Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλοκύρης Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλοκύρης Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Το πέρασμα



Η λιγνή καμπύλη του μετώπου
καθώς ο μήνας μπαίνει ένοπλος
τεντώνοντας το στόρι
στη βρεμένη αχτίδα
του ήλιου,
που λέει,
και βλέποντας
ο μήνας ένοπλος - στρατιώτης το σχήμα
που τινάζεται ο νους μες στο φύλλο
και ότι σπαράζει∙
κι ο μήνας ήταν ένοπλος στρατιώτης
και περνούσες το φεγγάρι
κατεβαίνοντας

Ωδή στον εικοστό αιώνα



Α'

Είμαστε, βέβαια, οι αρχαιότητες του μέλλοντος. Και από ένα μέλλον που διαγράφεται απρόσμενα ερημικό σε μαγνητικές καταιγίδες διάσπαρτο που θα σβήνουν λέξη προς λέξη, εν ριπή, τα συντάγματα του Νόμου,
Μια γυναίκα κοιτάζω απόμακρη να γελά στις οθόνες
σ' ένα γέλιο ανατέλλοντας ένρινο, σχεδόν παράφορα στιλπνό με τάματα κατάφορτη ψηφιακά στις ερχόμενες να με ξεναγεί μουσικές αρχαιότητες.
Μια γυναίκα βαμμένη με αόρατα χρώματα:
Φωνή λευκή, σαν υγρασία και τροχαία προσπεράσματα σε αρτηρίες ενός αίματος τεχνητά φλογισμένου διάχυτη στα αφρισμένα οξύποτα, εριστική με νυχιές και σπινθήρες σαρώνοντας τις ακραίες κινήσεις σε κρυστάλλους υφάλμυρους του ιδρώτα αρδεύοντας τα υπέρυθρα χείλη το αχόρταγο βλέμμα του αθέατου εραστή στο τοξικό της -έφηβο- βυθίζοντας χελιδόνι,
Μια γυναίκα ντυμένη αστραπιαία αρώματα:
Ψευδεπίγραφο κόσμημα, χωρίς γένος και γλώσσα, φωτοβόρο παράδοξο, υπερήχων νεφέλη στην κυψέλη του μέλλοντος χρυσαλλίδα ηλέκτρα να ροκανίζει ρυθμικά το κεράσι της νύχτας και τα πάμφωτα έγκατα των δικτύων αλιεύει του σπασμού το μετάξι -σαν δροσερό βεγγαλικό ανάβοντας τον Ευαγγελισμό του άλλου αιώνα.
Μια γυναίκα αφημένη σε αόριστα σώματα.

Το βιβλίο της Μελανθίας (απόσπασμα)

[Από την ενότητα Μελανθίας επιτύμβιο]

8


Το σκοτάδι Αιγόκερως
ηπειρώτης ποιμένας∙

αν λέγεσαι Μαρία γύρνα αριστερά:
μια στριγκλιά πορτοκάλι
θα σου ραγίσει απότομα τον τοίχο.

Μήπως τεντώνει μέσα σου το αίμα σαν συρμάτινο;

Η γαστέρα σου θα 'ναι που μαγειρεύει το αύριο
με αλάτι και κλάματα απεγνωσμένα.

Μαύρο φύλλο ελλέβορο
στην κουζίνα κοντά απαραίτητο
και σαν πάχνη χειμέρια
του αχάριστου λέξεις
θα τελειώσουν για χάρη σου καταγής.

Στο λαιμό, αν ευκολύνεσαι,
θα κρεμάσεις ζιρκόνιο, σ' εξορκίζω,
γιατί ο φόβος σπέρνει κόλλυβα
κι η πίκρα σκουριασμένα δαχτυλίδια.

Αν βροντή ξημερώματα ακούσεις
αντιδικίες ξαναέρχονται στα μέρη μας
και άρον άρον εγκαταλείπουν τη χώρα
οι γραμματείς.

Όσα βήματα κάνεις αυτή τη στιγμή
τόσες οι αμαρτίες των προγόνων σου
που σβήνονται.

