Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014
Αγγελής Φίλιππος: ………Τὰ ποιήματα δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ μικρὲς-μικρὲς δόσεις ἀθανασίας ἔμπροσθεν ἑνὸς διατεθειμένου θανάτου ποὺ διακαῶς στὸ κάτωθι ἀπόσπασμα ἀναμένει…….
Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014
Φίλιππος Ἀγγελῆς (μικρή αναφορά )
- Τὸ ἀγαπημένο παιδὶ τῆς Μοναξιᾶς[ἐκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης, Ἰούνιος 2010]
- ..Μὲ ταχύτητα καρδιᾶς [ἐκδόσεις Μπαρτζουλιάνος, Ἰούνιος 2011]
- Ἡ ἐμμηνόπαυση τῆς Ὕαινας [εκδ. Περίπλους 2012]
Η Μ Π Λ Ο ύ Ζ Α
Με ταχύτητα καρδιάς (απόσπασμα)
...........
Σάββατο 26 Ιουλίου 2014
Εμμηνόπαυση της ύαινας (απόσπασμα)
Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014
με ταχύτητα καρδιάς (απόσπασμα)
τις χαλασμένες μήτρες σας και τα νεκρά παιδιά σας
και για την ανεργία σας και για τα στραβά σας
για εκείνους που αμύνονται κι έπειτα φθηνά δωροδοκούνται
-για την παγκόσμια μοναξιά μας, λέω
...θα φταίω εγώ·
ο αγαπημένος των εχθρών σας -εγώ
που σαν την σύφιλη επάνω στις πληγές σας κατακάθομαι
και δεν σας αφήνω ποτέ να χαρείτε.
Το αγαπημένο παιδί ης μοναξιάς
ΜΗ Μ’ ΑΦΗΝΕΙΣ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ
Σέ αὐτή τή στενή πραγματικότητα κλεισμένος
ποιό ἄλλο θέμα μοῦ ἀπομένει νά ἐξαντλήσω
ἐκτός ἀπό ἐσένα;
Ἀσφυκτικά μέ κατοικεῖς καί
ἴσως τελικά νά μή φταῖς ἐσύ
πού ἀπελπιστικά ὁμοιοκαταληκτεῖς
μέ τήν «ἀπουσία».
Σέ πετάω στούς τοίχους
καί μοῦ ἀνοίγεις ρωγμές.
Σέ λέξεις ἄγνωστες σέ ὀργανώνω
καί σέ σκορπίζω πάνω σέ χαρτιά.
Μέσα στά συρτάρια σέ σπρώχνω
καί τά κλειδιά καταπίνω.
Στήν ἀπομόνωση σέ βάζω
καί σέ κόβω ἀπ’ τίς φωτογραφίες.
Στό σῶμα μου
ἀκόμα προσπαθῶ νά ξεθωριάσω
τά ὕστατα ἀποτυπώματά σου.
Μέ πόνο σέ τραβῶ ἀπό τίς ἀναμνήσεις
καί σέ σκοτώνω.
Καί στόν ὕπνο μου
σέ φωνάζω «ἀγάπη μου».
Μά δέν ὑπῆρχες.
Δέν ὑπάρχεις.
Καί - κυρίως - δέν σέ χρειάζομαι.
Δέν σέ χρειάζομαι…
καί τό ράγισμα τῆς φωνῆς μου στό σημεῖο αὐτό
ὑπ’ ὅψιν σου νά μήν τό λάβεις.
Καί ὡς ἀδυναμία
νά μή μοῦ τό χρεώσεις.
Ἕνα ἀδέσποτο παιδί συλλογίστηκα
πού μοῦ φέρνει κάθε μέρα χαρτομάντηλα.
Δέν εἶμαι λυπημένος, λοιπόν, πού φεύγεις.
Πῶς θά μποροῦσα, ἄλλωστε
ἀφοῦ ποτέ δέν εἶχες ἔρθει;
Μιά μέρα θά κυκλοφορῶ μέ φτερά
ἀπό τά ἀποκόμματα τῶν ἐφημερίδων
πού ἔγραψαν γιά τήν ἐλευθερία
καί θά ψάξω νά σοῦ μιλήσω
γιά τήν ἐπικίνδυνη συνήθεια πού ἔχω
νά ὀνειρεύομαι
ἕνα κίνητρο γιά τή ζωή
καί μιά ὑστεροφημία γιά τόν θάνατο.
Μ’ ἀκοῦς;
ἥ μήπως σκέπασαν τίς αἰσθήσεις σου
οἱ σειρῆνες τῶν ἀσθενοφόρων;
Στό ἱστορικό μου νά διαγράψεις ὁριστικά
τή σκοτεινή ἔνδειξη
«Καταθλιπτικός».
