Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012
Καντάδα
Ξύπνα και 'ρώστησε η αυγή
εσένα ν' ανιμένει
κι είναι ντροπή το σ' αγαπώ
ο αέρας να το παίρνει
Το παραθύρι σου άνοιξε
μόνο να σ' αντικρίσω
και με πικρό παράπονο
να σε καληνυχτίσω
η ματωμένη βρύση
προγόνους, φίλους και παιδιά, κι ό,τι έχω αγαπήσει.
η Ανατολή
Η μικρή Ανατολή
που της πήραν το φιλί
μήνες τώρα δε δειπνά
και τα βράδια ξαγρυπνά
Ανατολή, Ανατολή
εγώ σ' αγάπησα πολύ
Έφευγε η Ανατολή
κι η ματιά της η θολή
μού 'πε πως ο χωρισμός
είναι θάνατος μισός.
Ανατολή, Ανατολή
εγώ σ' αγάπησα πολύ
Χάθηκε η Ανατολή
κι η ζωή μας η τρελή
και γυρίζει η πενιά
σαν γριά στη γειτονιά
Ανατολή, Ανατολή
εγώ σ' αγάπησα πολύ
Είχα μια αγάπη μια φορά
Είχα μια αγάπη μια φορά που' μοιαζε λίγο
στη θλίψη μόνο με τη φτωχογειτονιά
εκεί που η σκέψη ακροπατεί σαν το φονιά
για να τη δει απ' τη γωνιά
πώς να ξεφύγω.
Μοιάζουν οι δρόμοι μας σπαθιά που συναντιούνται
μέσα στη νύχτα και ραΐζουν τη σιωπή
αίμα στ' αχείλι και στο βλέμμα αστραπή
πες μου ποιο στόμα να τα πει
και πώς ξεχνιούνται.
Τ' όνειρο μικρή σαν χαθώ νωρίς
κάμε φυλαχτό για να το φορείς
ράψε δυο πουλιά με κλωστή χρυσή
το 'να να 'μαι εγώ, τ' άλλο να 'σαι εσύ.
Πέρασε κόσμε κι η παράσταση θ' αρχίσει
και θα τα πούμε σαν δυο φίλοι γκαρδιακοί
που σμίξανε κάποια θλιμμένη Κυριακή
σε μια ταβέρνα ερημική
κι έχουν μεθύσει.
Άσπρο πουκάμισο θα βάλω απόψε πάλι
να πέσει απάνω του σαν ταύρος ο καιρός
δώσε μου μάνα την ευχή να βγω γερός
πόλεμος είναι και χορός
και παραζάλη.
Τ' όνειρο μικρή σαν χαθώ νωρίς
κάμε φυλαχτό για να το φορείς
ράψε δυο πουλιά με κλωστή χρυσή
το 'να να 'μαι εγώ, τ' άλλο να 'σαι εσύ.
Βαθύ κόκκιν' αχείλι
Βαθύ κόκκιν' αχείλι κι άσπρο πουκάμισο
μια σ' ουρανούς με στέλνεις και μια στην άβυσσο
σαν σύννεφο με δέρνεις και μοιάζεις του βοριά
Μετάξι θα σου φέρω απ' την ανατολή
το δάκρυ να σκουπίσω που βγάνει το φιλί
κι ύστερα να το κρύψω στο στήθος φυλαχτό
Κι αν ζήσαμε όπως όλοι για όνειρα μικρά
σε πόσα παραμύθια δεν κλάψαμε πικρά
μα το πιο ωραίο, φως μου, ποτέ δεν στό 'χω πει
Σ' ένα κορμό ενός δέντρου το γράψαμε παλιά
χωρίς να το σκεφτούμε δεν βγάλαμε μιλιά
κι αντέχει τόσα χρόνια αυτό το σ' αγαπώ
Αθιβολές
Έρχετ' η μέρα, φεύγει ο ήλιος
σαν τρομαγμένα πουλιά
τα όνειρά μου φεύγουνε πάλι
απ’ τση σκέψης τα κελιά
τα όνειρά μου σβήνουνε πάλι
σαν τρεμάμενα κεριά
Άμοιρο κύμα, αχ πως σε δέρνει
χαράκι στην ακρογιαλιά
πέρδικα όσο 'λειπες στα ξένα
σου χαλάσαν τη φωλιά
γέρο που σε μια μικρή ταβέρνα
σιγοπίνεις τα παλιά
Του φθινοπώρου δεντρί θλιμμένο
στο έρημο βλέμμα του βουνού
ανεμοζάλη μες στο ταξίδι
του μεγάλου γυρισμού
αθιβολές μέσα στη νύχτα
μου ταράζουνε το νου
Το καραβάνι
Η πατρίδα μου δεν έχει
πέτρα, χώμα και νερό
μόνο στάχτη και θειάφι
και αέρα πνιγερό.
