Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψωμά Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψωμά Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

ΙΣΟΒΙΑ ΘΗΤΕΙΑ: Ποιητική Συλλογή της Μαρίας Ψωμά που εκδόθηκε το 2006 από τις εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ (απόσπασμα)

ΙΣΟΒΙΑ ΘΗΤΕΙΑ

Ισόβια θητεία
η έρημος που βρεθήκαμε.
Η ξηρασία στεγνώνει τις φωνές.
Το ίδιο τίποτα
μαραίνει τις κινήσεις.
Τις νύχτες σκάβουμε όπως-όπως
τρύπες στους βράχους για κατάλυμα
μα, έκθετοι ξανά τα πρωινά, 
διψασμένοι
νομίζουμε
πως η όαση της ανακούφισης σιμώνει, 
ενώ, ιδέα εκείνη, 
όλο μετατίθεται
για την επόμενη παραίσθηση μας...


**

Αφύπνιση 


Σαν παίρνει να ξυπνά
τ' αγρίμι μέσα μου,
νιώθω πως σίμωσε η ώρα
του βασικού ένστικτου ν' απαιτήσει!
Σε μια ανάσα ξεχύνεται αχαλίνωτο,
παραμερίζει το έλεος,
ποδοπατεί το λογισμό,
πρωτόγονη η φύση ορμά
τα καταπατημένα να διεκδικήσει.


**


Οι αναμνήσεις 


Όλο και πιο συχνά
μ' επισκέπτονται απρόσκλητες
σ' ακατάλληλες ώρες,
γλαφυρές, ζωηρές, φλύαρες,
απαιτούν να τις φιλοξενήσω,
χαμογελούν, δακρύζουν, αναδεύονται,
ανασύρουν μυρωδιές, πεθυμιές ξεχασμένες.
Καταλυτική στο παρόν η παρουσία τους
με κρατάει στο παρελθόν εγκλωβισμένη.
Διευθετώ...
Επιστρέφω...
Γερνάω...
Σιμώνει η ώρα να συνδεθώ ξανά
με τον ομφάλιο λώρο... 


++

Η διαρκής αναζήτηση 



Ψάχνω το κατάλληλο σώμα
να μπω, να μοιραστώ,
ν' απλώσω την ψυχή μου,
ν' αφεθώ.
Ελπίζω,
συνεπιβάτης στη θαλπωρή
ως το τέρμα να ταξιδέψω
με το χνότο ζεστό.
Ψάχνω το κατάλληλο σώμα
κι έστω για μια στάση, την τελευταία
αν το βρω, θα χωθώ!



>>

Θυμάσαι, φίλε;


Θυμάσαι, φίλε
τη δίψα της νιότης
που λίγωνε το νου
που σπίθιζε το πνεύμα;
Κείνη την ακόρεστη απαίτηση
που χόρταζε τα σωθικά
με τις οσμές του μέλλοντός μας;
Θυμάσαι;
Ανακαλείς στο ελάχιστο
τη φόρτιση των αναμονών,
τον ηλεκτρισμό των αναμενόμενων αλλαγών;
Τώρα,
στην ένδεια της ωρίμανσης
στη σιωπή της σοφίας
τώρα που ξέρεις,
αναπολείς την παραμυθία του ανέφικτου,
όπου μ' ένα φύσημα
ψηλά
στις κορφές του απάτητου μας ωθούσε;

Μαρία Ψωμά Πετρίδου (βιογραφικό)

Η Μαρία Ψωμά Πετρίδου ζει κι εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Το 2006 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Ισόβια Θητεία» από τις εκδόσεις Ερωδιός και το 2011 τη συλλογή «Δεύτερο Ζευγάρι Φτερά» που κυκλοφορεί ελεύθερα στο διαδίκτυο. Πήρε το β! βραβείο στον Γ! Διαγωνισμό Διηγήματος «Αντώνης Σαμαράκης» με το διήγημα «Και να βρεθεί, θα με κυνηγάει». Ποιήματα, διηγήματα και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και σε αντίστοιχες λογοτεχνικές ιστοσελίδες.

