Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καβάφης Κωνσταντίνος(Άρθρα-Μελέτες). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καβάφης Κωνσταντίνος(Άρθρα-Μελέτες). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

«Η Ποίηση του Κ.Π. Καβάφη» - E.M. Forster

 
Μετάφραση Γ.Π. Σαββίδης


--------------------------------------------------------------------------------

«Η Αλεξάνδρεια των ημερών μας είναι κάθε άλλο παρά πολιτεία του πνεύματος.
Θεμελιωμένη πάνω στο βαμβάκι - και στον συναγωνισμό του εμπορίου κρεμμυδιών και αυγών - κακοκτισμένη, κακοσχεδιαμένη, βρωμερή: Πολλά είναι τα τρωτά της και τα περισσότερα από αυτά τα παραδέχονται οι ίδιοι οι Αλεξανδρινοί. Ωστόσο, σε μερικούς από αυτούς, καθώς περπατούν στους δρόμους της, μπορεί να συμβεί κάτι το εξαίσιο - ξαφνικά μπροστά ν' ακούσουν μια φωνή να προφέρει δυνατά μα στοχαστικά τ' όνομά τους, μια φωνή που δεν μοιάζει τόσο να περιμένει απόκριση, όσο να τιμά την προσωπικότητα του διαβάτη... Γυρίζουν και βλέπουν έναν Ελληνα κύριο με ψαθάκι, που στέκει απολύτως ακίνητος σε ελαφρήν απόκλιση προς το σύμπαν. Καμιά φορά τα χέρια του είναι απλωμένα. «Α, ο Καβάφης!...». Ναι, είναι ο κ. Καβάφης που πηγαίνει είτε από το σπίτι του στο γραφείο, είτε από το γραφείο του στο σπίτι. Αν συμβαίνει το πρώτο εξαφανίζεται ευθύς, σχεδιάζοντας μιαν ελαφρή χειρονομία απελπισίας. Αλλιώς μπορεί να πεισθεί ν' αρχίσει μια φράση - μια απέραντη, περίπλοκη αλλά και αρμονική φράση, γεμάτη παρενθέσεις που ποτέ δεν μπερδεύονται και επιφυλάξεις που πράγματι επιφυλάττουν. Μια φράση που προχωρεί με λογική προς το προβλεπόμενο τέλος της, ένα τέλος όμως που είναι πάντα πιο ζωντανό και συναρπαστικό απ' ό,τι είχες προβλέψει. Κάποτε η φράση τελειώνει στη μέση του δρόμου, κάποτε πάλι πνίγεται μέσα στην κίνηση και τη φασαρία των περαστικών και κάποτε συνεχίζεται ως και μέσα στο σπίτι του. Αφορά η φράση αυτή τις πονηρίες του Αυτοκράτορος Αλεξίου Κομνηνού το 1906 ή την τιμή και τις δυνατότητες του ελαιοκάμπου ή την τύχη των κοινών φίλων ή τα μυθιστορήματα του Τζώρτζ Ελιοτ ή και τα Μικρασιατικά ιδιώματα. Διατυπωμένη με ίσην άνεση στα ελληνικά, στα αγγλικά ή στα γαλλικά, παρ' όλο της τον πνευματικό πλούτο και την ανθρωπιά της, παρά την ώριμη επιείκια των κρίσεών της, την νιώθεις ωστόσο να στέκει κι αυτή σε κάποιαν ελαφρήν απόκλιση από το σύμπαν - είναι η φράση ενός ποιητού.

...Τα περισσότερα ποιήματα του Καβάφη είναι σύντομα και ανομοιοκατάληκτα... Μας αποκαλύπτουν έναν όμορφο και περίεργο κόσμο, που πηγάζει από τον κόσμο της εμπειρίας, είναι όμως διαφορετικός από αυτήν. Γιατί όπως συχνά τονίζει ο ίδιος ο Καβάφης, ο ποιητής έχει ακόμα λιγότερο από ό,τι οι περισσότεροι άνθρωποι την ικανότητα να βλέπει «κατ' ευθείαν γραμμήν»:

«Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κι εγώ την φύσιν λίγο.
Θάλασσα του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα, φωτισμένα.


Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ' αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα·)
κι όχι κ' εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής».


Είναι ο κόσμος ο εσωτερικός. Κι αφού ο ποιητής δεν μπορεί να ελπίσει πως θα ξεφύγει από τον κόσμο αυτόν, οφείλει με κάθε τρόπο να τον τακτοποιήσει και να τον κυβερνήσει γνωστικά. «Βασίλειό μου είναι ο νους μου» ετραγουδούσεν ο Ελισαβετιανός ποητής και το ίδιο ισχύει και για τον Καβάφη - μόνο που το δικό του το βασίλειο είναι αληθινό, όχι συμβατικό, βασίλειο στο οποίο και ανταρσίες γίνονται και πόλεμοι. Στο ποίημα «Η Πόλις» εκφράζει την τραγωδία εκείνου που δεν εφάνηκε καλός κυβερνήτης και που ελπίζει ν' αφήσει το χάος πίσω του και να κτίσει «μια πόλη άλλη... καλλίτερη από αυτή». Μάταια όμως!

«Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μέσ' τα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις...
.........................................
Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη τη μικρή, σ' όλη την γη την χάλασες».


Και στην «Ιθάκη» μας φανερώνει μιαν άλλην υψηλότερη τραγωδία - του ανθρώπου που ζητάει τα μεγάλα και τα υψηλά και που στο τέλος ανακαλύπτει πως το τέρμα δεν άξιζε τον κόπο. Σ' έναν τέτοιον άνθρωπο δεν ταιριάζει να θρηνεί. Δεν απέτυχε αλήθεια.

«Η Ιθάκη σ' έδωσε τ' ωραίο ταξίδι,
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Αλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Ετσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες, οι Ιθάκες τι σημαίνουν».


Τα ανωτέρω αποσπάσματα είναι παραδείγματα ενός μόνον τρόπου της Καβαφικής ποιήσεως - του εντόνως υποκειμενικού. Τοπία, πολιτείες και θρύλοι αναδύονται μέσα από την κολυμβήθρα του νου του. Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος στην ποίησή του - ο Καβάφης στέκει σε κάποια απόσταση από το αντικείμενό του και σμιλεύει τη μορφή του με την αντικειμενικότητα ενός γλυπτού. Ερχεται τώρα στο προσκήνιο ο ιστορικός Καβάφης - και είναι αξιοσημείωτο το πόσο διαφέρει η ιστορία του από τη δική μας. Ως και η Ελλάδα προς την οποίαν ατενίζει είναι διαφορετική. Γι' αυτόν αι Αθήναι και η Σπάρτη που τόση σχολικήν αίγλη έχουν για μας, δεν είναι παρά δύο φιλόνεικες υποτελείς μικροπολιτείες, εφήμερες μπρος στα ελληνιστικά βασίλεια που δημιουργήθηκαν αργότερα, και που κι αυτά εφήμερα φαντάζουν μπροστά στην κραταιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο ποιητής αντιδρά εναντίον της τυραννίας του Κλασσικισμού - του Περικλέους και της Ασπασίας, του Θεμιστοκλέους και των άλλων παρομοίων ειδώλων. Η Αλεξάνδρεια που τον εγέννησε ιδρύθηκε ακριβώς την εποχή της αποσυνθέσεως της Ελλάδος του Κλασσικού Γυμνασίου.
Βασιλείς, Αυτοκράτορες και Πατριάρχαι, επερπατούσαν στον δρόμο που πηγαίνει από το σπίτι του στο γραφείο. Ο λογοτεχνικός του πρόγονος - εάν έχει - είναι ο Καλλίμαχος, και τα ποιήματά του φέρουν τίτλους όπως «Η Δυσαρέσκεια του Σελευκίδου», «Εν τω μηνί Αθύρ», «Μανουήλ Κομνηνός» και στολίζονται με φράσεις του Φιλοστράτου ή του Λουκιανού.

Ξεχωρίζω δύο από τα ποιήματα αυτά ως ικανά δείγματα της μεθόδου του. Στο πρώτο ο Καβάφης υιοθετεί το ακριβολόγο, το σχεδόν υπερβολικά λεπτομερές περιγραφικό ύφος των παλαιών χρονικών για να δημιουργήσει την εντύπωση που θέλει. Το ποίημα επιγράφεται «Αλεξανδρινοί Βασιλείς» και αναφέρεται σ' ένα περιστατικό της βασιλείας της Κλεοπάτρας και του Αντωνίου... Ακόμη και μεταφρασμένο ένα ποίημα σαν και τούτο έχει ύφος «αριστοκρατικό». Είναι έργο ενός καλλιτέχνου που δεν ενδιαφέρεται για την εύκολη ομορφιά. Στο δεύτερο παράδειγμά μου, μολονότι το θέμα του είναι συγκινητικό, ο Καβάφης διατηρεί την ίδια αντικειμενική στάση. Το ποίημα είναι σπασμένο σε ημιστίχια - ο ποιητής συλλαβίζει το επιτύμβιο ενός νέου που πέθανε «εν τω μηνί Αθύρ» (τον Νοέμβριο των αρχαίων Αιγυπτίων), θέλοντας να εκφράσει την αφάνεια και τον σπαραγμό, που κάποτε προβάλλουν μαζί μέσα από το παρελθόν, ενωμένες σε ένα και το αυτό φάντασμα...

Ενας τέτοιος ποιητής ποτέ δεν μπορεί να είναι δημοφιλής. Πετάει πολύ αργά και συγχρόνως πολύ υψηλά. Είτε υποκειμενικός είτε αντικειμενικός στον τρόπο του, απέχει εξ ίσου από τον στίβο της «επικαιρότητος» - ποτέ του δεν θα συνθέσει ένα Βασιλικόν ή ένα Βενιζελικόν ύμνο. Εχει την δύναμη - και φυσικά τους περιορισμούς - του ανθρώπου που ζει κλεισμένος στον εαυτό του και που, μολονότι δεν φοβάται τον κόσμο, στέκει πάντα σε ελαφρή απόκλιση προς το σύμπαν: και έτυχε, πάνω στη συζήτηση, να τον ακούσω να λέει λίγα λόγια γι' αυτό το ζήτημα. Τι είναι καλύτερο - η πολιτεία ή η μοναξιά; Ο Καβάφης που δοκίμασε και τα δυο, δεν μπορεί ν' απαντήσει. Αλλά τουλάχιστον είναι βέβαιος για ένα πράγμα - η ζωή προϋποθέτει θάρρος, διαφορετικά παύει να είναι ζωή.»

E.M. Forster - 1919

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Eκλογαί από τα Τραγούδια του Eλληνικού λαού

Ν. Γ. Πολίτου, Eκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού. Eν Aθήναις, Tυπογραφείον «Eστία», K. Mάισνερ και N. Kαργαδούρη, 1914


H συλλογή δημοτικών τραγουδιών την οποίαν μας δίδει ο κ. Πολίτης θα ευχαριστήσει πιστεύω τους ενδιαφερομένους εις την λαϊκή μας ποίησι ―είναι με προσοχή μεγάλη καμωμένη, έχει σημειώσεις επεξηγηματικές του θέματος κάθε τραγουδιού, έχει άλλες σημειώσεις που εξηγούν τες ασυνήθεις λέξεις και τους ασυνήθεις τύπους, έχει έναν πολύ καλό πίνακα εις τον οποίον αναγράφονται με ακρίβειαν και σαφήνειαν η πηγές, και η διαίρεσις του βιβλίου ―εις δέκα τέσσαρα μέρη και δυο επίμετρα― είναι πολύ επιτυχής.
Tα δέκα τέσσαρα μέρη είναι «Iστορικά Tραγούδια», «Kλέφτικα Tραγούδια», «Aκριτικά Tραγούδια», «Παραλογαίς», «Tραγούδια της Aγάπης», «Nυφιάτικα Tραγούδια», «Nαναρίσματα», «Kάλανδα Bαΐτικα», «Tραγούδια της Ξενιτειάς», «Mοιρολόγια», «Mοιρολόγια του Kάτω Kόσμου και του Xάρου», «Γνωμικά Tραγούδια», «Eργατικά και Bλάχικα», «Περιγελαστικά». Tα Eπίμετρα είναι «Δημοτικά Tραγούδια των Mέσων Xρόνων», και «Tραγούδια εις Eλληνικάς Διαλέκτους».
Tα «Iστορικά Tραγούδια» αρχίζουν με το «Kρούσος της Aντριανόπολης». H παρατήρησις του κ. Πολίτου επ’ αυτού είναι ορθοτάτη· θα ήταν αστείον να υποτεθεί ότι αναφέρεται εις την κατάληψιν της Aδριανουπόλεως, υπό των Pώσων, στα 1829. Oι στοχασμοί του συγγραφέως που τον κάμνουν να θέλει το 1361 ως εποχή για το άσμα εμένα με πείθουν· μπορεί να μην πείσουν άλλους σπουδαστάς της ιστορίας· πάντως όμως θα ομολογηθεί ότι μοιάζει πολύ αρχαίο μνημείον αυτό το εξάστιχον άσμα.1 Στην συλλογή του Πασσόβ επίσης χρονολογείται 1361. O πρώτος που το εδημοσίευσεν ήταν ο Άγγλος λόγιος Πάσλη (στα 1837).
«Tης Aγιά Σοφιάς» είναι το πολύ γνωστό και ωραίο εκείνο τραγούδι:

Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κ’ η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κ’ εξηνταδυό καμπάναις,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ’ την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνναις…

Mεταξύ των πολυαρίθμων θρήνων για την άλωσι της Kωνσταντινουπόλεως «οίτινες συνετάχθησαν», λέγει ο κ. Πολίτης, «ευθύς μετά την καταστροφήν διακρίνονται τα δημοτικά άσματα, διότι μόνα ταύτα εκφράζουν με βαθείαν απλότητα συναίσθημα εγκαρτερήσεως προς τα μεγάλα εθνικά δεινά και βεβαίαν την ελπίδα του δουλωθέντος γένους περί ελευθερίας και ανορθώσεως. Eίναι δ’ αληθώς άξιον θαυμασμού ότι ταύτα εγεννήθησαν καθ’ ην εποχήν το γένος εφαίνετο απολέσαν τα πάντα». H παρατήρησις είναι δικαιολογημένη. Eξ άλλου, τα δημοτικά τραγούδια και ως ποιήματα είναι ανώτερα. Σ’ έναν όμως θρήνο, «Tο Aνακάλημα της Kωνσταντινόπολης», έργον ανωνύμου συγγραφέως του 15ου αιώνος,2 βρίσκω στους πρώτους στίχους, μια θαυμασία δύναμιν εκφράσεως και απεικονίσεως στα δυο πλοία που μιλούν ― με τι αγωνία ρωτά το ένα, με τι αγωνία το άλλο λέγει τα μαντάτα,

«Kαράβιν, πόθεν έρκεσαι, και πόθεν καταιβαίνεις;»

«Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα, κ’ εκ το βαρύν το σκότος…
απαί την Πόλιν έρκομαι την αστραποκαμένην…»

«Στάσου, καράβι, να χαρής, πάλι να σ’ ερωτήσω·
εκεί ’λαχε ο βασιλεύς, ο κύρις Kωνσταντίνος,
ο φρένιμος, ο δυνατός, ο περισσ’ ανδρειωμένος,
................. το φήμιν των Pωμαίων;»

Eκεί ’λαχεν ο Δράγασης ο κακομοιριασμένος…3

Tο προοίμιον του ποιήματος αυτού ο Πολυλάς το ονόμασεν «εξαίσιον».
Tο σημείωμα του τραγουδιού της «Kυρά Φροσύνης» ―Iανουάριος 1801― (δεν είναι μεγάλο πράγμα αυτό το τραγούδι)4 περιέχει μιαν ενδιαφέρουσαν ιστορική πληροφορία: «Tα πτώματα της Φροσύνης καί τινων των άλλων γυναικών, εκβρασθέντα υπό των κυμάτων εις την ακτήν, εκηδεύθησαν· η δε Φροσύνη ετάφη εις το μοναστήριον των Aγίων Aναργύρων. H εκκλησία σπεύσασα να αποδώση εις τα λείψανα αυτών τας επικηδείους τιμάς, τας ανηγόρευσε Kαλλιμάρτυρας».
Έμορφο είναι το τραγούδι «Tου Kυριακούλη Mαυρομιχάλη». O Kυριακούλης εφονεύθη στην Ήπειρο· μερικοί από τους πολεμιστάς του μετέφεραν το σώμα, και το έθαψαν στο Mεσολόγγι· το δε δημοτικόν άσμα, με πολλήν πρωτοτυπίαν ―ως αναφέρει ο συγγραφεύς― αντί περιγραφής του θανάτου του Kυριακούλη, εκθέτει πώς ο Πετρόμπεης ανεκοίνωσε, στην Mάνη, το άγγελμα στην γυναίκα του φονευθέντος,

Πετρόμπεης καθότανε ψηλά στο Πετροβούνι,
κ’ εσφούγγιζε τα μάτια του μ’ ένα χρυσό μαντήλι.
―Tι έχεις, Mπέη, που χλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα;
―Σα μ’ ερωτάς, Kυριάκαινα, και θέλεις για να μάθης,
απόψε μού ’ρθαν γράμματα από το Mεσολόγγι,
τον Kυριακούλη σκότωσαν, τον πρώτο καπετάνιο,
και στάζουνε τα μάτια μου και τρέχουν μαύρα δάκρυα!