Η πατρίδα μου δεν έχει
κάμπους, θάλασσες, βουνά
μα στρατιές ξεριζωμένων
και ασκέρια ταπεινά.
Έρχεται το καραβάνι από την ανατολή
της ζωής και του θανάτου
να σας δώσει το φιλί.
Η πατρίδα μου δεν έχει
στάρια, αμπέλια και ελιές
μα παιδιά σκελετωμένα
με πρησμένες τις κοιλιές.
Η πατρίδα μου δεν έχει
τάφους κι ήρωες τρανούς
μα νεκρούς που χέρι χέρι
πάνε με τους ζωντανούς.
Έρχεται το καραβάνι κι όσοι ψάχνουν γιατρειά
μ’ ένα απόκοσμο τραγούδι
θα τους πάρει μακρυά.
Πατρίδα αποκούμπι των γερόντων
πατρίδα μες στη λήθη του καιρού
πατρίδα στο βωμό των συμφερόντων
πατρίδα του πιο πρόστυχου χορού.
Πατρίδα μονοπάτι του πολέμου
πατρίδα στην ειρήνη την πλαστή
πατρίδα του ασάλευτου ανέμου
πατρίδα σκουριασμένη κουπαστή.
Πατρίδα κατασκεύασμα και πλάνη
πατρίδα για τους φράχτες του μυαλού
πατρίδα που ο νόμος σου δεν κάνει
πατρίδα την καρδιά ενός τρελού.
Έρχεται το καραβάνι και αλλόκοτες ματιές
βγάζουν σπίθες κι όποιον βρούνε
τον τυλίγουν στις φωτιές.
Τση γιαγιάς τα παραμύθια
Μια φορά γιε μου κι έναν καιρό
βασιλιάς καλός όριζε τόπο μακρινό...
Θυμούμαι ως τώρα τη γιαγιά
έτοιας λογής ν' αρχίζει
και σε καιρούς αλλοτινούς
ο νους τση ν' αρμενίζει.
Να μου μιλεί σιργουλευτά
για κείνα και για τ' άλλα
για μαγικά, για έρωτες,
για φονικά μεγάλα.
Για βασιλιάδες νιους καλούς
που κάστρα επατούσαν
τσι μάισσες και τα θεριά
σκοτώναν κι ενικούσαν.
Κι όντεν ο ύπνος ο γλυκύς
δόξευγε το μυαλό μου
στον κόσμο των παραμυθιών
γύριζ' ο λογισμός μου.
Έσβησ' ο χρόνος ο κακός
μαζί με τη χαρά μου
τσι ιστορίες τση γιαγιάς
από τα όνειρά μου.
Κι έρχουντ' απ' τον παλιό καιρό
Θε μου νάταν αλήθεια
ώρες αεροφύσημα
κείνα τα παραμύθια.
Μην κλαις μικρή μου και πληγές
ανοίγεις μου στα στήθη
εμείς οι δυο θα κάνουμε
τον κόσμο παραμύθι.
Ωδή στους νικημένους
γράψανε οι νικητές
μα ήταν καταδικασμένοι
να ‘ναι πρωταγωνιστές
της ζωής οι νικημένοι.