Ζην



Καταβάλλω, σε τακτά χρονικά διαστήματα
το αντίτιμο της παρουσίας μου.
Αν περιπέσω για λίγο
στο αμάρτημα της αδιαφορίας
και ξεχαστώ,
σπεύδει πάραυτα το ανάγκασον
να μου χτυπήσει τον ώμο
να κουνήσει το δάκτυλο,
απαιτώντας
τόσο το ευ, όσο και το κακώς
να εξοφληθούν.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΖΕΥΓΑΡΙ ΦΤΕΡΑ : Ποιητική Συλλογή της Μαρία Ψωμᾶ - Πετρίδου εκδοθείσα το 2011

ο βιότοπός μου / Ψωμά Μαρία



Οι φίλοι μου δένδρα,
διάφορα το ένα απ’ το άλλο, μοναδικά,
όλα μαζί βιότοπος,
στη χλωρίδα του μαθητεύω, μεστώνω,
εξασκούμαι απ’ τις ρίζες ως τον ίσκιο μου
στη προσφορά

Γενιά του '80 / Ψωμά Μαρία



Βρεθήκαμε ανάμεσα,
λίγο μετά την επανάσταση των ψυχών,
λίγο πριν τη κυριαρχία των υπολογιστών,
ακούσιοι γευσιγνώστες της δράσης.
Αμήχανοι, ακούγαμε ροκ
ακολουθούσαμε τη δίνη των αλλαγών,
μέσα στο στρόβιλο
αλλά ποτέ στο κινητήριο πνεύμα,
κάτω απ' τις σημαίες άλλων
βολευτήκαμε,
χαθήκαμε με ξένο όνομα
στο «περνάω καλά»
μιας δανεικής ευημερίας,
κανένα τίτλο δεν αναρτήσαμε στην ιστορία.
Απαίδευτοι στη μοιρασιά,
χέρια δεν απλώσαμε να ενώσουμε κόσμους,
επαναστάτες μαϊμού
καταδυθήκαμε εντός
σε αμφισβήτηση του ίδιου μας του προσώπου,
μεσήλικες πια
κατεβαίνουμε ακόμα,
πάτο δε πιάσαμε,
ακόμα ρωτάμε;

Ψωμά Μαρία (βιογραφικό)

Γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Α.Π.Θ. Ποιήματα, άρθρα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Από τις εκδόσεις Ερωδιός κυκλοφορεί η ποιητική της συλλογή: «Ισόβια θητεία» (2006)

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Απώλεια



Δεν είναι που έφυγες
είναι που σ' ακολούθησαν
όλα τα άλφα
από το "σ' αγαπάω"
και το ωμέγα
από την αθωότητα
μέχρι το ωραίο.
Απόμειναν στεγνά
το γάμα με το πι
μ' ένα μετέωρο σίγμα
να ζητιανεύουν έκφραση
σ' αφιλόξενες λέξεις.
Στην Παγωνιά.

Ο Ποιητής



Σκιά,
ελλοχεύω στις σιωπές,
συλλέγω πνιχτά επιφωνήματα,
σταγόνες που δεν τόλμησαν
να τρέξουνε στις κοίτες,
ρίγη της ουτοπίας.
Στις μύτες μαύρων μολυβιών
αιμορραγώ,
παλεύω να δαμάσω λέξεις,
να μετατρέψω την ενέργεια
από τ’ αγριεμένο σκοτάδι
σ’ επικοινωνία.
Τι κι αν δε δείτε ποτέ
το πρόσωπό μου;
αν δε μου σφίξετε το χέρι;
μαζί
θα έχουμε σκεφτεί επιτέλους
φωναχτά!

