Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξεξάκης Μανόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξεξάκης Μανόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Μανόλης Ξεξάκης (βιογραφικό σημείωμα)

Ο Μανόλης Ξεξάκης γεννήθηκε το 1948 στο Ρέθυμνο Κρήτης. 
Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.  
Κατά το χρονικό διάστημα: 1982 - 1987 παρουσίαζε την εκπομπή "Ο κόσμος του βιβλίου" στη ραδιοφωνία της ΕΡΤ-2. 
Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1971 και υπήρξε στενός συνεργάτης του περιοδικού "Το τραμ". 
 Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα αγγλικά.

Εργογραφία:


  • Ποιήματα, Σύγχρονοι Ορίζοντες  (2008) 
  • Σονάτα κομπολογιών, Νεφέλη (2000) 
  • Πού κούκος; Πού άνεμος;, Νεφέλη(1999) 
  • Ασκήσεις μαθηματικών, Μπαρμπουνάκης Χ.(1980) 
  • Ο θάνατος του ιππικού, Μπαρμπουνάκης Χ.(1980) 
  •  Πλόες ερωτικοί, Μπαρμπουνάκης Χ.(1974)
Ποιήματά του μπορείτε να διαβάσετε στον ιστότοπο: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=7273.msg320349#msg320349

«Ασκήσεις μαθηματικών» : Ποιητική Συλλογή του Μανόλη Ξεξάκη που εξεδόθη το 1980 / Μπαρμπουνάκης

Άσκηση πρώτη

Άγνωστε χι που λείπεις απ’ αυτό το σύστημα
που λείπεις απ’ τη ψυχή μου
φυγάδευσέ με στους λόφους των αριθμών
τα χρόνια που περνούν με ρυτιδώνουν
η νύχτα φορεί τον αγαπημένο μου χιτώνα του σκοταδιού.

(Μην ασχοληθείτε με ψυχρές αλγεβρικές σχέσεις, μ’ ανοιχτά διαστήματα, φθίνουσες ακολουθίες·
είναι εδώ, μέσα στο σχήμα, γωνίες με πλευρές παράλληλες, ερειπωμένοι κύκλοι των ασκήσεων των περυσινών.)



Άσκηση δεύτερη

Σε μια βελούδινη περιφέρεια
δύο εφαπτόμενες νύχτες
έχουν σε επαφή
τα γεννητικά τους όργανα

ένας μαθητής
βρίσκει τις εφαπτόμενες
πως ταυτίζονται
και ο έρωτας εξωραΐζει
τη μακριά μαύρη νύχτα
των περιφερειών.

(Εσείς να βρείτε το κατάλληλο βρέφος που ανακυκλώνεται στη κοιλιά της μητερούλας και του επιτίθεται και το φονεύει ο στοχασμός.)


Άσκηση τρίτη

(Να λυθεί με το αξίωμα της συνεχούς επίκλησης. Η άσκηση γίνεται όσο περνά ο καιρός αποδομητική, αλλά βοηθά τις φυτείες των ελπίδων να μεγαλώνουν, τα κίτρινα πέπλα –που βουτιούνται οι άκρες τους στο παρελθόν– να ντύνουν τις αιχμηρές νύχτες των συνόλων.)

Έλα τρίγωνο ισοσκελές,
έλα στο σχήμα μου!

Σε ψάχνω ώρες∙
έχω φέρει ευθείες παντού
ώστε η επιφάνεια της λογικής
δε βλέπει πια
στον ορίζοντα του συγκεκριμένου.

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Πλόες Ερωτικοί: Ποιητική Συλλογή του Μανόλη Ξεξάκη από τις εκδόσεις Μπαρμπουνάκης Χ. / 1974

Από την ενότητα: Το τραγούδι της Ελένης

1

Φοινικιά μου ψηλή και λιγόπειρη,
σε νησί τού Ειρηνικού ή του Ινδικού,
σε πέτρα από βασάλτη ριζωμένη,
ποιος πρέπει να ’ν’ ο δρόμος του καραβιού μου
για να σε βρω;

Τα μάτια σου κλείνουν σαν άνθη του κρόκου τη νύχτα
κι η γραμμή του προσώπου σου
μου θυμίζει το σχοινί των γερανών
που ανεμοπορούνε πλάι-πλάι το φθινόπωρο.


2

Θυμάσαι που χάθηκες απ’ το χιτώνα σου...
Στης νύχτας το μάτι που ήταν πανσέληνο
παράδωκες τη γύμνια σου.

Κορμί αλαβάστρινο στη ροή του φωτός
καταιγίδα που νυχτώθηκες σ’ άγνωστο τοπίο, μη φοβάσαι.

Έλα στη θήκη σου ακριβό βιολί
μην παίζεις σήμερα για κανένα.


3

Ήρθες πάλι κύματα-κύματα
με τη ζέστη φυτεμένη στα μόριά σου
και λύγισες τα δέντρα κι έφρυξες το χώμα
κι έστρωσες τη θάλασσα με θίνες
που οδεύουν κι ολοένα χάνονται
στο βάθος του ορίζοντα, αφρικανέ...

Ήρθες πάλι σήμερα και πήρες τη συνάντηση
με την Ελένη.


4

Υμνώ τώρα
τις στάσεις των πλοίων μέσα στον ωκεανό.
Παίρνω και ξεχωρίζω τους γλάρους
και τα υπόλοιπα θαλασσοπούλια,
γυμνώνω τις αλατόβρεχτες επιφάνειες των πλοίων,
πλοία και ναύτες, κορμιά και ψυχές βουτηγμένα
στην αρμύρα και το νόστο του γυρισμού.

Ω άρπες ιόντων
που μεταφέρετε τους πειρατές στα σταματημένα καράβια
και διχάζετε τα πληρώματά τους στους πέντε ωκεανούς,
σας υμνώ.


