο
να γλείφεις μια χυδαία τερηδόνα των οστών
κι εγώ κορμί σκληρό από γκρεμό και ψέμα
όπως την πρώτη την φορά να σε μαθαίνω.

Όχι, ψυχή μου. Μην βάλεις ζάχαρη.

Σκέτο τον πίνουνε τον έρωτα οι μεθυσμένοι.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

με ταχύτητα καρδιάς (απόσπασμα)

Για τις ημικρανίες σας και τα χαμένα λόγια
τις χαλασμένες μήτρες σας και τα νεκρά παιδιά σας
και για την ανεργία σας και για τα στραβά σας
για εκείνους που αμύνονται κι έπειτα φθηνά δωροδοκούνται
-για την παγκόσμια μοναξιά μας, λέω
...θα φταίω εγώ·
ο αγαπημένος των εχθρών σας -εγώ
που σαν την σύφιλη επάνω στις πληγές σας κατακάθομαι
και δεν σας αφήνω ποτέ να χαρείτε.

Το αγαπημένο παιδί ης μοναξιάς






ΜΗ Μ’ ΑΦΗΝΕΙΣ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ

Σέ αὐτή τή στενή πραγματικότητα κλεισμένος
ποιό ἄλλο θέμα μοῦ ἀπομένει νά ἐξαντλήσω
ἐκτός ἀπό ἐσένα;
Ἀσφυκτικά μέ κατοικεῖς καί
ἴσως τελικά νά μή φταῖς ἐσύ
πού ἀπελπιστικά ὁμοιοκαταληκτεῖς
μέ τήν «ἀπουσία».

Σέ πετάω στούς τοίχους
καί μοῦ ἀνοίγεις ρωγμές.
Σέ λέξεις ἄγνωστες σέ ὀργανώνω
καί σέ σκορπίζω πάνω σέ χαρτιά.
Μέσα στά συρτάρια σέ σπρώχνω
καί τά κλειδιά καταπίνω.
Στήν ἀπομόνωση σέ βάζω
καί σέ κόβω ἀπ’ τίς φωτογραφίες.
Στό σῶμα μου
ἀκόμα προσπαθῶ νά ξεθωριάσω
τά ὕστατα ἀποτυπώματά σου.
Μέ πόνο σέ τραβῶ ἀπό τίς ἀναμνήσεις
καί σέ σκοτώνω.
Καί στόν ὕπνο μου
σέ φωνάζω «ἀγάπη μου».

Μά δέν ὑπῆρχες.
Δέν ὑπάρχεις.
Καί - κυρίως - δέν σέ χρειάζομαι.
Δέν σέ χρειάζομαι…
καί τό ράγισμα τῆς φωνῆς μου στό σημεῖο αὐτό
ὑπ’ ὅψιν σου νά μήν τό λάβεις.
Καί ὡς ἀδυναμία
νά μή μοῦ τό χρεώσεις.
Ἕνα ἀδέσποτο παιδί συλλογίστηκα
πού μοῦ φέρνει κάθε μέρα χαρτομάντηλα.
Δέν εἶμαι λυπημένος, λοιπόν, πού φεύγεις.
Πῶς θά μποροῦσα, ἄλλωστε
ἀφοῦ ποτέ δέν εἶχες ἔρθει;

Μιά μέρα θά κυκλοφορῶ μέ φτερά
ἀπό τά ἀποκόμματα τῶν ἐφημερίδων
πού ἔγραψαν γιά τήν ἐλευθερία
καί θά ψάξω νά σοῦ μιλήσω
γιά τήν ἐπικίνδυνη συνήθεια πού ἔχω
νά ὀνειρεύομαι
ἕνα κίνητρο γιά τή ζωή
καί μιά ὑστεροφημία γιά τόν θάνατο.

Μ’ ἀκοῦς;
ἥ μήπως σκέπασαν τίς αἰσθήσεις σου
οἱ σειρῆνες τῶν ἀσθενοφόρων;


Στό ἱστορικό μου νά διαγράψεις ὁριστικά
τή σκοτεινή ἔνδειξη
«Καταθλιπτικός».
Ἐπιπόλαιη διάγνωση, βλέπεις.
Μέ τοῦτο μονάχα νά τήν ἀποκαταστήσεις:
«Ὀνειρόπληκτος».
Καί μέ ἀποσιωπητικά νά τή συνοδεύσεις.
Νά μή στέκει ἐκεῖ ἔξω δίχως συντροφιά.
Σά νά ἔχει - τάχα
καί κάτι ἄλλο πάντα νά σοῦ πεῖ.

