Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαρέλης Φώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαρέλης Φώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Βαρέλης Φώτης (βιογραφικά στοιχεία)

ΓεννήθηκΕ στη Ρόδο το 1911 και απεβίωσε το 2012. Φιλόλογος στο επάγγελμα, υπηρέτησε σε διάφορες βαθμίδες την εκπαιδευτική κοινότητα για περισσόετρα από 50 χρόνια. Ασχολήθηκε με την Ποίηση, την πεζογραφία, τη μουσική,( Έπαιζε βιολί και μαντολίνο και συνέθεσε τραγούδια και εμβατήρια,)τη ζωγραφική. 


Ποιητικές Συλλογές


  • όταν οι άνθρωποι μονολογούν 
  • Γεροντικές περιπλανήσεις (1987) 
  • Τάφος και Τρόπαιο (1983)
  • Εκ βαθέων 
  • Homo Sapiens (1991)
  • Τραγούδι του σκλάβου (2004)
  • Ευχαριστώ τους ανθρώπους 

Ιχνηλασία στη Ζωή και το έργο του Εκπαιδευτικού και Λογοτέχνη Φώτη Βαρέλη

του ΣΤΑΘΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ 


http://www.taekpaideutika.gr/bibliothiki/1995_39-40_Paraskeuopoulos.pdf

Ύμνος της Δωδεκανήσου

Του Φώτη Βαρέλη 


Είμαστε δώδεκα νησιών βλαστάρια
μεγαλωμένα στον πόνο της σκλαβιάς
που της Ελλάδας μας γινήκαμε καμάρια
της υπομονής και της παλληκαριάς.
Βλέπαμε τους παππούδες μας να κλαίνε
και τους γονιούς μας να θρηνούνε μυστικά
και τους δασκάλους μας ακούγαμε να λένε
πως είμαστε από περήφανη γενιά.
Χρόνια - χρόνια στην σκλαβιά και την καταφρόνια.
Χρόνια - χρόνια στην σκλαβιά και την καταφρόνια.
Μα σήμερα γιορτάζουμε τη μέρα αυτή που φτάσαμε
τη μέρα της Ελευτεριάς.
Γιατί όσο δακρύζαμε τη γη μας την ποτίζαμε
με πόθους κι όνειρα της λευτεριάς ώ της λευτεριάς
που βλάστησε τρανή!

Ευχαριστώ τους ανθρώπους του Φώτη Βαρέλη


Νεαρό βραδινό ζευγάρι, 
αποψινή στερνή με τον στερνό τον ήλιο συνάντησή μου.
Ακούω τα βήματά σας, τα γλυκά σας λόγια του έρωτα,
την ώρα τούτη που οι σκιές σας ζωντανές κι ορθές
- πιο ορθές και πιο ζωντανές από σας τους ίδιους -
έρχονται τοίχο – τοίχο προς εμένα
και διαβαίνουν απ' το πρόσωπό μου.

Μπήκαν ως τις γούβες των ματιών μου
κι όπως κάμνουν όλες οι σκιές, θλαστήκαν.
Κρούσανε την θύρα και περάσαν βαθιά μου.
Αποκεί μέσα φώναξε η καρδιά <<καληνύχτα>>
μ' εκείνο τον ήχο που δεν ακούνε τ' αυτιά κανενός,
μόνο που τον δέχονται κατευθείαν σαν αίσθηση
όλα τα πράγματα.

Δεν ξέρω αν προσέξατε τα διπλωμένα γόνατά μου.
Δεν ξέρω αν είπε από μοναχή της κι η καρδιά σας
<<ο δόλιος ο γέροντας κουράστηκε>>
ωστόσο εγώ έμεινα μόνος.
Κι όταν εφύγαν οι σκιές,
σαν τους χαμένους οδοιπόρους και τους αιχμαλώτους,
άπλωσα κάτω στο χώμα, - παρόμοια με το παιδί που παίζει -
τη ζωή μου και την μετρούσα.