Δεύτερο ζευγάρι φτερά



Ξαφνικά, δεν φωνάζουμε
δε συνωστιζόμαστε
συρρικνωνόμαστε εντός.
Απογυμνωμένοι απ’ τα λάβαρα
κυρτοί, από φορτίο βαρύ
υποδυόμαστε αδιαφορία
βουβά ελπίζοντας
σ’ ένα δεύτερο ζευγάρι φτερά.
Αναμένουμε
πυκνώνοντας αθόρυβα το κενό.
Ποτέ η σιωπή
δε φώναζε τόση απελπισία.

Ανυπακοή



Πιο κοντά,
πιο ζεστά,
χέρι με χέρι
σφιχτά,
σκέψη στη σκέψη
φωτιά,
εμείς οι πολλοί
πια μαζί,
ν’ ανοίγουμε δρόμους
στο πως,
σκοτάδια να σβήνουμε
με φως,
ονόματα να γενούμε
από λαός,
να εκδικηθούμε
με ευτυχία.

τι γυρεύεις εδώ;

Χαράματα, βγήκε απότομα από βαθύ ύπνο, από γύρισμα κλειδιού στην εξώπορτα. Τινάχτηκε με τη μία! Έτρεξε στο διάδρομο ανάλαφρη, απορώντας με την ευκολία των κινήσεών της. Έστριψε στο χολ. Στάθηκε απέναντι από την πόρτα. Οι κλειδαριές ασφαλείας συνέχιζαν να τρίζουν… Περίμενε με χτυποκάρδι. Όχι από φόβο. Από χαρά. Κάποιος έμπαινε στο σπίτι της μετά από μέρες, ούτε ήξερε πόσες, ούτε μπορούσε να σκεφτεί ποιος. Ο θόρυβος ανθρώπινης παρουσίας της έφτανε.
       Η πόρτα υποχώρησε με το γνώριμο σούρσιμο. Έπρεπε να φωνάξει μάστορα να τη φτιάξει, νεκρούς ανάσταινε. Στο άνοιγμά της εμφανίστηκε η Μαριάννα!  Στην όψη της ξημέρωσε! Αυθόρμητα άπλωσε τα χέρια να την αγκαλιάσει… Εκείνη όμως δεν αντέδρασε. Μπούκαρε Μεγάλη Παρασκευή,  ρίχνοντας θυμωμένες ματιές στο σπίτι. Στην κίνηση επάνω, πέρασε από μέσα της, μεταδίδοντάς της το τρέμουλο της ψυχής της.
      «Κοριτσάκι μου, πόσες μέρες έχω να σε δω; Τι έγινες; Τι σου συμβαίνει;» ρώτησε με λαχτάρα… Η Μαριάννα πάλι δεν αντέδρασε. Προχώρησε ακάθεκτη. Πήρε να τριγυρίζει  στα δωμάτια. Την ακολούθησε κατά πόδας που άγγιζε τα έπιπλα, τα διακοσμητικά. Όταν έφτασε στις αραδιασμένες φωτογραφίες πάνω στο πιάνο, την έπιασε να δακρύζει. Χάιδευε τα οικεία πρόσωπα στις κορνίζες ξεσπώντας σε κλάματα. Κόλλησε στο πλάι της. Προσπάθησε να την ηρεμήσει με τη ζέστη της. Η Μαριάννα ρούφηξε τη μύτη της. Σκούπισε τα δάκρυα με την ανάστροφη του χεριού, τινάζοντάς το αγανακτισμένα, δίχως να δείχνει ότι αισθάνθηκε την παρουσία της.
        «Εδώ είμαι παιδί μου. Πες στη μαμά….» πήρε φόρα να την παρηγορήσει. Έκοψε όμως την πρόταση στη μέση, παρατηρώντας το σπίτι της για πρώτη φορά…. Οι καθρέφτες καλυμμένοι με σεντόνια. Οι καρέκλες και τα έπιπλα τραβηγμένα. Στο πάτωμα, σκόρπια ξεραμένα ροδοπέταλα. Στο σαλόνι καμένα κεριά… Ασυναίσθητα, τέντωσε τα χέρια μπροστά στα μάτια της. Δεν τα έβλεπε! Κοίταξε προς τα κάτω. Ούτε τα πόδια της έβλεπε! Είχε πεθάνει λοιπόν; Γι’ αυτό δεν κρατούσε το μπαστούνι που τη στήριζε χρόνια; Γι’ αυτό ένιωθε τόσο ελαφριά, με το μυαλό όμως θολό σα να έβγαινε από λήθαργο;
       Πριν προφτάσει να καταλάβει, τη τρόμαξαν οι ξαφνικές γρήγορες κινήσεις της Μαριάννας! Με ορμή, κατέβαζε τα σεντόνια από τους καθρέφτες. Πετούσε τα κεριά σε σακούλες. Άνοιγε τα συρτάρια το ένα πίσω από το άλλο. Ψαχούλευε άτσαλα ρίχνοντάς τα όλα έξω ανάκατα, ότι φύλαγε εκείνη μια ζωή. Πατούσε από  πάνω. Ξέστρωνε τα έπιπλα. Μάζευε τις φωτογραφίες. Σωστή λαίλαπα. Εκείνη ξέχασε τη κατάστασή της, έσπευσε να της πιάσει τα χέρια. «Τι κάνεις!» ήθελε να ουρλιάξει, «γιατί τα καταστρέφεις όλα!». Μάταιη όμως η προσπάθεια. «Κάνει ρεύμα εδώ μέσα; Μπας και ξεχάσαμε καμιά μπαλκονόπορτα ανοιχτή στη κηδεία;» την άκουσε να μουρμουρίζει ενώ συνέχιζε ακάθεκτη το σαρωτικό της έργο στη κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε τη ντουλάπα. Πήρε να ρίχνει χωρίς διάκριση τα ρούχα της στο κρεβάτι.
