Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αιωροκλέους Λαμπρινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αιωροκλέους Λαμπρινή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

[Ένα ξάφνιασμα αυτό θέλω μόνο ...]

Ένα ξάφνιασμα αυτό θέλω μόνο για να έρθω στην ώρα μου
Μια απόλυτη τραγωδία σαν έμβρυο που διαπλάθεται πάνω στον αυχένα των
Πιθήκων
Κι ένα σφυρί
Μικρό και άκαμπτο ένα σφυρί χωρίς γωνίες μια απόλυτη επιφάνεια
Όπως έλεγα
Αυτό μόνο θέλω
Το κουκούτσι της διαύγειας
Να ανοίξει το στόμα σαν αρχαίο κτήνος
Φεγγάρι της σχιζοφρένειας απόλυτο άνοιγμα
Μα τί λέω μόνο τους ίδιους και τους ίδιους θέλω να καταπλήττω
σα να περνά ο βλάμης μπροστά από τα κορίτσια
όπως τ’ ακούς

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Ένα αγεωγράφητο διαβολοκρανίο

Το ταξίδι μου στον πάγο δεν είχε γυρισμό
Γιατί η τάξη ήταν τετράγωνη
Και τα βυζιά μου υπερμεγέθη
Ο νοσηλευτής με βοήθησε να βγάλω τις κάλτσες μου
Ήταν υγρές μες στις ωοθήκες των ματιών μου
Και είχαν στο δεξί τους άκρο ένα οχυρό
Για να μην επιτρέπεται η είσοδος στις γεωλογικές γυναίκες
Που είχαν πάντα έναν λόγο να πουν πριν και μετά
Να κλάψουν μέσα στους αριθμούς και τα μοιρογνωμόνια
Που πολιτεύονταν στον ύπνο μου
ή στα ραντάρ της μνήμης μου
Και να φορέσουν τα γεννητικά τους όργανα
στα ρομπότ και τις βασιλικές θείες
Που με μεγάλωσαν
Και δεν ήταν μόνο αυτό
Το ’θελα κι εγώ να δω την πλάτη μου
Που ποτέ δεν θα δω
Κι ας έχω βγάλει δύο ή και τρία ιστιοπλοΐα
Κι ας έχει ανοίξει ένα ρείθρο ο κύριος Λουαπάρ
Κάθετα στην ελιά μου
Αυτές οι γεωλογικές γυναίκες με πήραν απ’ το χέρι στα καμπαρέ
Και μου ’δειξαν το φούρνο του κυρίου Λουαπάρ στο Άουσβιτς
τις κλιματικές εγκυμονούσες και
τους καπετάνιους που χάιδευαν τα βυζιά τους
Μέσα στις σφηνοειδείς καρίνες
Το ταξίδι μου στον πάγο
Δεν είχε γυρισμό
Γιατί οι λέξεις μου είναι σαν τους στρατιωτικούς
«Θες να πεθάνεις στον ύπνο σου; Απασχόλησε το πνεύμα σου με την ποίηση»
Θες να αρδεύσεις τους ακροβάτες στη μασχάλη σου; Δείξε μας τι αξίζεις…»
και τελικά δε μου δίνουν ούτε μία δεκαπεντασύλλαβη οχτάβα
για αντηλιακή κλειτορίδα
ή έναν χρηματιστή νέγρο για μπαστούνι
Και οι γεωλογικές γυναίκες με αιματοκύλησαν μέσα σ’ ένα τηλεσκόπιο
(ο νόμος ήταν κι αυτός ερεθισμένος)
Μου ’δειξαν το δόντι του αιδοίου τους
Και εφίδρωσαν τα ρουθούνια μου
με δάκρυα ναυτικών
για λίγο ή και λιγότερο…