5

Στη χαίτη του ανέμου ταξιδεύω τις αναμνήσεις μου.
Σε κυνηγώ πάλι στις πολεμίστρες του κάστρου
και δε σε χορταίνω, πέλαγο.
Αγκαλιά με την προχωρημένη νύχτα
περιμένω τα μελτέμια και τα πρώτα κίτρινα φύλλα.
Οι ελπίδες είναι σαν τα σπαθιά.

Το τυροκέλι του τραγουδιού / Ξεξάκης Μανόλης


Τώρα πια αναβλύζει και σκορπίζεται μεσ' απ' τους πυλώνες εκείνων
των νεοσσών αισθημάτων που ένιωσα γράφοντας το τραγούδι
μια ανεκτίμητη μυρωδιά.
Οι κλώνοι μου, αργά και σταθερά, φυλλορροούνε και μοναχά αυτή η οσμή
των αισθήσεων που σαρώνει τα λυχνάρια της νύχτας με κινεί ν' ανιχνεύω
τη συναισθηματική φουρτούνα που προσπαθούσα να δαμάσω εκείνη την εποχή. Ανίκανο για άλλη δράση το οπλοστάσιο ενός συγγραφέα, προσπαθεί να περισώσει εδώ τα ψιχία του ρομαντισμού και της απελπισίας των εγκαταλειμμένων εφήβων, που μεγάλωσαν σε μικρές πολιτείες, με μικρές χαρές, γεμάτοι άγνοια, χωρίς σταλάγματα πολιτικής οικονομίας στο δραστικό πεδίο του νοητικού τους.
Η άνοιξη της εφηβείας των ελληνοπαίδων, στις ασφυκτικές επαρχιακές πολιτείες, δεν ειναι καθόλου ανθηρή.
Η χαρά και η συναισθηματική επάρκεια, που είναι απαραίτητες στις παιδικές που αναδύονται ψυχούλες, αγγίζουν μονάχα τους τολμηρούς μικροαστικής νοοτροπίας και παράγουν κατά κανόνα βλάκες.
Η ζωή κυλάει μέσα από παράτες αμφίβολης εμβέλειας, με τους τοπικούς άρχοντες προκλητικούς και δασκαλεμένους από επιτυχόντες προγόνους.
Το ιερατείο εν δράσει στις ετήσιες γιορτές.
Το σχολείο φάκα, η φτώχεια, η μιζέρια, το ψέμα και μέσα σ' όλα αυτά το λουλουδάκι του έρωτα, δικτατορικά κύριοι, εν τούτοις, ανθίζει.

Όνειρο δωδέκατο: Αγγελιοφόρος θερμότητας / Ξεξάκης Μανόλης



Ονειρεύομαι και βλέπω ένα χειμώνα με κρύο 
που εισχωρεί από τις σύγχρονες καθρεπτοτζαμαρίες 
μαζί με παγοκρύσταλλα στα κτίρια της πόλης.

Δεν έχουμε ψυγεία για ποτά και τρόφιμα. 
Κάθε δωμάτιο, θάλαμος ψυκτικός. Ο κόσμος 
τρέφεται με κρύα φαγητά και ζει σε παγωμένα σπίτια.

Ένα σαλόνι δίπλα μας είναι φωλιά των πάγων. 
Αλλού, εκεί που κατοικούν τυριά, θάλαμος της γραβιέρας.

Τα μπρι, οι παρμεζάνες και τα καμαμπέρ είναι αναποφάσιστα. 
Ψάχνουν αριστοκρατικά προάστια αχιόνιστα να εγκατασταθούν...

Διαλαλώ, μας απειλούν νυχθημερόν πολλών αιώνων κρύα. 
Σκοτάδια ασύλληπτα αγριεμένων ημερών, νύχτες αραβικές, αιμάτινες 
έρχονται για την παγωμένη ευρωπαϊκή οντότητα, τώρα που ζει 
με τις επιλογές του λογχοφόρου γίγαντα της υφηλίου.

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Το Τραγούδι Της Ελένης / Ξεξάκης Μανόλης

          

1. Φοινικιά μου ψηλή και λιγόπειρη,
σε νησί του Ειρηνικού ή του Ινδικού,
σε πέτρα από βασάλτη ριζωμένη,
ποιος πρέπει ναν' ο δρόμος του καραβιού μου
για να σε βρω;

Τα μάτια σου κλείνουν σαν άνθη του κρόκου τη νύχτα
κι η γραμμή του προσώπου σου
μου θυμίζει το σχοινί των γερανών
που ανεμοπορούνε πλάϊ-πλάϊ το φθινόπωρο.

2. Θυμάσαι που χάθηκες απ' το χιτώνα σου...
Στης νύχτας το μάτι που ήταν πανσέληνο
παράδωκες τη γύμνια σου.

Κορμί αλαβάστρινο στη ροή του φωτός
καταιγίδα που νυχτώθηκες σ' άγνωστο τοπίο, μη φοβάσαι.

Έλα στη θήκη σου ακριβό βιολί
μην παίζεις σήμερα για κανένα.

3. Ήρθες πάλι κύματα-κύματα
με τη ζέστη φυτεμένη στα μόριά σου
και λύγισες τα δέντρα κι έφρυξες το χώμα
κι έστρωσες τη θάλασσα με θίνες
που οδεύουν κι ολοένα χάνονται
στο βάθος του ορίζοντα, αφρικανέ...

Ήρθες πάλι σήμερα και πήρες τη συνάντηση
με την Ελένη.

4. Υμνώ τώρα
τις στάσεις των πλοίων μέσα στον ωκεανό.
Παίρνω και ξεχωρίζω τους γλάρους
και τα υπόλοιπα θαλασσοπούλια,
γυμνώνω τις αλατόβρεχτες επιφάνειες των πλοίων,
πλοία και ναύτες, κορμιά και ψυχές βουτηγμένα
στην αρμύρα και το νόστο του γυρισμού.

Ω άρπες ιόντων
που μεταφέρετε τους πειρατές στα σταματημένα καράβια
και διχάζετε τα πληρώματά τους στους πέντε ωκεανούς,
σας υμνώ.