Πόσο πάνε, λογάριαζα, με ρυθμό αλιώτικο
τα πρώτα βήματα και τα στερνά μας!
Όπως ένας δρόμος του ήλιου.
Ανεβαίνει. Περνάει τον θόλο τουρανού, κατεβαίνει.
Τρεχάτα παν στον μικρό παιδί το κορμί κι ο λόγος.
Γοργά στιβάζονται τα ονόματα των πραγμάτων στη γλώσσα του.
Γοργότερα στεριώνουν στα τρυφερά του πόδια τα βήματα.
Το παιδί στα δυο του χρόνια, στα τέσσερα και τα οχτώ του,
έχει την δύναμη διπλή απ' αυτήν του ενός, των δυο, των τεσσάρων.
Από κοντά παίζουν γύρω του και λάμπουν
η ευτυχία χέρι – χέρι με το χτυποκάρδι.

Τρεχάτα και στον γέρο αλλάζουν όλα.
Γοργά σκληραίνει το κορμί κι η γνώση. Ενώ η πίστη
παλεύει τώρα και θαλασσοδέρνεται
νάβρει ένα στήριγμα κάπου και να πιαστεί
μέσα στο πέρασμα της ιστορίας της ζωής του ανθρώπου.

Νεαρό βραδινό ζευγάρι
ακούω βαθιά μου τα βήματά σας και τα λόγια του έρωτα
κι ο λογισμός μου πάει με τους ανθρώπους.
Γραμμή μ' αυτούς που φυτρώνουν πλάι μας
κι εκείνους που απομένουν πίσω λησμονημένοι.
Μαζί μ' όλους αυτούς έρχεται κι απόψε η νύχτα.
Γεμάτη από φώτα και ήχους.
Ευχαριστώ τα φώτα και τους ήχους.
Ευχαριστώ τους ανθρώπους. Την πλημμύρα τούτη, που

κοντά της δικαιώνεται κι η δική μου ζωή. 

Τραγούδι του Σκλάβου (απόσπασμα) του Φώτη Βαρέλη

Έλα Χριστέ και Παναγιά ν' αρχίσω το τραγούδι
Να παίξω λύρα το πουρνό, βιολί το μεσημέρι
Και ταμπουράν από βραδύς, ώσπου να φέξ' η πούλια.
Κι αν φέξ' η πούλια την αυγή πάλι δεν θα κοιμάμαι.
Πάλι θα σέρνω δοξαριές να στιχοκουβεντιάζω...
Κι αν παινευτεί κι ο Αυγερινός το πώς να με νυστάξει
Και δείτε τα ματάκια μου αργά να καλυβώνουν
Και δείτε τα χεράκια μου να σιγανοκουνιούνται...
Αν το δεξιό του δοξαριού δεν καλαμολυγιέται
Αν τα ζερβά μου δάκτυλα δεν παν σαν χελιδόνια,
Τότε να με θρηνήσετε γιατ' είμ' αποθαμένος!

Θλιμμένη η θάλασσα! Ποίημα από τη Συλλογή : ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ του Φώτη Βαρέλη


Αύγουστος 1994 προς το νοσοκομείο
στην Αθήνα μέσα στο πλοίο. 

Θλιμμέν' η θάλασσα, θαρρείς,
χλωμές οι αγκαλιές της γης
τρέμουν της ακρογιαλιάς τα χείλη.
Κατέβη ο ήλιος τ' ουρανού
και μεσ' στο λάδι του γιαλού
γένηκ' απέραντο καντήλι.

Στάθηκε η βάρκα και κοιτά
τα δυο κουπιά της απλωτά
φαντάσματα λες που σαλεύουν
μέσα στους ίσκιους, μεσ' στα νερά
όπου χάθηκαν τα όνειρα
και τα γυρεύουν.

Καημοί διαβήκανε καημούς
καιροί διαβήκανε καιρούς
τώρα η ζωή διαβαίνει.
Χάιντε, βαρκούλα μ' ακριβή,
απόψε μέλι το κουπί
σε θάλασσα θλιμμένη.

ΤΑΦΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΑΙΟ ( απόσπασμα) του Φώτη Βαρέλη

... μακρά οδός απανδόκευτος ... 

Για όσους νικούν υπάρχει το στεφάνι της νίκης.
Για τους ωραίους και γενναίους και υγιείς
καλή συνοδεύτρα η ομορφιά τους
μέσα στην ευτυχία των ανθρώπων,

Και για όσους είναι σκλάβοι της δουλιάς
κι απ' την ανάγκη που τους δέρνει,
ξαπλώνουν πολλά βράδια,
με την έγνια του μυαλού στην Τύχη ή την Ελπίδα,
και γι' αυτούς υπάρχει κάποιο δώρο απ' τη ζωή μας,
αφού καινούργια η κάθε μέρα ξημερώνει.