Διαστροφή και αργία




Έβην!
Κατεβαίνοντας μια αμοιβάδα οι ελαιώνες της συνείδησης μου ακροπατούν στην αβαρή θωπεία του ουρανού
Γιατί υπάρχουν χιλιάδες κορίτσια που υπομένουν την στρυχνίνη και φορούν μεντεσέδες και υπολειπόμενα ωρολόγια.
αλλά τα βόδια με τις αυτόματες ανάσες στέργουν τ’ αγόρια των χωρικών που υλοποιούν μια πεταλούδα ανιχνεύοντας τις κορομηλιές.
Οι κομάντος εκπνέουν το ακρυλικό γιασεμί των σωμάτων όταν οι θαλασσοπόροι, με τις τραγιάσκες και τους χρησμούς αντί για μάτια, ξεχνιούνται στις Αφρικανικές τελετές ανακυκλώνοντας τα τύμπανα σε χουρμάδες από ζαμπόν
Πρέπει να τρίβεις στις παλάμες σου εκατομμύρια εφημερίδες για να σπείρεις μια ακλόνητη γεύση αέρα στο αειθαλές τραγούδι του χρόνου
Οφείλεις να ανακαλύψεις όλους τους μίλιτες που’ χαν τα δόντια  της γιαγιάς και να τους αναπολήσεις καθούμενος κάτω από τις μεσσιανικές δαχτυλήθρες και τους αλλοδαπούς που μυτίζουν τα κρεμάμενα φουρό από τη σπονδυλική στήλη του καπνού.
Οφείλεις, όπως όλοι, να αναγάγεις την διαλεκτική σ’ ένα ομοίωμα του Χέγκελ με κολάρα και ακορντεόν στον πούτσο περαστικά καλοριφέρ και μόδιστρους που αποκοιμούνται στο χάλκινο μαρούλι μιας νοικοκυράς που ‘χει ασφαλώς ανατιμηθεί στο χρηματιστήριο
Αν αποσύρεις μια βιβλιοθήκη και την μεταβάλλεις σε μια στιγμιαία θεογονία χωρίς κβάντα και μονισμούς θα επιμηκύνεις την γήινη φρουκτόζη των θεραπαινίδων
Η Γαλάτεια πίσω από ένα πλήθος δένδρων από καουτσούκ και αντίδωρο δειπνεί με τις ζωστήρες των εφτάψυχων φραγγελίων 
Ό, τι πρέπει για να περιβάλουν τα ζωικά βάσανα και τις απολιθωμένες αρθρώσεις των γυναικών 
οι καραφλοί άνδρες!
Οι καραφλοί άνδρες κρατώντας κομοδίνα εμπλουτίζουν την σωρευμένη κονκόρντια με ένα σπυρί προδοσίας
αφού οι μίσχοι έπαψαν να ανθίζουν σε μελίρρυτες μασχάλες και πήλινα στρατόπεδα
ας μυηθούμε στον αλεξιπτωτισμό από τις κουλούρες των ποπολάρων.

Αιλουροειδή φωνήεντα



Πέφτοντας ανακάλυψα την αποκόλληση του ουράνιου θόλου
από τη γνάθο της αθανασίας
Ο έρωτας μέσα σε μια σπηλιά
μεταμορφωμένος σε υποβρύχια πόδια
Ο έρωτας κοιμώμενος εν αποστάσει κατά την ρυμούλκηση των κολοσσών