Σέ παρακαλῶ…
μή μ’ ἀφήνεις νά ξεχάσω.

=========================== Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Τό πρόσωπό μου
σ’ αὐτή τήν ξεχασμένη κι ἀπ’ τή ζωή φωτογραφία
- μήν κοιτᾶς.
Δέν εἶμαι ἐγώ.
Κι ἄν πάλι εἶμαι
τό ἀτσαλάκωτο τῆς ἐπιφάνειάς του
πιά δέ μοῦ ἀνήκει…

Τότε
τά χείλη μου ἀγνοοῦσαν
τῆς προδοσίας τή στυφή τή γεύση.
Καί γιά τήν ἀγάπη εἶχαν μόνο νά σοῦ ποῦν.
Τώρα
μέ στίχους δύστροπους
πού ἔμαθαν νά χάνουν λίγο-λίγο τό νόημά τους
σέ ταλαιπωροῦν.
Σέ κουρασμένα ὄνειρα
δέν περίμεναν νά λογοδοτήσουν.
Οὔτε γιά τή θνητότητα τῶν λέξεων
νά διαμαρτυρηθοῦν…

Ὄχι, ψυχή μου.
Δέν θλίβομαι γιά ὅλα αὐτά.
Μόνο πού μ’ ἐκεῖνο τό ἴδιο παράφορο πάθος
δέν πρόκειται ποτέ νά σέ φιλήσουν
- θλίβομαι.

Τότε
τά μάτια μου δέν εἶχαν δεῖ
τήν ἀκαριαία πτώση τοῦ Ἔρωτα
στό ἄγονο ἔδαφος τοῦ χρόνου.
Τά φτερά μου τσακισμένα
ἀπ’ τό βάρος τῶν ψευδαισθήσεων
δέν φαντάστηκαν.
Κι ἀλήθεια –
τήν ὀδυνηρή εἰκόνα ἑνός ἀποχαιρετισμοῦ
νά τή γνωρίσουν, δέν πίστευαν.
Τότε
ἡ φλόγα τῆς ἐλπίδας ἔκαιγε ἀκόμα μέσα τους
ἀνυποψίαστη
γιά τόν χειμῶνα πού θά τήν πάγωνε
μέχρι καί τήν τελευταία της σπίθα.
Τώρα
ταξίδια στάσιμα σέ βαλτωμένες θάλασσες καί -
καί δύσβατα λιμάνια
μονάχα τά στοιχειώνουν.

Ὄχι, ψυχή μου.
Γιά ὅλα αὐτά δέν θλίβομαι.
Μόνο πού μ’ ἐκείνη τήν ἴδια ἀκλόνητη πίστη
δέν πρόκειται ποτέ νά σ’ ἀντικρύσουν
- θλίβομαι.

Στ’ αὐτιά μου
δέν εἶχε φτάσει ὁ ἀπόηχος τέτοιας ἀπόγνωσης˙
ἀπ’ τῶν ἀνθρώπων τήν φλύαρη τήν κράση
τόση σιωπή συσσωρευμένη δέν ἄκουσαν ποτέ
καί οὔτε γιά τῆς ψυχῆς τό παρακάτω
ἀντέχουν πιά ν’ ἀκούσουν…

Τό πρόσωπό μου, λοιπόν
σ’ αὐτή τήν φωτογραφία πού δείχνει νά μοῦ μοιάζει
- μήν κοιτᾶς.
Ἄτυχη στάθηκε πολύ.
Ἔτσι ἀνέφικτα ὅπως μέ ἀπο-θανάτωσε…

========================== Η ΚΑΡΕΚΛΑ

Περασμένα μεσάνυχτα
κι ὅλα τά περασμένα τῆς ζωῆς μου ἀναλογίζομαι.
Μ’ ἐκεῖνο τό βαρύ τό αἴσθημα
τοῦ ἀδιέξοδου πόνου
πού ὥς τό τέλος θέλει νά συνοδεύει
τά ἀδικοχαμένα τῆς καρδιᾶς μας τά χτυπήματα…