Ἐπιπόλαιη διάγνωση, βλέπεις.
Μέ τοῦτο μονάχα νά τήν ἀποκαταστήσεις:
«Ὀνειρόπληκτος».
Καί μέ ἀποσιωπητικά νά τή συνοδεύσεις.
Νά μή στέκει ἐκεῖ ἔξω δίχως συντροφιά.
Σά νά ἔχει - τάχα
καί κάτι ἄλλο πάντα νά σοῦ πεῖ.
Σέ παρακαλῶ…
μή μ’ ἀφήνεις νά ξεχάσω.
=========================== Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Τό πρόσωπό μου
σ’ αὐτή τήν ξεχασμένη κι ἀπ’ τή ζωή φωτογραφία
- μήν κοιτᾶς.
Δέν εἶμαι ἐγώ.
Κι ἄν πάλι εἶμαι
τό ἀτσαλάκωτο τῆς ἐπιφάνειάς του
πιά δέ μοῦ ἀνήκει…
Τότε
τά χείλη μου ἀγνοοῦσαν
τῆς προδοσίας τή στυφή τή γεύση.
Καί γιά τήν ἀγάπη εἶχαν μόνο νά σοῦ ποῦν.
Τώρα
μέ στίχους δύστροπους
πού ἔμαθαν νά χάνουν λίγο-λίγο τό νόημά τους
σέ ταλαιπωροῦν.
Σέ κουρασμένα ὄνειρα
δέν περίμεναν νά λογοδοτήσουν.
Οὔτε γιά τή θνητότητα τῶν λέξεων
νά διαμαρτυρηθοῦν…
Ὄχι, ψυχή μου.
Δέν θλίβομαι γιά ὅλα αὐτά.
Μόνο πού μ’ ἐκεῖνο τό ἴδιο παράφορο πάθος
δέν πρόκειται ποτέ νά σέ φιλήσουν
- θλίβομαι.
Τότε
τά μάτια μου δέν εἶχαν δεῖ
τήν ἀκαριαία πτώση τοῦ Ἔρωτα
στό ἄγονο ἔδαφος τοῦ χρόνου.
Τά φτερά μου τσακισμένα
ἀπ’ τό βάρος τῶν ψευδαισθήσεων
δέν φαντάστηκαν.
Κι ἀλήθεια –
τήν ὀδυνηρή εἰκόνα ἑνός ἀποχαιρετισμοῦ
νά τή γνωρίσουν, δέν πίστευαν.
Τότε
ἡ φλόγα τῆς ἐλπίδας ἔκαιγε ἀκόμα μέσα τους
ἀνυποψίαστη
γιά τόν χειμῶνα πού θά τήν πάγωνε
μέχρι καί τήν τελευταία της σπίθα.
Τώρα
ταξίδια στάσιμα σέ βαλτωμένες θάλασσες καί -
καί δύσβατα λιμάνια
μονάχα τά στοιχειώνουν.
Ὄχι, ψυχή μου.
Γιά ὅλα αὐτά δέν θλίβομαι.
Μόνο πού μ’ ἐκείνη τήν ἴδια ἀκλόνητη πίστη
δέν πρόκειται ποτέ νά σ’ ἀντικρύσουν
- θλίβομαι.
Στ’ αὐτιά μου
δέν εἶχε φτάσει ὁ ἀπόηχος τέτοιας ἀπόγνωσης˙
ἀπ’ τῶν ἀνθρώπων τήν φλύαρη τήν κράση
τόση σιωπή συσσωρευμένη δέν ἄκουσαν ποτέ
καί οὔτε γιά τῆς ψυχῆς τό παρακάτω
ἀντέχουν πιά ν’ ἀκούσουν…
Τό πρόσωπό μου, λοιπόν
σ’ αὐτή τήν φωτογραφία πού δείχνει νά μοῦ μοιάζει
- μήν κοιτᾶς.
Ἄτυχη στάθηκε πολύ.
Ἔτσι ἀνέφικτα ὅπως μέ ἀπο-θανάτωσε…
========================== Η ΚΑΡΕΚΛΑ
Περασμένα μεσάνυχτα
κι ὅλα τά περασμένα τῆς ζωῆς μου ἀναλογίζομαι.