Όταν οι σταυροφόροι νιώθουν ευφορία
Ο έρωτας ομιλεί
Και αλείφει με αλάτι τους αγκώνες και τις μεταχρωματίσεις των παρίας
Στο λατινικό πλακάτ των θανάτων
Τα λογικά ατυχήματα και η παλινδρόμηση της σκέψης
Η επανάληψη των αβέβαιων γραμμάτων
Και τα ολισθηρά φωνήματα που κολυμπούν στα δουκάτα της γλώσσας
Έχοντας στρείδια και καλσόν στις κνήμες τους
Πρώιμα απολυμένα από τους αποθαρρυμένους Βίσονες
Για μια ηλικία βροντώδους αλετριού
Ο έρωτας σαν τα πόδια των κοριτσιών που τραγουδούν κρώζοντας τις Κυριακές στη νότια Αγγλία περιοδεύοντας
στο φύλο των βρεφών που φορούν την άναρθρη αμφισβήτηση μέσα στους δρόμους            από αλιεύσεις και ανεξιχνίαστες δολοφονίες
Ο έρωτας στις μεγαλουπόλεις από πηλό εκεί όπου τελούνται οι χριστιανικές
Ολονυχτίες χέρι το χέρι με
τις εφηβικές βακχείες
Μέσα στις καμινάδες ή και έξω από αυτές διυλισμένος από τα ορφικά όμορα 
Ο έρωτας αναλογικός όπως οι διψασμένες παρθένες και οι ολάνθιστοι μυώνες εν κύκλους χορούς
Τετριμμένος αλλά παχύς σαν μείζων μαχαλάς
Όπως ένας άντρας με ακροδεξιές αρθρώσεις
Που κονιορτοποιεί θάλλοντες νεκρούς με την άκρη του νυχιού του
Ο έρωτας αναγλύφοντας τις αναφυόμενες παρθένες που πέφτουν διαδοχικά
κατά μήκος ενός τσέλου
Μελαψός ως Άραβας     
Ανακλώμενος στη γάμπα ενός αστού ομοφυλόφιλου
Όταν η πευκοβελόνα ανοιγμένη σαν ψαλίδα στη μέση του μεγάλου ρολογιού
Βγάζει τους ώμους ρώσων και ευρωπαίων καθηγητών
Για 6 δευτερόλεπτα ακριβώς
Ο έρωτας
Αλίμονο

Ο έρωτας μέσα σε μια σπηλιά

Ενταφιασμένη
Σχεδόν τυφλή
Μέσα στην άκλιτη ωμότητα του λικνίζοντος ηλίου
δαγκώνω τις λευκές κνήμες των δέντρων
Όπως οι ψυχίατροι ξεκοκαλίζουν τα άνισα ψάρια
Πηδώντας πάνω στα φαγώσιμα ράσα
Ας πούμε παιδεραστίες, τα γεωμετρικά υφάσματα
Υαλικές φωλιές σπίνων μέσα στους απύρετους δρόμους
Και οι θλιμμένες γυναίκες που θάλπουν τα άνθη της ωλένης τους
για τα άμουσα ταξίδια στις αλέες του σύμπαντος
ανδροπρεπείς και βαρήκοες
αλειμμένες με χαμομήλι και προφητικά στοματικά υγρά
Ένας υπνοβάτης! 
Ένας γλυκύς πολεμιστής που πνίγει τους υδροβάτες στις αλυκές των μαλλιών του
Και αναγραμματίζει την ρώγα του ανάμεσα στα κάθετους ελαιώνες μιας φώκιας
Ένας μαραθωνοδρόμος και όλα-όσα-φοβούμαι-να-πω
Τα αεροδυναμικά μου κύτταρα, τις ανιστόρητες μασχάλες μου, τα βελούδινα μάτια μου
Που ομοιάζουν με αβγά σαύρας, τα άρρυθμα ιστία των ώμων μου
Και τις διάφανες παρηχήσεις εντός των υπογαστρίων καθρεπτών
Όλα όσα δρέπω με κοιλόπονο,
Το αλάτι, τα φρούτα, την άνοιξη,
Τα ραμμένα πουλιά στα γεννητικά όργανα των τοξοβόλων,
Τον έρωτα
Κάθετα των Άλπεων φυλλορροούν οι τρεμάμενες λαγνείες.

Ο Κούρδος νομισματοκόπος


O κύριος Λουαπάρ ανακατεύει μ’ ένα σπίρτο τους φυσικούς αριθμούς και αποψύχεται:
-2/3./3.43-4
Ας μην τα πολυλογούμε η νύμφη των ψιλικών
Δεν είναι πέτρα
Γιατί αν ήταν
η μουρμούρα των παιδεραστών θα φιστίκωνε τα 234 όστρακα
στο χέρι του Αλπινιστή στο πόδι ενός πελταστή
λεοπάρδαλη ή σαρδανάπαλη κύριε βιτσιόζε;
Λες την ώρα του ύπνου μου να χρηματοδοτήσω έναν Μυκήνα μες στα μάτια του Δία;
Χιχι!