Ἀφοῦ τίποτα δέν ζῶ ὅπως ποθοῦσα
θά πεθάνω – σοῦ τό λέω - ὅπως θέλω˙
μ’ ἕνα ἤρεμο χαμόγελο στά χείλη
καί δύο χέρια πού ἄγγιξαν πολλά
μά τήν ἀπώλεια σωστά θά τή θυμοῦνται…

Ἐσύ
δέ ξέρεις πῶς εἶναι νά μιλᾶς
σέ μιάν ἄδεια καρέκλα ἀπέναντί σου
πού δέν γνώρισε ποτέ τήν χρηστικότητά της˙
καί κάτω ἀπό τήν ἡμιμάθεια αὐτή
ἐξακολουθεῖ νά γεμίζει σιωπηλά
τήν ἀγαπημένη μου γωνία στό σαλόνι.
Ἀδιάφορα πράγματα ἐπάνω της
τυγχάνει κι ἀκουμπῶ.
Μήπως καί κάτι ἀπ’ τό κενό πού νιώθει
γιά λίγο ἀναπληρώσω…

Σέ ποιό δρόμο, ἄλλωστε, νά ψάξω
νά σέ φέρω ἐδῶ μπροστά της
γιά νά τῆς συστήσω τήν αἰτία της;
Ἀπό ποιό μακρινό ὄνειρο καί ξένο
νά σέ τραβήξω ἔξω
γιά νά χωρέσεις στή δική της
οἰκεία καταθλιπτική πραγματικότητα;
Ἔτσι ὅπως ἀπάνθρωπα ἐνηλικιώθηκα
μέσα ἀπ’ τήν ἀσυγχώρετη φυγή σου…

Τήν ἀπόλυτη μοναξιά αὐτῆς τῆς καρέκλας
δέν πρόκειται νά καταλάβεις.
Καί σημασία πιά δέν ἔχει.
Παρά τό ὅτι
ἄψυχη κι αὐτή σάν ἐσένα.
Μά πιό πολύ κοντά μου ἀπό ἐσένα.
Καί λέξεις
ἐκτιμῶ ἀπίστευτα πού δέν διδάχτηκε
τήν πρόσκαιρη ἀγάπη της νά μοῦ τάξει.
Καί γιά τίποτα ὄμορφο νά μέ πείσει πιά μπορεῖ.

…Ξημερώνει.
Ὄχι. Κι ἄλλο φῶς
δέν θά ἀφήσω νά τήν πληγώσει.
Τήν ἀπερισκεψία σου δέν θά ὑποστεῖ.
Καί τή φωνή τοῦ παλιατζῆ ἀναμένω ν’ ἀκούσω
γιά νά βγῶ νά τήν παραδώσω
μαζί μέ την ὑπόσχεση νά ἐπιστρέψεις
πού ἐπιτυχῶς λησμόνησες νά τηρήσεις.
Σέ τέτοια λάθη
μόνο ἡ εὐθανασία τούς ἀξίζει…
Καί μέ μάτια πρησμένα
τήν τελευταία μου ἀλήθεια τῆς φωνάζω:
« Ἄν ὁ Ἰουδας δέν ἦταν προδότης
ὁ Χριστός δέν θά περνοῦσε στήν ἱστορία ».

Σοῦ τό εἶπα;
Ἀνεπανόρθωτα ἐνηλικιώθηκα.

Η εμμηνόπαυση της ύαινας (απόσπασμα)