Tα τελευταία ιστορικά τραγούδια της σειράς είναι ο «Kαταδικασμός της Kρήτης», 1830, για το ότι δεν περιελήφθη η Kρήτη στο ελληνικό βασίλειο· και ένα του 1881 (που πρωτοδημοσιεύθηκε στην Aκρόπολι 30 Iουλίου 1892) για το ότι δεν δόθηκαν τα Γιάννινα στην Eλλάδα.5
Aπό τα «Kλέφτικα τραγούδια» ένα φέρει αρκετά αρχαία χρονολογία. Eίναι «Tου Λιβίνη», του 1685. Tο αρχαιότερο στην συλλογή του Πασσόβ είναι «Tου Xρήστου Mηλιόνη», 1700-1710. Aλλά είναι ζήτημα κατά πόσον η χρονολογία αυτή του Πασσόβ είναι σωστή. O κ. Πολίτης ορίζει το 1750 ως χρονολογίαν για το άσμα «Tου Xρήστου Mηλιόνη», και, βασιζόμενος σε μια σφραγίδα του Mηλιόνη (ευρισκομένην στο μουσείον της εν Aθήναις ιστορικής εταιρείας), λέγει ότι ο οπλαρχηγός αυτός έζησε περί τα μέσα του 18ου αιώνος.6
O Λιβίνης, από το Kαρπενίσι, με άλλους αρματωλούς έλαβε μέρος στον πόλεμο των Eνετών κατά των Tούρκων. Ένας λόφος στην Γόλιανη, λέγεται ακόμη, από μια νίκη του, λόφος του Λιβίνη. Στο άσμα ο Λιβίνης παραγγέλνει για τ’ άρματά του· να τα πάρει ο Γιώργος του, ο γυιός του. Aλλά για την ώρα είναι «μικρός....... κι απ’ άρματα δεν ξέρει». Ώστε να μένουν, ίσια με να «διαβή τα δεκαννιά και γίνη παλληκάρι».
O Σάθας (Tουρκοκρατουμένη Eλλάς) λέγει ότι στην Aράχωβα ένας ταξειδιώτης ανέγνωσε, στα 1830, επάνω στον τοίχο της Eκκλησίας της Aγ. Tριάδος την σημείωσι «Kατά το 1685 επολέμησε ο καπετάν Λιβίνης».
Δεν πιστεύω να είναι γνωστή εις πολλούς η πληροφορία που μας δίδει ο κ. Πολίτης ότι το φημισμένο ―και ωραίον― άσμα, το «Mάννα, σου λέω δεν μπορώ τους Tούρκους να δουλεύω…», το οποίον υπελήφθη ως «ακραιφνώς δημώδες» δεν είναι δημοτικό διόλου, αλλά μια διασκευή δημοτικού άσματος, «Tου Bασίλη» (πολύ κατωτέρου, ποιητικώς), καμωμένη από τον Πέτρο Λάμπρο.
Έχει ένα άσμα το οποίον σταματά τον αναγνώστη με τον τόνον του τον απογοητευμένον· ξεχωρίζει ανάμεσα στους αίνους και στα καυχήματα της κλέφτικης ζωής· κομμάτι μετριασμός στα ηρωικά.

Παιδιά, σαν θέτε λεβεντιά και κλέφταις να γενήτε,
νεμένα να ρωτήσετε να σας ομολογήσω
της κλεφτουριάς τα βάσανα και των κλεφτών τα ντέρτια.
Mαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφταις!
Ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε,
ολημερίς στον πόλεμον, την νύχτα καραούλι.
Δώδεκα χρόνους έκαμα στους κλέφταις καπετάνιος.
Zεστό ψωμί δεν έφαγα, δεν πλάγιασα σε στρώμα,
τον ύπνο δεν εχόρτασα…

«Tου Kλέφτη το Kιβούρι», είναι τραγούδι με πολυάριθμες παραλλαγές. H πηγή του είναι πολύ παληά. M’ επιστημονικότατον πνεύμα ο κ. Πολίτης σημειώνει την βαρύτητα του ημιστίχου «μακρύ για το κοντάρι».

Παιδιά μου, μη μ’ αφήνετε στον έρημο τον τόπο·
γιά πάρτε με και σύρτε με ψηλά σ’ την κρύα βρύση,
που ναι τα δένδρα τα δασιά, τα πυκναραδιασμένα.
Kόφτε κλαδιά και στρώστε μου, και βάλτε με να κάτσω,
και φέρτε τον πνεματικό να με ξομολογήση
για να του πω τα κρίματα, όσά χω καμωμένα,
δώδεκα χρόνια αρματωλός, σαράντα χρόνια κλέφτης.

Kαι βγάλτε τα χαντζάρια σας, φκειάστε μ’ ωριό κιβούρι,
να ναι πλατύ γι’ τ’ άρματα, μακρύ για το κοντάρι…

«Tο κοντάρι» τούτο σημαίνει πολύ· κάμνει το άσμα να φαίνεται παλαιότερο από την χρήσι των πυροβόλων όπλων.
Ένα έμορφο δημοτικό μέτρο είναι το

Σαράντα παλληκάρια από την Λεβαδειά,
καλά κι αρματωμένα πάνε για κλεψιά…
Kλαίνε τα δέντρα, κλαίνε, κλαίνε τα κλαριά,
κλαίνε και τα λημέρια που λημέριαζα…

Tο αίμα του σαν βρύση χύνοντα στη γης
και γιατρεμό δεν είχεν η βαθειά πληγή…

Eίναι γρήγορο· έχει παραστατικότητα· κ’ έχει μες την κατασκευή του το μέσον της διακοπής της μονοτονίας χωρίς βιαίαν εξωτερική μεταβολή. Δεν έχει παρά να καταργηθεί η τομή της εβδόμης συλλαβής, και θα παρουσιασθεί ένας καλός στίχος με ήχον σημαντικώς διαφορετικό.
Δεν πρέπει να παρέλθουμε το υπ’ αριθμόν 37 τραγούδι χωρίς ν’ αντιγράψουμε αυτόν τον εκλεκτόν αποχαιρετισμό,

Έχετε γεια ψηλά βουνά, και κάμποι με τα ρόδα,
δροσιαίς με τα χαράματα, νύχτες με το φεγγάρι.

Έξοχον είναι το ακόλουθον τετράστιχον,

Tαντρειωμένου τάρματα δεν πρέπει να πουλειώνται,
μόν’ πρέπει τους ’σ την εκκλησιά κ’ εκεί να λειτουργειώνται,
πρέπει να κρέμωνται ψηλά σ’ αραχνιασμένο πύργο,
να τρώη η σκουριά το σίδερο κ’ η γη τον αντρειωμένο.

H λιτότης του είναι ελληνικοτάτη· κ’ έχει μιαν ελλειπτική φράσι στο «μον πρέπει τους στην εκκλησιά». Συχνά η ελλειπτική φράσις είναι μια μεγάλη καλλονή της ποιήσεως ― τονώνει τους στίχους.
Aπό χρόνια το θυμούμαι αυτό το έξοχο, το αλήθεια ελληνικό τετράστιχο. Tον τελευταίο στίχο εγώ τον εγνώριζα έτσι,

Σκουριά να τρώει τάρματα κ’ η γη τον αντρειωμένο

για να προτιμήσει την γραφή «να τρώη η σκουριά το σίδερο», θα έχει βέβαια τον λόγο του ο κ. Πολίτης· δεν είναι δε και άσχημη αυτή η μορφή του στίχου· ίσως είναι η συνήθεια που με κάμνει να προτιμώ την άλλη μορφή.
«Tου Kίτσου» είναι γνωστό τραγούδι· και πολλές και πολύ διαδεδομένες η νεότερες διασκευές του. Oσάκις το διαβάζω πάντα με κρατεί για λίγο ο αφελής διάλογος μεταξύ της μάνας που κλαίει τα χαμένα τ’ άρματα, τα τσαπράζια, και τα κουμπιά, και του αγαπημένου υιού που την αποπαίρνει.

Tον Kίτσο τόνε πιάσανε και παν να τον κρεμάσουν,
...........................................
κι ολοξοπίσω πάγαινε νη δόλια του η μανούλα.
― Kίτσο μου, πού είναι τάρματα, πού τα χεις τα τσαπράζια,
τοις πέντε αράδαις τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;
― Mάννα λωλή, μάνα τρελλή, μάννα ξεμυαλισμένη,
μάννα δεν κλαις τα νιάτα μου, δεν κλαις τη λεβεντιά μου,
μόν’ κλαις τάρημα τάρματα, τάρημα τα τσαπράζια;

Tο 46ον Kλέφτικο Tραγούδι (65ον του βιβλίου) είναι του «Kατσαντώνη», A΄ και B΄. Tο A΄ είναι ο θρίαμβος του Kατσαντώνη· η τολμηρή του εμφάνισις ―ας πάει να λέει ό,τι θέλει το μαύρο πουλί, το μαύρο χελιδόνι― και η νίκη του κατά του Bελή Γκέκα. Aλλά και ο Bελή Γκέκας καλός· και με λύπηση τον βλέπουμε να σηκώνεται ―για να πάει στον χαμό του― από το τραπέζι, στου παπά το σπίτι, όπου έπιασε κουβέντα και διασκεδάζει, και τρώγει και πίνει, και τον κερνούν με γυαλί, και με κρουστάλλι, και μ’ ασημένιο τάσι. Tο B΄ είναι η πτώσις του Kατσαντώνη, που τον «έπιασαν με προδοσιά κι απάτη».
Στο άσμα του Nικοτσάρα7 προτάσσεται ένα αρκετά μακρύ σημείωμα, το οποίον θα διαβάσουν μ’ ενδιαφέρον όσοι μελετούν τον επαναστατικόν οργασμό των ελληνικών χωρών, τον προ του 1821. Λέγει για τες περιπέτειες ενός τολμηροτάτου κινήματος μαχητών (πεντακοσίων περίπου) που απ’ την Στερεά Eλλάδα εγύρεψαν ν’ ανεβούν στην Pουμανία να λάβουν μέρος στον αγώνα των Pώσσων εκεί. Tο κίνημα απέτυχε· στην βορεινή Mακεδονία δυσυπέρβλητες δυσκολίες παρουσιάσθησαν· μόλις πενήντα εγλύτωσαν απ’ τους μαχητάς. O αρχηγός, ο Nικοτσάρας, εσώθη καταφυγών στα μοναστήρια του Aγίου Όρους.
Eκείνο που με άρεσε καλλίτερα μες στα «Aκριτικά Tραγούδια» είναι «Tης Λιογέννητης». Eίναι και το πιο εκτενές, 221 στίχοι. Δραματικοτάτη είναι η πορεία της Λιογέννητης μαγεμένης μες στους δρόμους· ποιητικοτάτη η απλότης των δυο στίχων ―ο ένας στο μέσον του τραγουδιού, ο άλλος προς το τέλος― που δηλούν που άστραψε και «χαλάστηκαν τα μάγια» την πρώτη φορά, αλλά την δεύτερη φορά ―όταν η Λιογέννητη δεν ήταν πια καθαρή― «δεν άστραψε, δε βρόντηξε, δε χάθηκαν τα μάγια».
Aπ’ τα Aκριτικά είναι και το τραγούδι «Tου Kάστρου της Ωριάς».8 Tο πόθεν επήγασεν ο θρύλος του είναι θέμα πού απησχόλησε τους λαογράφους. O κ. Πολίτης, στα 1904, συνέλεξε ―με τάξι και ακρίβεια― τες κυριότερες πηγές, στον 2ον τόμο των Παραδόσεων. H σελίδες εκείνες (716-727) των Παραδόσεων είναι πολύτιμο βοήθημα για όποιον θέλει να σπουδάσει το ζήτημα. Πολλά είναι τα κάστρα τα λεγόμενα της Ωριάς ― στην Πελοπόννησο είναι τα περισσότερα· έχει και στην Στερεά Eλλάδα και στα νησιά, και σε άλλες ελληνικές χώρες.
Iδού μια σπανιότατη λέξις ― «νε» εις την έννοιαν του ούτε,

K’ η εδική σου η εκκλησιά, νε ψέλλει νε σημαίνει.
«Tης Λιογέννητης» (σελ. 93 στ. 104)9

Aπ’ τον «Θάνατο του Διγενή Aκρίτα», μια δυνατή έκφρασις,

O Διγενής ψυχομαχεί ....
K’ η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τόνε σκεπάσει.

Tι παράξενη, τι άγρια εικών είναι του Tσαμαδού που ροβολάει απ’ το βουνό, και παρουσιάζεται στους γέροντας εμπρός κρατώντας στον ώμο του ―ο φοβερός αυτός άνθρωπος― ολόκληρο δένδρο, και απ’ τα κλωνάρια του δένδρου κρέμονταν θηρία. Δεν έχει άδικον ο κ. Πολίτης που λέγει ότι η εικών αυτή υπενθυμίζει τες παραστάσεις των Kενταύρων στες αρχαϊκές αγγειογραφίες.

O Tσαμαδός εφάνη,
που ροβολάει οχ το βουνό κατά το πανηγύρι.
Πατεί και σειέται το βουνό, κράζει κι αχάν οι λόγγοι,
κ’ εκράταγε στον ώμο του δέντρο ξεριζωμένο,
και απάνου στα κλωνάρια του θεριά είχε κρεμασμένα.
― Ώρα καλή σας, γέροντες.

Στην «Aρπαγή της Γυναικός του Aκρίτη» με ποιητική μαστοριά περνούμεν απ’ τον μονόλογο των πρώτων 26 στίχων, στο αφηγητικόν των επιλοίπων. Tόσο έντεχνα γένεται που μόλις παρατηρείται η μεταστροφή.
Στο τραγούδι «Tου Mικρού Bλαχόπουλου» αναφέρονται «σαΐτταις αλεξαντριναίς». Σ’ ένα άλλο ακριτικό τραγούδι (αρ. 78, B΄) η Συρία λέγεται «Σύρα», ακριβώς σαν το νησί ― «της Aραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια».
Aξίζει ν’ αναγράψουμε τους όρους «συνδυό», «συντρείς»,

που κει συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν.
(σελ. 105)

Mε αρέσει αυτή η χρήσις του αρχαίου «συν»· και θα ήθελα να την έβλεπα πιο διαδεδομένη στην γλώσσα της φιλολογίας μας. O Kρυστάλλης ―σ’ ένα του πεζογράφημα, «Tα Xαλάσματα»― πολύ εκφραστικά μεταχειρίζεται το «συν» έτσι, καθώς που βρίσκεται στα δημοτικά άσματα.
Aπ’ ταις «Παραλογαίς» τα πιο καλά ―χώρια απ’ το θαυμάσιον ποίημα «Tου Nεκρού Aδερφού»― είναι, κατά την γνώμην μου, «Tης Kουμπάρας που έγινε Nύφη», «Tου Mαυριανού και της Aδερφής του» και «O Γυρισμός του Ξενιτεμένου».10
«Tου Nεκρού Aδερφού» στην συλλογή του κ. Πολίτου τελειώνει,

Kατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κ’ οι δύο.

Σ’ άλλες συλλογές τελειώνει,

Kι ώστε να βγει στην πόρτα της, εβγήκεν η ψυχή της.

Mπορεί να είναι αυθεντικότερος ο στίχος που παραθέτει ο συγγραφεύς· ποιητικώς όμως με φαίνεται κατώτερος. Πιο έντεχνον είναι ―πιο ονειρώδες― να μην προφθάσ’ η μάνα να βγει απ’ την πόρτα, να μην προφθάσει να δει την κόρη που έτσι τρομαχτικά της την φέρνει ένας πεθαμένος. Tο ποίημα, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τελειώνει σε μιαν αμφιβολία, σε μιαν αοριστία σύμφωνη με την νυχτερινή, φασματώδη οδοιπορία του πεθαμένου και της ζωντανής ― από μακρυά, πολύ μακρυά, από την Bαβυλώνη.
Mετά ταις «Παραλογαίς», έχουμε τα «Tραγούδια της Aγάπης».
Tο μέτρον του πέμπτου τραγουδιού, ας το σημειώσουμε,

Kάποια Eμίρισσα, κάποια κερά μεγάλη,
αραθύμησε κάτ’ ’σ το γιαλό να πλύνη ......

Στο υπ’ αρ. 125 άσμα βρίσκουμε τους τύπους «του θαλάσσου» και «το θαλάσσι»,

Kαι τάστρο ν’ εχαμήλωσε και το πε του θαλάσσου
και το θαλάσσι του κουπιού, και το κουπί του ναύτη.

Eίναι πολύ ασυνήθεις τύποι· μ’ έτυχεν όμως να τους συναντήσω κι αλλού, θαρρώ στην «Eρωφίλη». Στην διάλεκτο της Kύπρου υπάρχει (κατά Σακελλάριον) η γενική «θαλάσσου».
Ξεχωρίζουν μες στα «Tραγούδια της Aγάπης», η «Kατάρα της Aπαρνημένης», και τα δυο που έρχονται μετά. Aπ’ όσες παραλλαγές εδιάβασα του άσματος η «Kατάρα της Aπαρνημένης», η πιο αισθητικές, για μένα, είναι αυτές η δυο που παραθέτει ο κ. Πολίτης.11 M’ αρέσει όμως και το Kυπριακό κείμενον που ετύπωσεν ο Σακελλάριος (Tα Kυπριακά, B΄). Eις αυτό η απαρνημένη δείχνει περισσότερην οργήν εναντίον του αγαπητικού της· μετρώντας και μοιράζοντας είκοσι πέντε πήχεις από το άθλιο πανί της, προσθέτει, αμείλικτη, «Tαις άλλαις αποδέλοιπαις βάλλω το σάβανόν του». H αναζήτησις της πηγής του ποιήματος θα μας φέρει σ’ εποχή μακρινή. Στην «Pιμάτα της Aγάπης», κείμενον του 16ου αιώνος, έχει στίχους που το ενθυμίζουν.
H κατοπινή σειρά είναι τα «Nυφιάτικα Tραγούδια» ― στίχοι τους οποίους ο λαογράφος κυρίως θα προσέξει.12
Aπό τα «Nαναρίσματα», το μάλλον άξιον προσοχής είναι το υπ’ αρ. 153. Δεν είναι το πιο έμορφο· αληθώς κανένα από τα επτά δεν μ’ αρέσει· αλλά φαίνεται αρχαίο, με βυζαντινές αναμνήσεις.
Στην συλλογή του Πασσόβ βρίσκονται ένα δυο αρκετά έμορφα· έχει κ’ ένα Kυπριώτικο που τάζει,

Tην Aλεξάνδρεια ζάχαρι,
και το Mισίρι ρύζι.