5. Στη χαίτη του ανέμου ταξιδεύω τις αναμνήσεις μου.
Σε κυνηγώ πάλι στις πολεμίστρες του κάστρου
και δε σε χορταίνω, πέλαγο.
Αγκαλιά με την προχωρημένη νύχτα
περιμένω τα μελτέμια και τα πρώτα κίτρινα φύλλα.
Οι ελπίδες είναι σαν τα σπαθιά.

Η Καρδιά Του Παιχνιδιού / Ξεξάκης Μανόλης



1
. Ένα πρωϊνό χαρμόσυνο μας πήρε μια μανία
και τρέχαμε και φτάσαμε στο μόλο.
Καθίσαμε δίπλα στο νερό, απάνω στο ζεστό τσιμέντο.
Έγινε το πρόσωπό της μια χοάνη φωτιάς και με ρουφούσε.


Της έλεγα:


 "Σ' αγαπώ γιατί ιππεύεις τα όνειρά μου.
   Γιατί κατοικείς τον αιμάτινο κοχλία που φυσώ.
   Κατεβαίνει το σώμα σου στις στοές του έρωτα
   όπως κατεβαίνουν τα φέρετρα στη γη
".


Γνωρίζει και σκίζει το πέπλο της ομορφιάς
και δίνει μια μέσα στα νερά, σαν να μην είχανε σημασία τα λόγια μου
και χουφτώνει ένα ψαράκι μικρό σαν βδέλλα και γελά.
Τότε κατάλαβα πως εγώ δημιουργώ την ομορφιά του κορμιού σου
και σηκώθηκα σφαγμένος και πήγα σπίτι μου.

2. Την άλλη μέρα έφυγα στη Θεσσαλονίκη και χαθήκαμε.
Οι ώρες περνούσαν στενάχωρες.
Λάβαινα πληροφορίες, πως είναι καλά, πως χόρεψε προχθές
μ' ένα γαλανό ζακετάκι, πως οι γονιοί της είναι ζεματισμένοι
μαζί μου και την έχουνε φυλακή.
Έτσι, μ' αυτή τη λασπουργιά στο μυαλό μου, πέρασα μήνες.
Κι έφτασεν ο Δεκέμβρης, αφού πια το καλοκαίρι
και το φθινόπωρο, το κύλησα ολομόναχος.
Κατέβηκα στη Κρήτη κι ο καιρός έστεκε στο νερό
και ξέσπασε δριμύς χειμώνας και την αντάμωσα μια ώρα γεμάτα μεσάνυχτα
και τη χαιρέτησα κι έπιασα με το δάχτυλό μου το μπόλσο του χεριού
κι άκουσα να καταχτυπά η καρδιά της.
Τη ρώτησα: "Καλά περνάς Λενάκι;"
Και μου λέει: "Σ' ένα κανόνα βρισκόμαστε. Όπου και να πάει
το μυαλό του ανθρώπου, στη γη στέκει, σε ό,τι αγάπησε στέκει
".
Έκαμα σκυφτά λασπωμένα βήματα ως το κηπάκι μας
και κλείστηκα στην κάμαρα και το σπίτι γίνηκε ρόδι,
χίλια κομμάτια και με πλάκωσε.

3. Έκατσα και βημάτισα ένα γράμμα παραπονεμένο.
Και περίμενα ώσπου σκορπίσαν οι γειτόνοι στα σπίτια τους ο καθένας.
Και ζευγολάτιζα το σκοτάδι ώσπου να γίνει βαθιά σιγή.
Ύστερα π'ηδηξα απ' τα μπαλκόνια στις στέγες, με το μουλινέ
ψαροκάλαμο στο χέρι και το τετραδιόφυλλο,
έφτασα πάνω απ' το παράθυρό της,
έβαλα στη θέση του δολώματος το χαρτί στρογγυλεμένο
και το κατέβαζα σιγά-σιγά, μπροστά στα μάτια της
πρέπει να εμφανίστηκε σαν κομήτης.
'Ανοιξε το παράθυρο χωρίς θόρυβο, το πήρε και διάβαζε.
Να τι διάβαζε:
 "Κοπέλα μου, αγγελική των ανέμων,
   πάλι μου κλείνουν την πόρτα οι δικοί σου.
   Θηρία γίνονται τα κλειδιά του κορμιού μου.
   Νομίζω πως θα χαθούν τα χαρτιά απ' τα συρτάρια της δημαρχίας
   και δε θα 'χω όνομα και δε θα ξέρει κανένας ποιος είμαι,
   ώσπου θα διακρίνει κάποιο παιδί το παράλυτο χέρι του έρωτα
   πάνω στο πρόσωπό μου και όλοι θα ησυχάσουνε και θα λένε:΄
   Είναι αυτός που αγαπά την Ελένη
".
Περίμενα, περίμενα κι ανεβοκατέβαζα τ' αγκίστρι,
κι ακούω χραπ τη πόρτα κι άνοιξε
και μπαίνει στο δωμάτιο ο αδερφός της, που μου 'χε μέγα αχτιμάνι,
ανάψανε τα φώτα, είδε την πετονιά που κρέμονταν,
φωνάζανε "κατέβα κάτω τσόγλανε",
κι εγώ παράτησα καλάμια και δολώματα και γίνηκα λαγός.
Περάσανε τρεις μέρες και την είχανε μανταλωμένη μέσα κι έσκασα.
Σάββατο βράδυ μεσάνυχτα φυσούσε αέρας,
πάω και παίρνω ένα σάρακα και πριονίζω όλες τις μικρές ελιές
που είχανε δεντροστοιχία έξω απ' το σπίτι τους,
κι άκουγα τα κύματα της θάλασσας να μουγκρίζουν,
κι έβλεπα τα φυλλώματα που είχα σκορπισμένα χάμω,
έφευγα σιγά-σιγά, έκλαιγα κι έλεγα:
 "Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα
  στη νύχτα του Δεκέμβρη
  μια σκοτεινή βαθιά δεντροστοιχία
  μαζί πηγαίνουμε,
  μαζί και η νύχτα θα μας έβρει,
  ω ερημικά θλιμμένα μου στοιχεία
..."