Μ’ ἐκεῖνο τό βαρύ τό αἴσθημα
τοῦ ἀδιέξοδου πόνου
πού ὥς τό τέλος θέλει νά συνοδεύει
τά ἀδικοχαμένα τῆς καρδιᾶς μας τά χτυπήματα…
Ἀφοῦ τίποτα δέν ζῶ ὅπως ποθοῦσα
θά πεθάνω – σοῦ τό λέω - ὅπως θέλω˙
μ’ ἕνα ἤρεμο χαμόγελο στά χείλη
καί δύο χέρια πού ἄγγιξαν πολλά
μά τήν ἀπώλεια σωστά θά τή θυμοῦνται…
Ἐσύ
δέ ξέρεις πῶς εἶναι νά μιλᾶς
σέ μιάν ἄδεια καρέκλα ἀπέναντί σου
πού δέν γνώρισε ποτέ τήν χρηστικότητά της˙
καί κάτω ἀπό τήν ἡμιμάθεια αὐτή
ἐξακολουθεῖ νά γεμίζει σιωπηλά
τήν ἀγαπημένη μου γωνία στό σαλόνι.
Ἀδιάφορα πράγματα ἐπάνω της
τυγχάνει κι ἀκουμπῶ.
Μήπως καί κάτι ἀπ’ τό κενό πού νιώθει
γιά λίγο ἀναπληρώσω…
Σέ ποιό δρόμο, ἄλλωστε, νά ψάξω
νά σέ φέρω ἐδῶ μπροστά της
γιά νά τῆς συστήσω τήν αἰτία της;
Ἀπό ποιό μακρινό ὄνειρο καί ξένο
νά σέ τραβήξω ἔξω
γιά νά χωρέσεις στή δική της
οἰκεία καταθλιπτική πραγματικότητα;
Ἔτσι ὅπως ἀπάνθρωπα ἐνηλικιώθηκα
μέσα ἀπ’ τήν ἀσυγχώρετη φυγή σου…
Τήν ἀπόλυτη μοναξιά αὐτῆς τῆς καρέκλας
δέν πρόκειται νά καταλάβεις.
Καί σημασία πιά δέν ἔχει.
Παρά τό ὅτι
ἄψυχη κι αὐτή σάν ἐσένα.
Μά πιό πολύ κοντά μου ἀπό ἐσένα.
Καί λέξεις
ἐκτιμῶ ἀπίστευτα πού δέν διδάχτηκε
τήν πρόσκαιρη ἀγάπη της νά μοῦ τάξει.
Καί γιά τίποτα ὄμορφο νά μέ πείσει πιά μπορεῖ.
…Ξημερώνει.
Ὄχι. Κι ἄλλο φῶς
δέν θά ἀφήσω νά τήν πληγώσει.
Τήν ἀπερισκεψία σου δέν θά ὑποστεῖ.
Καί τή φωνή τοῦ παλιατζῆ ἀναμένω ν’ ἀκούσω
γιά νά βγῶ νά τήν παραδώσω
μαζί μέ την ὑπόσχεση νά ἐπιστρέψεις
πού ἐπιτυχῶς λησμόνησες νά τηρήσεις.
Σέ τέτοια λάθη
μόνο ἡ εὐθανασία τούς ἀξίζει…
Καί μέ μάτια πρησμένα
τήν τελευταία μου ἀλήθεια τῆς φωνάζω:
« Ἄν ὁ Ἰουδας δέν ἦταν προδότης
ὁ Χριστός δέν θά περνοῦσε στήν ἱστορία ».
Σοῦ τό εἶπα;
Ἀνεπανόρθωτα ἐνηλικιώθηκα.
Η εμμηνόπαυση της ύαινας (απόσπασμα)
ἀπὸ τὸν ἴδιο μεστὸ ἀπόηχο τῆς πόρτας
ἀπὸ τὸ ἴδιο σκυφτὸ μονοπάτι
ἀπὸ τὴν ἴδια ἐπιστροφὴ μακριὰ
κάθε μέρα θὰ μποροῦσες νὰ φεύγεις
– βεβιασμένα σαφῶς
μὲ τὴν ἡμίγυμνη ζωή μου
στὰ χέρια σου νόμος καὶ λήθη
μέσα σὲ τοῦτο τὸ λατρεμένο σκοτάδι
ποὺ κάποιο στόμα σου αἱρετικὸ καὶ ἀκοινώνητο
μὲ βάπτισε ὀρθόδοξα ἀγάπη…
Θὰ μποροῦσες κάθε μέρα νὰ φεύγεις, λοιπὸν
μὲ τὴν καρδιά σου κρεμασμένη στὸ ψυγεῖο
μ’ ἐκεῖνα τὰ μάτια τὰ ἀκοπίαστα στυγνὰ
καὶ τὰ τσιγάρα σου βαθιὰ στὸ σακάκι
τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἔστρωνα δυὸ πιάτα στὸ τραπέζι
καὶ θὰ σοῦ ἔδινα ψωμὶ γιὰ νὰ σοῦ πῶ
ὃ ποιεῖς ποίησον τάχιον κι ἐσὺ ξανὰ
νὰ μὴν μὲ καταλαβαίνεις
ἔτσι ὅπως ἁπλὰ καὶ ἄφοβα
κάθε μέρα θὰ μποροῦσες νὰ φεύγεις
γιὰ τὴν ἴδια πιστὴ προδοσία…
Μὴν μιλᾶς·
ἥσυχα ἄσε τὶς λέξεις
μέσα μας πιὰ νὰ πεθάνουν.