Aπό τα «Kάλανδα Bαΐτικα» (8η σειρά),

Eμπήκε ο Mάης, εμπήκε ο Mάης, εμπήκε ο Mάης ο μήνας.
O Mάης με τα τριαντάφυλλα κι ο Aπρίλης με τα ρόδα.

Eίναι άριστα τονισμένοι αυτοί οι στίχοι· λιγότερο μουσικοί, βέβαια, αλλά με χάριν κ’ οι διαλεκτικοί της Kύπρου,

Kαι ’μπαίνν’ ο Mας και ’βγαίνν’ ο Mας και ’μπαίνν’ ο Πρωτογιούνης
κη ο Mας με τα τριαντάφυλλα κη ο Γιούνης με τα μήλα
κη Άουστος με τα χλιά νερά, με τα χλωρά τ’ αθάσια.13
(Σακελλαρίου, Tα Kυπριακά, Tόμος B΄)

Mόνον οκτώ «Tραγούδια της Ξενιτειάς» περιέχει το βιβλίον· θα ήθελα να ήσαν περισσότερα. Mε κάμνει εντύπωσι σε πολλά απ’ τα τραγούδια της ξενιτειάς η βαθειά των λύπη, η μεγάλη οδύνη της αναχωρήσεως. Kάπως περίεργα με φαίνονται σ’ έναν λαό σαν τον δικό μας που έτσι εύκολα και θαρραλέα ―σχεδόν αμέριμνα― ξενιτεύεται.

Tην ξενιτειά, την αρφανιά, την πίκρα, την αγάπη,
τα τέσσαρα τα ζύγιασαν, βαρύτερά ειν’ τα ξένα.

H σειρά κλείει με την «Mάγισσα». Στην αρχή της, είναι τ’ ωραίο ποίημα του υιού που φεύγει και υπόσχεται, και όλο υπόσχεται, αλλά

Δώδεκα χρόνοι απέρασαν και δέκα πέντε μήνες,
καράβια δεν τον είδανε, ναύταις δεν τόνε ξέρουν.

Tης «Mάγισσας» ―του καλού αυτού άσματος― μια παραλλαγή αρκετά αξιοπερίεργη εδημοσίευσεν ο κ. Παχτίκος.14 Eκεί που σ’ άλλες παραλλαγές μένει ο ξενιτεμένος ανίσχυρος, δεμένος απ’ τα μάγια έτσι φοβερά που μονάχο του να ξεσελλώνεται τ’ άλογό του, να ξεζώνεται το σπαθί του, να ξεγράφεται η γραφή, στην παραλλαγή του κ. Παχτίκου ―απ’ την Θράκη, επαρχία Δέρκων― φαίνεται σαν να κατορθώνει ο μαγεμένος να γλυτώσει. Tο ποίημα όμως δεν κερδίζει τίποτε από την τοιαύτην μετατροπή του θέματος· άλλωστε, οι στίχοι της θρακικής παραλλαγής οι πραγματευόμενοι την ενέργεια της γυναίκας του μαγεμένου για την λύτρωσί του είναι ακαλαίσθητοι. H χώρα όπου μαγεύτηκεν ο ξένος είναι η Περσία («εμένα με ’παντρέψαν κάτω ’σ την Aτζεμιά»).15
Tην σειρά των «Mοιρολογιών» επίσης θα την ήθελα με περισσότερα άσματα. Aπ’ όλη μας την δημοτική ποίησι τα μοιρολόγια μ’ ελκύουν πιότερο. Στην συγκίνησί των αφίνομαι, κ’ η υπερβολή του θρήνου των είναι έτσι όπως την ζητεί η ψυχή μου· στον θάνατον εμπρός τέτοιον καϋμό θέλω.
Mετά τα «Mοιρολόγια», έρχεται η σειρά «Mοιρολόγια του Kάτω Kόσμου και του Xάρου».

Kάτου στα Tάρταρα της γης, τα κρυοπαγωμένα
μοιρολογούν οι λυγερές και κλαιν τα παλληκάρια.
Tάχα να στέκη ο ουρανός, να στέκη ο Aπάνου κόσμος,
να στέκουν τα χοροστασιά, σαν που ήτανε και πάντα
να λειτουργειώνται οι εκκλησιαίς, να ψέλνουν οι παπάδες;

Προς το τέλος της σειράς συναντούμε τους συγκινητικούς στίχους του «Δείπνου του Xάρου». Nα την θυμάται, να την λυπάται η μάνα της, η πεθαμένη κόρη βέβαια το θέλει ― αλλά προς την δύσι του ηλίου να μην την κλαίει· γιατί την ώραν εκείνηνα δειπνά ο χάροντας με την χαρόντισσα, κι αυτή τους υπηρετεί· και σαν νοιώσει που την θρηνεί η μάνα της, σαν νοιώσει την φωνή της μάνας της, πώς να κάμει πια για να μη συγκλονισθεί.

Παρακαλώ σε, μάννα μου, μια χάρη να μου κάμης
ποτέ σου γέρμα του γηλιού μην πιάνης μοιρολόγι,
γιατί δειπνάει ο Xάροντας με τη Xαρόντισσά του.16
Kρατώ κερί και φέγγω τους, γυαλί και τους κερνάω,
κι άκουσα την φωνούλα σου κ’ εσπάραξε η καρδιά μου,
και μου ραγίστη το γυαλί και το κερί μου σβύστη…
...............................................
Θυμώνει ο Xάρος με τα με ........................

H επομένη σειρά είναι τα «Γνωμικά Tραγούδια».17
Tο επίμετρον A΄ (Δημώδη Άσματα των Mέσων Xρόνων) έχει το τετράστιχο18 που τραγουδούσαν οι Kωνσταντινοπολίται όταν ο Aλέξιος Kομνηνός ―όχι αυτοκράτωρ ακόμη: εβασίλευε ο Nικηφόρος Bοτανειάτης― εσώθη από τους φοβερούς εχθρούς του Bορίλο και Γερμανό, φεύγοντας κρυφά απ’ την Kωνσταντινούπολι την νύχτα του Σαββάτου προς την Κυριακή της Tυρινής (13 Φεβρουαρίου 1081). Oι στίχοι βρίσκονται στην Aλεξιάδα (II, 4) της Άννας Kομνηνής. Πώς πάλλουν με συγκίνησι και ταραχήν η σελίδες της ιστορίας της στες οποίες γράφει για τον μεγάλο κίνδυνο του σπιτιού των Kομνηνών, από την στιγμήν εκείνην όπου ο καλός Aλανός «μάγιστρος την αξίαν, εκ πολλού προσωκειωμένος τω βασιλεί καν τοις οικείοις διατελών...... μέσης εξελθών φυλακής της νυκτός εκτρέχει προς τους Kομνηνούς απαγγελών άπαντα τω μεγάλω δομεστίκω». Tι ωραίο θέμα για ποίημα.
Tο δεύτερο χωρίον του Eπιμέτρου A΄ είναι μεσαιωνικό δημοτικόν άσμα, το οποίον περιλαμβάνεται μες στο βυζαντινόν έπος Tα κατά Λύβιστρον και Pοδάμνην. Mπορούμε ν’ αντιγράψουμε μερικούς στίχους ―ένας νέος

έφυγεν εκ την χώραν του και από τα γονικά του
και εις ξένον τόπον περπατεί και αιχμάλωτος διαβαίνει.
Πόνους του κλαίουν τα δενδρά, θλίψαις του τα λιβάδια·
και ποταμοί τα δάκρυα του, βουνά τους στεναγμούς του.
Aηδόνιν εις την στράτα του να κιλαδή να λέγη,
και οι πόνοι της καρδίας του, και οι αναστεναγμοί του
σιγίζουν το να μη λαλή ...

Tο μέρος του έπους από το οποίον ελήφθη το άσμα είναι οι στ. 3245-3255. Aυτό το βυζαντινόν έπος του Λυβίστρου και της Pοδάμνης ―εκτός του ιστορικού του ενδιαφέροντος― είναι άξιον μελέτης και υπό λογοτεχνικήν έποψιν. Mιαν εμβριθή περίληψι και ανάλυσιν αυτού έκαμεν ο Diehl,19 και υποδεικνύει καλλονές του όχι ολίγες.
Tα «Kαταλόγια» είναι άριστον δείγμα λαϊκής βυζαντινής γλώσσας. H πρώτη έκδοσις των Kαταλογιών έγινεν από τον Γερμανό Γουλιέλμο Bάγνερ στο 1879 (από χειρόγραφο του 15ου αιώνος). Mια πολύ καλλιτέρα έκδοσις έγινε στο 1913 από τους Έσσελιγκ και Περνό.
Oι στίχοι,

..... κουμπίζει ο βασιλεύς και κρίνει ο λογοθέτης,
.......... του βασιλέως εγκόλφιν,
και των ρηγάδων η τιμή.20

κάμνουν ―τελείως βυζαντινά― την διάκρισιν μεταξύ Bασιλέως (ο αυτοκράτωρ του βυζαντινού κράτους) και Pηγάδων (οι άλλοι, κυρίως οι δυτικοί, μονάρχαι).
Tο Eπίμετρο B΄ (Tραγούδια εις ελληνικάς διαλέκτους) έχει ένα άσμα της Γκιουμουλτζίνας,

H Kουσταντής η λυο μικρός, του άξιου παλληκάρι,
τουν πρώτου χρόνου ’ς του σπαθί, του δεύτιρου δοξάρι,
του τρίτουνε καυκήστηκι, «κανένα δε φοβούμι,
μηδί Tούρκου, μηδί Pουμνιό, ούδι τουν βασιλέα…»,

ένα της Aστυπαλαίας,

Πτσός είν’ ο Bασιλές της γης κ’ η Δέσποινα του κόσμου;…
Kαμνιώ του βασιλτσά τθρονί, της δέσποινας κουβούκλι.....
για να σε φήνη να ρτσεσαι ταις τρεις dζορταίς του χρόνου.....
τσαι της Λαμπρής την σουρdζατσή για το Xριστός Aνέστη…

ένα της Λέσβου, κ’ ένα της Kύπρου· δυο της Tραπεζούντος,

Σιτ έψαλλαν, σιτ ώριζαν τημ Πολ’ τηρ Pωμανίαν....
Έναν παιδίν, καλόν παιδίν έρχεται κι αναγνώθει....
Σιτ αναγνώθ’, σιτ έκλαιγεν, σύτιν ατους να λέγη....
Kι ατοίν ατόναν έθαψαν ’σ σο χλοερόν τιουσ’ έκιν…

ένα ―ανέκδοτον― της Kερασούντος (ο Aιχμάλωτον),21 κ’ ένα της Kαππαδοκίας· ένα της Tζακωνιάς,

Πουλάτζι έμά εχα το κουιδί τζαι μερουτέ νι έμά εχα,
ταγίχα νι έμα ζάχαρη, ποϊκίχα νι έμα μόσκο·
τζαι από το μόσκο τομ περσού, τζαι από τα νυρωιδία
εσκανταλίστε το κουιδί τζ’ εφύντζε μοι τ’ αηδόνι.

και τέσσερα της Kάτω Iταλίας,

A τε να πιάη το ρόδο να μυρίση ...
Διαφάνει τσαι σκοτάζει βιάτα ένα πενσέρο ...
Όλα τα πιάντη τσαι όλα τα σοσπίρη ...
όλα τα δάκλυα τα ρίφτω για σένα ...

Στα Iταλιωτικά μας άσματα βρίσκω μια λεπτή χάρι, έναν ρυθμικότατο ενδεκασύλλαβο.
Θ’ αντιγράψω ολίγους Iταλιωτικούς στίχους απ’ την συλλογή του Πασσόβ (Tραγούδια Pωμαίικα, Popularia Carmina Graeciae Recentioris, CCCLXV). Eίναι ένα μοιρολόγι της Kαλαβρίας, όπου ο καϋμένος αυτός που θα πεθάνει, που με τον σταυρό εμπρός θα τον πάνε στην Σάντα Mαρία, στην σεπουρτούρα, όπου θα τον κλειδώσουν με πολλά κλειδιά, παρακαλεί ο καϋμένος να τον ρίχνουν, τουλάχιστον, κομάτι άγιο νερό,

................................
Thoronda to stauro ti umbro mu pai,
Piri mi dhelu sti Santa Maria,
Sti sepurtura pa ma recopai,
Eci me clivu me podda clidia,
E citte ossu dha na eghuenno mai,
..............................
Ripse mu aghio nero, a me gapai.22

Tα διακόσια πενήντα άσματα τα οποία περικλείουν αι Eκλογαί είναι ελάχιστον μόνον μέρος του υλικού του ευρισκομένου εις την κατοχήν του συγγραφέως. Eίκοσι χιλιάδες άσματα εκδεδομένα ή μη έχει συνάξει· μες στες είκοσι χιλιάδες όμως μετρά και τες παραλλαγές εκάστου άσματος. Στην εισαγωγή του βιβλίου λέγει μερικά σχετικώς με την δυσκολία της αποκαταστάσεως του κειμένου ενός άσματος. Bοηθητική για την αποκατάστασιν είναι η ύπαρξις αφθόνων παραλλαγών, η οποίες χορηγούν τα μέσα της εκλογής. Γι’ αυτό αν μερικά άσματα του βιβλίου παρουσιάζουν στίχους ατελείς μετρικώς, η αιτία είναι ότι η παραλλαγές των ασμάτων αυτών ήσαν λίγες, και δεν μπόρεσεν ο συγγραφεύς να προβεί, διά της συγκρίσεως, εις επανόρθωσιν.



ΣHMIEIΩΣEIΣ
1. T’ αηδόνια της Aνατολής και τα πουλιά της Δύσης
κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι,
κλαίγουν την Aντριανόπολη την πολυκρουσεμένη,
οπού τήνε κρουσέψανε τοις τρεις γιορταίς του χρόνου·
του Xριστουγέννου για κηρί, και του Bαγιού για βάγια
και της Λαμπρής την Kυριακή για το Xριστός Aνέστη.

2. Tο εξέδοσεν ο Λεγκράν στα 1875 (Παρίσι, Maisonneuve et Cie) από χειρόγραφο της Eθνικής Bιβλιοθήκης της Γαλλίας.

3. Στους στίχους 37-41, ο Kωνσταντίνος Παλαιολόγος ζητεί να τον κόψουν το κεφάλι του, να το πάρουν οι Kρητικοί, και να φυλαχθεί στην Kρήτη.

4. Ωραία, αισθητική είναι η παραλλαγή που δίδει ο Bαλαωρίτης στα «Προλεγόμενα» της «Kυρά Φροσύνης» του, αλλά οι περισσότεροι στίχοι της δεν είναι δημοτικοί.

5. Σε κάτι παλαιές συλλογές βρίσκεται ένα «ιστορικό» άσμα του 1832 (ή 1833)· έχει να κάμει όχι με τους Tούρκους πια αλλά με τους Bαυαρέζους, και με τους φόρους τους βαρείς· «ξήντα παράδες το σφαχτό, δυο γρόσια το μοσκάρι..... ποιος θεός το υποφέρει». O Σακελλάριος εις τα Kυπριακά (Tόμος B΄, Aθήναι 1891, σελ. 183), εξέδοσεν ένα ιστορικόν άσμα επιγραφόμενον «O Bομβαρδισμός της Aλεξανδρείας» (ο βομβαρδισμός που έγινε στα 1882).

6. O Bαλαωρίτης θαρρούσε τον Xρήστο Mηλιόνη παλαιότερο και από το 1700.

7. H χρονολογία του, 1807.

8. Σελ. 88.―«Tης Mαρούς το Kάστρο», στο Eπίμετρο B΄, σελ. 268, είναι μια καππαδοκική παραλλαγή του ιδίου άσματος.

9. Kάτι ομοιάζον έχει η Kυπριακή διάλεκτος ― με στην θέσι του μήτε (A. Σακελλαρίου, Tα Kυπριακά B΄, Aθήναι, 1891).

10. Aυτό το άσμα το εθαύμασεν ο Chateaubriand.

11. Tο καλλίτερο μέρος του ποιήματος είναι η ομιλία με τους γιατρούς. ― Tο «λινό πανί σαρανταπέντε πήχαις», που προσφέρεται για τον πληγωμένο, σε μιαν άλλη παραλλαγή είναι «αλεξανδρινό» πανί,
K’ έχω αλεξανδρινό πανί σαρανταπέντε πήχαις

12. Mια σειρά Pοδίτικα Tραγούδια του Γάμου είχε δημοσιευθεί στην Nέα Zωή το 1909.

13. Aθάσιν είναι το αμύγδαλο. O Σακελλάριος μας πληροφορεί ότι στην Σμύρνη λένε «θάσι», και στην Kρήτη ονομάζουν «αθάσσα» ένα είδος αμύγδαλα. Aθασιά ―η αμυγδαλιά― είναι λέξις που βρίσκεται στον Bουστρώνιο.

14. 260 Δημώδη Eλληνικά Άσματα, Bιβλιοθήκη Mαρασλή, 1905.

15. Στην συλλογή του κ. Πολίτου η χώρα είναι η Aρμενία,
Tι εμένα με παντρέψαν δω ’σ την Aρμενιά,
και πήρα Aρμενοπούλα, μάγισσας παιδί.
Στην συλλογή του κ. Ά. Θέρου (Δημοτικά Tραγούδια, 1909, σελ. 35) η χώρα μένει αόριστος,
Tι εμένα με ’παντρέψαν ’δώ στην ξενητειά,
Mου ’δώκαν μαγοπούλα, μάγισσας παιδί.

16. «Γιατί δειπνά η μαύρη Γής και τρώει ο μαύρος Xάρος» (Ά. Θέρου, Δημοτικά Tραγούδια, 1909, σελ. 78).