Μείνε τώρα ακίνητη
και μην ξαπλώσεις χτενισμένη επ' ουδενί∙

τα στριφτά φιλιά του Δεκεμβρίου
να φοβάσαι όπως θα 'ρχονται
από τα δόντια του αγγέλου το εικόνισμα
που γυμνή σε σταυρώνει το βλέμμα του
και στο σπασμό σε παρασέρνει με χαρές.

Στα πολλά τα φώτα το μάτι τυφλώνεται
και τα λόγια αφόρητα στο βάθος τους θολώνουν.

Όλα γίνονται από ένα κι από τα πάντα τίποτα.

- Και ποιος ο Κόσμος;

Ο κόσμος είναι δεντράκι κατασκότεινο
ζωγραφισμένο σ' ένα μαύρο δάσος
που στα κλαδιά του μανταρίνι
δε φυτρώνει ή κάστανο
παρά νύχτες μονάχα σταχτοπράσινες
και πολύφυλλες σιωπές.

Από τη συλλογή Το βιβλίο της Μελανθίας (2006)

Το αρχικό θεώρημα



Ανάλαφρη, ακίνητη ανάμεσ' απ' τις φυλλωσιές
πίσω από τα κλωνάρια και τα τριαντάφυλλα
στέκεται στο μπαλκόνι να κοιτάξει χαμηλά
την πολιτεία που ανάβει την πλεξίδα της στα φώτα,
κάθεται λίγο, να μου πει καπνίζοντας για τα παλιά
τις αγρυπνίες στις ακτές της Σιθωνίας

- ένα τετράδιο ανοιγμένο στα νερά
εκείνων των καιρών -

κι ένας αέρας αναδεύει στα μαλλιά
φερμένος πέρα από τα τοπία του Χορτιάτη
μες στο χλιαρό οινόπνευμα που αποστάζει ρυθμικά
στις έλικες και στις καμπύλες του μυαλού
όπου ανθίζει σιγανά το φλογισμένο χορταράκι
της σελήνης.

Έβλεπα κάτι στίγματα παράξενα στα χέρια της
κάτι χαρτιά κακογραμμένα, με πορείες, αριθμούς,
σχεδιαγράμματα στον τόπο του κενού
αντιδικώντας με τις συζυγίες των σωμάτων.

Κι ήθελα να κρατήσω ανερμήνευτα
τα σχήματα που χάραζε ανασαίνοντας
πάνω στο μαξιλάρι με το νύχι:
κάτι κατάρτια που ανεβαίνουν κατακόρυφα
στους κεντημένους κήπους των νοημάτων
και σημειώνω τα ψηφία με το μήνυμα
σε κώδικα συλλαβικό
για φίλους νοητούς, που ανταμώνουν κάθε τόσο μυστικά
στους φωταγωγημένους διαδρόμους των ονείρων.

Μια σιωπηλή αναμέτρηση στα σκοινιά της ψυχής.

Κι ίσως να είναι αυτό εδώ
το αρχικό θεώρημα
κι η μυστική του απόδειξη ταυτόχρονα
στην παρουσία των άλλων,

κάτι που ξεκινάει απαλά
να διαγράφει τις περιπολίες των ανθρώπων
πάνω στο μαύρο δαχτυλίδι του Θεού
κι είναι γραμμένο για μια ζωντανή γυναίκα τελικά
που ερμηνεύει από την κόψη τον αιώνα μου
ανοίγοντας τα σκέλη
του διαβήτη και ορίζοντας
τις μοίρες που συντάσσουν τη ζωή
στα μυθικά σημεία που χωρίζεται
από τη μήτρα των αγγέλων ο αριθμός
και καθορίζει μες στη ρίζα του
τη στάχτη.