4. Ρακένδυτο βλέπω το μίσος μας του Ιουλίου
να κυλά και να σβηέται στα ρείθρα Ελενίτσα.
Μια αναπνοή είν' η αγάπη και χάνεται μέσα σε πλήθος άλλες.
Μετρώ τις αναπνοές και μου λείπεις.
Γυναίκα μου, έχεις σκόνη στα μάτια και κλαις.
Λένε πως βάφεσαι, πως ξενυχτάς την ομορφιά σου,
πως λαχταράς στον έρωτα και πως δεν έχεις μνήμες.
Τα νοσοκομεία του μυαλού σου τα γνωρίζω.
Ώσπου να με μουσκέψει ο θάνατος θα γράφω,
να πίνουν τα μικρά μου εφήμερα αισθήματα λύπες,
οι επιβάτες των καιρών, ρόδο μου, ρομφαία...
Μοναχός σαν ένα βιβλίο!
Ώου, ανθισμός πάλι!
Μυρίζει νάφθα και πετρέλαιο και μια σημαία στο πάρκο γυμνή.
Στους βυθούς μου τα πάντα διψούνε.
Έναν μικρό θάνατο, σαν πλοίο που ερωτεύτηκε το μουράγιο,
μια δόξα είχα κι έναν χορευτή.
Ελενίτσα, κεριά κι αποτυπώματα λαχτάρησες;

Πλόες Ερωτικοί / Ξεξάκης Μανόλης

  

1. Εγώ, ο Μανόλης Ξεξάκης,
καπετάνιος της αμφιβολίας για τα συμβαίνοντα στον κόσμο,
το "σωτήριο" έτος 1974,
προσπαθώντας να βρω το δρόμο μου,
μέσα από συγκρουόμενα ίχνη, που οδηγούσαν σε αμφίβολα λιμάνια,
διάκρινα στο παρελθόν μου, τοποθετημένο ψηλά,
ένα αβέβαιο κύμα από έρωτα,
που επιθυμώ να κατρακυλίσει στην αφρισμένη πρύμνη,
μακριά απ' τη γέφυρα του καραβιού.
Λοιπόν, βρισκόμενος σ' εφτά πατώματα ύψος-ψηλά,
έβλεπα απέναντι το σπιτάκι της λογικής σκοτεινιασμένο.
Κι άρχισε να ρίχνει απ' τη νύχτα στις τρεις.
Έρριχνε χιόνι πεταλούδα και σκεπάστηκαν τα δέντρα.
Σηκώθηκε και περπάτησε σε διαδρόμους νοσταλγίας
κι επέστρεψε και χάνονταν συνεχώς,
ως το λαιμό χιονισμένο πρωΐ, η εικόνα σου στο μυαλό μου.

2. Καρδιά μου, ανεμώνη, αγαπημένη μου,
ο καϋμός σου είναι μαχαίρι, μα μαχαίρι κι εγώ κρατώ.
Ήρθες πάλι κι αναπνεύσανε οι κυκλάμινοι πόθοι μου.
Γεμάτος σκοτεινιά, μέσα σε λαβυρίνθους νοσταλγίας,
απάνω στις επιφάνειες ενός κρίνου με χρυσαφένια παράθυρα,
ξοδεύτηκα,
ώσπου με σκέπασεν η δωδεκάτη λύπη.
Σαστισμένος κοιτάζω στον ορίζοντα τις μολυβένιες κοιλάδες
της θάλασσας, τον ήλιο που χάνεται
σ' ένα πανάρχαιο βουρκωμένο κρατήρα.
Κάτω απ' το λαμπτήρα του δρόμου, ενώ η πολιτεία κοιμάται,
σε ίση απόσταση απ' την ύπνωση και τον ατέλειωτο χωρισμό,
σε φίλησα κι ευώδιαζεις μέσα μου,
ένας πιλότος της ερωτικής κλίνης.
Οι φίλοι των χρωμάτων δε θα πιστέψουν ποτέ,
πως σε ξεγύμνωσα ως τη βαθιά διαθήκη, όπου το ρόδινο πέπλο
απλώνεται ρυθμικά και χαϊδεύει τη ρέουσα σμίλη.
Η βροχή δυναμώνει μέσα στο πράσινο δάσος.
Μ' επισκέπτονται πράματα που δεν περίμενα, μνήμη μου χλωμή
με τον αξιοπρεπέστατο μανδύα!
Θα περνούσαμε μαζί εκατοντάδες χρόνια.
Οι φτερούγες των αγγέλων παρσύραν τ' αλογάκι μου.
Από τότε ταξιδεύω αθέλητα
σε διάφορα σχήματα ηλικιών σαν δαχτυλίδι.
Θυμάμαι που μπήκαμε σ' ένα αυτοκίνητο και σε μια κατηφόρα
έγειρα και σύρθηκα μέσα στα υγρά σου φυλλώματα
κι εσύ άρχισες ν' αρμενίζεις.
Δεν έχει ποικιλία ο μεσημεριάτικος ύπνος.
Σηκώθηκα και περπάτησα ως τη διπλανή αυλή,
όπου μια γυμνή ωραία χτενίζεται
και τη ρώτησα αν γυρίζει κι αυτή κι αγρυπνά,
τα φύλλα στο πιάνο του θανάτου.
Έκαμε πίσω και ταράχτηκε κι όπως σηκώθηκε και τίναξε τα μαλλιά της,
έπεσε και περπάτησε και χάθηκε μια κατακόκκινη πασχαλίτσα
- Πασχαλίτσα-λίτσα-λίτσα
  σύρε στη Καρδίτσα
  σύρε φέρε μου παπούτσια
.-
Το ένδυμα του χρόνου ασχημονεί
στο λεπτεπίλεπτο γυμνό πόδι της μνήμης.
Λοιπόν, πρέπει να ξέρεις: ο ερωτευμένος είναι ένας μικρός βοσκός
που εξωθεί ένα πλήθος συναισθήματα σε ξένα χωράφια.
Ο ερωτευμένος οδηγείται από ένα μόνο άστρο.