*
Απόψε δὲν ἤθελε πολλά·
οὔτε πειράματα
οὔτε συνθήματα
οὔτε ἐπίμαχες ἰδέες.
Σήκωσε μόνον τὰ μανίκια
συγκράτησε μιὰν ἔκφανση παλαιὰ
στερέωσε καλὰ τὴν φρεναπάτη
γέμισε ὣς ἐπάνω τὴν ἔλλειψη
κίτρινο φῶς καὶ φερομόνη
καὶ στωικὰ περίμενε
μιὰ ἀνεδαφικότητα
ρέπουσα βαρέως στὸ διπλανὸ ὄνειρο
συζητήσιμη, διαλλακτικὴ
στὰ ἄγραφα – κυρίως – ποιήματα.
Κι ἔπειτα, πῆγε ξανὰ
καρφὶ καὶ ριζώθηκε
ἔναντι στὸν ἥλιο
τῶν ἀνησύχων ἀνθρώπων
καὶ μητρικὰ προσευχήθηκε
σὰν μιὰ φιλεύσπλαγχνη γιὰ ὅλα μοναξιὰ
ποὺ σῆμα ἐπὶ κινδύνου
στοὺς αἰῶνες θὰ ἐκπέμπει.
*
Ο, τι δὲν ἔζησες
ἡ συντροφιὰ ποὺ δὲν περπάτησες
ἀνελλιπῶς σὲ νοσταλγεῖ
καὶ σὲ θυμώνει ἀκόμα·
οἰκόσιτο πλάσμα ἡ μοναξιὰ
δὲν ἤξερες, λές, δὲν κατάλαβες
τὸ κατ’ οὐσίαν τῶν ἀσήμαντων πραγμάτων
τὸ λίαν συντόμως τῶν ἀνθρώπων δὲν διανοήθηκες ποτὲ
πόσο στὰ λίαν προσεχῶς μπορεῖ νὰ εἶναι
κι ὁ πυρετὸς ἔπαψε πιὰ νὰ σοῦ θρέφει τὰ χέρια
καὶ τὴν φιλάσθενη χαρά σου τὴν πολεμοχαρῆ
ποὺ μὲς στὰ φαρμακεῖα μαθαίνεις πιὰ νὰ πυρπολεῖς
δύο γιὰ νὰ ξυπνήσεις, τρία γιὰ νὰ κοιμηθεῖς
καὶ τέσσερα πρὸ πάντων γιὰ ν’ ἀντέξεις
οὔτε μιὰ πίστη τὸ κορμί σου δὲν χωρᾶ
οὔτε μιὰ ξέρα
μόνο μιὰ σφαῖρα στὴν ψυχὴ ἀνατριχίλα
μία ἀσώματη πληγὴ νὰ ἐκπαιδεύεις.
Μὰ τί περίμενες κι ἐσὺ
ἔτσι ὅπως αὐτόχειρα σὲ χόρτασε ὁ Ἔρωτας
πάνω σὲ θάλασσες, κρεβάτια καὶ αὐλὲς
– σὰν παραμύθι ποὺ σὲ ἄφησε
καὶ τ’ ἄφησες στὴν μέση –
καὶ πῆγε καὶ σὲ ξέρασε
μιὰ νύχτα βουλιμίας στὸν νιπτῆρα…
*
Ηταν ὀνείρου βρυχηθμὸς καὶ νύχτα
– μιὰ νύχτα ποὺ ἔπεφτε πάντα γιορτὴ
καὶ πάντα φθίνουσα Τετάρτη·
ὕποπτα κορμιὰ
νὰ μᾶς κυκλώνουν χώματα οἱ φίλοι
ράθυμα καὶ ἀφοριστικὰ καὶ πολυκαιρισμένα
– αὐτοφυὴς ἀπόγνωση ποὺ ψάχνει ἐπιστάτη.