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984)

Λευκά είδη



Αφήνεις το σκοτάδι χλιαρό να διαδραματίζεται αυτόνομο στα χείλη σου.
*
Η αλληγορία ενός σεληνιακού τοπίου μέσα της.
*
Στα δόντια γυαλικά του ευκάλυπτου. Παγωμένες μυρσίνες.
*
Φρούτα μαύρα, έως τότε μαρμάρινα.
*
Σιγά σιγά εμφανίζεσαι σαν στιγμιαία φωτογραφία: κομμάτια φως στα δέντρα.

Τα σκοτεινά σημεία των ματιών


Πάλι η γλώσσα τριγυρνάει μες στο αίμα της∙
να ελευθερώσει τα νερά
από του νεραντζιού τη μυροφόρα δωρεά
να ψάξει τις συναγωγές, τις ευκαιρίες.

Επειδή σήμερα
που η αμοιβή του λόγου είναι ο νόμος
και η αιτία του ανθρώπου που σωπαίνει
είναι η σιωπή,
γαντζώνεται η ζωή σου απελπισμένη στο σημάδι αυτό
γιατί άλλο τίποτα στον κόσμο δε θυμάται
έξω από τούτο το συλλαβικό περβόλι
όπου σκαλίζεις με το νου ψιθυριστά
και στα κλωνάρια της μηλιάς ανθίζουνε τα λόγια
που απλώνουν τις ακίδες τους απότομα στο φως
ως την κατάμαυρη, υπνωτισμένη πεταλούδα
των ματιών σου.


Ο κόσμος βέβαια είναι πια τώρα αλλιώς,
κι η γλώσσα σου ξεντύνεται
από του καθενός τα δόντια περασμένη∙
μα ακόμα κι αν του σχεδιάζει, όπως λένε,
ο λόγος
μέσα του τα υφαντά του απείρου
έτσι γοργά
που ούτε καν προφταίνει να διαλέξει τη στιγμή
ανάμεσα στο νήμα και τους κόμπους που το δένουν
εντέλει τι νομίζεις είναι ο ποιητής;
κανείς που ξενυχτάει αγναντεύοντας οράματα
ή ένας έμπορος
που γέρνει προς τα πίσω την καρέκλα του
και χάφτει μύγες περιμένοντας
να του 'ρθει χρυσοφόρα η μοίρα
με τα ρούχα του πελάτη;


Τόποι της παρουσίας σου ερημικοί
αφημένοι στους Κέλτες και τους Κατελάνους
που διαβαίνουν αρδεύοντας με μελάνι το χώμα

- μια σιωπηλή καβαλαρία που ξημέρωσε
παιδεύοντας το παράξενο κορμί της Καλυψώς,
στα κατώγια της Κίρκης -

και σχηματίζει τους αιωρισμούς της μαντικής
τις όχθες και τις ξαφνικές στροφές του Αξιού
με τα στολίδια και τα επιρρήματα
τα σύνεργα του ταπεινού και του ανάξιου,
που διαρκώς τα ανεξιχνίαστα επινοεί
στις αχειροποίητες εικόνες, του ύπνου.

Είτε παίδες (απόσπασμα)



Ώστε ανεβήκαμε, θέλεις να πεις, στην πεντηκόντορο! Στο καράβι του Φιλοκτήτη με το έκπληκτο μάτι στο έμβολο σαν τα εξαγριωμένα βλέφαρα που ζωγραφίζουν στα αεριωθούμενα για να φοβούνται τις τουρμπίνες τα πουλιά όταν ξεχύνονται προς τα ύψη του θέρους έντρομα στα φυλλώματα των πρωινών ευκαλύπτων διαβάζοντας την αλφάβητο του φωτός
Αττικοί μελανίες κελάδοντες
στα πανιά βοιωτίες ομίχλης
ορύγματα σαρωνικά, πτωχολέοντες
θερμαϊκοί, στο λασίθι του καιρού
ανεμώνες της Κίχλης.