      «Μη! Όχι αυτό! Το φορούσα στον αρραβώνα μου! Κι αυτό στην αποφοίτησή σου! Δε τα λυπάσαι;» φώναζε εκείνη χωρίς φωνή.
      Όταν πια άδειασε τα πάντα, την είδε που ανακάλυψε σε μια γωνιά κάτω από κάτι τσάντες, το κουτί με το θησαυρό της. Τα κοσμήματα, η ερωτική της αλληλογραφία, ενθύμια προσωπικά. Η Μαριάννα το πήρε στα χέρια της απορημένη. Κάθισε πάνω στο σωρό με τα ρούχα για να το εξερευνήσει. Εκείνη από τη σύγχυση σχεδόν κόλλησε στο ταβάνι. Τώρα θα μάθαινε ότι κρατούσε μόνο για τον εαυτό της… «τι ματαιοδοξία να τα κρατώ τόσα χρόνια!!» μάλωσε τον εαυτό της. Φουρφούρισε πλάι στο κουτί. Η Μαριάννα έλυνε βιαστικά κόμπους, έσχιζε κιτρινισμένους φακέλους, διάβαζε, έτριβε με τ’ απρόσεχτα δάχτυλά της αποξηραμένα λουλούδια. Εκείνη παρακολουθούσε, ανήμπορη να παρέμβει. Γυμνή στο εξεταστικό της βλέμμα, έχανε σταδιακά τις δυνάμεις της…
      «ώστε έτσι μανούλα; Famme fatal υπήρξες και σε μας το έπαιζες αυστηρή…» την άκουσε να σχολιάζει χασκογελώντας τη στιγμή που χτυπούσε το κουδούνι. Η Μαριάννα πέταξε τα γράμματα στο πάτωμα. Παράχωσε βιαστικά τα κοσμήματα στη τσάντα της κι έτρεξε ν’ ανοίξει. Εκείνη πετάρισε νοσταλγικά πλάι στους φακέλους σα για να τους προστατέψει.
      Μέσα σε λίγα λεπτά το σπίτι γέμισε φωνές από 4-5 άξεστους νταγλαράδες που έσερναν χαρτόκουτα. Πατούσαν αυθάδικα με τα βρώμικα παπούτσια τους σε ότι υπήρχε στο διάβα τους, κάπνιζαν, έσβηναν τα τσιγάρα στο πάτωμα. Ανάμεσά τους η Μαριάννα συνέχιζε πιο φουριόζικα τη λεηλασία. Έδινε εντολές. Αυτά θα πάνε εκεί, τα άλλα εδώ, τα περισσότερα για πέταμα ή για δόσιμο.
      Εκείνη  ανάστατη, βάλθηκε να τους ακολουθεί σε κάθε διαλογή με κόπο. Να σπαράζει κάθε τόσο, «αυτό είναι το φλιτζάνι του καφέ μου, τριάντα χρόνια το έχω… Το μπιμπελό μου το έφερε δώρο ο μπαμπάς σου από το ταξίδι του στη Ρόδο… Το κόκκινο τασάκι είναι μουράνο, αγορασμένο στο ταξίδι του μέλιτος στην Ιταλία…». Αμέτρητες οι απώλειες, δε προλάβαινε. Κάποτε απόκαμε, τους παράτησε. Πήγε να χωθεί στο μπάνιο, στη μπανιέρα. Εκεί τουλάχιστον δεν είχε τίποτε να πάρουν.
       «έχεις πεθάνει Ερασμία, έχεις πεθάνει. Τι γυρεύεις εδώ στα υλικά και στ’ ανθρώπινα; Άσε πια το παιδί να κάνει ότι θέλει…» έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό της για να τον πείσει.
       «Ναι, πωλείται… Το ξέρω, είναι πολύ ωραίο διαμέρισμα αλλά δε χρειάζεται σε κανέναν πια…» πήρε το αυτί της να εξηγεί η Μαριάννα στους αχθοφόρους κι η ταραχή τη φούσκωσε πάλι. «Πωλείται, δε χρειάζεται πια..» Πετάριζε μες στο μπάνιο πουλί εγκλωβισμένο. Πόσο θα ήθελε να είχε χέρια να κλείσει τ’ αυτιά της! «Αφού πέθανα γιατί να βλέπω και ν’ ακούω ακόμα;» χτυπιότανε.
       Κάποτε, οι φωνές, τα σουρσίματα, τα χτυπήματα, έπαψαν. Νύχτωνε… Το κλειδί γύρισε ξερά πολλές φορές στην πόρτα… Εκείνη παραξενεμένη χαλάρωσε… Βεβαιώθηκε για την πλήρη ακινησία για ώρα και τόλμησε να ξεμυτίσει από το μπάνιο. Βγαίνοντας, την υποδέχτηκε κενός ξένος χώρος. Άδειοι τοίχοι, άδεια δωμάτια.. Μόνο σκουπίδια και σιωπή ν’ αντηχεί. Ούτε την ανάμνησή της δε βρήκε..
        Σαν ανάσα γλίστρησε από τις γρίλιες των παντζουριών κι έσβησε μες στη νύχτα.