Σὲ σκάρτο οὐρανὸ ἐσὺ
φεγγάρι ἀνήσυχα θαμπὸ καὶ τροχισμένο
σὰν νύχι ἀδέσποτου σκυλιοῦ
ἐπάνω σὲ σκουπίδια καὶ ἀγάπες
νομοτελειακῶς νὰ περιττεύεις
ἀπ’ τὸν ἐκπολιτισμένο τους κίνδυνο
κι ἐγὼ τσιμέντο καὶ ὑφέρπουσα ἐνοχὴ
νεόδμητο στερέωμα
γι’ ἁμαρτωλοὺς καὶ τρελαμένους.
Καὶ ἀπὸ τότε ἡ ζωὴ
ὀρθογραφημένος πανικὸς
σὲ πρόχειρες ἠλεκτρικὲς ἐγκαταστάσεις
ὅλο σὲ κάποιο λεξικὸ μὲ παραπέμπει
θαρρεῖς καὶ τόσο τακτικὰ νὰ μὲ θυμᾶσαι.
*
Όχι. Δὲν εἶναι Κυριακή.
Οὔτε μεσάνυχτα συμβαίνει νὰ εἶναι.
Ὑπάρχει ἐμπεριστατωμένη φασαρία
καὶ ἐκλογικευμένος συναισθηματισμός.
Καμμιὰ παράδοξη βροχὴ δὲν πέφτει.
Τίποτα ἀπ’ αὐτὰ τὰ ποιητικὰ
τὰ αἱμάτινα δὲν συντρέχει πλέον.
Δορυφόρος τῆς Γῆς ἁπλῶς τὸ Φεγγάρι
σώματα οὐράνια αὐτόφωτα τ’ ἀστέρια
ποὺ παιδιόθεν λαχταρᾶς
καὶ κάποιοι ἄνθρωποι στενοὶ συγγενεῖς
προσωρινοὶ συνάδελφοι σ’ ἑορτές καὶ σὲ κηδεῖες.
Κανένας λόγος σοβαρῆς ἀνησυχίας.
Κι εσὺ θὰ εἶσαι πάντα ἐκεῖ ποὺ εἶσαι
γιατὶ ἐγὼ ἀγάπησα νὰ εἶμαι ἐδῶ.
Καὶ δὲν πονάω. Κύτταξέ με.
Δὲν πονάω.
Δακρύζω ἀπὸ ἄποψη καὶ μόνον.
Εἶναι πιὰ τὰ μάτια μου ἀκρυλικὰ
καὶ δὲν σᾶς λυπᾶμαι.
Μὴν ἐμπιστεύεστε τοὺς ξένους.
Ζητῆστε τὰ ἀντικαταθλιπτικὰ τῆς μάννας σας
ὅσο σκύλα κι ἂν εἶναι.
*
Ν’ ἀγκαλιαστοῦμε βαριὰ καὶ τιμημένα
ἀπροσδιόριστα νέοι
γηγενεῖς μετανάστες
σὲ χῶρες ποὺ συχνάζουν οἱ βροχὲς
κι ὀνειρεύονται σὲ γκρίζες λιμνοθάλασσες·
τὰ πιὸ γερά μας ροῦχα νὰ ἐνδυθοῦμε
νὰ πάρουμε μαχαίρια καὶ θυμὸ
καὶ μὲ φιλὶ στεγνὸ στὸ μέτωπο
σὰν νὰ σημαίνει ἡ ὥρα τοῦ πολέμου
γιὰ μιὰν ἀπεριόριστη φορὰ
θεοὶ κι ἐμεῖς στὸν κόσμο νὰ βγοῦμε
ἀσύλληπτοι, ἀντικανονικοὶ
καὶ νὰ ποῦμε μπορῶ
σὲ ἕναν ἀγύρτικο ἔρωτα
σὲ μιὰ γύφτισσα λύπη
σὲ ἕνα ἀπίθανο κάτι…
καὶ ὅλα θὰ πᾶνε καλὰ
καὶ ὅλα ἂς γίνονται λάθος – μὲ τὸ μυαλὸ
στὸ πουθενὰ τῶν ἀνησύχων τῶν ἐδῶ
καὶ τὴν ἐλπίδα μας
σ’ αὐτοῦ τοῦ τίποτα τὴν ἔμπειρη τὴν βάση.
[ Θὰ ἔπρεπε νὰ μ’ ἔβλεπες τώρα -]
Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014
[Καταζητεῖται Ἄνθρωπος]
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.