Θὰ μποροῦσες κάθε μέρα νὰ φεύγεις
ἀπὸ τὸν ἴδιο μεστὸ ἀπόηχο τῆς πόρτας
ἀπὸ τὸ ἴδιο σκυφτὸ μονοπάτι
ἀπὸ τὴν ἴδια ἐπιστροφὴ μακριὰ
κάθε μέρα θὰ μποροῦσες νὰ φεύγεις
– βεβιασμένα σαφῶς
μὲ τὴν ἡμίγυμνη ζωή μου
στὰ χέρια σου νόμος καὶ λήθη
μέσα σὲ τοῦτο τὸ λατρεμένο σκοτάδι
ποὺ κάποιο στόμα σου αἱρετικὸ καὶ ἀκοινώνητο
μὲ βάπτισε ὀρθόδοξα ἀγάπη…
Θὰ μποροῦσες κάθε μέρα νὰ φεύγεις, λοιπὸν
μὲ τὴν καρδιά σου κρεμασμένη στὸ ψυγεῖο
μ’ ἐκεῖνα τὰ μάτια τὰ ἀκοπίαστα στυγνὰ
καὶ τὰ τσιγάρα σου βαθιὰ στὸ σακάκι
τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἔστρωνα δυὸ πιάτα στὸ τραπέζι
καὶ θὰ σοῦ ἔδινα ψωμὶ γιὰ νὰ σοῦ πῶ
ὃ ποιεῖς ποίησον τάχιον κι ἐσὺ ξανὰ
νὰ μὴν μὲ καταλαβαίνεις
ἔτσι ὅπως ἁπλὰ καὶ ἄφοβα
κάθε μέρα θὰ μποροῦσες νὰ φεύγεις
γιὰ τὴν ἴδια πιστὴ προδοσία…
Μὴν μιλᾶς·
ἥσυχα ἄσε τὶς λέξεις
μέσα μας πιὰ νὰ πεθάνουν.

*
Απόψε δὲν ἤθελε πολλά·
οὔτε πειράματα
οὔτε συνθήματα
οὔτε ἐπίμαχες ἰδέες.
Σήκωσε μόνον τὰ μανίκια
συγκράτησε μιὰν ἔκφανση παλαιὰ
στερέωσε καλὰ τὴν φρεναπάτη
γέμισε ὣς ἐπάνω τὴν ἔλλειψη
κίτρινο φῶς καὶ φερομόνη
καὶ στωικὰ περίμενε
μιὰ ἀνεδαφικότητα
ρέπουσα βαρέως στὸ διπλανὸ ὄνειρο
συζητήσιμη, διαλλακτικὴ
στὰ ἄγραφα – κυρίως – ποιήματα.
Κι ἔπειτα, πῆγε ξανὰ
καρφὶ καὶ ριζώθηκε
ἔναντι στὸν ἥλιο
τῶν ἀνησύχων ἀνθρώπων
καὶ μητρικὰ προσευχήθηκε
σὰν μιὰ φιλεύσπλαγχνη γιὰ ὅλα μοναξιὰ
ποὺ σῆμα ἐπὶ κινδύνου
στοὺς αἰῶνες θὰ ἐκπέμπει.

*
Ο, τι δὲν ἔζησες
ἡ συντροφιὰ ποὺ δὲν περπάτησες
ἀνελλιπῶς σὲ νοσταλγεῖ
καὶ σὲ θυμώνει ἀκόμα·
οἰκόσιτο πλάσμα ἡ μοναξιὰ
δὲν ἤξερες, λές, δὲν κατάλαβες
τὸ κατ’ οὐσίαν τῶν ἀσήμαντων πραγμάτων
τὸ λίαν συντόμως τῶν ἀνθρώπων δὲν διανοήθηκες ποτὲ
πόσο στὰ λίαν προσεχῶς μπορεῖ νὰ εἶναι
κι ὁ πυρετὸς ἔπαψε πιὰ νὰ σοῦ θρέφει τὰ χέρια
καὶ τὴν φιλάσθενη χαρά σου τὴν πολεμοχαρῆ
ποὺ μὲς στὰ φαρμακεῖα μαθαίνεις πιὰ νὰ πυρπολεῖς
 δύο γιὰ νὰ ξυπνήσεις, τρία γιὰ νὰ κοιμηθεῖς
καὶ τέσσερα πρὸ πάντων γιὰ ν’ ἀντέξεις
οὔτε μιὰ πίστη τὸ κορμί σου δὲν χωρᾶ
οὔτε μιὰ ξέρα
μόνο μιὰ σφαῖρα στὴν ψυχὴ ἀνατριχίλα
μία ἀσώματη πληγὴ νὰ ἐκπαιδεύεις.
Μὰ τί περίμενες κι ἐσὺ
ἔτσι ὅπως αὐτόχειρα σὲ χόρτασε ὁ Ἔρωτας
πάνω σὲ θάλασσες, κρεβάτια καὶ αὐλὲς
– σὰν παραμύθι ποὺ σὲ ἄφησε
καὶ τ’ ἄφησες στὴν μέση –
καὶ πῆγε καὶ σὲ ξέρασε
μιὰ νύχτα βουλιμίας στὸν νιπτῆρα…