Ώστε ανεβήκαμε, οριστικά στην πεντηκόντορο! Στο κωπήλατο εύδρομο του φυλλόδεντρου Ορφέα που πέταξε το σκουφί της εφηβείας ανατολικά ν' ανθίσει η άμμος κατά ριπάς με αμπέλια ψευδάργυρα και κάθισαν να τα τρυγήσουν αγραυλούντες οι διώκτες του στοχαστικά στη ζωφόρο του απείρου ριζωμένοι.
Κυνός Κεφαλαί, Αιγός Ποταμοί
Αρκτούρος, Πελασγία, Αρετούσα
εδάφη χαμένα, υγροί αριθμοί
μια κρυφή ρυμοτομία που αγνοούσα.

Αυτή είναι, λοιπόν, η πεντηκόντορος; Το καράβι των έξι χρωμάτων που εξαντλήσαμε στου καθρέφτη τις αχανείς Μελανησίες
(πότε τα κίτρινα να κυανώ, πότε να ερυθρώ και να τυρβάζω, πότε στα πράσινα να σε πορτοκαλεί το ιώδες)
ποντισμένοι στη νάφθα του νερού στα περίστροφα ηλιοτρόπια μηδαμινών γραμμάτων;
Πικραλίδα απ' τον Πάνορμο
παραμεθόριο μακεδονήσι
αλλά αιθέριο σκότος χαμηλά
γλεύκος του μαραθώνα ποικιλόθερμο
της ήβης μυρωμένο κυπαρίσσι.

................
Από το ποίημα Είτε παίδες (1997)

Η ερμηνεία των μάγων


I

Δουλεύει κάθε νύχτα ευλαβικά
τα ηδονικά σκηνώματα
απάνω στο αμόνι των σωμάτων,
με αγυρτείες και γητέματα
τινάζοντας εδώ κι εκεί τη μαύρη χαίτη
και με το βλέμμα να σου συννεφιάζει το μυαλό
όπως διπλώνει ωραία το ρούχο
πάνω στο καπνισμένο ασήμι
και χωρίζει λιγάκι τα γόνατα
για ν' ακουμπήσει το μηνίσκο δεξιά.
Την κοιτάς που κουρνιάζει περήφανα
στο Κριάρι ανάμεσα και στο κέρας του Ταύρου
ποντάροντας στα κρυπτικά αρώματα
που αναδεύει στην πυρακτωμένη σάρκα

καθώς ένας σκοπός
που ξέμεινε αργά έξω απ' το τείχος
στρώμα μιας αιγύπτιας
γύρισε μεθυσμένος τα χαράματα
κι άνοιξε τις ανατολικές πύλες
να περάσει ο θεός.

 II

Μύθοι των μάγων και των μυστικών.
Κατασκευές των αριθμών και της αστρολογίας
για να σκορπά το αίμα του αλέκτορα
στα βυσσινιά θεμέλια της αυτοκρατορίας:
χρυσάφι,
να πλημμυρίζει αργά αργά το σώμα
και ν' ανταλλάσσει τα επιτόκια της ζωής
με τη δικαιοσύνη που το ξεπληρώνει
λιβάνι,
για να φωλιάζει σαν τη γλώσσα στη φωτιά
και να μεταμορφώνει το κενό
σε ζωογόνο αιτία
και σμύρνα,
μέσα στα έγκατα της ηδονής
ένα πικρό βοτάνι
για να δαγκώνεται το στήθος του θανάτου πιο βαθιά
με τον σπασμό της ξαφνικής ελευθερίας.

 
III

Κι άστην να ζει σ' ένα σοκάκι και να ονειρεύεται
ένα πλεχτό που το Σαββατοκύριακο θα τελειώσει
ένα λουσάτο νυφικό, πολύχρωμα λαμπιόνια,
τη βέρα, αιωνίως να της εξαργυρώνει το δάχτυλο
το καντηλάκι να διανυκτερεύει στα εικονίσματα
για τον νυμφίο του αντίπερα κόσμου
ένα ακριβό μυρωδικό
για να εξουδετερώνει τον ιδρώτα της
στις γόνιμες ολονυκτίες του Απριλίου
και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά
που θα ποτίζει στο ζυμάρι,
το κονιάκ και τα μπαχαρικά

τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων.