Ένθα, λοιπόν, ουκ έστι πόνος
ού στεναγμός, ω μελωδέ!
χωρίς το <<αλλά>>
Η έστω μ' εκείνο,
όμως, όχι ζωή, Γ α λ ή ν η!...

Στα εγκαινια του Παρθενωνα

του Φώτη Βαρέλη 


Ο μυστικος αριθμος επτα εδινε το μετρο.
Μα ο Παρθενωνας γεννηθηκε μεσ’ απο θαυματα.
Ηταν η Παρθενος Αθηνα, η Θεα η προστατιδα της πολης
Που βγηκε κατευθειαν απ’ το κρανιο
Του πατερα των Θεων και των ανθρωπων
Συμβολο της Σοφιας, της Νικης και της Ειρηνης.
Ηταν η οργη των Ελληνων,
Που οι Περσες κάψανε τα ιερα της Ακροπολης.
Ηταν ο Μαραθωνας, οι Θερμοπυλες, η Σαλαμινα.
Ηταν η Δημοκρατια της Αθηνας, η Πανελληνια συμμαχια της,
Η μεγαλη ακμη της Τεχνης και το ταμειο της Δηλου.
Ο Φειδιας υστερα και ο Περικλης και η Ασπασια.
Ο,τι εχει παραλειφθει θα μιλησει παρακατω μονο του.
Τριτη Εκατομβαιωνος μεσουντος.
Ο <<Μεγας Νεώς>> εγκαινιαζεται.
Απο την μιάν ακρη ως την αλλη ο ιερος βραχος
Φανταζει καθαρος απο τα σπασματα και τις σκονες
Δουλιάς τοσων χρονων.
Λαμπουν τα μαρμαρα, φεγγει ο ναος της Παρθενου
Καθως μπαινει το απλετο φως απ’τις πανυψηλες θυρες
Κι αχτινοβολάει το χρυσελεφαντινο που αγγιζει τη στεγη
Και κραταει μια νικη Θεα, στην παλαμη του, ορθη.
Ως του Φαλήρου τη θαλασσ’ αστραφτει της Προμάχου το ακόντιο.
Ο κοσμος στα καλα του ντυμενος ενα γυρο
Στη σειρα οι επισημοι αντρες. Ιερεις πρυτανεις αρχοντες
Στρατηγοι, θεσμοθετες, ταμιες. Αντιπροσωποι πολεων.
Υπερηφανοι οι μεγαλοι δημιουργοι.
Ο Φειδιας με τους συνεργατες του και τους μαθητες του,
Και μεσα στην κορη των ματιων ολου του κοσμου
Ο Περικλης με την Ασπασια.
-- Δεν ξερω αν εκεινη την εποχη συνηθιζανε
Να βγαζουν το σκουφι τους οι αθρωποι μπροστα στους ναους.
Εσυ ομως τόβγαλες το σκιαδι σου πριν την πρωτη βαθμιδα
Και το στριμωξες κατω απ’ τη μασχαλη καθως κοιταζες.
Φορουσες τον χιτωνα σου τον καθαρο, τα καλα σου πεδιλα.
Ταινια στο λουσμενο κατασπρο σου κεφαλι
Με το γενακι του το σμιλεμενο,
Σαν των αγαλματων που δουλευες.
Ειχες βγει μπροστα απ’ τον αλλο τον λαο, σαν λαθραιος
Που ωστοσο το γλυκο σου χαμογελο
Δεν ειχε να δειξει τιποτα
Απο τετοιου ειδους προπέτια.
Δεν ηταν πούθελες να δεις τον Περικλη και τον Φειδια,
Γιατι τους ειχες δει πολλες φορές
Τις ημερες που περνουσαν εποπτευοντες κι εσυ πελεκουσες
Σαν νάπαιζες λυρα, μην τυχει κι επεφτε
Του βαρου το χτυπημα. Και το λαθος στο μαρμαρο
Σημαινει ανεπαρθωτο κακο.
Ουτε γιατι το λαχταρουσες ιδιαίτερα
ν’ ακουσεις αρχιτεκτονες και ρητορες
που θα εξηγουσαν για τις αναλογιες και τις αυταπατες.
Τον αντιπαραλληλισμο των κιονων, τα γεισα και τις εντασεις,
Την βαθμιαια κυρτοτητα των επιστυλίων
Την βαθύτητα των ραβδωσεων και της στερεοτητας την αισθηση.
Εσύ ησουν λιθοξόος. Τεχνιτης σαν κανενας αλλος.
Εκαμνες μετάξι τα μαρμαρα. Κι οπως σταθηκες γέρνοντας
-Σούμεινε αυτο το γερσιμο – κι ανασηκωσες
Τα ματια προς την οροφη ενα γυρο,
Εμοιαζες να τα φερνεις πισω μες στα χερια σου ενα – ενα
Και να θυμασαι. Νατην η εντομή κατω απ’τον ιμαντα!
-Ηταν η δευτερη μερα πουμεινε το σπιτι σου χωρις αλλη φωνη
Ξον απ’τη δικη σου. Ηρτες ωστοσο. Κι ηταν
Που, απανω στην καμπυλη τσακισε η σιλη σου
Κι εχασες εκεινο το απογεμα ολοκληρο να τα φερεις ισια.
Το ξερεις πως δεν τάφερες. Ομως δεν το βλεπει κανενας.
Δεν το βλεπει δεν το ξερει πως δόλωναν τα ματια σου......