3. Αγαπημένη ρουμελιώτισα
κόρη του μπακαλίσκου της γειτονιάς, είσαι φίλη των ανέμων
που δεν ακολούθησαν το φθινόπωρο στη πορεία του.
Χθές πέταξες με τα λευκά σου φτερά στραμμένα στον ήλιο
και σ' ακολουθούν φτέρες κι αγιοκλήματα, πλάθοντας τα λουλούδια,
το ψωμί που πουλάς τα μεσημέρια στη Μπότσαρη, μέσα στις κοιλότητες
των νεφών της νοσταλγίας.
Αγαπημένα λόγια, αγαπημένα πουλιά. Ποτέ δεν κοιμούνται οι αισθήσεις.
Ήμουνα ξένος και με φίλεψες στο σπίτι σου.
Και, βρέθηκες κοντά στις επιδιώξεις μου υφαίνοντας
μεταξωτή, την άχαρη θρυαλίδα της καθημερινότητας.
Συχνά διαλέγω και μιλώ για σκοτεινές γωνίες
των σιτοβολώνων της ομορφιάς.
Ειμ' ένας ιχνηλάτης φυλακισμένος στο στρατηγείο των ελπίδων.
Μα οι καλλιτέχνες θα υπάρχουνε γιατί ο πληγωμένος βραχίονας
του κοινωνικού σώματος αιμορραγεί.
Αγαπημένη ρουμελιώτισα, κι εσείς φίλοι μου, που ψάχνετε
μια μελωδία μονήρη σε δέντρα μακρινά του δρυμού,
αφού υπάρχει αυτός ο πόλεμος, αφού η ομορφιά πυροβολεί,
πως θέλετε να επιζήσω;

4. Αγαπημένη τρισχαριτωμένη μπόρα,
λυτά, λευκά πέπλα των αρραβώνων μου με την άβυσσο!
Οι πληγές σου υψώνουν το φέρετρο μου στον ουρανό
και το χτυπούνε κύματα με παφλασμό στο σκοτάδι.
Και σκύβω να δω το πρόσωπό μου
και πέφτει το πηλίκιο του έρωτα στη λίμνη.
Τρεις νύχτες αγωνίζονται να καβαλικέψουν άλογα
και να φύγουν μακριά οι ψυχές μας.
Οι πόθοι σου ειν' ένα κύμα γαλανό που βυζαίνει τις ελπίδες μου.
Δεν έχει καμπύλα κι οράματα να πιαστώ.
Πίσω σου, στο σκοτεινό ανισομερές βάθος,
βρίσκω θαμμένη τη λογική του κουρσάρου.
Ελληνίδα σκαρφαλωμένη στο ουράνιο τόξο,
κατέβα και κοίταξέ με στα μάτια
και ν' αντιληφτείς επιτέλους
πως όλοι μας είμαστε συγγενείς των τυράννων.
Δε θέλεις να μάθεις γιατί υψώνεται η σημαία της ανυποταγής.
Να σου πω: Ώρες-ώρες σκέφτομαι πως έχεις δίκηο.
Αιώνες τώρα συμβαίνει το ίδιο πράγμα:
Ελάχιστοι απομονωμένοι ανθρώποι μηρυκάζουν τα δίκαια των λαών.
Δε μπορώ να σου κρύψω αυτό το φόβο.
Ποιο κομμάτι της ιστορίας προχωρεί;
Με ποιά προοπτική συσκευάζεται ο φόνος στ' αμπάρι,
αφού η μπρατσέρα μέσα στους κήπους του μουσείου θα θαφτεί.
Ξέρω πως κάνεις χειμώνα καιρό
την άγονη γραμμή σε διάφορα νησάκια,
μα χωνεύτηκα πια μέσα στην πολύχωρη ανθοδόχη
της μορφής σου της παναγίας
κι αυτό μου δίνει το δικαίωμα να σου μιλώ γενικά
για τη μεγάλη ζαλάδα.
Κάθομαι και χτυπιούμαι ολημερίς
με τους αναστεναγμούς των μαθηματικών
κι αντικαθιστώ το χι με το χλωμό πλην τέσσερα,
που σφαδάζει σαν άνθρωπος
με δεμένα χέρια και πόδια πάνω στο μάρμαρο.
Και ρίχνω τα μάτια μου στο παράθυρο και σε βλέπω να χάνεσαι
μέσα στα τρομαγμένα φυλλώματα της ακακίας.
Αυτή τη στιγμή περνά ένας που πουλάει λεμόνια και περιστέρια
και διπλώνω το σώμα μου στο κάγκελο του μπαλκονιού
για να τον δω.

Το φως των εποχών / Ξεξάκης Μανόλης

Ελένη, έλα στο μπαλκόνι
να σου γνωρίσω τα νέα φύλλα
της μικρής λεμονιάς μας

τώρα που τα χαϊδεύει απαλά
ο κουρασμένος πλάγιος ήλιος
του φθινοπωρινού απογεύματος.

Πρέπει να προλάβεις∙ ο βασιλιάς,
απότομα βουτά και χάνεται μακριά
στην πυρφόρα αχλύ του Θερμαϊκού.

Έλα αμέσως. Μπορείς
να τρίψεις ελαφρά τα βαριά φύλλα
και να τα μυρίσεις.

Οι σκιές είναι μακριά.

Η ευωδία θα σε γεμίσει
ωραία συναισθήματα γαλήνης.

Η ώρα περνάει∙
αυτό το υπέροχο τίποτα, η νύχτα,
επελαύνει ήδη στις σκέψεις μου.

Νιώθω παράξενα αυτή την εποχή∙
σαν να έχω κάτι μεγάλο στα χέρια μου.
Δικό μου και πολλών άλλων.

Φοβάμαι το σκοτάδι που χτίζεται αργά
γύρω από τα γήινα πράγματα.