Το ασήμαντο νόμισμα



Σε θυμάμαι να μπαίνεις με οργή
παραμερίζοντας με το χέρι
τις οθόνες της χαλκογραφίας
και να κόβεις τα περάσματα αγέρωχα
τινάζοντας με τη λεπίδα μια παράξενη αστραπή
που χαμήλωνε τρίζοντας τα δίκαια
στα πλευρά των ανθρώπων.
Ύστερα πάλι να ανάβεις απότομα
και μες στις λάμψεις να σου ξεμακραίνει ο κόσμος
κοιτώντας τις σημαίες να ζυγιάζονται στο φως
κι αδειάζοντας αργά αργά μες απ' το βλέμμα σου
το βουητό και τις ανάσες των ταγμάτων.

Και σε θυμάμαι να ξεμένεις παγωμένος
κι ολομόναχος
πεσμένος στο άσπρο φύλλο
γεμίζοντας το στήθος σου
μ' ό,τι απόμενε κάθε φορά
από το λιγοστό κενό σου στον αέρα
κι από μέσα σου λέγοντας:
να μην είναι ούτε και τούτη η φορά η τελευταία

ώσπου ήταν. Και άφησες ξαγρυπνώντας τον Λέοντα
να χαράξει το γένος σου στα θηρία της μοίρας
τα χαμένα κοιτάσματα (το λαχνό της γενιάς μου)
να τυπώσει στην όψη σου το ασήμαντο νόμισμα
που γυρίζω στα δάχτυλα ένα ένα μετρώντας
τα λεπτά που μονάχα σ' απόμειναν
στο ρολόι να χάσεις του κέρδους,
εδώ πέρα που κάθομαι στα σκαλιά και μαζεύω
μες στο τάσι τα κέρματα
των νοημάτων που μ' ελεούσαν τόσα χρόνια οι άλλοι,
ίσως ο τελευταίος που σε προκαλώ
στη γλώσσα αυτή που τελειώνει
κι ελπίζω κάπου να συναντηθούμε
στα πεζοδρόμια της ιστορίας τελικά,
να καθίσεις στο πλάι μου και ν' απλώσεις το χέρι
να μαζεύουμε αμίλητοι τα τριζόνια του λόγου
-συλλαβές και οράματα-
μυστικέ Μαρκομπότζαρη,
στρατηγέ των Ελλήνων.

Τα φανταστικά φουγάρα



Παραμορφώσεις σ' ένα ζώο στις εξορίες του νερού.

Μπαίνοντας το νερό στα κατώφλια και στις βιτρίνες της αγοράς, καθώς αστράφτουν τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, το άλλο, που έρχεται ένα σκυλί και προσπερνά, ανάμεσα στη ναυμαχία, ύστερα που ουρλιάζει ξαφνικά μια άλλη πλατεία, όπως χτυπιέται με τα μέγαρα το φως μέσα στο δρόμο.

Και πώς ξεφεύγεις τώρα τούτες τις φωτιές, που δε θα χαμηλώσουνε ποτέ, η τεχνική των μαχαιριών με το τραπέζι άβαφτο κι απάνω το χοντρό προσευχητάρι --χειμώνας στο άλλο τοπίο, που δε θα γίνει να το δει, πως από τούτο το κελί δεν έχει μείνει πέρασμα,

δάσος γεμάτο γλάρους ξαφνικά, χωρίς αιτία.

Κλωνάρι τα φουγάρα, με αρώματα του πεύκου και του ανυπόμονου θανάτου τα αρώματα, χωράφια, σπίτια, σταύλοι και καπηλειά όπως τις γυάλες με το χιόνι
με παγωμένα τα κεντήματα πάνω στο κίτρινο κλαδάκι του μυαλού, ένα παράξενο φυτό, που γύρισε το λαμπερό σημείο δεξιά, σαν τη χωρίστρα κοριτσιού που γέρνει από ώρες στους γιατρούς και που αρχίζει να νυχτώνει--

Ένα παράξενο φυτό που τριγυρνάει όλη τη μέρα έξω απ' το σπίτι∙ κάτι που φαίνεται φωνή που τελειώνει σιγανά μες στον καπνό και που σε φτάνει, για μια στιγμή σιωπή απέραντη, για μια στιγμή, κι απάνω οι φιάμολες! φανάρια, κόρνες, διαταγές, φρούτα της αγοράς, καρότσια και σακούλες και Σειρήνες καρφιτσωμένες στις σκιές, σαν ξεραμένα έντομα στη σάλα καλογέρων που ξεγυμνώσαν τα ποδάρια και πλευρίζουν μανιασμένοι στο παράθυρο: οι εικόνες.