Η τραγιάσκα του μπλε Νορβηγού


Οι Ίκαροι και τα βενζινοκίνητα αέρια
Είναι οι μεταλλοφόροι
Για την πρώτη θέση στο μόριο του κόκορα
Τους στριμώχνω στο μπαμπάκι
αύριο ,να γεννήσουν τα παιδιά μου
Κι εγώ, με τα μαλλιά μου
κοντά ξανθά
αλλοιωμένη
αποχρωματίζω την αταξική κόρη του ομματίου μου
Αιδοίο το αιδοίο με τον υπασπιστή του ασβέστη
Το αίμα κατουράει όρθιο τους εκατομμυριούχους σκύλους
Και οι αυλιτρήδες μελωδούν μια δωδεκάδα κοβάλτια
Τι άρια! Τι ρους!
Δίπλα στις κίτρινες αφέλειες του γερανιού
Είμαι παιδί!

Η εαρινή ειδολογία


Η άγνοια
Τοσοδούλα και μαγνητική
Σαν πυρά στην αγκαλιά του ασβέστη
Τόσο εξαίσια και παιδική
Σαν ιώδιο που πνίγεται στο μούστο των σιελογόνων
Τόσο αλτική
Σαν τις πυριτικές λούσεις των καυμάτων
Τόσο υαλική
Που αντλείται
Από θρυαλλίδες αθλημάτων
Η πρόκληση
Τόσο φλύαρη και λιπώδης
Σαν βαρύθυμο μπεκρή
Που το σπέρμα του επωάζεται στα φαναράκια των ρομάντζων
Τόσο έξαλλη και κλητική
Που οι κοάξεις της δε βαθουλώνονται από δέκα στρατιές λιωμένων σίδερων
Ένα πολεμικό λουλούδι
Που ανιδρύεται στους αεραγωγούς των θαυμάτων
Τι υπερφυσική μαρμαρυγή!
Από θύλακες τριχών και αποφλοιωμένα βρώμια
όλοι αυτοί που γονιμοποίησαν το φιόγκο του κήρυκα
Δύο πεπόνια ένα ελαιοτριβείο 1/5 φιστίκι.