*
Ηταν ὀνείρου βρυχηθμὸς καὶ νύχτα
– μιὰ νύχτα ποὺ ἔπεφτε πάντα γιορτὴ
καὶ πάντα φθίνουσα Τετάρτη·
ὕποπτα κορμιὰ
νὰ μᾶς κυκλώνουν χώματα οἱ φίλοι
ράθυμα καὶ ἀφοριστικὰ καὶ πολυκαιρισμένα
– αὐτοφυὴς ἀπόγνωση ποὺ ψάχνει ἐπιστάτη.
Σὲ σκάρτο οὐρανὸ ἐσὺ
φεγγάρι ἀνήσυχα θαμπὸ καὶ τροχισμένο
σὰν νύχι ἀδέσποτου σκυλιοῦ
ἐπάνω σὲ σκουπίδια καὶ ἀγάπες
νομοτελειακῶς νὰ περιττεύεις
ἀπ’ τὸν ἐκπολιτισμένο τους κίνδυνο
κι ἐγὼ τσιμέντο καὶ ὑφέρπουσα ἐνοχὴ
νεόδμητο στερέωμα
γι’ ἁμαρτωλοὺς καὶ τρελαμένους.
Καὶ ἀπὸ τότε ἡ ζωὴ
ὀρθογραφημένος πανικὸς
σὲ πρόχειρες ἠλεκτρικὲς ἐγκαταστάσεις
ὅλο σὲ κάποιο λεξικὸ μὲ παραπέμπει
θαρρεῖς καὶ τόσο τακτικὰ νὰ μὲ θυμᾶσαι.

*
Όχι. Δὲν εἶναι Κυριακή.
Οὔτε μεσάνυχτα συμβαίνει νὰ εἶναι.
Ὑπάρχει ἐμπεριστατωμένη φασαρία
καὶ ἐκλογικευμένος συναισθηματισμός.
Καμμιὰ παράδοξη βροχὴ δὲν πέφτει.
Τίποτα ἀπ’ αὐτὰ τὰ ποιητικὰ
τὰ αἱμάτινα δὲν συντρέχει πλέον.
Δορυφόρος τῆς Γῆς ἁπλῶς τὸ Φεγγάρι
σώματα οὐράνια αὐτόφωτα τ’ ἀστέρια
ποὺ παιδιόθεν λαχταρᾶς
καὶ κάποιοι ἄνθρωποι στενοὶ συγγενεῖς
προσωρινοὶ συνάδελφοι σ’ ἑορτές καὶ σὲ κηδεῖες.
Κανένας λόγος σοβαρῆς ἀνησυχίας.
Κι εσὺ θὰ εἶσαι πάντα ἐκεῖ ποὺ εἶσαι
γιατὶ ἐγὼ ἀγάπησα νὰ εἶμαι ἐδῶ.
Καὶ δὲν πονάω. Κύτταξέ με.
Δὲν πονάω.
Δακρύζω ἀπὸ ἄποψη καὶ μόνον.
Εἶναι πιὰ τὰ μάτια μου ἀκρυλικὰ
καὶ δὲν σᾶς λυπᾶμαι.
Μὴν ἐμπιστεύεστε τοὺς ξένους.
Ζητῆστε τὰ ἀντικαταθλιπτικὰ τῆς μάννας σας
ὅσο σκύλα κι ἂν εἶναι.

*
Ν’ ἀγκαλιαστοῦμε βαριὰ καὶ τιμημένα
ἀπροσδιόριστα νέοι
γηγενεῖς μετανάστες
σὲ χῶρες ποὺ συχνάζουν οἱ βροχὲς
κι ὀνειρεύονται σὲ γκρίζες λιμνοθάλασσες·
τὰ πιὸ γερά μας ροῦχα νὰ ἐνδυθοῦμε
νὰ πάρουμε μαχαίρια καὶ θυμὸ
καὶ μὲ φιλὶ στεγνὸ στὸ μέτωπο
σὰν νὰ σημαίνει ἡ ὥρα τοῦ πολέμου
γιὰ μιὰν ἀπεριόριστη φορὰ
θεοὶ κι ἐμεῖς στὸν κόσμο νὰ βγοῦμε
ἀσύλληπτοι, ἀντικανονικοὶ
καὶ νὰ ποῦμε μπορῶ
σὲ ἕναν ἀγύρτικο ἔρωτα
σὲ μιὰ γύφτισσα λύπη
σὲ ἕνα ἀπίθανο κάτι…
καὶ ὅλα θὰ πᾶνε καλὰ
καὶ ὅλα ἂς γίνονται λάθος – μὲ τὸ μυαλὸ
στὸ πουθενὰ τῶν ἀνησύχων τῶν ἐδῶ
καὶ τὴν ἐλπίδα μας
σ’ αὐτοῦ τοῦ τίποτα τὴν ἔμπειρη τὴν βάση.