Ο νυχτοφύλακας που γράφει για να μην αποκοιμηθεί, πώς αποβιβαστήκανε χαράματα στην Πάτμο, βουίζοντας το ράδιο κουβέντες και απόμακρες χειρονομίες --μοιάζει να τελειώσανε πολλά καθώς γυρίζω, μέσα σε ώρες που 'χουν πια τελειώσει, και με προσπερνούν, μαζί με τις φορές που δεν αρχίνησαν ακόμη, ήχος του νυχτοφύλακα από φωνές μιανής που πέθαινε στο άλλο σπίτι, ένα κουτάκι με φωτογραφίες, θυμητάρια από βαφτίσια, γάμους συγγενών, αρραβώνες που μια φορά ήθελα,

τώρα,
κάπου εδώ ήτανε κάτι που δεν είναι πια, ένας συλλογισμός κενός που γέμισε σιγά σιγά με πολυθρόνες και με βάζα και ταπετσαρίες, το σπίτι όλο ένα πέρασμα στην άκρη του ματιού απ' τα χαμηλωμένα φώτα και τα κάδρα, ο ύπνος λίγος που απομένει, μια καντήλα με παχιά βελούδα του λαδιού στ' απανωχείλι, κομμένη σαν και σήμερα, καποιανού άγιου, μεριές μεριές να τρέχει να ξεχύνεται στ' άσπρα σεντόνια, στα χαλιά, μέσα στα σπίτια και στις αγορές και τις βιτρίνες με τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, κι εκατομμύρια φανταστικά πηχτά πουλιά μ' ένα τεράστιο κουρέλι μαύρο στις δαγκάνες --οι αγίοι, και τα ξωτικά, σειρήνες άγιες και Παναγιές πλατύτερες και στους πυκνούς καπνούς και τις στριγκλιές, οι κουστωδίες.
____________________________________________________________________________________

Μ' αποφεύγουν τα πρόσωπα που περιμένω στο μύθο--

ένα δεντράκι ασβεστωμένο ως τα μισά, παίρνει τις φλόγες και σηκώνεται ψηλά, οι φωτογράφοι τα μαζεύουνε και φεύγουν, σαν τα ποντίκια, που θα πει, πως καβαλήσαν οι σπαθάριοι κι οι λογοθέτες το καράβι και πως σηκώσανε τα χέρια πάνω στα φτερά, στα ψέματα και στις αλήθειες για τους άλλους, για τη βουή που ξαναπάει και φέρνει βόλτες, πάλι μέσα στην ίδια φυλακή, στο σπίτι που έρχεται, για ν' αποκοιμηθώ και να μείνω.

Και κάνει να γεμίσει αυτό το ζώο, τις σημαίες, τις αυλές και τα σταματημένα τροχοφόρα στους ιπποδρόμους και τα στάδια και τους στρατώνες, και βγάζει έξω την αγρύπνια στο λουρί πρωί πρωί, που σου ξεσήκωνε όλη τη νύχτα τις φωνές μες στους καπνούς, την παγωνιά και την αιτία, σα δυο φανταστικά φουγάρα ανεμίζοντας στο φως, θεόρατα ανοιγμένα μες στο βράδυ, καθώς κατηφορίζουν μες στα σύννεφα οι φρουρές, κι αστραποβολημένο πέφτει μες από τη νύχτα, μια για πάντα, το φεγγάρι.

Από τη συλλογή Τα φανταστικά φουγάρα (1977)

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.