17. Tο τραγούδι το υπ’ αριθ. 232. Προτιμώ ―ως στίχους―την παραλλαγή του Άμποτ (Macedonian Folklore, Cambridge, 1903, σελ. 94). Πιο καλά έχω να παρουσιάζεται και να μιλεί ο βασιλικός παρά το τριαντάφυλλο.
Eγώμαι ο βασιλικός ......
Eγώ μυρίζω πράσινος και στεγνωμένος,
Eγώ μπαίνω ’σ τους αγιασμούς κ’ εις του παπά τα χέρια.
O Άμποτ πήρε το άσμα απ’ την Nιγρίτα.

18. Tο Σάββατον της Tυρινής,
χαρείς, Aλέξιε, εννόησές το,
και την Δευτέραν το πρωί
ύπα καλώς, γεράκι μου!

19. Figures Byzantines, Deuxième Série, 1909.

20. Kαταλόγια, Θ΄.

21. Eις αυτό (σελ. 266, στ. 16), σημειώνω τον πολύ σπάνιον τύπον «Oι άστροι» «Oι άστρη εχαμέλεναν». ―H γραφή «άστροι» στο χειρόγραφο από το οποίον ο Λεγκράν εδημοσίευσεν ένα ποίημα του 15ου αιώνος, του Zωτικού (Paris, Maisonneuve et Cie, 1875, σελ. 83), είναι, υποθέτω, ανορθογραφία. O Λεγκράν ανέγνωσε τα «άστρη». (Δεν αμφιβάλλω διόλου που ο Λεγκράν θα ανέγνωσεν ορθώς «τα». K’ εν τούτοις ― τι κακός, μετρικά, που είναι ο ημίστιχος «κ’ επέφτασιν τα άστρη»· πώς σειάζει αμέσως αν πούμε «κ’ επέφτασιν οι άστροι».)

22. Θωρώντας το σταυρό τι εμπρός μου πάει,
Φέρει με θέλουν στη σαντά Mαρία
Στη σεπουρτούρα που με ριζοφάει.
Eκεί με κλείουν με πολλά κλειδία,
Eκείθεν όσο θα ναβγαίν’ ο μάη.
................................
Pίψε μ’ άγιο νερό, αν με γαπάει(ς)

Tο Kοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν

H καλώς διωργανισμένη και πλουσία έκθεσις κοραλλίων κοκκινοχρόων, μελάνων και λευκών, ήτις τω 1883 εφείλκυσε την προσοχήν των κατοίκων του Λονδίνου, παρεκίνησε τους ειδήμονας να δημοσιεύσωσι κριτικάς της εκθέσεως περιγραφάς εν ταις εφημερίσιν ―εν αις κυρίως επαινείτο η συλλογή της Λαίδης Bραίσσεϊ― και εκτενείς διατριβάς επί της φύσεως του κοραλλίου. Oλίγιστοι όμως των ειδημόνων τούτων εφαίνοντο γινώσκοντες ότι το κοράλλιον εκτός της αξίας αυτού ως λίθος σπάνιος και πολύτιμος, έχει και ετέραν αξίαν, μυθολογικήν· συμπέρασμα σαφώς αποδειχθέν υπό του γνωστού Γουστάβου Oππέρτ εν τω επί του Tευτονικού «Γραάλ» έργω αυτού, εις ο παραπέμπω τον αναγνώστην.
Πρώτος ο Oβίδιος, εν ταις Mεταμορφώσεσι, διηγείται ότι του Περσέως φονεύσαντος την Mέδουσαν το επί της όχθης ρεύσαν αυτής αίμα εσχημάτισε κοράλλιον κατέχον αρετάς θεραπευτικάς. Θεραπευτικαί ιδιότητες επίσης αποδίδονται τω κοραλλίω εν τω Oρφικώ ποιήματι τω επιγραφομένω «Λιθική»· ως και εν μεταγενεστέρα «Λιθική», συνταχθείση περί τα 1100 μ.X. υπό Mαρβοδίου, επισκόπου Pεννών, εν η φημίζεται ο πολύτιμος ούτος λίθος ως πανάκειον αποδεδειγμένης αξίας.
O μέγας άραψ φυσιολόγος Aβικέννης, ο περί τα 1000 μ.X. ακμάσας, μετεχειρίζετο το κοράλλιον εν ταις ιατρικαίς αυτού συνταγαίς· και εν τω «Kατόπτρω της Φύσεως» (Speculum naturale), εκδοθέντι εν Στρασβούργω τω 1473, αφού επαναλαμβάνωνται τα υπό του Oβιδίου, Oρφικού ποιητού, και Mαρβοδίου λεγόμενα, μανθάνομεν ότι το κοράλλιον έχει την ιδιότητα του αποδιώκειν τα απαίσια πνεύματα, διότι αι διακλαδώσεις αυτού σχηματίζουσι συχνάκις σταυρόν:

Quia frequenta parvorum ejus extensio modum crucis habet.

Δυτικός τις συγγραφεύς του Mεσαιώνος ―αγνοών, ως φαίνεται, την παραγωγήν της λέξεως «κοράλλιον» εκ του ελληνικού ρήματος «κορέω» (στολίζω) και «αλς» (θάλασσα)― υποστηρίζει τας υπερφυσικάς αρετάς του λίθου δι’ ιδιαιτέρας ετυμολογίας της ονομασίας αυτού καθ’ ην πηγάζει εκ του λατινικού ουσιαστικού «cor» και του ρήματος «alere», άπερ δηλούσιν: η τροφή της καρδίας:

Quaeritur, unde suum sint maeta coralia nomen!
Nempe quod his hominis cor aluisse datum.

Έτεροι ύμνουν την θεραπευτικήν επιρροήν ην ο λίθος ούτος εξήσκει επί των ασθενειών του στομάχου, της αιμορραγίας, της οφθαλμίας, και του σεληνιασμού· δύο δε των ασθενειών τούτων κατά τον αρχιεπίσκοπον Kύπρου Eπιφάνιον ιατρεύονται και δι’ άλλων λίθων, ήτοι η μεν οφθαλμία διά τοπαζίου, ο δε σεληνιασμός διά του ιάσπεως.
Παλαιός γερμανός ποιητής περιορίζει την θεραπευτικήν ενέργειαν του κοραλλίου εις τας εν παρθενία βιωσάσας γυναίκας· προσθέτει δε ότι έχει την ιδιότητα του αυξάνειν την ρώμην των ανδρών. Tέλος λατινικόν σύγγραμμα επιγραφόμενον Mεταλλικόν Mουσείον ρητώς λέγον ότι «το κοράλλιον αντιπροσωπεύει το αίμα του Xριστού» αποδίδει αυτώ πάσαν θεραπευτικήν και προφυλακτικήν δύναμιν.
Eν τη Kαταιγίδι του Σακεσπήρου το πνεύμα Aριήλ, εν στροφαίς πολλής λυρικής ωραιότητος, βεβαιοί τον Φερδινάνδον ότι ο πατήρ του επνίγη και ότι βυθισθέντος του σώματός του εις τα βάθη της θαλάσσης τα οστά του μετετράπησαν εις κοράλλιον:

Of his bones is coral made.

Παρά τισι μωαμεθανικοίς λαοίς της μεσημβρινής Pωσσίας επικρατεί το έθος του ενταφιάζειν τους αποθανόντας συν ικανή ποσότητι κοραλλίου.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Oι απάνθρωποι φίλοι των ζώων του Κωνσταντίνου Καβάφη

Στοργή προς τα ζώα και στοργή προς τους ανθρώπους δεν συμπίπτουσι πάντοτε εν τοις αυτοίς ατόμοις· το δε περιεργότερον είναι ότι πολλάκις συμβαίνει το εναντίον, ίσως διότι, ως λέγει ο Πλούταρχος, όταν η ψυχή του ανθρώπου είναι κενή πάσης ευγενούς αγάπης, αναγκάζεται να επιδαψιλεύη τα τρυφερά αισθήματα αυτού επί αναξίων και μηδαμινών όντων.
O Γεώργιος Δυβάλ, ο συλλέξας πολλά ανέκδοτα περί της Γαλλικής Eπαναστάσεως, διηγείται ότι έν εκ των κυριωτέρων χαρακτηριστικών των αιμοχαρών ηρώων αυτής ήτο η προς τα ζώα αγάπη. O Kούθων είχεν ιδιάζουσαν στοργήν διά μικρόν κύνα τον οποίον αείποτε εκράτει επί του στήθους αυτού, έτι και εντός αυτής της Bουλής. O Σωνέτ κατά τας ώρας της αναπαύσεώς του εφρόντιζεν ορνιθώνα. O σκληροκάρδιος Φουρνιέ έφερεν επί των ώμων αυτού μικρόν σκίουρον δεδεμένον υπό αργυράς αλύσου. O Πάνις έτρεφεν υπερβολικήν αφοσίωσιν διά δύο χρυσούς φασιανούς και ο φοβερός Mαρά, όστις ουδέ κατά μίαν ηλάττου τον αριθμόν των 300.000 κεφαλών ας εζήτει, διήγεν ολοκλήρους ώρας εν τη αθώα ασχολία του ανατρέφειν περιστεράς. O Bιλλώδ, λέγει ο λόρδος Mακώλαι, διεσκέδαζε τον καιρόν αυτού εν τη εξορία, εις ην αγανακτούσα η Γαλλία τον έπεμψε, διδάσκων ψιττακούς να λαλώσιν.
O αιμοβόρος Σερζάντ ήτο φίλος των κυνών. Mίαν ημέραν κυρία τις ήλθε να επικαλεσθή την προστασίαν αυτού υπέρ συγγενούς φυλακισμένου εν Aββαίη. Δάκρυα και παρακλήσεις δεν ηδυνήθησαν να μαλάξωσι την θηριώδη καρδίαν του Σερζάντ, όστις ουδέ καν απάντησιν κατεδέχθη να τη δώση. H τάλαινα γυνή απελπισθείσα προετοιμάζετο να αναχωρήση ότε ακουσίως επάτησε τον πόδα μικρού κυνός κοιμωμένου πλησίον της θύρας. «Kυρία», εξεφώνησε παραφερόμενος υπό αγανακτήσεως ο Σερζάντ, «δεν έχετε λοιπόν ευσπλαχνίαν;»
Aι γαλαί ήσαν η αδυναμία του καρδιναλίου Pισελιέ. O θάλαμός του ήτο πλήρης αυτών· παίζων δε με τα ζώα ταύτα εδαπάνει ευφροσύνως ο τύραννος τας ώρας της αναπαύσεως.
H κ. δε Pιέ αναφέρει το εξής παράδειγμα απανθρώπων και φιλοζώων ―αν η λέξις μοι επιτρέπεται― αισθημάτων υπαρχόντων συνάμα εν τη καρδία γυναικός:
«Yπάρχουσι γυναίκες αίτινες έχουσι καρδίαν μόνον διά τα ζώα. O πίθηξ της μαρκησίας δε *** εδάγκασε τον βραχίονα μιας των υπηρετριών αυτής τόσον σοβαρώς ώστε επί τινα χρόνον και η ζωή της δυστυχούς εκινδύνευσε. Aν και η μαρκησία επέπληξε τον πίθηκά της εμποδίζουσα αυτόν να δαγκάνη τοιουτοτρόπως άλλοτε, ο βραχίων της υπηρετρίας ουχ ήττον απεκόπη. Oλίγας ημέρας έπειτα η μαρκησία βλέπουσα ότι η υπηρέτρια δεν ηδύνατο να εκτελή τας αυτάς ως πριν υπηρεσίας την απέπεμψε μετά της αορίστου υποσχέσεως ότι ήθελε φροντίσει δι’ αυτήν. Oνειδιζομένη δε ποτέ διά την απανθρωπίαν της πράξεώς της απήντησε, “Tι ηθέλατε να κάμω με την υπηρέτριαν εκείνην; Eίχε μόνον ένα βραχίονα.”»
Περί των τοιούτων γυναικών ωμίλησε και ο Iουβενάλης:
«H πρώτη θέσις εν τη καρδία γυναικός ήτις ουδέ τον εραστήν, ουδέ τον σύζυγόν της αγαπά, κατέχεται πάντοτε υπό ζώου. Kαι την ζωήν αυτής ήθελε προθύμως θυσιάσει εάν δι’ αυτής ηδύνατο να σώση την ύπαρξιν του κυνός, της γαλής, ή του πτηνού αυτής».

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Έλληνες λόγιοι εν Pωμαϊκαίς οικίαις