[ Θὰ ἔπρεπε νὰ μ’ ἔβλεπες τώρα -]



Θὰ ἔπρεπε νὰ μ’ ἔβλεπες τώρα -
τώρα ποὺ ἐγκάρδια γερνῶ καὶ ἐσπευσμένα
λὲς καὶ μὲ πέρασε ὁλόκληρη ζωὴ
μὲ φόρα ἀσυγκράτητη σὲ μία μόνο νύχτα·
τώρα ποὺ ἔχω ἐπάνω μου ἀνάγκη πιὸ πολλὴ
ἕνα παράφορα κατάδικό μου βλέμμα
ποὺ ὅλα τριγύρω φυλακὴ
νὰ χάνονται ἰσόβια οἱ φίλοι
κι ἐσὺ ποτὲ νὰ μὴν μιλᾶς
ποτὲ νὰ μὴν μοῦ γράφεις
– μὲ χόρτασε ὁ κίνδυνος κι οἱ λέξεις
κι ἴσως νὰ εἶναι καλλίτερα ἔτσι
τῆς ἐρημιᾶς μας ὁ ὑψίφωνος ὁ ἦχος.

Ναί. Θὰ ἔπρεπε νὰ μ’ ἔβλεπες τώρα –
νὰ κλαίγαμε ἀσυντόνιστα
σὰν δυὸ ἐπίμονες βροχές, ἑτεροχρονισμένες
ποὺ δὲν μποροῦν ν’ ἀγαπηθοῦν στὴν ἴδια πόλη·
μ’ ἕνα φιλὶ παρεστιγμένο
πιστὰ νὰ μοῦ κρατᾶς τὸ στόμα
νὰ μυρίζεις σκόνη καὶ βάλσαμο
νὰ γλείφεις μιὰ χυδαία τερηδόνα τῶν ὀστῶν
κι ἐγὼ κορμὶ σκληρὸ ἀπὸ γκρεμὸ καὶ ψέμα
ὅπως τὴν πρώτη τὴν φορὰ νὰ σὲ μαθαίνω.
Ὄχι, ψυχή μου. Μὴν βάλεις ζάχαρη.
Σκέτο τὸν πίνουνε τὸν ἔρωτα
οἱ μεθυσμένοι.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

[Καταζητεῖται Ἄνθρ­ωπος]

Καταζητεῖται Ἄνθρ­ωπος
ἀνωνύμων ἐτῶν
νεωτεριστικῶν συνειδήσεων
καθ’ ὅλα ἐρημικὸς καὶ ἐπικίνδυνος
γιὰ τὴν δημόσια προσβολὴ τῆς Τάξεως
ἀνθεκτικὸς σὲ ἐμπρησμοὺς καὶ ἀπογεύματα
ἐπιρρεπὴς στὴν φαντασία
ἀσυγχώρητα εὐφυὴς
ἐκ γενετῆς ὀνειροπόλος στοχασμὸς
ἐπίκτητα βαριὰ ματαιωμένος.

Τὴν τελευταία φορὰ ἐθεάθη
παρακράτος συγκινήσεων
γυμνὸς κι ὀλιγαρκὴς
ἀπὸ θεὸ ξεθεωμένος
μὲ ξεραμένα χώματα στὰ χέρια
ἕναν ζεϊμπέκικο ρυθμὸ
νὰ χορεύει ἀπρεπῶς στὴν πλατεία.

Δίδεται ἀμοιβὴ τοῖς μετρητοῖς:

μιὰ αἰωνιότητα ἀγάπης.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.