Γεια σας, γεια σας, νικημένοι
τ’ όνειρό σας δεν πεθαίνει
είναι μέσα στην καρδιά μας
σαν τ’ αγέννητα παιδιά μας.
Μες στης λησμονιάς τη λίμνη δίπλα στις ακτές
πέταξαν οι δικαστές
τη ζωή μας την κλεμμένη
και τη θάψαν πειρατές
με σημαία ματωμένη.
Γέλασε, γλυκό μου ταίρι, μόνο εσύ δε φταις
δεν υπάρχουν νικητές
δεν υπάρχουν νικημένοι
είπανε οι ποιητές
μόνο η αγάπη μένει.
Σάββατο 17 Μαρτίου 2012
Η μικρή Ελπίδα
Η μικρή Ελπίδα πού 'ρθε από τα ξένα
γέλασε και μού 'πε σ' αγαπώ
μα δε βρήκα λόγια, λόγια ταιριασμένα
ένα τραγουδάκι να της πω
Τσίκι τσίκι τζέλα, τσίκι τσίκι μπομ
Η μικρή Ελπίδα έφυγε στα ξένα
κίνησε να πάει για το Βοριά
αχ μωρέ Ελπίδα ανείμενε κι εμένα
να σου πω μαζί με ένα γεια
Τσίκι τσίκι τζέλα, τσίκι τσίκι μπομ
Άνυδρο το χώμα μέσα στην καρδιά μου
κι η Ελπίδα βρόχινο νερό
τραγουδώ και κλαίω μες στη μοναξιά μου
γιά να ξεγελάσω τον καιρό
Τσίκι τσίκι τζέλα, τσίκι τσίκι μπομ
Σαν ξαναγυρίσεις πετροχελιδόνι
άδικα μην ψάξεις να με δεις
ίσως νά 'χω λιώσει, σαν το πρώτο χιόνι
μα σ' ένα τραγούδι θα με βρεις
Τσίκι τσίκι τζέλα, τσίκι τσίκι μπομ
Η Αριάδνη
έχει ρίζες στην αυλή μου και κλαδιά στον ουρανό.
Στο λουλούδι μου το δάκρυ δίνω, πριν ο ήλιος βγει,
και το κρύβει στη δροσούλα, που το πιάνει την αυγή.
Στο λουλούδι μου μπλεχτήκαν μιας νεράιδας τα μαλλιά,
και τα πλέκουνε τ' αηδόνια για να χτίσουνε φωλιά.
Το καπηλειό
Ήτανε όμορφο θαρρώ
εκείνο τον παλιό καιρό
το καπηλειό μου
γιαλός, καημός και τσικουδιά
βαρμένα μέσα στην καρδιά
με τ' όνειρό μου.
Και κάθε μέρα από βραδύς
ντουγιουρντισμένος ο Βαρδής
με το λαούτο
με το κρασί του στον οντά
στον αμανέ του να κεντά
τον κόσμο τούτο.
Κι ο Σταύρος πέρα στη γωνιά
που για δυό χείλια βυσσινιά
τα σιγοπίνει
παίρνει νερό σαν τραγουδεί
'που το λαούτο του Βαρδή
τον πόνο σβήνει.
Κι ο Μύρος πιάνει το χορό
το χώμα μόνο έχει οχτρό
χρυσά παλάτια
σε κάποια θάλασσα πλατιά
θυμάται, κόκκινα φωτιά
τα δυο του μάτια.
Θυμούμαι κάθε χαραυγή
πού 'λεγα ο ήλιος να μη βγει
στην αγκαλιά σου
όνειρο βάρκα με πανιά
να σεργιανίζω το ντουνιά
με τα φιλιά σου.
Αργό το ζάλο μου, βαρύ
ήτανε ψεύτικος μπορεί
ο έρωτάς σου
ρωτώ διαβάτες στα στενά
αν είδαν μάτια καστανά
σαν τα δικά σου.
Πως να δικάσω μια ζωή
κι ένα αστέρι το πρωί
που τρεμοσβήνει
στο ερειπωμένο καπηλειό
ένα μου όνειρο παλιό
έχει 'πομείνει.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.