«Στο πεζοδρόμιο»


Αυτοί πού ρχονται απ' αντίκρυ τους ξέρω.

Θα πούμ' ένα ζεστό "καλημέρα" και θ' αντιπεράσουμε.
Σε λίγα μέτρα θα γυρίσουν να δουν τα νώτα μου
Όπως θα κάμω κι εγώ για τα δικά τους.
Ωστόσο ούτε εγώ ξέρω ακριβώς αν με σχολιάζουν
Ούτ' εκείνοι πιστεύω να υποψιάζονται
Ότι, αν πρόφτενα πριν με δούνε, θα 'παιρνα την άλλη οδό.
Πέρασε ξαφνικά μια σκέψη απ' το μυαλό μου
Μια ευχή. "Να μη βρεθεί ποτέ το εργαλείο εκείνο
Που θά πιανε τις σκέψεις των ανθρώπων"
Το μόνο που μας έμεινε δικό μας.
Να γυρνάμε βαθιά μας κι εκεί να κρυβόμαστε.
Φαντασθήκατε ποτέ την οδύνη
Να καταπατιόταν η ψυχή μας!
Να γδύνεται κι αυτή σε κοινή θέα
Όπως γδύνεται σήμερα το σώμα μας;

Κυριακή 20 Απριλίου 2014

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Εψές πουρνό, μεσάνυχτα, στης φυλακής την μάντρα,

μες στης Κρεμάλας την θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.

Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τά ‘κουσε κανένας.

Η μάννα του ήταν μακριά, ο κύρης του δεμένος,

οι νιοί συμμαθητάδες του μαύρ’ όνειρο δεν είδαν

κι η νιά που τον ορμήνευε δεν άκ’ σε νυχτοπούλι.

Εχθές πουρνό, μεσάνυχτα, θάψαν τον Ευαγόρα.

——————————————

Σήμερα Σάββατο ταχιά όλ’ η ζωή σαν πρώτα.

Ετούτος πάει στο μαγαζίν, εκείνος πάει στον κάμπο,

ψηλώνει ο κτίστης εκκλησιά, πανίν απλώνει ο ναύτης

και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.

Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.

Μπαίνουν η πρώτη η άτακτη κι η Τρίτη που διαβάζει

μπαίνει κι η Πέμπτη, αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.

- Παρόντες όλοι; – Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.

- Παρόντες!!! λέει ο δάσκαλος και με φωνή που τρέμει:

- Σήκω, Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία.

Ο δίπλα, ο πίσω κι ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,

αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει

να πέσουν μ’ αναφυλλητό ετούτοι κι όλη η τάξη

- Παλληκαρίδη, άριστα! Ευαγόρα, πάντα πρώτος!

Στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,

συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι

και του σκολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία

———————————————-

Τόπε κι απλώθηκε σιωπή πα στα κλαμένα νιάτα,

που μπρούμυτα σκεπάζανε της τάξης τα θρανία

έξω από ‘κείνο τ’ αδειανό, παντοτεινά γεμάτο!

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.