Μιά μέρα απ’ τη ζωή μου


Στις τέσσερις ρόγες του σταφυλιού
Που μου κρύβουν τον ήλιο
Αυτή τη μέρα
Που το συμμιγές αριθμητήριο των γεωργών θερίζει τα ούλα μου
Να σας συστηθώ
Πάνω στα μηλίγγια των Εβραίων
Πάνω στην ακρυλική ομορφιά
Πάνω στο υδραυλικό φλέμα
Αποσυντίθεμαι μες στο κυλινδρικό αντίσωμά μου
Εγώ ο καταλύτης των ηλεκτροχρωμάτων
Θέλω να αποχυμώσω τους μαστούς μου στις διαστημικές ρακέτες
Και να κοιμηθώ με τους αρουραίους
Θέλω ν’ αλέθω τις μασχάλες των ορυκτών
και να ξεκοκαλίζω τ’ αστέρια
Θέλω να είμαι ,η υδρόγειος ψωλή.
Τι λέγαμε’ αποσυντίθεμαι μες στο κυλινδρικό αντίσωμά μου!
Τυμβωρύχος των ιατρικών νεύρων
Και τη στιγμή της έξαλλης μαγείας
Εκκολάπτομαι στη γλώσσα του καπνέμπορα κι επανέρχονται τα αειθαλή δέντρα
Η υδρόλυση των τενόντων είν’ αυτή!
Το μίτο της κορίνας είν’ αυτό!
Το κόκκινο φιλί του Dr.
Ή σχεδόν
Οιδικοίμουάνθρωποι σημαιοφορώντες τον ολύμπιο δασοφύλακα
Οιδικοίμουάνθρωποι κόβουν έλατα στον ελάσσονα αδένα των ελαιοτριβείων
Τα νύχια τους είν’ από κορυδαλλό και σύρμα
Τα φρύδια τους από σαδικές υπηρέτριες
Οιδικοίμουάνθρωποι καταναλίσκουν 1χ2_2\3 άμυλα στις ταλαντεύσεις τους
Είναι ατσάλινοι Μυρμιδόνες και υπολογιστικά ακτινίδια
Στην πραγματικότητα χρειάζομαι μια διαταραχή κι ένα καρότο
Για να εισβάλλω στην τρίχα των μπαπ- μπαπ
Κατοχυρώνοντας τις θεμελιώδεις αρχές της κίνησης
Και αυξομειώνοντας το βάρος μου
Για να αναλίσκομαι αγέρωχος στις Βηθλεέμ των ενστίκτων
Ή τέλος πάντων στις κοινόχρηστα ουρητήρια των δακτύλων μου
Κυριαρχώ μέχρι και στην τελευταία δόνηση της πρωτεύουσας.
Εγώ ο ολοκαίνουριος φίλος που σκαλίζει τον αμείωτο τροχό
Θέλω να ταριχεύσω τις ορμές μου
Έχοντας ως μοναδικό κίνητρο το μηδέν
Θέλω να απομονώνω τις αναποδογυρίσεις
Θέλω να είμαι, το ενδελεχές επεισόδιο.
Θρίαμβος!
Το βάζο αλλοιώνεται
Δεν είμαι πια εγώ
Εγώ δεν είμαι πια
Ο λερός.
Ούτε ένα χρόνος
δεν μπορεί να διευκολύνει
τη συλλογή των δράκων απ’ το υπερπέραν
Γι’ αυτό κι εγώ χειραφετώ ένα ενιαίο μύδι
Που οι υαλουργοί δε θα διυλίσουν στα γοτθικά ηλιοκαύσιμα
Και ο ακροβάτης του Κολοράντο βάζει φωτιά στις ελληνίδες έλικες!
Τι λέγαμε’ είμαι ένας δανδής με κυρωμένα πέλματα
και ραδιενεργές κλακέτες
γαντζώνομαι απ’ τους ρουφηχτούς καταπέλτες του ιουρασικού χάντμπολ
Και ασελγώ ασελγώωω στους θεϊκούς άθλους.
Στη χάση των δοντιών μου πυρώνω το μάρμαρο
Και ασελγώ ασελγώωωω στους πυραυλικούς μάραθους
Μετά από δισεκατομμύρια χρόνια
Μετά από πολυκαλλιεργητικές κατατονίες
Μετά απ’ τις δικές μου λέξεις
Τα πορτοκάλια υδρεύουν στην αγκαλιά των κοριτσιών
Μετά από ακτινικές σταυρωτές
Και ρουθουνίσματα ινδιάνων
Ως που να καταυλιστώ
τα μούσμουλα κι η πέτρα δεν έχουν απόσταση
Μετά από χιλιάδες διονυσιαστές
Μπορώ να πω ότι εκλύθηκα
Υαλικός και πανσέληνος
Για ακόμα μία καταστροφή.

Κραυγές πίσω από το παραβάν (10 βιαστικές θεατρικές στιγμές)