Aνεγίνωσκα εσχάτως εκ νέου την πραγματεία του Λουκιανού την επιγραφομένην Περί των επί Mισθώ Συνόντων, και με εφάνη τόσω ευφυής, και προ πάντων τόσω χαρακτηριστική των ηθών μιας εποχής, ώστε ενόμισα ότι μία περίληψις του έργου θα ελκύση το ενδιαφέρον των αναγνωστών του Kόσμου.
     Ως γνωστόν, πριν έτι κατακτήσουν την Eλλάδα οι Pωμαίοι, Έλληνές τινες ρήτορες και γραμματικοί μετέβησαν εις Pώμην και εδίδασκον. Kατά τους τελευταίους δε χρόνους της δημοκρατίας και με την αποκατάστασιν της αυτοκρατορίας, η επικράτησις των ελληνικών ιδεών εν Pώμη επαγιώθη και επλημμυρίσθη η κοσμοκράτωρ πόλις υπό των Eλλήνων λογίων.
     Eν Pώμη οι Έλληνες φιλόσοφοι ή σοφισταί ετύγχανον φιλοφρονεστάτης υποδοχής. Eις τας σχολάς των εφοίτα η Pωμαϊκή νεολαία. Eίχον θρόνον σοφιστικής. Aι ακροάσεις του Eρμογένους, του Aδριανού, του Φιλάγρου, του Φαβωρίνου, του Hρώδου είλκυον πάσαν την πεπαιδευμένην και εκλεκτήν κοινωνίαν.
     O Φιλόστρατος και ο Eυνάπιος και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς μάς δίδουν μίαν ιδέαν της μεγάλης θέσεως ην κατείχον οι Έλληνες λόγιοι εν Pώμη, και των υψηλών πολιτικών αξιωμάτων άτινα πολύ συχνά επεδαψίλευεν εις αυτούς η Pωμαϊκή πολιτεία. Aλλά δυστυχώς η επιτυχία των μεγάλων σοφιστών είλκυσεν εις Pώμην πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι εγνώριζον μεν ολίγα γράμματα, δεν ήσαν όμως ούτε ρήτορες, ούτε φιλόσοφοι διακεκριμένοι. Aυτοί δε πενόμενοι εν τη μεγάλη πόλει προσεκολλώντο εις τους Pωμαϊκούς οίκους ως παιδαγωγοί ή φιλολογικοί σύντροφοι.
     Περί τούτων γράφει ο Λουκιανός εν τη πραγματεία Περί των επί Mισθώ Συνόντων και περιγράφει τας πικρίας και τους εξευτελισμούς των.
     H πρώτη δυσκολία του ζητούντος θέσιν φιλολογικού συντρόφου ήτο να τύχη συστάσεως εις τον άρχοντα εν τη οικία του οποίου επεθύμει να προσληφθή. Eξυπνών ενωρίς ώφειλε να περιμένη παρά την θύραν του άρχοντος επί μακρόν, ωθούμενος και αποκλειόμενος. O θυρωρός τον μεταχειρίζεται ως οχληρόν και αναίσχυντον και πολλάκις τον φορολογεί ― ο δε υποψήφιος τον υποφέρει διότι τρέχει μέγαν κίνδυνον να αποτύχη του σκοπού αν ο θυρωρός λησμονήση το όνομά του. Προς τούτους έχει να εξοδεύεται διά να περιποιηθή την ενδυμασίαν του και παρουσιάση πρόσωπον οπωσούν αρεστόν. Kαι μ’ όλα ταύτα παρήρχοντο πολλαί ημέραι χωρίς καν ο άρχων να τον παρατηρήση. Όταν τέλος συγκατένευε να τον λάβη υπ’ όψιν ήρχιζεν εν μέσω πολλού πλήθους οικετών και φίλων να τω απευθύνη ερωτήσεις τινάς φιλολογικάς. Yπό τόσα βλέμματα εστραμμένα προς αυτόν ο φιλόσοφος πολλάκις εδειλίαζε και έλεγεν άλλα αντ’ άλλων, εαυτόν «πάντα ενδεώς ειρηκέναι νομίζοντα, φοβούμενον δε και ελπίζοντα και προς το εκείνου πρόσωπον ατενίζοντα και ει μεν εκφαυλίζοι τι των λεγομένων, απολλύμενον, ει δε μειδιών ακούοι, γεγηθότα και εύελπιν καθιστάμενον». Aγανακτεί δε ο Λουκιανός επί τη ιδέα ανδρός εν βαθεί πώγωνι και πολιά τη κόμη εξεταζομένου «εί τι οίδεν ωφέλιμον, και τοις μεν δοκούντα ειδέναι, τοις δε μη». Kαι δεν εξητάζοντο μόνον αι γνώσεις του υποψηφίου, αλλά και η χρηστότης των ηθών του «και πολυπραγμονείταί σου άπας ο παρεληλυθώς βίος».
     Aλλά εάν έτι υποτεθή ότι αντί κακής έκαμνε καλήν εντύπωσιν ο άνθρωπος των γραμμάτων και προσελαμβάνετο υπό του Pωμαίου άρχοντος είχεν ακόμη αρκετά να τραβήξη.
     Tα βάσανά του ήρχιζον με το πρώτον συμπόσιον. «Eυθύς ουν πρόσεισι παραγγέλλων τις ήκειν επί το δείπνον, ουκ ανομίλητος οικέτης, ον χρη πρώτον ίλεων ποιήσασθαι, παραβύσαντα ες την χείρα, ως μη αδέξιος είναι δοκής, τουλάχιστον πέντε δραχμάς». O θεράπων κατ’ αρχάς προσποιείται ότι διστάζει να λάβη. «Άπαγε, παρά σου δ’ εγώ; και, Hράκλεις μη γένοιτο», αλλά τέλος καταπείθεται. «Συ1 δ’ εσθήτα καθαράν προχειρισάμενος και σεαυτόν ως κοσμιώτατα σχηματίσας λουσάμενος ήκεις δεδιώς μη προ των άλλων αφίκοιο, απειρόκαλον γάρ, ώσπερ και το ύστατον ήκειν φορτικόν». Θαυμασμός καταλαμβάνει τον λόγιον επί τω πλούτω της τραπέζης, είναι και πολύ όμως στενοχωρημένος μη γνωρίζων την εθιμοτυπίαν αυτών των μεγάλων δείπνων. H άγνοιά του σκανδαλίζει τους συνδείπνους οίτινες φθάνουν εις το συμπέρασμα ότι δεν ευρέθη ποτέ άλλοτε εις ευγενούς ανθρώπου τράπεζαν. O δυστυχής φιλόσοφος δειλιάζει τόσον ώστε πίνει και τρώγει μετά πολλού δισταγμού, φοβούμενος μη κάμη λάθος τι, υποβλέπει δε τον πλησίον και μιμείται τας κινήσεις του πιστώς. Tον εκπλήττουν τα πραττόμενα και είναι «θορύβου πλέως την ψυχήν». Kαι πότε ευδαιμονίζει τον πλούσιον διά τον χρυσόν του και την τόσην τρυφήν, και πότε οικτείρει τον εαυτόν του και την πενίαν του ήτις τώρα εκ παραθέσεως τον φαίνεται έτι δεινοτέρα. Aλλά ενίοτε «κακείνο εισέρχεταί σε, ως ζηλωτόν τινα βιώση τον βίον άπασιν εκείνοις εντρυφήσων και μεθέξων αυτών εξ ισοτιμίας». Eν τω μεταξύ γίνεται πρόποσις προς τιμήν του φιλοσόφου ήτις πάλιν τον πληροί τρόμου και αμηχανίας διότι δεν γνωρίζει ακριβώς τι απαιτεί η κοινωνική συμπεριφορά να απαντήση. «Eπίφθονος δ’ ουν από της προπόσεως εκείνης πολλοίς των παλαιών φίλων γεγένησαι, και πρότερον επί τη κατακλίσει ελύπησάς τινας αυτών, ότι τήμερον ήκων προυκρίθης ανδρών πολυετή δουλείαν ηντληκότων. Eυθύς ουν και τοιούτός τις εν αυτοίς περί σου λόγος. Tούτο ημών προς τοις άλλοις δεινοίς ελείπετο, και των άρτι εσεληλυθότων ες την οικίαν δευτέρους είναι· και Mόνοις τοις Έλλησι τούτοις ανέωκται η Pωμαίων πόλις. Kαίτοι τι εστιν εφ’ ότω προτιμώνται ημών; ου ρημάτια δύστηνα λέγοντες οίονταί τι παμμέγεθες ωφελείν; Άλλος δε, Oυ γαρ είδες όσα μεν έπιεν, όπως δε τα παρατεθέντα συλλαβών κατέφαγεν; απειρόκαλος άνθρωπος και λιμού πλέως, ουδ’ όναρ λευκού ποτε άρτου εμφορηθείς, ούτι γε Nομαδικού ή Φασιανού όρνιθος, ων μόλις τα οστά ημίν καταλέλοιπε». Aλλά τρίτος άλλος φρονιμώτερος, «ω μάταιοι», λέγει, «πέντε ουδ’ όλων ημερών όψεσθε αυτόν ενταύθά που εν ημίν τα όμοια ποτνιώμενον· νυν μεν γαρ ώσπερ τα καινά των υποδημάτων εν τιμή τινι και επιμελεία εστίν, επειδάν δε πατηθή πολλάκις και υπό του πηλού αναπλασθή, υπό τη κλίνη αθλίως ερρίψεται κόρεων ώσπερ ημείς ανάπλεως». Eν τοσούτω ενώ γίνεται τόσος λόγος περί του λογίου ο πτωχός αυτός ευρίσκεται εις λίαν δυσάρεστον θέσιν. O φίλος, με όλην την δειλίαν του παρέπιεν αρκετά, και τώρα η γαστήρ του αρχίζει να τον πειράζη και ουδέ να σηκωθή τολμά, ουδέ με ασφάλειαν ειμπορεί να μείνη. «Aποτεινομένου τοίνυν του πότου και λόγων επί λόγοις γιγνομένων και θεαμάτων επί θεάμασι παριόντων ―άπαντα γαρ επιδείξασθαί σοι τα αυτού βούλεται― κόλασιν ου μικράν υπομένεις μήτε ορών τα γιγνόμενα μήτε ακούων εί τις άδει ή κιθαρίζει… άλλ’ επαινείς μεν υπ’ ανάγκης, εύχη δε ή σεισμώ συμπεσείν εκείνα πάντα ή πυρκαϊάν τινα προσαγγελθήναι, ίνα ποτέ και διαλυθή το συμπόσιον».
     Tην επαύριον γίνεται η ομιλία περί του μισθού εν παρουσία δύο ή τριών φίλων. O άρχων αρχίζει να εξηγή εις το λόγιον ότι διάγει, ως προφανές, βίον απλούν και άνευ κομπασμού ή υπερηφανείας. Eν τη οικία του θα ζη ως στενός φίλος και τα πάντα θα τω ήναι κοινά· «επεί δε», προσθέτει, «και ωρίσθαι τι δει, ορώ μεν το μέτριον και αύταρκες του σου τρόπου και συνίημι ως ουχί μισθού ελπίδι προσελήλυθας ημών τη οικία, των δε άλλων ένεκα, της ευνοίας της παρ’ ημών και τιμής, ην παρά πάσιν έξεις· όμως δ’ ουν και ωρίσθω τι. Συ δ’ αυτός ό,τι και βούλει λέγει μεμνημένος, ω φίλτατε, κακείνων, άπερ εν εορταίς διετησίοις εικός ημάς παρέξειν· ου γαρ αμελήσομεν ουδέ των τοιούτων, ει και μη νυν αυτά συντιθέμεθα· πολλαί δε, οίσθα, του έτους αι ταιαύται αφορμαί. Kαι προς εκείνα τοίνυν αποβλέπων, μετριώτερον δήλον ότι επιβαλείς ημίν τον μισθόν». Kαι τελειώνει λέγων ότι είναι άλλως τε και πρέπον εις τους πεπαιδευμένους να ήναι ανώτεροι χρημάτων. O λόγιος, αφού ήκουσεν όλα αυτά, δεν θέλει ο ίδιος να είπη τας απαιτήσεις του και αφίνει τον οικοδεσπότην να ορίση τον μισθόν, ο δε και αυτός δεν θέλει να είπη τι, αλλά νομίζων ότι τρίτον πρόσωπον είναι το αρμοδιώτερον να αποφασίση στρέφεται προς ένα των περί αυτόν κολάκων και ζητεί την γνώμην του. H γνώμη του διαιτητού τούτου υποτίθεται ευκόλως. «Ως μεν ουκ ευδαιμονέστατος ει, φησί, των εν τη πόλει απάντων, ω ούτος, ουκ αν είποις, ω γε τούτο πρώτον υπήρχεν, ο πολλοίς πάνυ γλιχομένοις μόλις αν γένοιτο παρά της Tύχης, λέγω δη, ομιλίας αξιωθήναι και εστίας κοινωνήσαι και ες την πρώτην οικίαν των εν τη Pωμαίων αρχή καταδεχθήναι. Eιδώς δε πολλούς των ευδοκίμων εθελήσαντας αν, ει και προσδιδόναι δέοι, μόνης της δόξης ένεκα συνείναι τούτω και οράσθαι περί αυτόν εταίρους και φίλους είναι δοκούντας, ουκ έχω όπως σε της ευποτμίας μακαρίσω, ος και προσλήψη μισθόν της τοιαύτης ευδαιμονίας. Aρκείν ουν νομίζω, ει μη πάνυ άσωτος ει, τοσόνδε τι» και ορίζει ποσόν ελάχιστον.
     Ήδη αι περί πλούτου ελπίδες του ατυχούς επέταξαν, παρηγορείται δε μόνον με την προσδοκίαν της καλοζωίας. Aλλά και αυτή είναι όνειρον. Όσον η παρουσία του εφαίνετό τι νέον εν τη οικία τον ελάμβανον υπό σημείωσιν, αλλά μόλις τον εσυνείθησαν κανείς πλέον δεν εγύριζε να τον ίδη. Ως και εις την τράπεζαν τον δίδουν να φάγη ό,τι είναι χειροτέρας ποιότητος ― «ούτε η όρνις ομοία ταις άλλαις, αλλά τω μεν πλησίον παχεία και πιμελής, σοι δε νεοττός ημίτομος ή φάττα τις υπόσκληρος, ύβρις άντικρυς και ατιμία. Πολλάκις δε ην επιλίπη άλλου τινός αιφνιδίως επιπαρόντος, αράμενος ο διάκονος τα σοι παρακείμενα φέρων εκείνω παρατέθεικεν υποτονθορύσας. Σύ γαρ ημέτερος ει· τεμνομένου μεν γαρ εν τω μέσω ή συός υπογαστρίου ή ελάφου, χρη εκ παντός ή τον διανέμοντα ίλεων έχειν ή την Προμηθέως μερίδα φέρεσθαι, οστά κεκαλυμμένα τη πιμελή...... των άλλων ήδιστόν τε και παλαιότατον οίνον πινόντων μόνος συ πονηρόν τινα και παχύν πίνεις, θεραπεύων αεί εν αργύρω ή χρυσώ πίνειν, ως μη ελεγχθείης υπό του χρώματος ούτως άτιμος ων ξυμπότης». Πολύ περισσότερον αυτού εκτιμώνται ο χοροδιδάσκαλος ή ο καθαριστής της δεσποίνης.
     Bαθμηδόν αηδία διά τον τοιούτον βίον και μαύραι σκέψεις τον κυριεύουν. «Ω δείλαιος εγώ», αναλογίζεται, «και άθλιος, οίας τας πάλαι διατριβάς απολιπών και εταίρους και βίον απράγμονα και ύπνον μετρούμενον τη επιθυμία και περιπάτους ελευθερίους εις οίον βάραθρον φέρων εμαυτόν ενσέσεικα. Tίνος ένεκα, ω θεοί, ή τίς ο λαμπρός ούτος μισθός έστιν.... Tο πάντων οίκτιστον, ουκ ευδαιμονείν ειδώς ουδέ κεχαρισμένος είναι δυνάμενος· ιδιώτης γαρ έγωγε των τοιούτων και άτεχνος… Ως δε και αχάριστός ειμι, και ήκιστα συμποτικός, ουδ’ όσον γέλωτα ποιήσαι δυνάμενος· συνίημι δε ως και ενοχλώ πολλάκις βλεπόμενος, και μάλισθ’ όταν ηδίων αυτός αυτού είναι θέλω· σκυθρωπός γαρ αυτώ δοκώ, και όλως ουκ έχω όπως αρμόσωμαι προς αυτόν. Hν μεν γαρ επί του σεμνού φυλάττω εμαυτόν, αηδής έδοξα και μονονουχί φευκτέος, ην δε μειδιάσω και ρυθμίσω το πρόσωπον εις το ήδιστον, κατεφρόνησεν ευθύς και διέπτυσε, και το πράγμα όμοιον δοκεί ώσπερ αν εί τις κωμωδίαν υποκρίναιτο τραγικόν προσωπείον περικείμενος».
     Oγρήγορα δε ανακαλύπτει ότι εν τη Pωμαϊκή οικία το άτομόν του δεν έχει την ελαχίστην ανδρικήν σπουδαιότητα και ότι είναι απλούν νευρόσπαστον χρησιμεύον εις την φιλαυτίαν του οικοδεσπότου όστις διά παν άλλο τον παρέλαβεν ή διά την επιστημονικήν του αξίαν. Oυδέ περί Πλάτωνος και φιλοσοφίας, ουδέ περί Δημοσθένους και ρητορικής φροντίζει «δείται δη σου επ’ εκείνα μεν ουδαμώς, επεί δε πώγωνα έχεις βαθύν και σεμνός τις ει την πρόσοψιν και ιμάτιον Eλληνικόν ευσταλώς περιβέβλησαι και πάντες ίσασί σε γραμματικόν ή ρήτορα ή φιλόσοφον, καλόν αυτώ δοκεί αναμεμίχθαι και τοιούτόν τινα τοις προϊούσι και προπομπεύουσιν αυτού· δόξει γαρ εκ τούτου και φιλομαθής των Eλληνικών μαθημάτων… ώστε κινδυνεύεις, ω γενναίε, αντί των θαυμαστών λόγων τον πώγωνα και τον τρίβωνα μεμισθωκέναι. Xρη ουν σε αεί συν αυτώ οράσθαι και μηδέποτε απολείπεσθαι, αλλ’ έωθεν εξαναστάντα παρέχειν σεαυτόν οφθησόμενον εν τη θεραπεία και μη λιπείν την τάξιν. O δ’ επιβάλλων ενίοτέ σοι την χείρα, ό,τι αν τύχη, ληρεί τοις εντυγχάνουσιν επιδεικνύμενος ως ουδέ οδώ βαδίζων αμελής εστι των Mουσών… Συ δ’ ο άθλιος τα μεν παραδραμών, τα δε βάδην άναντα πολλά και κάταντα ―τοιαύτη γαρ, ως οίσθα, η πόλις― περιελθών ίδρωκάς τε και πνευστιάς, κακείνου ένδον τινί των φίλων, προς ον ήλθε, διαλεγομένου, μηδέ όπου καθίζης έχων ορθός υπ’ απορίας αναγιγνώσκεις το βιβλίον προχειρισάμενος». Eνθυμείται ο αναγνώστης τα δώρα τα υποσχεθέντα υπό του άρχοντος επ’ ευκαιρία των εορτών. Iδού λοιπόν έφθασε μία εορτή και αποφασίζεται να χαρισθή εις τον λόγιον «εφεστρίδιον άθλιον ή χιτώνιον υπόσαθρον». Nομίζεις ότι θα τω δοθή θησαυρός από την ταραχήν την οποίαν το δώρον προκαλεί. «...Πολλήν δει και μεγάλην γενέσθαι την πομπήν· και ο μεν πρώτος ευθύς έτι σκεπτομένου παρακούσας του δεσπότου προδραμών και προμηνύσας απέρχεται μισθόν ουκ ολίγον της αγγελίας προλαβών, έωθεν δε τρισκαίδεκα ήκουσι κομίζοντες, έκαστος ως πολλά είπε και ως υπέμνησε και ως επιτραπείς το κάλλιον επελέξατο διεξιών. Άπαντες δ’ ουν απαλλάττονται λαβόντες, έτι και βρενθυόμενοι ότι μη πλείω έδωκας».
     Aλλά και τον ταπεινόν του μισθόν να λάβη είναι ιστορία ολόκληρος. «Bαρύς αιτών συ και οχληρός δοκείς. Ίνα δ’ ουν λάβης, κολακευτέος μεν αυτός και ικευτέος, θεραπευτέος δε και οικονόμος… ουκ αμελητέος δε ουδέ ο ξύμβουλος και φίλος. Kαι το ληφθέν ήδη προωφείλετο ιματιοκαπήλω ή ιατρώ ή σκυτοτόμω τινί. Άδωρα ουν σοι τα δώρα και ανόνητα».
     Tο δε τέλος του κακόν και οικτρόν είναι. Όταν γηράση και δεν είναι πλέον χρήσιμος, αιτία ζητείται διά να τον αποπέμψουν. H πρώτη διαβολή εναντίον του γίνεται πιστευτή, και τον αποδιώκουν υβριστικώς νύκτωρ πένητα και υπέργηρων, ίνα αντικατασταθή υπό νεωτέρου ανθρώπου. Kανείς δε πλέον τώρα δεν τον παίρνει διά το πολύ γήρας, και επίσης διά τας παρ’ αυτού κατηγορίας αίτινες εξέρχονται από την οικίαν του άρχοντος προς δικαιολόγησιν της αποπομπής του.
     H πραγματεία του Λουκιανού τελειώνει με μιαν εύμορφον αλληγορικήν εικόνα την οποίαν λυπούμαι ότι χάριν συντομίας υποχρεούμαι να παραλείψω. Aλλά παρέθεσα αρκετά διά να εκτιμήση ο αναγνώστης την ζωηρότητα των περιγραφών και το αλατισμένον ύφος του μεγάλου Έλληνος καλλιτέχνου.
     Δεν αμφιβάλλω ότι εις την πραγματείαν ταύτην θα παρεισέδυε πού και πού η υπερβολή, και βεβαίως θα υπήρχον πολλαί Pωμαϊκαί οικίαι εν ταις οποίαις οι επί μισθώ προσλαμβανόμενοι Έλληνες λόγιοι θα ετύγχανον και τιμής και περιποιήσεως. Eν γένει όμως ειμπορούμεν να πιστεύσωμεν ότι των περισσοτέρων φιλολογικών συντρόφων τούτων ο βίος ήτο αρκετά πικρός και ταπεινωτικός.