Ελένη, τα φύλλα πάλλονται
από ξαφνικές ριπές ανέμου.

Αρχίζουν μια αρωματική
γυμναστική.

Αισθάνομαι έναν πίδακα οσμών
κοντά μου. Βιάζομαι∙

ας αρχίσουμε τη θεραπευτική
ριναψία των αρωμάτων

με το αγαπημένο μας φυτό
που απαλύνει με τον τρόπο του
την ουσία της ροής του χρόνου:

Προσφέρει την ίδια στιγμή
όλα τα στάδια της ζωής∙

άνθη λευκά με μια υποψία
κίτρινη στα καμπύλα τους,

εργατικούς στήμονες
που μεταφέρουν στους ώμους
οριζόντια ψωμάκια,

σπαθόμορφα πέταλα ανοιχτά
σε στάσεις θηλυκότητας,

πράσινα ημισφαίρια
μόλις δεμένα στους κάλυκες,
μικρά νήπια λεμόνια

και υπέροχα ώριμα γεμάτα χυμούς.

Ελένη, θα ξεχαστούμε μυρίζοντας
ξανά και ξανά τα φύλλα.

Το φθινόπωρο δεν είναι εποχή∙
είναι προετοιμασία και προσευχή
για τον ακραίο χειμώνα που έρχεται.

Ας έχουμε ελπίδες. Να ασκούμε
μαζί όλες τις αισθήσεις μας.

Να είμαστε ικανοί, αν ξαφνικά βρεθούμε
σε καταιγίδες και βροχές.

Αγκαλιασμένοι τα λευκά του έρωτα
να ξεφυλλίσουμε αγαπημένα όλες τις νύχτες
του χειμερινού ημεροδείκτη.

Αινίγματα και φύλλα / Ξεξάκης Μανόλης

Φύλλα παράκτια πεσμένα
στους δρόμους της Θεσσαλονίκης.

Οπτασίες του πράσινου σήμερα,
πρώην φύλακες της δροσιάς,
απίστευτοι ηλιοσυλλέκτες,

παιδιά των μεγάλων ανεμοδεικτών
που βυθίζονται στην πλακόστρωτη
κρύα γη των πεζοδρομίων,

εκτοξεύοντας προς τον ουρανό
το αιωρούμενο λοφίο.

Φύλλα των δέντρων
που σαπίζετε το φθινόπωρο,
ντυμένα εξαίσια θεραπευτικά χρώματα
από το φαρμακείο της φύσης!

Καμένο κίτρινο, σχεδόν περγαμοντί,
μια υποψία πιο κοντά στην ξανθοφύλλη.

το κόκκινο που έρχεται από καφέ βαθύ
και βρέχεται στο βάραθρο του μαύρου,

αυτό το βαθυπράσινο με τους χαλκούς
που ακουμπά την ορυκτή κιννάβαρη–

Φύλλα νεκρά και άταφα
στα μαντεμένια χαρακώματα της πόλης!

Φύλλα βαλβίδες της καρδιάς των υπονόμων
σαρωμένα από τον άνεμο πάνω στις σχάρες,

μακριά από τον περίτεχνο τάπητα
της υπαίθρου που θα ανακατέψει
το αλέτρι του γεωργού.

Φύλλα άστεγα
που σας έχει αξιωματίσει
η θρηνώθης μεταλλική σιωπή
της τσιμεντένιας πόλης,

διωγμένα από κορμούς ερημόφιλους
που αποφάσισαν γυμνοί το χειμώνα!

Φύλλα δαρμένα απ' το φραγγέλιο
του γυμνού καιρού που σαλπίζει επίθεση,

θα μπορούσατε,

αν ήσασταν στην ερημία της εξοχής,
να κρυφτείτε βαθιά στο χώμα,

μέσα στην υγρή τεφροδόχο του χειμώνα
να γίνετε ουσίες της γης∙

εκτεθειμένα εδώ, στην άσφαλτο
δεν είστε χρήσιμα σε κανέναν.

Φύλλα, σήμερα το πρωί στάθηκα
κάτω από ένα δέντρο-μητέρα
και κοίταξα ψηλά.

Είδα ένα βαθιά μαραμένο, αραιό,
χρυσό ημισφαίριο φωτός
που το τρυπούσαν τ' αδέλφια σας
καθώς έπεφταν ατέλειωτα.

Μ' έλουσε ένας τρυφερός,
αβαρής, χρωματικός αφρός
και μπήκα για λίγο κι εγώ
στην περιδίνηση της πτώσης.

Στη ρίζα του δέντρου
ένας αναδευτήρας άνεμος
σέρνονταν χαμηλά.

Σας υποδέχονταν πάνω στις πλάκες
και στα ρείθρα και σας στοίχιζε
στις κοιλότητες του οδοστρώματος.

Άνεμος βοηθητικός, φτιαγμένος
από δυνάμεις που θέλουν
να μην ξεχάσετε τη φιλία
των καλοκαιρινών ημερών.

Φύλλα, πέφτετε, δεν είστε πια ζωή
και ο άνεμος σας προσφέρει
τους τελευταίους ασπασμούς
με την αναπνοή πάνω σ' αυτό
το γαλάζιο πλανήτη.

Φύλλα των δέντρων της Θεσσαλονίκης
και όσων άλλων δέντρων
αρχίζει κάποτε η ετήσια φυλλορροή,

κορίτσια τρυφερά και ευφρόσυνα
με τη λαμπρή χρυσόσκονη της εφηβείας,

που την οξειδώνει ταχύτατα ο χρόνος
και την αποθέτει στις καλύτερες θέσεις
του μουσείου της μνήμης!

Φύλλα, είναι ήδη αργά∙ πρέπει
να πάω στην καθημερινή εργασία μου,

να μετακινηθώ από αυτό
το πλέγμα των σκέψεων,

από τη σιωπή που βαλσαμώνει τις ψυχές σας.

Να φύγει από τα μάτια μου η οδυνηρή
πολύχρωμη λάμψη της πτώσης.