1.
Έχω και τί δεν έχω
Το πορτοφόλι μου είναι όσο το περίγραμμα της αυλής σου
Δε στο λέω ειρωνικά μη γελάς
Έχω δουλέψει πολύ
Είμαι μικρέμπορος τσόχας στα Βαλκάνια
Ήμουν δηλαδή
Γιατί τώρα έχω ανοίξει τρία μαγαζιά στο βορρά
Και τί μαγαζιά ένα κι ένα
Δεν είναι μεγάλη απόσταση αν σκεφτείς πως πετάς
Ούτε φορτηγά ούτε αγροτικά κοκκινισμένα πηγούνια από τα μπαχαρικά
άνθρωποι που φωνάζουν κόβοντας καρπούζι
που ζυγίζουν στη χούφτα τους το μαστό της χήνας να δουν μήπως έχει γάλα
Ένιωθα πως είμαι καουμπόης ξερή και στεγνή γη μ’ ένα λουλούδι στη μέση
Που σήκωνε πόδια και χέρια να με κοροϊδέψει σα τσαρλατάνος απ’ τη μεσόγειο
Ή ακόμη καλύτερα σαν καθυστερημένος
Δε βάζουν λόγια στις προσευχές τους
Καν δεν έχουν τρόπους κάθονται κάτω από το μοχλό της καλοκαιρίας
Και βγάζουν από μέσα τους ισχνά πουλιά
Εγώ που με βλέπεις έχω δει ό, τι κανείς δεν έχει δει
κάποιος μπορεί να σου δώσει μια εξήγηση κάποιος άλλος μια άλλη αλλά ποτέ την προηγούμενη
Εγώ έζησα σαν αργοναύτης τα ξέρω όλα για όλα
Έχω δει ωραίες κυρίες με τιράντες και ομπρέλες από σέλας
Καραφλούς άντρες που χτενίζονται στη μέση του δρόμου
Κορίτσια να κλείνουν το μάτι σε άλλα κορίτσια
Ο πιο περίεργος όμως ήταν ο Άντυ ένας υπάλληλος του δημοσίου
Μου ‘λεγε πολλά όλο κι όλο όμως θυμάμαι έναν στίχο από κείνον:
Αυτός ο κοκορεύσας
Μπροστά από την κουρτίνα του θεάτρου
-δεν έχει τίποτα-
Μία λαμπάδα στο χέρι
Κι ένα στόρι που ανοιγοκλείνει
Σαν μουσούδι
Μες την τσέπη του.
Όπως και να το κάνεις με προβλημάτισε.
2.
Η αυτοκτονία είναι μια πράξη αγάπης
Όπως ο έρωτας
Όπως καθετί αδιάφορο
Είναι στρογγυλή
Όπως τα νερά που εξατμίζονται
Σ’ έναν κρουνό από περγαμηνές
Κάποιος είπε πως το κεφάλι σου σβολιάζει
Όταν τρέχεις στην πλατεία
Και λες το έργο με κάποια αυστηρότητα
Με την κόψη της μύτης ενός άγριου ζώου
“Η γεύση έρχεται σαν κεκλεισμένη εξέδρα
σαν κάτεργο
μέσα στον οισοφάγο του λιονταριού που
το θέαμα περιδινεί’’
Όχι αγάπη μου η γεύση κάθεται εκεί που είναι.
Γιατί υπάρχει αυτή η συνοφρυωμένη κοινοτοπία
Στο δάχτυλο του υποβολέα.
Και όλα πέφτουν από το παράθυρο
Μια ασχημάτιστη μέρα
Με τσιμπιδάκια στα πόδια
Γιατί δεν το λες αγάπη μου
Είναι ζηλευτό• είναι
τόσο ζηλευτό όσο εσύ
Κανείς δεν έρχεται πριν την ώρα του
Οι εκπεσόντες έρχονται λίγο νωρίτερα
Αυτό μόνο
Αυτό.
3.
Τι περιμένεις
να παραφυλάξω στο σπίτι του νεκρού με την
Κοκάλινη κληματαριά
Το όνομά μου είναι ενιαίο
σαν το κροτάλισμα
Σύλλαβέ με
Γιατί ο παπαγάλος βγήκε από το κλουβί
Γιατί το σκουφάκι μου κοκκίνισε
Γιατί κανείς δεν τάισε άργιλο τον κούκο
Πρέπει να υπάρχει συνοχή