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Λευκά σεντόνια

 
 Ο βίος του λευκά σεντόνια,
θαρρείς δε κουλουριάστηκαν κουρασμένα σώματα,
δεν αιμορράγησαν όνειρα,
ούτε κλάψανε ουτοπίες,
αλώβητη διατηρεί την αφέλεια ποιητή,
ενώ αποπνέει τραχύτητα πλάσματος
που 'σφιξε γερά το χέρι του θανάτου.
Άνθρωπος;
Μόνος

Σ' ένα βαρύ ζεϊμπέκικο



Σ' ένα βαρύ ζεϊμπέκικο καίω ό,τι με καίει.
Ρίχνω το βήμα, γεμίζω μουσική,
αφήνομαι οι στίχοι να με στοιχειώσουν,
είμαι εκεί μα δε βρίσκομαι,
μετέχω στο μύθο άλλου,
στη στροφή, απ' το εγώ κενή
μόνο κορμί
δοξάρι γίνομαι,
μεθίσταμαι,
απλώνω
σε κόσμους δίχως λόγια,
όπου παλμοί, αισθήματα, ρυθμοί
εκφράζονται έξω απ' τα δόντια.
Σ' ένα βαρύ ζεϊμπέκικο
τελειώνω
ξαναρχίζω.
 