Κλαδιά ρέουν πεισματικά προς το έδαφος.

Γυμνά κλαδιά, ασπρισμένα, κόκαλα
που τα γλέντησε καιρό η έρημος.

Πουθενά τώρα ο άρχοντας χρόνος...

Όλα πνίγονται στο αδέσποτο χρωματικό χιόνι

και σε ήχους χρυσών μηδενικών

που μετράει αιώνια ο φιλάργυρος άνθρωπος.

Φύλλα, φεύγω αλλού.

Ο ορίζοντας με βαρύ σκονισμένο λευκό
ακουμπά σε μακρινά κεντήματα-όχθες

που βυθίζονται στο πέταλο
του Θερμαϊκού κόλπου.

Εκεί πλέει το αιωρούμενο νερό στο νερό,
η βλάστηση των εκβολών του Αξιού
γράφει με αραιό μαύρο.

Μπροστά μου η θάλασσα της Θεσσαλονίκης γαλήνια,

δυνατή σαν στερεό, απέραντο κέλυφος,

σκεπάζει τη φλόγα στα έγκατα της γης.

Πνίγει τους ήχους του πέτρινου τρόμου
στο ρήγμα της σερβομακεδονικής ζώνης...

Φύλλα, εσείς φύλλα των άλλων δέντρων
έξω από το παράθυρό μου,

σήμερα 11 Δεκεμβρίου πέσατε όλα.

Έτσι μπορώ να δω τη θάλασσα
που το χειμώνα έρπει πάνω της
παράξενη, λευκή ομίχλη ατμού.

Κάθε πρωί στα χρόνια που έρχονται
θα την ατενίζω από το δρύφρακτο
των έρημων κινούμενων βλαστών.

Μετά, μαζί με τα παιδιά κι εγώ,
συνταξιούχος πια, μα πάντα μαθητής,
θα φεύγουμε για το σχολείο των ελπίδων,

υψώνοντας τις τσάντες με τα νέα γράμματα
που μάθαμε ψηλά στον ουρανό,

πατώντας με ταχύτητα και δύναμη
ώρες πολλές τα πεζοδρόμια της πόλης,
επιδιώκοντας να καταπιεί
αυτός ο τσιμεντένιος τάπητας
το ρέμπελο στρατό των πεθαμένων φύλλων,

φτάνοντας επιτέλους με καλό καιρό
σ' εκείνα τα σχολεία μαθημάτων
υπομονετικών καθηγητών

που θα μας δείξουν ίχνη
για να βρούμε βήματα
του γίγαντα που λέγεται ζωή.

Που θα μας πείσουν ότι όλα από άλλους
συνεχίζονται κι ας είναι εφήμερα.

Και πως αξίζει να πιστεύουμε
ότι παράγει αέναα τα νέα έμψυχα
και την μοναδικότητα
ένας ακούραστος μελισσουργός
μέσα στο ακατόρθωτο να νοηθεί
μεγάλο κατασκεύασμα ενέργειας και ύλης.

Πως πλοηγείται μέσα από σκοτάδια η ζωή,
ίσως να πέφτει και βυθίζεται σε τάρταρα
πριν ξαφνικά κι απρόσμενα φθαρεί
σαν μια μικρή ετήσια φυλλοβολή
που αγωνίζονται να καταπιούν τα έγκατα της πόλης

και πρέπει ο άνθρωπος να προχωρεί
χωρίς να βλέπει γύρω του

στρατούς, τα άταφα αινίγματα και φύλλα.

Το τραγούδι τής Ελένης (5) / Ξεξάκης Μανόλης

Στη χαίτη του ανέμου ταξιδεύω τις αναμνήσεις μου.
Σε κυνηγώ πάλι στις πολεμίστρες του κάστρου
και δε σε χορταίνω, πέλαγο.
Αγκαλιά με την προχωρημένη νύχτα
περιμένω τα μελτέμια και τα πρώτα κίτρινα φύλλα.
Οι ελπίδες είναι σαν τα σπαθιά.

Η καρδιά τού παιχνιδιού / Ξεξάκης Μανόλης

1

Ένα πρωινό χαρμόσυνο μας πήρε μια μανία
και τρέχαμε και φτάσαμε στο μόλο.
Καθίσαμε δίπλα στο νερό, απάνω στο ζεστό τσιμέντο.
Έγινε το πρόσωπό της μια χοάνη φωτιάς και με ρουφούσε.
Της έλεγα:
 «Σ' αγαπώ γιατί ιππεύεις τα όνειρά μου.
   Γιατί κατοικείς τον αιμάτινο κοχλία που φυσώ.
   Κατεβαίνει το σώμα σου στις στοές τού έρωτα
   όπως κατεβαίνουν τα φέρετρα στη γη
».
Γνωρίζει και σκίζει το πέπλο τής ομορφιάς
και δίνει μια μέσα στα νερά, σαν να μην είχανε σημασία τα λόγια μου
και χουφτώνει ένα ψαράκι μικρό σαν βδέλλα και γελά.
Τότε κατάλαβα πως εγώ δημιουργώ την ομορφιά τού κορμιού σου
και σηκώθηκα σφαγμένος και πήγα σπίτι μου.

Το τραγούδι τής Ελένης (3) / Ξεξάκης Μανόλης

Ήρθες πάλι κύματα-κύματα
με τη ζέστη φυτεμένη στα μόριά σου
και λύγισες τα δέντρα κι έφρυξες το χώμα
κι έστρωσες τη θάλασσα με θίνες
που οδεύουν κι ολοένα χάνονται
στο βάθος του ορίζοντα, αφρικανέ...

Ήρθες πάλι σήμερα και πήρες τη συνάντηση
με την Ελένη.

Όνειρο όγδοο / Ξεξάκης Μανόλης

Δεν ξέρω αν πεθαίνω τη νύχτα;

Πού πάει η ζωή μου;

Τι όνειρα βλέπω;

Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε
δεν είναι στον ουρανό.

Στα όνειρα φυγοδικούν∙

επιθυμίες ανομολόγητες,
φόβοι και ξεχασμένες οδύνες.