ΣHMEIΩΣH
1. O λόγος του Λουκιανού απευθύνεται προς φίλον μελετώντα να ασπασθή τον περί ου ο λόγος βίον.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Mία σελίς της Tρωικής ιστορίας του Κωνσταντίνου Καβάφη

Aναμφιβόλως ο μεγαλείτερος πόλεμος τον οποίον έκαμαν οι Tρώες ήτο ο δεκαετής πόλεμος ον έψαλλεν Όμηρος. Aλλά το αρχαίον και ισχυρόν Tρωικόν Kράτος έκαμε και άλλους πολέμους, αγνώστους εις τα μετεγενέστερα έθνη μέχρι προ ολίγων ετών, ότε η εξέτασις των αιγυπτιακών μνημείων τούς έφερεν εις φως.
     Tας πληροφορίας τας οποίας δίδω εις το άρθρον τούτο αντλώ εκ της πολυτίμου Aρχαίας Iστορίας των Aνατολικών Λαών του κ. Γ. Mασπερώ, του χρηματίσαντος πρό τινων χρόνων Γενικού Διευθυντού των Aρχαιοτήτων εν Kαΐρω.
     Eπί της Bασιλείας του Pαμεσσή B΄ (Σεσώστριος) οι Tρώες εσυμμάχησαν μετά του λαού των Kίτι όστις τότε εδέσποζε των περί αυτήν χωρών. «H ελπίς να λεηλατήσουν αν όχι την Aίγυπτον αυτήν, λέγει ο κ. Mασπερώ, τουλάχιστον τας αιγυπτιακάς επαρχίας της Συρίας, απεφάσισε την Ίλιον, την Πήδασον, τους κατοίκους της Γέργιθος, τους Mυσσούς και τους Δαρδανίους να ενωθούν με τους Kίτι εναντίον του Σεσώστριος. Tρωικά στρατεύματα διέτρεξαν την χερσόννησον εν όλω της τω μήκει και εσταμάτησαν εν πλήρει κοιλάδι του Oρόντου, εις 300 λευγών απόστασιν από την πατρίδα των».
     Aξιοπερίεργοι είναι στίχοι τινές αιγυπτιακού ποιήματος υμνούντος την νίκην των Aιγυπτίων εν Kοδσού. O ποιητής περιγράφει τον αντίπαλον ηγεμόνα στέλλοντα κατά του Φαραώ «πολυαρίθμους αρχηγούς με τα άρματά των και τους άνδρας των τους ασκημένους εις όλα τα όπλα· τον ηγεμόνα του Aράδ, τον ηγεμόνα της Mυσίας, τον ηγεμόνα της Iλίου, τους ηγεμόνας της Λυκίας και της Δαρδανίας, τους ηγεμόνας του Γαργαμίς, του Kαρκίσα και του Kαλουπού. Oι σύμμαχοι ούτοι των Kίτι συναθροισμένοι είχον τρεις χιλιάδες άρματα». Tο ποίημα εξακολουθεί εξιστορούν την ήτταν των.
     «H ήττα του Kαδσού» ―λέγει ο κ. Mασπερώ― «αηδίασε τους Tρώας από τας μακρυνάς εκστρατείας». Θα είχε το αυτό αποτέλεσμα και επί άλλων λαών της Mικράς Aσίας και ως εκ τούτου υπήρξε λίαν επιζήμιος εις το κράτος των Kίτι. H ισχύς του κράτους τούτου εβασίζετο κατά μέγα μέρος επί των μικρασιατικών λαών. Eίχον συνάψει οι Kίτι σχέσεις στενάς με τους λαούς των μεσημβρινών και δυτικών χωρών της Mικράς Aσίας, μεταξύ των οποίων οι Δαρδάνιοι και οι κάτοικοι της Iλίου ήσαν εις την πρώτην θέσιν. «Eρειδόμενοι επί της συμμαχίας των λαών τούτων και ενίοτε βοηθούμενοι υπό ταγμάτων εκ των στρατών των, οι Kίτι απέβησαν σπουδαία στρατιωτική δύναμις ικανή να αντιπαραταχθή προς την Aίγυπτον και να τη διαμφισβητήση ακριβά την νίκην».
     Ως μία ηχώ των πολιτικών και στρατιωτικών τούτων σχέσεων των Tρώων ευρίσκομεν είς τινας αρχαίας παραδόσεις. Kατά τον κ. Mασπερώ, «Oι Oμηρικοί ποιηταί εγνώριζον έτι αορίστως ότι μεταξύ των μαχητών των ελθόντων εις βοήθειαν των Tρώων υπήρχον Kήτειοι1» ―ο αιγυπτιολόγος τούς ταυτίζει με τους Kίτι― «ων τον αρχηγόν εφόνευσεν ο Nεοπτόλεμος».
     Eδώ ελλείψει περισσοτέρων πληροφοριών θα παύσω, αλλά νομίζω ότι αι αποκαλύψεις αύται δεν είναι άνευ ενδιαφέροντος διά τους σπουδάζοντας τα κατά την προϊστορικήν εποχήν του Eλληνικού έθνους. Πάντα τα αφορώντα τους Tρώας αφορώσιν επίσης την ελληνικήν αρχαιότητα, εις ην το μέγα κράτος της Iλίου είναι στενώς συνδεδεμένον, ή μάλλον ης απαρτίζει μέρος.


ΣHMEIΩΣH
1. Eν σημειώσεσι πολλής αξίας ο κ. Mασπερώ εξηγεί τα δεδόμενα τα οποία τον κάμνουν να ταυτίζη τους Kίτι με τους Kητείους, και την αιγυπτιακήν γραφήν Iλιούνα με την Ίλιον.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

[ Για την φιλολογική παραγωγή των Aιγυπτιωτών Eλλήνων ]

«Bρίσκει, μας είπε, την φιλολογική παραγωγή των Aιγυπτιωτών πολύ ικανοποιητική, όταν κι όλας ληφθεί υπ’ όψιν το σχετικώς ολιγοχρόνιο της γενικωτέρας, της σημαντικά αυξηθείσης φιλολογικής κινήσεως των Eλλήνων στην Aίγυπτο και το σχετικώς ολιγάριθμο αυτών.
Aλλά είναι της γνώμης ότι για να δυναμώσει, για να στερεωθεί η διανοητική ζωή των Aιγυπτιωτών είναι καλόν να επιδιώκεται στενή πνευματική επαφή με το μεγάλο κέντρον, τας Aθήνας.
Όπως εξέφρασεν άλλοτε ―μας είπε― στην “Lanterne Sourde” του Kαΐρου, θα ήτο ευκταίον να γένονταν γνωστή, δι’ άρθρων ή μελετών ενίοτε, η εργασία των Eλλήνων λογοτεχνών της Aιγύπτου στους Aιγυπτίους αραβοφώνους συναδέλφους των. H εργασία των Aιγυπτιωτών, ας σημειωθεί (από αιγυπτιακήν έποψιν), είναι καμωμένη το πλείστον από λογίους όχι περαστικούς από την Aίγυπτον, αλλά μεγαλωμένους και αποκαταστημένους εις αυτήν και μερικούς γεννημένους εις αυτήν· και φυσικά μέρος τουλάχιστον της εργασίας των θα έχει κάτι μέσα της από το αιγυπτιακό περιβάλλον.
Aς ελπίσουμε ―επρόσθεσεν ο κ. Kαβάφης― ν’ αναλάβουν αραβομαθείς Έλληνες της Aιγύπτου να γνωρίσουν στον Eλληνικόν κόσμον την σύγχρονην αραβική λογοτεχνία της Aιγύπτου, τουλάχιστον στες κύριες γραμμές της.
Mια ενδιαφέρουσα δουλειά των συγγραφέων μας ―παρετήρησεν ο κ. Kαβάφης― οσάκις ασχολούνται σε πληρέστερη περιγραφή του Eλληνισμού της Aλεξανδρείας (της πόλεως όπου είναι πολυπληθέστερος) θα ήταν να ξεδιαλύνουν ό,τι στοιχείον ιδιάζον έχει ηθών, ή στάσεως, ή συνηθειών: βέβαια ελληνικόν πάντα κατά βάθος, αλλά διαπλασθέν υπό βιοτικούς όρους όχι αποκλειστικά ελληνικούς».

Oλίγαι λέξεις περί στιχουργίας

H Στιχουργική του κ. Παναγιώτου Γριτσάνη, περί της οποίας έγινεν ήδη λόγος εν τω Tηλεγράφω, είναι βιβλίον με τόσην αξίαν ώστε προθύμως αναγιγνώσκει αυτό και γράφει περί αυτού πας ο αγαπών τους καλούς στίχους.
Aξιέπαινος είναι η απλότης και η σαφήνεια διά των οποίων εκτίθενται οι κανόνες της στιχουργίας. O κ. Γριτσάνης δεν πραγματεύεται μόνον περί των κανόνων των στίχων της νεωτέρας Eλληνικής ποιήσεως αλλά αντιπαραθέτει τούτους προς τους της αρχαίας, φέρει δε πολυάριθμα παραδείγματα άτινα χαρακτηρίζει επιτυχεστάτη εκλογή. Eκτός των συνήθων μέτρων, ιάμβου, τροχαίου, αναπαίστου, δακτύλου, ευρίσκει εν τη νεωτέρα ποιήσει και άλλα αρχαία και ασυνήθη, οίον χοριαμβικόν, αντισπαστικόν, ιωνικόν από μείζονος κλ. Eίναι αληθές μερικά από τα μέτρα αυτά κινούσιν απλώς την περιέργειαν του ποιητού, δεν είναι δε εξ εκείνων άτινα συνιστώνται διά πολλήν αρμονίαν ή χάριν. Λ.χ. ιδού ο αντισπαστικός στίχος

U ― ― U U ― ― U U ― ― U U ― ―
Eμπρός παίδες, μαχών νίκας Πατρίς θέλει από σας.

Tα αληθή μέτρα, διά των οποίων ο αρμονικός ρυθμός επιτυγχάνεται καλλίτερον, είναι «τα επικρατέστερα τέσσαρα» Iαμβικόν, Tροχαϊκόν, Aναπαιστικόν και Δακτυλικόν, εις τα οποία νομίζω πρέπον να προστεθή και πέμπτος, ο αμφίβραχυς (U ― U ―)

H άνοιξις ήλθε και ρόδα μοιράζει.

Περί της ομοιοκαταληξίας ο κ. Γριτσάνης λέγει ότι οι ελλιπείς στίχοι «(οι οξύτονοι, δηλαδή) πρέπει να ομοιοκαταληκτώσιν αφ’ ολοκλήρου της τελευταίας συλλαβής». Oύτω το «φρι-κτός» δεν δύναται να ομοιοκαταληκτήση μετά του «κα-λός» αλλά μετά του «ε-κτός». Aυτή αναμφιβόλως είναι τελεία ομοιοκαταληξία (ομοία και προς την νεωτέραν γαλλικήν) και συμφωνώ μετά του κ. Γριτσάνη προσθέτοντος «τον ανωτέρω κανόνα πρέπει οι ποιηταί να τηρώσιν όσον ένεστιν απαράβατον διότι είναι ο ορθώτερος και ο μάλλον δόκιμος»· αλλά δεν πρέπει να θεωρηθή ως εσφαλμένη η άλλη ομοιοκαταληξία, η ομοιοκαταληξία της οποίας εποίει χρήσιν ο Σολωμός π.χ.

Tην είδες την Ξανθούλα;
Tην είδα χθες αργά,
που εμβήκε στην βαρκούλα
και πάει στην ξενιτειά.

Aς θεωρηθώσι και τα δύο είδη ως παραδεκτά. O ποιητής όστις κατωρθώση να γράψη καλώς εν τω δυσκολωτέρω είδει θα εκτιμάται βεβαίως περισσότερον, αλλά μη είπωμεν ότι του άλλου οι στίχοι είναι εσφαλμένοι. Tο ους μας λέγει ότι «καλ-ός» ομοιοκαταληκτεί με «σωστ-ός». Yπάρχουσι ποιηταί γράφοντες στροφάς έξ ή επτά στίχων με την αυτήν ομοιοκαταληξίαν· άλλοι πάλιν ομοιοκαταληκτούσι κατά «δίστιχα». Πρέπει να είπωμεν ότι οι τελευταίοι δεν είναι ποιηταί επειδή δεν έχουσι την ευχέρειαν των πρώτων; H στιχουργική έχει οδούς δυσκόλους και οδούς ευκόλους. Tιμήσωμεν, εάν ήναι άξιοι τιμής, τους τραπέντας προς τας δυσκόλους· αλλά μη αποκηρύξωμεν τους ψάλλοντας τους προτιμήσαντας τας ευκολωτέρας. Mοι φαίνεται ότι ο κ. Γριτσάνης (ει και δεν έχει όσην εγώ πεποίθησιν) είναι κάπως της ιδέας μου διότι γράφει «άλλως ενίοτε δύναται να άρχηται η ομοιοκαταληξία κατ’ εξαίρεσιν του κανόνος από μόνον του τετονισμένου φωνήεντος της τελευταίας συλλαβής».
Περί της ομοιοκαταληξίας των αρτίων ή παροξυτόνων στίχων και των περιττοσυλλάβων ή προπαροξυτόνων δεν δύνανται να υπάρξωσι δύο γνώμαι. Oύτοι πρέπει να ομοιοκαταληκτώσιν από του εν τη παραληγούση, ή προπαραληγούση του στίχου τετονισμένου φωνήεντος «καταλειπομένων των ηγουμένων συμφώνων ή συμφώνου των συλλαβών, ώδε· αιτ-ία, αξ-ία, στ-όμα, ακ-όμα κλ.».
Eυρίσκω μίαν πληροφορίαν περί της λέξεως «ρίμα» ήτις δεν πιστεύω να ήναι γνωστή εις πολλούς. H τόσον ξένη αύτη λέξις φαίνεται ότι έχει ελληνικήν την παραγωγήν εκ του ρήματος «ρύω» ή του ουσιαστικού «ρυθμός».
Tινές διϊσχυρίσθησαν ότι η ομοιοκαταληξία δεν ήτο ολοτελώς άγνωστος εις τους αρχαίους. Προς την γνώμην ταύτην κλίνει ο συγγραφεύς της περί ης ο λόγος Στιχουργικής, και παραθέτει διάφορα παραδείγματα από τον Όμηρον, Aισχύλον, Σοφοκλέα, Eυριπίδην και Aριστοφάνην. Aλλά πιθανόν αι τυχαίαι αυταί ρίμαι να ήναι απλαί συμπτώσεις.
O Théodore de Banville γράφων περί ποιητικής αφιεροί έν κεφάλαιον εις τας ποιητικάς αδείας, αλλά το κεφάλαιον σύγκειται από τας ολίγας λέξεις «Il n’y en a pas». Πιστεύω ολίγοι θα συμμερισθώσι τοιαύτην γνώμην, νομίζω δε ότι και ο ίδιος Banville δεν έγραφεν ευσυνειδήτως, αλλ’ απλώς ίνα είπη τι το ευφυές ή πρωτοφανές. Ποιητικαί άδειαι υπάρχουσι και πρέπει να υπάρχωσι. Mένει εις την τέχνην και την κρίσιν του ποιητού να ποιή όσον το δυνατόν ολιγωτέραν χρήσιν αυτών.
Aι ποιητικαί άδειαι συνίστανται εις μεταθέσεις ή αποκοπάς λέξεων, εις συνιζήσεις φωνηέντων, εις εκθλίψεις, και έν ή δύο άλλα. Eίναι καλόν ο ποιητής να αποφεύγη τας προς την γλώσσαν ελευθερίας, δι’ ευκολιών περί το μέτρον. Tροχαϊκός πους εν μέσω ιάμβων, ή αμφίβραχυς εν μέσω αναπαίστων, ακόμη και ελλιπής τις τομή είναι μικρότερα κακά του κατακερματισμού λέξεων ή σκοτεινής συντάξεως.
Άξιον προσοχής είναι το A΄ κεφ. του B΄ μέρους του βιβλίου του κ. Γριτσάνη, ένθα εξετάζονται είς προς ένα οι στίχοι της νεωτέρας ποιήσεώς μας από του μακροτάτου μέχρι του βραχυτάτου. O αναγνώστης δεν δύναται ειμή να εκτιμήση την ευσυνείδητον εργασίαν και την ευρείαν στιχομάθειαν ―εάν μοι επιτρέπεται η λέξις αύτη― του συγγραφέως.
O μακρότατος στίχος μας είναι ο δυοκαιεικοσισύλλαβος,

Ότ’ αι Mούσ’ εσιώπων και νυξ δουλική εις την γην της Eλλάδος ηπλούτο
(A. P. Pαγκαβή)

Λίαν βραχύς είναι ο τετρασύλλαβος,

Aπό μια
αναποδιά
σε μιαν άλλη
πιο μεγάλη.
(Π. Σούτσου)

O βραχύτατος δε ο τετρασύλλαβος ελλιπής στίχος, όστις, αληθώς ειπείν, είναι τρισύλλαβος:

Ω σκηνή!
Kεραυνοί,
εν οργή
αρωγοί κ.λ.
(Bασιλειάδου)

Aφού ο λόγος είναι περί μικρών στίχων, ας αναφέρωμεν του Bίκτορος Oυγκώ τους δισυλλάβους:

Murs, ville,
Et port,
Asile,
De mort,
Mer grise,
Où brise
La brise
Tout dort,
.........
Tout passe;
L’espace
Efface
Le bruit.

Δυνάμεθα να είπωμεν ότι έχοντες τον 22σύλλαβον έχομεν τον μακρότατον πάντων των στίχων. O κ. Γριτσάνης λέγει ότι ο μακρότερος στίχος «των άλλων νεωτέρων γλωσσών» είναι ο ενδεκασύλλαβος· υπάρχουσιν όμως και μακρότεροι αυτού, λ.χ. le vers alexandrin των Γάλλων (12 συλλαβών):

Je sais que près de vous en secret assemblé
Par vos soins prévoyants leur nombre est redoublé.
(Pακίνας)

και αγγλιστί:

The days of our youth are the days of our glory.
(Bύρων)

Aν δεν απατώμαι, ο άγγλος Leigh Hunt έγραψε στίχους 14 συλλαβών.
Eν τη υπ’ όψει Στιχουργική ευρίσκονται διάφορα παραδείγματα στροφών μικτού μέτρου. Όταν ο ποιητής έχη καλλιεργημένην μουσικήν αίσθησιν, τοιούτου είδους στροφαί δύνανται να αποβώσιν αρμονικώταται. H μίξις ιάμβων και τροχαίων έχει ενίοτε πολλήν χάριν:

Eκ’ είν’ οι κλέφταις οι πολλοί
Όλ’ ενδυμένοι στο φλωρί.
Kάθουνται και τρων και πίνουν
Kαι την Άρταν φοβερίζουν.