Συλλογή Ισόβια θητεία (2006)

η απώλεια

Δεν είναι που έφυγες
είναι που σ' ακολούθησαν όλα τα άλφα
από το "σ' αγαπάω"

και το ωμέγα
από την αθωότητα μέχρι το ωραίο,
κι απόμειναν στεγνά
το γάμα με το πι
μ' ένα μετέωρο σίγμα
να ζητιανεύουν έκφραση
σ' αφιλόξενες λέξεις.

Στην Παγωνιά.

Γενιά του 80 / Ψωμά Μαρία

Βρεθήκαμε ανάμεσα,
λίγο μετά την επανάσταση των ψυχών,
λίγο πριν τη κυριαρχία των υπολογιστών,
ακούσιοι γευσιγνώστες της δράσης.
Αμήχανοι, ακούγαμε ροκ
ακολουθούσαμε τη δίνη των αλλαγών,
μέσα στο στρόβιλο ,
αλλά ποτέ στο κινητήριο πνεύμα.
Κάτω από σημαίες άλλων
βολευτήκαμε,
χαθήκαμε με ξένο όνομα
στο «περνάω καλά»
μιας δανεικής ευημερίας,
κανένα τίτλο δεν αναρτήσαμε στην ιστορία.
Απαίδευτοι στη μοιρασιά,
χέρια δεν απλώσαμε να ενώσουμε κόσμους,
επαναστάτες μαϊμού
καταδυθήκαμε εντός
σε αμφισβήτηση του ίδιου μας του προσώπου,
μεσήλικες πια
κατεβαίνουμε ακόμα,
πάτο δε πιάσαμε
ακόμα ρωτάμε;

Ψευδαίσθηση

Τρόπαια μας σέρνει ο Έρωτας
στα καραβάνια της ερήμου,
κάθε που πέφτουμε στο μηδέν
μια όαση μας ανασταίνει
κι αφηνόμαστε απ’ την αρχή
στο γνωστό-άγνωστο ταξίδι,
έως ότου η ψευδαίσθηση μας αφανίσει

Θα


Όταν… θα, όταν… θα, όριζα ημερομηνίες,
που θα διαλύω σύννεφα, θα πιάνω αστραπές,
τότε θα… μια άλλη ζωή…,
κάτι Ερινύες με προγκίζανε: δεύτερη ζωή δεν έχει!
Τις φίμωνα…, τώρα έχω γίνει βροχή

Ποιητής ΙΙ


Κανένα στίχο μη βγάλεις στον πάγκο αν δεν τον γράψεις με το αίμα σου,
να κοκκινίζει ο τόπος, ζέστη ρέουσα ν’ αρπάζει τα κορμιά,
να σταματάνε στο στασίδι σου, να καίγονται,
μαζί φλόγες ν’ απλώνετε στους ορίζοντες.
Τι κι αν δε δούνε ποτέ το πρόσωπό σου, αν δεν ακούσουν τη χροιά της φωνής σου;
Μαζί, σκεφτήκατε επιτέλους δυνατά

Για τους ποιητές


Αθόρυβα πλάσματα οι ποιητές,
δε γεμίζουν το χώρο,
δεν ενοχλούν για το θεαθήναι.
Κινούνται σκιές ανάμεσα στα σώματα,
αφουγκράζονται τις σιωπές,
στιγμές ακουμπάνε στ' ανείπωτο,
ριγούνε στις δονήσεις.
Πλάσματα της ψυχής οι ποιητές,
μάχονται σ' άνισο αγώνα με το ά-λογο
με λέξεις να το ενσαρκώσουν.
Κι είναι οι μικρές σποραδικές νίκες τους
διέξοδοι διαφυγής απ' το εγκλωβισμένο σκοτάδι.


Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.