Μοναξιά / Ξεξάκης Μανόλης

Στον Επιτάφιο της Μεγάλης Παρασκευής
σε λησμόνησα μοναξιά μου·
στις δάφνες της Ανάστασης τις ξέρες
θρυψαλιαζόσουν και σε θυμήθηκα.
Έκοψα στα δύο την αυλαία του Πάσχα
την εικόνα σου την πέταξα στη λάσπη
εκεί δίπλα στη χαίνουσα πληγή του λατομείου
που εργάτες σπάζουνε πέτρες
για τους καινούριους Μπαμπ Ιλλί
κι ανταμώθηκε με κολλήγους
την ώρα τη δίκαιη του μεσημεριού
π’ ανοίγουνε το τυρόψωμο,
με ιδέες για να ξεχάσω ιδέες
με γυναίκες ανταμώθηκα
για να ξεχάσω γυναίκες.
Μοναξιά μου απόψε μόνη εσύ στο δρόμο βγήκες.
Στις εσχατιές του κόσμου εμένα ζητάς.
Οδηγείς τους ιχνηλάτες σου
στην καλύβα του ξυλοκόπου
μέσα στο δάσος που ουρλιάζουν τα τσακάλια
κι εγώ ξενυχτώ το φθινόπωρο
τη Δευτέρα που κρύβει την Τρίτη
το Σεπτέμβρη τον Οκτώβρη
τα Χριστούγεννα που δεν είναι δικά μου.

Όνειρο δωδέκατο: Αγγελιοφόρος θερμότητας / Ξεξάκης Μανόλης

Ονειρεύομαι και βλέπω ένα χειμώνα με κρύο 
που εισχωρεί από τις σύγχρονες καθρεπτοτζαμαρίες 
μαζί με παγοκρύσταλλα στα κτίρια της πόλης.

Δεν έχουμε ψυγεία για ποτά και τρόφιμα. 
Κάθε δωμάτιο, θάλαμος ψυκτικός. Ο κόσμος 
τρέφεται με κρύα φαγητά και ζει σε παγωμένα σπίτια.

Ένα σαλόνι δίπλα μας είναι φωλιά των πάγων. 
Αλλού, εκεί που κατοικούν τυριά, θάλαμος της γραβιέρας.

Τα μπρι, οι παρμεζάνες και τα καμαμπέρ είναι αναποφάσιστα. 
Ψάχνουν αριστοκρατικά προάστια αχιόνιστα να εγκατασταθούν...

Διαλαλώ, μας απειλούν νυχθημερόν πολλών αιώνων κρύα. 
Σκοτάδια ασύλληπτα αγριεμένων ημερών, νύχτες αραβικές, αιμάτινες 
έρχονται για την παγωμένη ευρωπαϊκή οντότητα, τώρα που ζει 
με τις επιλογές του λογχοφόρου γίγαντα της υφηλίου.

Πλόες ερωτικοί (1) / Ξεξάκης Μανόλης

Εγώ, ο Μανόλης Ξεξάκης,
καπετάνιος της αμφιβολίας για τα συμβαίνοντα στον κόσμο,
το «σωτήριο» έτος 1974,
προσπαθώντας να βρω το δρόμο μου,
μέσα από συγκρουόμενα ίχνη, που οδηγούσαν σε αμφίβολα λιμάνια,
διάκρινα στο παρελθόν μου, τοποθετημένο ψηλά,
ένα αβέβαιο κύμα από έρωτα,
που επιθυμώ να κατρακυλήσει στην αφρισμένη πρύμνη,
μακριά απ' τη γέφυρα του καραβιού.
Λοιπόν, βρισκόμενος σ' εφτά πατώματα ύψος-ψηλά,
έβλεπα απέναντι το σπιτάκι της λογικής σκοτεινιασμένο.
Κι άρχισε να ρίχνει απ' τη νύχτα στις τρεις.
Έριχνε χιόνι πεταλούδα και σκεπάστηκαν τα δέντρα.
Σηκώθηκα και περπάτησα σε διάδρομους νοσταλγίας
κι επέστρεφε και χάνονταν συνεχώς
ως το λευκό χιονισμένο πρωί, η εικόνα σου στο μυαλό μου.

Άσκηση τέταρτη (λυμένη) / Ξεξάκης Μανόλης


Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
ένα πολυώνυμο εφ του χι ψι
σχισμένο στη μέση
με τους αγνώστους του
σκορπισμένους στο πάτωμα
αναζητά τιμή της μεταβλητής χι
που να το μηδενίζει
στον παρόντα ασυνάρτητο χρόνο.


Οι κηπουροί της μοναξιάς / Ξεξάκης Μανόλης

Δύο και, μετά τα μεσάνυχτα∙
όποιος είναι ακόμα στο μπαρ
θα ξεκουκίσει μόνος
και την υπόλοιπη νύχτα.

Δεν έχουμε σπίτι με παιδιά,
φωνές, αναπνοές και γέλια.

Όσοι είχαμε το χάσαμε.

Κανένας δεν σηκώνεται να φύγει.
Ακόμα ένα ποτό,
η ιστορία στα βιβλία με λέξεις,
πουθενά και κανένας, τίποτα.

Για τους κηπουρούς της μοναξιάς
ο χρόνος είναι άδικος, ατελείωτος
και τυρβώδης...

(Φοινικιά μου ψηλή και λιγόπειρη) / Ξεξάκης Μανόλης


Φοινικιά μου ψηλή και λιγόπειρη,
σε νησί τού Ειρηνικού ή του Ινδικού,
σε πέτρα από βασάλτη ριζωμένη,
ποιος πρέπει να 'ν' ο δρόμος τού καραβιού μου
για να σε βρω;

Τα μάτια σου κλείνουν σαν άνθη τού κρόκου τη νύχτα
κι η γραμμή τού προσώπου σου
μου θυμίζει το σχοινί των γερανών
που ανεμοπορούνε πλάι-πλάι το φθινόπωρο.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.