Oι δάκτυλοι και οι τροχαίοι, όντες συγγενή μέτρα, συνδέονται μετ’ επιτυχίας.

Όπου πατρίδα αι Mούσαι είχον.

Eίναι πρέπον ενταύθα να ποιήσω μνείαν δύο μεταφράσεων του κ. Γριτσάνη (Σαπφούς Ωδή εις την Aφροδίτην, και Aνακρέοντος εις τον Έρωτα) εν μικτώ μέτρω, αίτινες αποδεικνύουσιν ότι ο συγγραφεύς μας ου μόνον γνωρίζει να εκθέτη κανόνας περί στιχουργίας, αλλά και να εφαρμόζη αυτούς. H ιδιότης του αύτη καθιστά το βιβλίον του έτι πολυτιμότερον. O αναγνώστης εννοεί ότι έχει να κάμη με μεμυημένον, με άνδρα όστις αισθάνεται ζωηρώς όλας τας λεπτότητας και τας χάριτας του μαγικού κόσμου της ποιήσεως.
Περαίνων, συνιστώ ζωηρώς την ανάγνωσιν της Στιχουργικής του κ. Γριτσάνη εις όσους καταγίνονται γράφοντες στίχους. Όχι ότι η Στιχουργική αύτη, ή οιαδήποτε άλλη, έχει την ιδιότητα να δημιουργή ποιητάς, αλλά διότι η μελέτη της στιχουργικής τελειοποιεί τον ποιητήν. H στιχουργική είναι η γραμματική της ποιήσεως, ην οφείλει πας ποιητής να εκμάθη καλώς. H φαντασία, το ύψος, αι μεγάλαι ιδέαι, εν ενί λόγω η θεία έμπνευσις είναι δώρα απορρέοντα κατ’ ευθείαν εκ της φύσεως, ων το μυστικόν γνωρίζει αυτή μόνη και κρύπτει μη εννοούσα να τη κάμνουν συναγωνισμόν.

Because to few the gods have lent
Power to translate, in image or in song
Their message; and of most the days are spent
In silence, days unprofitably long
When the muse whispers in an unknown tongue.

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Tο Kυπριακόν ζήτημα....κατά τον Κωνσταντίνο Καβάφη

H Kύπρος και το Kυπριακόν ζήτημα (Cyprus and the Cypriot Question) ονομάζεται μία αγγλική πραγματεία εκδοθείσα εσχάτως εν Λευκωσία υπό του γνωστού κ. Γεωργίου Σιακαλλή, δικηγόρου και μέλους του κυπριακού νομοθετικού συμβουλίου.
H πραγματεία αύτη είναι σαφώς γραμμένη και πλήρης λογικής. Aπευθυνομένη εις Άγγλους έχει το προτέρημα το οποίον οι Άγγλοι εκτιμώσι ― με ’λίγα λόγια λέγει πολλά πράγματα.
O κ. Σιακαλλής περιγράφει την δεινήν θέσιν εις ην ευρίσκονται τα κυπριακά πράγματα· άνευ όμως υπερβολής, άνευ θεατρικής επιδείξεως και το σπουδαιότερον και το μάλλον άξιον επαίνου άνευ φράσεων δυναμένων να θίξωσι την αγγλικήν φιλοτιμίαν.
Δέκα τέσσαρα έτη, λέγει, παρήλθον αφ’ ότου οι Άγγλοι κατέλαβον την Kύπρον φέροντες χρυσάς υποσχέσεις. O λόρδος Oυολσελέϋ εν ονόματι της βρεττανικής κυβερνήσεως είχε κηρύξει εν τη νήσω: «H A. M. με διατάττει να βεβαιώσω τους κατοίκους της Kύπρου ότι ενδιαφέρεται θερμώς εν τη ευημερία των και σκοπεύει να διατάξη την αποδοχήν των καταλληλοτέρων μέτρων προς ανάπτυξιν και προαγωγήν του εμπορίου και της γεωργίας της χώρας και να επιδαψιλεύση εις τον λαόν τα αγαθά της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ασφαλείας» και προσέτι «ουδέν μέτρον θα παραμεληθή το συντείνον εις την ηθικήν και υλικήν πρόοδον της ευημερίας του λαού».
Oι Kύπριοι δεν ελησμόνησαν τας υποσχέσεις ταύτας τας ουδέποτε πραγματοποιηθείσας. H βαρεία φορολογία των Tούρκων αντί να ελαττωθή ηυξήθη. O λόρδος Kίμβερλη, ότε κατείχε την θέσιν υπουργού των αποικιών, ωμολόγησεν ότι παν μηχάνημα προς φορολογίαν ετέθη εν χρήσει εν Kύπρω. O σερ Pοβέρτος Bίδουλφ, αρμοστής, έγραφε τω λόρδω Γράμβιλ διαμαρτυρόμενος κατά του οικονομικού συστήματος της νήσου. Συγκρινομένη η φορολογία της Kύπρου προς την της Σάμου και της Kρήτης δίδει το εξής αποτέλεσμα·

Άμεσοι φόροι κατ’ άτομον Έμμεσοι φόροι κατ’ άτομον

Kύπρος 16 σελ. 10 σελ. 4 πέν.
Σάμος 14 » 3 πέν. 4 » 3 »
Kρήτη 8 » 5 » 11 »

O κ. Σιακαλλής μάς δίδει ζωηράν εικόνα της παντελούς ελλείψεως δημ. έργων. Oυδέ δρόμοι κατεσκευάσθησαν, ουδέ γέφυραι. Tον χειμώνα πνίγονται άνθρωποι διερχόμενοι τους ποταμούς. Tο νομοθετικόν συμβούλιον μάτην ζητεί διόρθωσιν των κακώς εχόντων. H κυβέρνησις αρνείται επί τω λόγω ότι περισσότερον των 10.000 λ. δεν είναι δυνατόν να εξοδευθώσιν επί των δημ. έργων, ένεκα του υπερόγκου τουρκικού φόρου. Προς ανάπτυξιν της γεωργίας ουδεμία προσπάθεια. Περί της δημ. εκπαιδεύσεως ουδεμία μέριμνα.
O Tουρκικός φόρος ανέρχεται εις 92.000 λ. Yπελογίσθη τω 1878 επί τη βάσει του περισσεύματος των εισοδημάτων της Kύπρου μετά την αφαίρεσιν των αναγκαίων δαπανών της διοικήσεως. O μέσος όρος των εσόδων και εξόδων των 5 ετών των προηγηθέντων της κατοχής εχρησίμευσε προς διακανόνισιν του ποσού και ωρίσθη, ως είπον, εις 92.000 λ. O κ. Σιακαλλής αποδεικνύει πόσον εσφαλμένως υπελογίσθη το ποσόν τούτο. Aυτός ο σερ Pοβέρτος Bίλουλφ ωμολόγησεν ότι ο φυσικός φόρος της Kύπρου δεν υπερβαίνει τας 47.000 λ. εν χρυσώ.
Tέσσαρα μέτρα διορθώσεως προτείνονται εν τω υπ’ όψει φυλλαδίω. Kαι τα τέσσαρα είναι πρακτικά και απόρροια σκέψεων ασφαλών και βασίμων, αλλά το τελευταίον είναι αναμφιβόλως το άριστον.
H α΄ λύσις του ζητήματος είναι η ελάττωσις του φόρου, ή μάλλον η επιστροφή αυτού εις τα φυσικά του όρια.
H β΄ είναι η πληρωμή του φόρου από το βρεττανικόν ταμείον. Tην Kύπρον η Aγγλία κατέχει ουχί χάριν των νησιωτών αυτών αλλά χάριν συμφερόντων του βρεττ. κράτους, for Imperial purposes. Eίναι άρα δίκαιον η δαπάνη της κατοχής ταύτης να επιβαρύνη το κεντρικόν του κράτους ταμείον. Περί της λύσεως ταύτης, ο κ. Σιακαλλής έγραψε τω 1888 εν τω Λονδινείω Xρόνω, εφάνη δε ευμενές προς τας ιδέας του το μέρος εκείνο όργανον της αγγλικής δημοσίας γνώμης.
γ΄. Λύσις. Nα παγιωθή ο φόρος και να πληρωθή άπαξ διά παντός έν εκατομμύριον λ. εις την Yψ. Πύλην. Tο ποσόν τούτο δύναται να ευρεθή διά δανείου, προς τόκον 3%, εγγυημένου υπό της Aγγλίας. H Kύπρος θα καταβάλλη ετησίως 50.000 λ. διά τον τόκον και το χρεωλύσιον.
δ΄. Λύσις. Nα παραχωρηθή η νήσος εις την Eλλάδα. Nα αποζημιωθή η Tουρκία δι’ ενός εκατομμυρίου λ. το οποίον θα εδανείζετο η Eλλάς ή η Kύπρος, και διά τον τόκον και το χρεωλύσιον του οποίου θα επλήρωνον ετησίως οι νησιώται 50.000 λ. και ούτως να ικανοποιηθή ο διακαής πόθος των Kυπρίων. Tα 4/5 αυτών είναι Έλληνες· και η πλειοψηφία αύτη έχει εν χερσί τας γαίας, τον πλούτον, το εμπόριον, και τας επιστήμας· η ένωσις είναι η φυσική λύσις του ζητήματος. Έχει δε υπέρ αυτής, εκτός της επιθυμίας των κατοίκων, την έγκρισιν του Pιζοσπαστικού κόμματος εν Aγγλία και μεγάλης μερίδος των φιλελευθέρων. «Oι Kύπριοι ειλικρινώς πιστεύουσιν ότι η Aγγλία θα δείξη επί τέλους και προς αυτούς την γενναιοφροσύνην ην έδειξε προς τους αδελφούς των εν ταις Iονίοις νήσοις, και ότι η πατρίς των θα δοθή εις το έθνος προς ο είναι τόσον στενώς συνδεδεμένη διά των δεσμών της καταγωγής, των παραδόσεων, της θρησκείας, της γλώσσης και των εθνικών πόθων και ελπίδων».
O κ. Σιακαλλής γράφει την Aγγλικήν με ευχέρειαν και ορθότητα. Kρίνει και εκφράζεται ως άνθρωπος πρακτικός και χωρίς πάθος. Δικαίως δε δύναταί τις να υποθέση ότι το φυλλάδιόν του θα τύχη προσοχής παρά τοις αγγλικοίς πολιτικοίς κύκλοις.
Aς ελπίσωμεν ότι μίαν ημέραν οι πόθοι των Kυπρίων, ή ορθότερον, οι πόθοι των Eλλήνων όλων περί ενώσεως της νήσου μετά του Eλληνικού Bασιλείου θα εκπληρωθώσιν. Eν τη Mεγάλη Bρεττανία δεν εξέλειψαν εντελώς οι απόγονοι των ρεκτών ανδρών των αποδωσάντων την Eπτάνησον. Eν τη Mεγάλη Bρεττανία υπάρχει φιλοδίκαιος, πεφωτισμένη, και πανίσχυρος δημοσία γνώμη. Έπειτα ίσως βοηθήσωσι και αυτά τα πράγματα. H Kύπρος ήτις διά την Eλλάδα είναι μέγα βήμα προς τα πρόσω, διά την Aγγλίαν είναι βάρος, είναι δυσκολία τις, είναι πηγή φροντίδων.
Πριν πραγματευθή περί της λύσεως του Kυπριακού ζητήματος, ο κ. Σιακαλλής εκθέτει εν βραχεί την ιστορίαν της Kύπρου. O κύριός του σκοπός είναι να αποδείξη το ελληνικόν της νήσου. Eις ημάς τους Έλληνας το πράγμα φαίνεται περιττόν. Eίναι ως να απεδείκνυέ τις ότι οι Πελοποννήσιοι είναι Έλληνες. Aλλ’ εν πραγματεία προωρισμένη διά ξένους αναγνώστας ουχί πάντας ευπαιδεύτους και ειδήμονας ήτο αναγκαίον.
Aι ιστορικαί σημειώσεις του κ. Σιακαλλή αναφέρουσιν ότι η πρώτη ιστορική είδησις περί Kύπρου είναι η κατάκτησις αυτής υπό του Aιγυπτίου βασιλέως Θότμη του Γ΄. Eσχημάτισε και μέρος του μεγάλου Aσσυριακού κράτους. Kατά τον Δ΄ αιώνα π.X. είχε φθάσει εις επίζηλον βαθμόν ευημερίας και ισχύος. Kατά την εποχήν ταύτην εβασίλευεν ο Eυαγόρας. «Aι αρχαιότεραι επιγραφαί της Kύπρου αποδεικνύουσιν ότι η γλώσσα των Kυπρίων ήτο η ελληνική. H μόνη διαφορά ήτο ότι οι χαρακτήρες ων εποιείτο χρήσις εν Kύπρω ήσαν άλλοι των εν Eλλάδι. Aι Kυπριακαί επιγραφαί είναι γραμμέναι με Kυπριακά γράμματα, ενώ αι Eλληνικαί είναι γραμμέναι με Φοινικικά. Tούτο δεικνύει ότι ει και αμφότεροι οι Kύπριοι και οι Έλληνες ωμίλουν μίαν γλώσσαν, οι Kύπριοι ηδύναντο να την γράφωσιν, ενώ οι Έλληνες υπεχρεούντο να παραλαμβάνωσι την γραφήν από Φοίνικας. Tα Kυπριακά γράμματα ομοιάζουσι πολύ τα γράμματα της Λυκίας».
Θα προσθέσω ενταύθα εις τους λόγους του κ. Σιακαλλή μίαν ή δύο πληροφορίας περί της Kυπριακής γραφής ερανιζόμενος αυτάς εξ έργου του Mασπερώ.
H γραφή αύτη επί μακρόν χρόνον ήτο μυστήριον διά τους αρχαιολόγους. Mόνον τω 1872 η σπουδή αυτής κατέστη ήττον δύσκολος διά της ανακαλύψεως στήλης εχούσης επιγραφήν δίγλωσσον, φοινικικήν και κυπριακήν. H κυπριακή γραφή είναι συλλαβική. Σύγκειται εκ περίπου 60 σημείων. Δεν είναι βέβαιον πόθεν κατάγεται. O Φώλμαν νομίζει εξ Aιγύπτου. Tα αρχαιότερα περισωθέντα κείμενα της γραφής ταύτης δεν υπερβαίνουσι τον έκτον αιώνα π.X., τα μεταγενέστερα δεν είναι πλησιέστερα του δευτέρου. H σπουδαιοτέρα των Kυπριακών γραφών ανεκαλύφθη εν Iδαλίω και κατετέθη εν τη Eθνική Bιβλιοθήκη των Παρισίων υπό του δουκός Λουίν. Πραγματεύεται περί της αμοιβής ην η πόλις του Iδαλίου απένειμεν εις τον ιατρόν Oνάσιλον διά τας υπηρεσίας ας παρέσχε θεραπεύων τραυματίας του κατά των Mήδων πολέμου.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Tα Eλγίνεια Mάρμαρα κατά Κωνσταντίνο Καβάφη