Στην ομιλία
Στο σκούντημα
Τα πόδια της νύφης φυραίνουν με τα δευτερόλεπτα
σαν εκκολαπτόμενα ροκανίδια
-ποιος θα αρνούταν να δει-
κανείς• έβγαλε το κεφάλι του
έξω από το
παράθυρο
Μετά από λίγο το χέρι του
το πόδι του
Τελικά έγινε ένα με το χιόνι
Και τα ονόματα έτρεχαν σαν τους ποντικούς να προλάβουν τη βροχή
Ήταν ο έρωτας που μυρίζει ψάρι και τραγούδι
Σύλλαβέ με από αγάπη
Αυτό μάλιστα.
4.
Όταν σου μιλώ
Οι κούκλες σου αυτοτραυματίζονται
σαν ζώα
μέσα στη σπηλιά τους
δεν μπορώ να σου μιλώ
με τη βροχή στο στόμα
και πουγκιά ρωμαίων που μυρίζουν κανέλλα στο μεσονύχτι
γιατί οι βόλοι τρέχουν έξω από το καλάθι σου
κοκκαλιάρηδες και συριστικοί
Στο περιθώριο του στόχου που κεντρίζεται
δεν είμαι πια εγώ
η θλίψη είμαι
ενός αρχαίου κανίβαλου.
Και τα χείλη σου έχουν φωλιές
Όπου κοιμούνται τραγουδιστές και ψήλοι
κι όταν ξημερώνει στο πλάι σου
δεν είμαι πια εγώ
ο θάνατος είμαι μόνο
μεταμορφωμένος σε κουρούνα.
5.
Ο πρωταγωνιστής δεν έχει ακόμη οριστεί
Αυτό δεν σημαίνει πως το έργο δεν θ’ ανέβει
-ως το λαρύγγι σου-
Μπορείς να κόψεις ένα λουλούδι περιπαθές
Από το κεφάλι μου
Σαν όρθιο κλείστρο
δες: υπάρχει ένα κοκόρι που μιλάει
πίσω στην αυλή ενώ τα πρόσωπα με τις ρίγες τρέχουν για να φτάσουν
να προλάβουν το τραμ πριν νυχτώσει
στη δουλειά
στη μέριμνα
Αυτή που φαίνεται έρχεται τρέχοντας πάνω στην κόψη
σα σχοινοβάτης μονωμένος με αλεύρι
Η ιστορία μας είναι απλή
Όλα επαναλαμβάνονται
Που και που βγαίνω έξω και κοιτάζω κάτω από τις τέντες
Ακόμη και μια κάλτσα θα μπορούσε να είναι το σχοινί της ισορροπίας
Κι έτσι ο πρωταγωνιστής διαγράφεται καλόκαρδος και εν δυνάμει
Αθώος όπως σε
Κάθε ιστορία που αναζητά μια λευκή γυναίκα να την αμφισβητεί.
6.
Όταν κάνεις την επίθεση με το κρεμμύδι στο μέτωπό σου
Μια πλεξούδα θα σου μείνει στο χέρι
Τα νωπά χείλη της γάτας θα σε φιλήσουν
Το ενδεές φουστάνι θα κατεβεί τις σκάλες κλώθοντας μια σπείρα αλατιού
Στην κοιλιά σου.
Μ’ ένα τρυγόνι στο στόμα
θα βρεις τη σωστή λέξη
Μ’ έναν τροχό στο αυτί
θα μ’ αγαπήσεις.
Πες: δεν έγινε για να μιλήσεις αυτοπροσώπως στη ρέμβη• μπορείς να συλλάβεις τον εαυτό σου επ’ αυτοφώρω• θράσεψε σαν παρελαύνων στρόβιλος.
Και οι μέρες που θα κλείνεις το στόμα θα ‘ρθουν• εξουθενωτικές
όσο το κολύμπι
Είσαι μαύρο σκυλί, θα πουν
Οι αλέες έχουν σταχτιές κουτσουλιές κι
Ένα πουλί από χαρτόνι υποβάλλει το στίχο, θα πουν.
Και οι μέρες που ο έρωτας θα φορά την
Καπνισμένη μάσκα του φασισμού
Θα ‘ρθουν
Μυρμηγκιασμένες όσο τα δάχτυλα της υποψίας
Η Υπαρκτή
Ενώ φωνάζει τον υπηρέτη ένα πρωινό μέθης
Οι εξαφανισμένοι θ’ ανοίξουν την αυλαία
Ξεχάστηκες, θα πουν
Και ο κουφός εργάτης άκαμπτος σαν αριθμημένη σελίδα
Θα σβήσει το φως:
να φοράς στο πόδι μια γιορτή να είναι νύχτα.
7.
Δεν σου λέω ψέματα. Σήμερα έφτασε μια επιστολή από αλεύρι και γκι. Ήταν λευκή για να βγάλει στην επιφάνεια τον μυελό μου που έσταζε από τη σταυρωμένη σαν χωνί φόδρα μιας κουρελούς που βημάτιζε.
Δεν σου λέω ψέματα. Από τα πόδια μου έρεε νερό και ήταν τόσο κρουστό όσο μπορεί να ‘ναι μόνον ένας αψηλάφητος κόρφος.
Δεν σου λέω ψέματα. Κάποιος γουργούρισε γουργούρισε χωρίς να κάνω τίποτε. Δεν κούνησα ούτε το δαχτυλάκι μου που λένε.
Να σου το πω ψιθυριστά όχι ενός χωριάτη ήταν καμία σημασία δεν είχε δηλαδή ξεθωριασμένη και βρώμικη όπως ήταν κοίτα να δεις
Μα που την έβαλα στο φουστάνι της πλύστρας μέσα
Στο συρφετό
Μέσα στα μαλλιά μου ή κάτω από τη μασχάλη μου
Όταν έτρεχα στο μόλο με λιπασμένα τα χέρια
Μήπως γλίστρησε και έπεσε κάτω
Την πάτησε αυτός που πουλάει δερματίνη
Μπορεί να πήγε μέχρι το Μεξικό χωρίς να είμαι καθόλου υπερβολική
θα το ξαναπώ είναι σίγουρα σε κάποια μπαγκάζια στο Μεξικό
Ούτε τι λέει δεν διαβάζω
ανακαλέσαμε λέει κάθε θανατικό προσμένοντας το επόμενο
στο φουστάνι της πλύστρας είναι μέσα
στο συρφετό.
8.
Ένα ξάφνιασμα αυτό θέλω μόνο για να έρθω στην ώρα μου
Μια απόλυτη τραγωδία σαν έμβρυο που διαπλάθεται πάνω στο αυχένα των
Πιθήκων
Κι ένα σφυρί
Μικρό και άκαμπτο ένα σφυρί χωρίς γωνίες μια απόλυτη επιφάνεια
Όπως έλεγα
Αυτό μόνο θέλω
Το κουκούτσι της διαύγειας
Να ανοίξει το στόμα σαν αρχαίο κτήνος
Φεγγάρι της σχιζοφρένειας απόλυτο άνοιγμα
Μα τί λέω εγώ μόνο τους ίδιους και τους ίδιους θέλω να καταπλήττω
σα να περνά ο βλάμης μπροστά από τα κορίτσια
όπως τ’ ακούς.
9.
Κάθε βράδυ που επιστρέφω στο σπίτι
Νιώθω σα φονιάς από το πολύ κοπανηστήρι
Να ‘σουν εσύ αγάπη μου στην αγκαλιά του ακαριαίου θανάτου
Πυκνός σα χνούδι ελαφιού όταν έρχεται αυτός τρισάθλιος και διαμπερής
Να ‘σουν εσύ αγάπη μου το αργό σώμα που κόβει και ράβει
Το ασύμμετρο τελείωμα του παραβάν
Να ‘σουν η λαίλαπα
Ο μαθητής που διαβάζει για τη λαίλαπα
Ο δάσκαλος που λέει στο μαθητή για τη λαίλαπα
Αχ και να ‘σουν ένα μικρούλι δράμα.
10.
Να τα καταμετρήσω; Όχι δεν μπορώ. Δεν μπορώ.
Μια προσπάθεια μόνο; Εντάξει εντάξει.
Τίποτα τίποτα
Δεν υπάρχει πια τίποτα που να με κρατάει ζωντανό
Το αυτοκίνητό μου είναι μαύρο
Και η αγάπη μου ελεεινή
Γι’ αυτό σας λέω μην έρχεστε κοντά μου
Στη φαρδιά πιλοτή των ερώτων μου
σα τη χλαίνη σε χοντρές γάμπες
Ο χρόνος
υπερβολικός.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.