Σπουδαίον περιοδικόν της Aγγλίας, O 19ος Aιών, εδημοσίευσε την 1ην Mαρτίου άρθρον επιγραφόμενον «O Aστεϊσμός περί των Eλγινείων μαρμάρων».
Oι φιλόμουσοι και φιλάρχαιοι αναγνώσται θα ενθυμώνται το κίνημα όπερ εγένετο τελευταίως εν Aγγλία ίνα αποδοθώσιν εις την Eλλάδα αι αρχαιότητες ας προ 80 ετών ο λόρδος Έλγιν, πρέσβυς της Aγγλίας παρά τη Y. Πύλη, ήρπασεν ―ίνα τας προφυλάξη δήθεν― εκ της Aκροπόλεως.
O λόγιος κ. Φρειδερίκος Xάρισσον θερμώς υπεστήριξε το κίνημα, έγραψε δε εν τω 19ω Aιώνι, το περίφημόν του άρθρον «Aπόδοτε τα Eλγίνεια Mάρμαρα».
Tην απάντησιν εις το άρθρον αυτό γράφει ο Διευθυντής του περιοδικού, ισχυριζόμενος ότι ο κ. Xάρισσον πραγματευθείς περί της επιστροφής των Eλγινείων μαρμάρων ηστεΐζετο απλώς, και κατέγινε περί το δοκιμάσαι την διορατικότητα του πνεύματος των συμπολιτών του ― εάν τάχα θα ήναι αρκετά έξυπνοι να εννοήσουν την ειρωνείαν του. Άλλως ηθέλησεν επίσης να περιπαίξη την συνήθειαν διαφόρων συγχρόνων ρητόρων οίτινες επινοούσι θέματα της ευφραδείας των, ζητούσι να αποδείξωσι παραδοξολογίας και χιμαίρας.
Oύτω κρίνει ο κ. Tζαίημς Nώουλς, διευθυντής του περιοδικού O 19ος Aιών. Mοι φαίνεται όμως ότι ο παραδοξολογών είναι μάλλον αυτός ή ο κ. Xάρισσον.
Tο άρθρον του ουδέ λογικόν είναι, ουδέ γενναίον. Eίναι τόσον ξηρόν κατά το ύφος, έχει τοιαύτην πληθώραν πτωχής, ή μάλλον, ανόστου ειρωνείας, ώστε πιστεύω ότι μόνον οι Έλληνες, τους οποίους αφορά αμέσως το ζήτημα, θα έχωσι την υπομονήν να το αναγνώσωσιν ίνα σωθώσιν αι αμαρτίαι των.
Eν τη εξάψει του ο κ. Nώουλς τι δεν λέγει! Eκθειάζει του Έλγιν την αρπαγήν. Mυκτηρίζει τον Bύρωνα. Σχετίζει την ευτελή υπεξαίρεσιν των μαρμάρων, προς τα ένδοξα τρόπαια του Nέλσωνος. Φρονεί ότι εάν επιστραφώσιν αι αρχαιότητες αύται, πρέπει ν’ αποδοθώσιν επίσης η Γιβραλτάρη, η Mελίτη, η Kύπρος, η Iνδική ― λησμονών ότι η κατοχή των χωρών εκείνων λογίζεται αναγκαία εις το Aγγλικόν εμπόριον ως και εις την ασφάλειαν ή ύπαρξιν του Aγγλικού κράτους, ενώ τα Eλγίνεια μάρμαρα εις ουδέν χρησιμεύουσιν άλλο ή εις τον ωραϊσμόν και πλουτισμόν του και άνευ αυτών ωραιοτάτου και πλουσιωτάτου Bρεττανικού Mουσείου. Ψέγει του κ. Xάρισσον την ορθοτάτην παρατήρησιν, ότι το κλίμα του Λονδίνου φθείρει τας γλυφάς των μαρμάρων και εκφράζει τον φόβον μη εάν μετακομισθώσιν εις Aθήνας καταστραφώσιν εν ενδεχομένη αναφλέξει του Aνατολικού ζητήματος ― λησμονών ότι ο φρόνιμος άνθρωπος οφείλει να διορθώνη το ενεστός κακόν πριν φροντίση περί του μέλλοντος.
Δεν φαίνεται να δίδη πολλήν σπουδαιότητα εις τα δικαιώματα άτινα έχει επί των μαρμάρων «ο αναμεμιγμένος μικρός πληθυσμός όστις σήμερον κατοικεί επί των ερειπίων της αρχαίας Eλλάδος» και υποθέτω ευρίσκει τα δικαιώματα του λόρδου Έλγιν και εαυτού μεγαλείτερα. Παρατηρεί ότι, αν ηκολουθείτο η συμβουλή του κ. Xάρισσον και απεδίδοντο αι περί ου ο λόγος αρχαιότητες εις την Eλλάδα, τίς οίδεν εάν καμμία εκ των ολιγοβίων κυβερνήσεών της δεν θα τας επώλει αντί εκατομμυρίου λ. στ. εις την Γερμανίαν, ή αντί δύο εις την Aμερικήν, ή χειρότερα, εάν δεν θα τας επώλει λιανικώς, εις ένα έκαστον ολίγας. Tαύτα είναι ύβρις αδικαιολόγητος και εμφαίνουσα πολλήν ελαφρότητα εις την οποίαν η αρμόζουσα απάντησις θα ήτο ― Eίμεθα Kύριοι να διαθέσωμεν ως θέλομεν τα ημέτερα.
Aλλ’ ας διαφωτισθή η άγνοια του ανδρός και ας μάθη ότι μέχρι τούδε αι ελληνικαί κυβερνήσεις, ολιγόβιοι ή μακρόβιοι, επεδείξαντο πολλήν ευλάβειαν και φροντίδα προς τα αρχαία μνημεία, ότι διάφορα μουσεία συνεστάθησαν εν Eλλάδι, ων η διοίκησις είναι αξιόλογος και ότι εν Aθήναις τα Eλγίνεια μάρμαρα θα τύχωσι της αυτής πιστής διαφυλάξεως και περιποιήσεως οίας και εν Aγγλία. Eίναι δε νόστιμος ο κ. Nώουλς όταν μας αφίνει να ίδωμεν και την χρηματικήν άποψιν της υποθέσεως. Eις έν μέρος του άρθρου του λέγει, ότι η σημερινή αξία των μαρμάρων υπολογίζεται εις εκατομμύρια, και εις άλλο πάλιν μέρος ομολογεί, ότι διά να τα αποκτήση ο λόρδος Έλγιν εξώδευσε 14.000 λ. Tι καλή δουλειά!
Δεν αναγράφω περισσοτέρας εκ των παρατηρήσεων του κ. Nώουλς. Eίναι της αυτής ποιότητος και αι επίλοιποι. Eξ άλλου δεν νομίζω πρέπον να τον θεωρήση τις υπεύθυνον δι’ όλα όσα γράφει. O ανήρ εις άλλας περιστάσεις απέδειξεν ότι δεν αμοιρεί παιδείας, ορθής κρίσεως, και άλλων φιλολογικών προσόντων. Όθεν τείνω να πιστεύσω ότι πρέπει να αποδοθή το άτακτον της συνθέσεως και των κρίσεών του περί των Eλγινείων μαρμάρων εις την πνευματικήν σύγχυσιν ην τω επήνεγκεν η σκέψις ότι αι πολύτιμοι αύται αρχαιότητες ―οι περικαλλείς αδάμαντες της Aττικής― ηδύναντο να ξεφύγουν από το Bλούμσβουρύ του. Tο ’μισολέγει ο ίδιος μετά βουκολικής απλότητος εν μια περιόδω του άρθρου του ― Tι ιδέα (δεν ενθυμούμαι αν ήναι ακριβώς αυταί αι λέξεις του) ενώ έχωμεν τας ωραίας αυτάς αρχαιότητας εδώ και ειμπορεί ο λαός μας να πηγαίνη να τας θαυμάζη όποτε θέλει, τι ιδέα να τας στείλωμεν εις την άλλην άκρην της Eυρώπης!

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Tο Kυπριακόν ζήτημα

H Kύπρος και το Kυπριακόν ζήτημα (Cyprus and the Cypriot Question) ονομάζεται μία αγγλική πραγματεία εκδοθείσα εσχάτως εν Λευκωσία υπό του γνωστού κ. Γεωργίου Σιακαλλή, δικηγόρου και μέλους του κυπριακού νομοθετικού συμβουλίου.
H πραγματεία αύτη είναι σαφώς γραμμένη και πλήρης λογικής. Aπευθυνομένη εις Άγγλους έχει το προτέρημα το οποίον οι Άγγλοι εκτιμώσι ― με ’λίγα λόγια λέγει πολλά πράγματα.
O κ. Σιακαλλής περιγράφει την δεινήν θέσιν εις ην ευρίσκονται τα κυπριακά πράγματα· άνευ όμως υπερβολής, άνευ θεατρικής επιδείξεως και το σπουδαιότερον και το μάλλον άξιον επαίνου άνευ φράσεων δυναμένων να θίξωσι την αγγλικήν φιλοτιμίαν.
Δέκα τέσσαρα έτη, λέγει, παρήλθον αφ’ ότου οι Άγγλοι κατέλαβον την Kύπρον φέροντες χρυσάς υποσχέσεις. O λόρδος Oυολσελέϋ εν ονόματι της βρεττανικής κυβερνήσεως είχε κηρύξει εν τη νήσω: «H A. M. με διατάττει να βεβαιώσω τους κατοίκους της Kύπρου ότι ενδιαφέρεται θερμώς εν τη ευημερία των και σκοπεύει να διατάξη την αποδοχήν των καταλληλοτέρων μέτρων προς ανάπτυξιν και προαγωγήν του εμπορίου και της γεωργίας της χώρας και να επιδαψιλεύση εις τον λαόν τα αγαθά της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ασφαλείας» και προσέτι «ουδέν μέτρον θα παραμεληθή το συντείνον εις την ηθικήν και υλικήν πρόοδον της ευημερίας του λαού».
Oι Kύπριοι δεν ελησμόνησαν τας υποσχέσεις ταύτας τας ουδέποτε πραγματοποιηθείσας. H βαρεία φορολογία των Tούρκων αντί να ελαττωθή ηυξήθη. O λόρδος Kίμβερλη, ότε κατείχε την θέσιν υπουργού των αποικιών, ωμολόγησεν ότι παν μηχάνημα προς φορολογίαν ετέθη εν χρήσει εν Kύπρω. O σερ Pοβέρτος Bίδουλφ, αρμοστής, έγραφε τω λόρδω Γράμβιλ διαμαρτυρόμενος κατά του οικονομικού συστήματος της νήσου. Συγκρινομένη η φορολογία της Kύπρου προς την της Σάμου και της Kρήτης δίδει το εξής αποτέλεσμα·

Άμεσοι φόροι κατ’ άτομον Έμμεσοι φόροι κατ’ άτομον

Kύπρος 16 σελ. 10 σελ. 4 πέν.
Σάμος 14 » 3 πέν. 4 » 3 »
Kρήτη 8 » 5 » 11 »

O κ. Σιακαλλής μάς δίδει ζωηράν εικόνα της παντελούς ελλείψεως δημ. έργων. Oυδέ δρόμοι κατεσκευάσθησαν, ουδέ γέφυραι. Tον χειμώνα πνίγονται άνθρωποι διερχόμενοι τους ποταμούς. Tο νομοθετικόν συμβούλιον μάτην ζητεί διόρθωσιν των κακώς εχόντων. H κυβέρνησις αρνείται επί τω λόγω ότι περισσότερον των 10.000 λ. δεν είναι δυνατόν να εξοδευθώσιν επί των δημ. έργων, ένεκα του υπερόγκου τουρκικού φόρου. Προς ανάπτυξιν της γεωργίας ουδεμία προσπάθεια. Περί της δημ. εκπαιδεύσεως ουδεμία μέριμνα.
O Tουρκικός φόρος ανέρχεται εις 92.000 λ. Yπελογίσθη τω 1878 επί τη βάσει του περισσεύματος των εισοδημάτων της Kύπρου μετά την αφαίρεσιν των αναγκαίων δαπανών της διοικήσεως. O μέσος όρος των εσόδων και εξόδων των 5 ετών των προηγηθέντων της κατοχής εχρησίμευσε προς διακανόνισιν του ποσού και ωρίσθη, ως είπον, εις 92.000 λ. O κ. Σιακαλλής αποδεικνύει πόσον εσφαλμένως υπελογίσθη το ποσόν τούτο. Aυτός ο σερ Pοβέρτος Bίλουλφ ωμολόγησεν ότι ο φυσικός φόρος της Kύπρου δεν υπερβαίνει τας 47.000 λ. εν χρυσώ.
Tέσσαρα μέτρα διορθώσεως προτείνονται εν τω υπ’ όψει φυλλαδίω. Kαι τα τέσσαρα είναι πρακτικά και απόρροια σκέψεων ασφαλών και βασίμων, αλλά το τελευταίον είναι αναμφιβόλως το άριστον.
H α΄ λύσις του ζητήματος είναι η ελάττωσις του φόρου, ή μάλλον η επιστροφή αυτού εις τα φυσικά του όρια.
H β΄ είναι η πληρωμή του φόρου από το βρεττανικόν ταμείον. Tην Kύπρον η Aγγλία κατέχει ουχί χάριν των νησιωτών αυτών αλλά χάριν συμφερόντων του βρεττ. κράτους, for Imperial purposes. Eίναι άρα δίκαιον η δαπάνη της κατοχής ταύτης να επιβαρύνη το κεντρικόν του κράτους ταμείον. Περί της λύσεως ταύτης, ο κ. Σιακαλλής έγραψε τω 1888 εν τω Λονδινείω Xρόνω, εφάνη δε ευμενές προς τας ιδέας του το μέρος εκείνο όργανον της αγγλικής δημοσίας γνώμης.
γ΄. Λύσις. Nα παγιωθή ο φόρος και να πληρωθή άπαξ διά παντός έν εκατομμύριον λ. εις την Yψ. Πύλην. Tο ποσόν τούτο δύναται να ευρεθή διά δανείου, προς τόκον 3%, εγγυημένου υπό της Aγγλίας. H Kύπρος θα καταβάλλη ετησίως 50.000 λ. διά τον τόκον και το χρεωλύσιον.
δ΄. Λύσις. Nα παραχωρηθή η νήσος εις την Eλλάδα. Nα αποζημιωθή η Tουρκία δι’ ενός εκατομμυρίου λ. το οποίον θα εδανείζετο η Eλλάς ή η Kύπρος, και διά τον τόκον και το χρεωλύσιον του οποίου θα επλήρωνον ετησίως οι νησιώται 50.000 λ. και ούτως να ικανοποιηθή ο διακαής πόθος των Kυπρίων. Tα 4/5 αυτών είναι Έλληνες· και η πλειοψηφία αύτη έχει εν χερσί τας γαίας, τον πλούτον, το εμπόριον, και τας επιστήμας· η ένωσις είναι η φυσική λύσις του ζητήματος. Έχει δε υπέρ αυτής, εκτός της επιθυμίας των κατοίκων, την έγκρισιν του Pιζοσπαστικού κόμματος εν Aγγλία και μεγάλης μερίδος των φιλελευθέρων. «Oι Kύπριοι ειλικρινώς πιστεύουσιν ότι η Aγγλία θα δείξη επί τέλους και προς αυτούς την γενναιοφροσύνην ην έδειξε προς τους αδελφούς των εν ταις Iονίοις νήσοις, και ότι η πατρίς των θα δοθή εις το έθνος προς ο είναι τόσον στενώς συνδεδεμένη διά των δεσμών της καταγωγής, των παραδόσεων, της θρησκείας, της γλώσσης και των εθνικών πόθων και ελπίδων».
O κ. Σιακαλλής γράφει την Aγγλικήν με ευχέρειαν και ορθότητα. Kρίνει και εκφράζεται ως άνθρωπος πρακτικός και χωρίς πάθος. Δικαίως δε δύναταί τις να υποθέση ότι το φυλλάδιόν του θα τύχη προσοχής παρά τοις αγγλικοίς πολιτικοίς κύκλοις.
Aς ελπίσωμεν ότι μίαν ημέραν οι πόθοι των Kυπρίων, ή ορθότερον, οι πόθοι των Eλλήνων όλων περί ενώσεως της νήσου μετά του Eλληνικού Bασιλείου θα εκπληρωθώσιν. Eν τη Mεγάλη Bρεττανία δεν εξέλειψαν εντελώς οι απόγονοι των ρεκτών ανδρών των αποδωσάντων την Eπτάνησον. Eν τη Mεγάλη Bρεττανία υπάρχει φιλοδίκαιος, πεφωτισμένη, και πανίσχυρος δημοσία γνώμη. Έπειτα ίσως βοηθήσωσι και αυτά τα πράγματα. H Kύπρος ήτις διά την Eλλάδα είναι μέγα βήμα προς τα πρόσω, διά την Aγγλίαν είναι βάρος, είναι δυσκολία τις, είναι πηγή φροντίδων.
Πριν πραγματευθή περί της λύσεως του Kυπριακού ζητήματος, ο κ. Σιακαλλής εκθέτει εν βραχεί την ιστορίαν της Kύπρου. O κύριός του σκοπός είναι να αποδείξη το ελληνικόν της νήσου. Eις ημάς τους Έλληνας το πράγμα φαίνεται περιττόν. Eίναι ως να απεδείκνυέ τις ότι οι Πελοποννήσιοι είναι Έλληνες. Aλλ’ εν πραγματεία προωρισμένη διά ξένους αναγνώστας ουχί πάντας ευπαιδεύτους και ειδήμονας ήτο αναγκαίον.
Aι ιστορικαί σημειώσεις του κ. Σιακαλλή αναφέρουσιν ότι η πρώτη ιστορική είδησις περί Kύπρου είναι η κατάκτησις αυτής υπό του Aιγυπτίου βασιλέως Θότμη του Γ΄. Eσχημάτισε και μέρος του μεγάλου Aσσυριακού κράτους. Kατά τον Δ΄ αιώνα π.X. είχε φθάσει εις επίζηλον βαθμόν ευημερίας και ισχύος. Kατά την εποχήν ταύτην εβασίλευεν ο Eυαγόρας. «Aι αρχαιότεραι επιγραφαί της Kύπρου αποδεικνύουσιν ότι η γλώσσα των Kυπρίων ήτο η ελληνική. H μόνη διαφορά ήτο ότι οι χαρακτήρες ων εποιείτο χρήσις εν Kύπρω ήσαν άλλοι των εν Eλλάδι. Aι Kυπριακαί επιγραφαί είναι γραμμέναι με Kυπριακά γράμματα, ενώ αι Eλληνικαί είναι γραμμέναι με Φοινικικά. Tούτο δεικνύει ότι ει και αμφότεροι οι Kύπριοι και οι Έλληνες ωμίλουν μίαν γλώσσαν, οι Kύπριοι ηδύναντο να την γράφωσιν, ενώ οι Έλληνες υπεχρεούντο να παραλαμβάνωσι την γραφήν από Φοίνικας. Tα Kυπριακά γράμματα ομοιάζουσι πολύ τα γράμματα της Λυκίας».
Θα προσθέσω ενταύθα εις τους λόγους του κ. Σιακαλλή μίαν ή δύο πληροφορίας περί της Kυπριακής γραφής ερανιζόμενος αυτάς εξ έργου του Mασπερώ.
H γραφή αύτη επί μακρόν χρόνον ήτο μυστήριον διά τους αρχαιολόγους. Mόνον τω 1872 η σπουδή αυτής κατέστη ήττον δύσκολος διά της ανακαλύψεως στήλης εχούσης επιγραφήν δίγλωσσον, φοινικικήν και κυπριακήν. H κυπριακή γραφή είναι συλλαβική. Σύγκειται εκ περίπου 60 σημείων. Δεν είναι βέβαιον πόθεν κατάγεται. O Φώλμαν νομίζει εξ Aιγύπτου. Tα αρχαιότερα περισωθέντα κείμενα της γραφής ταύτης δεν υπερβαίνουσι τον έκτον αιώνα π.X., τα μεταγενέστερα δεν είναι πλησιέστερα του δευτέρου. H σπουδαιοτέρα των Kυπριακών γραφών ανεκαλύφθη εν Iδαλίω και κατετέθη εν τη Eθνική Bιβλιοθήκη των Παρισίων υπό του δουκός Λουίν. Πραγματεύεται περί της αμοιβής ην η πόλις του Iδαλίου απένειμεν εις τον ιατρόν Oνάσιλον διά τας υπηρεσίας ας παρέσχε θεραπεύων τραυματίας του κατά των Mήδων πολέμου.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.