Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπούρας Κωνσταντίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπούρας Κωνσταντίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Ο ΣΤΟΧΟΣ


Η σιωπή των – κατά τα άλλα – φλύαρων
Πελαργών
Όταν πετάξει αετός πάνω από τη φωλιά τους,
Η χαρά των κεραυνών που οφθαλμοσκοπούν
Το άπειρο
Η τρέλλα της αμνησίας του τυφλοπόντικα
Που σκάβει στο ίδιο σημείο,
Ενώ ο θησαυρός του είναι ένα βήμα
Πάρα ’κει,
Η φορά των γεγονότων που θα μπορούσε
Άνετα ν’ αντιστραφεί
Αν δε θωρούσαμε μαγνητισμένοι
Το προσδοκώμενο – από ποιους; –
αποτέλεσμα.
Απλές αλήθειες, περίπλοκα πάθη
κι ο ποιητής μέσα σου βουβός
περιμένοντας να σιγάσει ο θόρυβος
του δρόμου
για να μιλήσει.

Ο ΡΥΘΜΟΣ


Ο ρυθμός που συνέχει το σύμπαν
Κι ωθεί τα ουράνια σώματα να ερωτεύονται
Τους γαλαξίες να παντρεύονται
Και να σμίγουν
Ακυρώνοντας έτσι αιώνες πολιτισμού
Σε μια ώρα παροξυσμού ευλογημένη
Όπου τα κάστρα της μοναξιάς πέφτουν
Κι η αλυσίδα ακυρώνεται των φαινομένων.
Σε μια στιγμή όλα φωτίζονται
Χωρίς να προλάβουν ν’ αντικατοπτριστούν
Στον κόλπο τ’ ουρανού
Βουλιάζουν στο βυθό της θάλασσας
Για ν’ αναδυθούν ως αμοιβάδες
Ως κοχύλια,
Αμμωνίτες
Και αχάτες.
Κοχλίας του χαμού ο Γαλαξίας μας
Πηγαίνει ν’ αρραβωνιαστεί την Ανδρομέδα του
Επιβουλευόμενος έτσι την αθανασία
Των πυραμίδων,
Τη σιωπή της Σφίγγας,
Την υστεροφημία των Φαραώ,
Και τα γραπτά μας
Παρανάλωμα πυρός
Στο κοσμικό καμίνι,
Όπου θα τρέξουν όλα τα χαμίνια
Να ζεσταθούν,
Να ψήσουν κάστανα
Και να χλευάσουν
Την τόλμη μας την ποιητική.
Μόνο ένα αηδόνι θα δακρύσει
–Από κάποιο αστέρι μακρινό–
Κι ο κύκνος ο συμπαντικός
Θα τραγουδήσει το στερνό του το τραγούδι.

ΤΟ ΑΓΑΘΟΠΟΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΩΔΕΙΟΥ





Είναι το φάντασμα ενός νέου, που πέθανε στα εβδομήντα του, χωρίς να ξέρει ούτε τις νότες. Μεγάλωσε μέσα στην κατοχή. Ούτε λεφτά για ωδεία δεν υπήρχαν ούτε χρόνος για τέτοιες σκέψεις. Αγαπούσε παρ’ όλα αυτά να ακούει την απέναντι μεγαλοκοπέλα να παίζει στο πιάνο κάθε απόγευμα στις πέντε την ίδια πάντα μελωδία. Το Für Elise του Beethoven. Μένανε στο Πασαλιμάνι, όμως κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών της Αθήνας από τους Γερμανούς είχανε καταφύγει σε ένα σπίτι μιας άκληρης θείας του στο Κουκάκι. Τους παραχώρησε δωρεάν το υπόγειο. Οι Γερμανοί δεν βομβάρδιζαν γύρω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, κι έτσι όλοι έτρεχαν να μείνουν στην Πλάκα, στου Μακρυγιάννη, στο Κουκάκι. Ακόμα και στο Μετς ήταν πολύ καλύτερα από αλλού. Μόνο που εκεί ήταν το νεκροταφείο δίπλα, και οι δεισιδαίμονες το απέφευγαν. Λέγανε ότι τα φαντάσματα των σκοτωμένων παιδιών γυρνούν πάνω από τα μνήματα τις νύχτες και παίζουν τόπι,  κρυφτό, τραμπάλα, αιωρούνται από τα δέντρα, και κάνουν όλες τις ζαβολιές που η ζωή – ή μάλλον ο Θάνατος – τους αρνήθηκε. Η δική του βαθιά επιθυμία ήταν να μάθει μουσική και να παίζει στο πιάνο την ώρα που μία κοπέλα με κρινένια δάχτυλα και ψιλή φωνή θα τραγουδάει. Θα τραγουδάει… και τα δάχτυλά της θα χαϊδεύουν την απαστράπτουσα μαύρη επιφάνεια ενός πιάνου με ουρά. Είχε δει ένα τέτοιο πιάνο κάποτε σε μαγαζί της οδού Ιπποκράτους. Δεν τόλμησε να μπει και να καθήσει στο σκαμνάκι μπροστά και να δοκιμάσει να παίξει. Ήτανε τα ρούχα του φτωχικά. Φοβήθηκε ότι κάποιος από τους υπαλλήλους, ο πιο ψηλός, ο πιο νταβραντισμένος θα τον πετούσε έξω. Έτσι ποτέ δεν τόλμησε. Γενικώς, ποτέ δεν τόλμησε για τίποτα. Μετά τον πόλεμο ένας θείος του παρακάλεσε – δεν ξέρει ποιον, δεν ρώτησε… – και τον πήραν στην Εθνική Ασφαλιστική κλητήρα. Έμεινε τριανταπέντε χρόνια στο θυρωρείο της οδού Καραγεωργή Σερβίας να παρατηρεί ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Ααα, σε αυτό δεν του ξέφευγε κανένας. Παρ’ όλη την άνοια που είχε εμφανιστεί απρόσκλητη λίγο πριν τα πενήντα πέντε του. Όταν πήρε σύνταξη, αγόρασε με το εφάπαξ – ήταν ένα γενναίο ποσό τότε – ένα δυαράκι στον δεύτερο όροφο επί της οδού Τήνου, λίγο πιο πάνω από την Πατησίων. Από το Ωδείο που ήτανε απέναντι έβγαιναν κάθε απόγευμα μελωδίες θείες. Κι έτσι συνήθιζε να πίνει το καφεδάκι του στο καθιστικό με συνοδεία μουσικής. Την τηλεόραση την είχε πάντα αναμμένη, αλλά χωρίς φωνή. Ούτως ή άλλως δεν τον ενδιέφερε τι γίνεται στον κόσμο. Δεν τα καταλάβαινε. Με το ζόρι είχε βγάλει το δημοτικό. Με ντενεκέδες λάδι και με μεγάλα κεφάλια μυζήθρας, αλμυρής μυζήθρας. Σαν κεφάλια μωρού ήταν εκείνα τα παραλατισμένα κομμάτια τυριού. Κάποια στιγμή κατάπεσε. Δεν είχε κανέναν να τον κοιτάξει. Η γυναίκα του έφυγε με τον πρώτο της ξάδερφο που ήταν κι αυτός παντρεμένος, για τη Γερμανία ή για την Αυστραλία ίσως. Ποτέ δεν ρώτησε να μάθει. Κι ο γιος του, ο γιος της δηλαδή, όταν έμαθε ότι ήταν παράνομος καρπός της μάννας του με τον ξάδελφό της, εεε, τότε ήτανε που έριξε μαύρη πέτρα πίσω του και δεν ξαναμίλησε ποτέ στον φτωχό πατέρα του. Όχι πως είχανε και ποτέ ιδιαίτερα θερμές σχέσεις, αλλά, όπως και να το κάνουμε, τηρούσαν τα προσχήματα, όπως όλος ο κόσμος… Κανείς δεν ξέρει πόσες μέρες έμεινε πεθαμένος. Τον βρήκαν πεσμένο μπροστά από την κλειστή μπαλκονόπορτα, με το δεξί χέρι κοκκαλωμένο, σα να προσπαθεί να τραβήξει την κουρτίνα. Από τότε το φάντασμά του γυρίζει άκακο στις αίθουσες του απέναντι ωδείου, και παρακολουθεί ανελλιπώς όλα τα μαθήματα. Μόνο που δεν μπορεί να γράψει τις εργασίες του για το σπίτι, γιατί τα γυάλινα δάχτυλά του δεν υπακούουν, και το στυλό γλιστράει από τα χέρια του. Παρ’ όλα αυτά γυρνά αμέριμνος και καλοκάγαθος παντού. Περνάει μέσα από τους τοίχους, γιατί τις σκάλες πάντα τις βαριότανε, κι όταν κάνουν λογοτεχνικές βραδιές στο υπόγειο, κουρνιάζει πάνω από το κουρτινόξυλο, ακριβώς πάνω από το πιάνο, μακριά από την πόρτα – για να μην τον χτυπάνε τα ρεύματα – και παρακολουθεί με μανία όλες τις εκδηλώσεις ρουφώντας λαίμαργα και την τελευταία συλλαβή.

το γατακι





Καθόταν εκεί χνουδωτό κι ευτυχισμένο, με τσίμπλες στα δυο του χρυσά ματάκια. Ήταν τόσο μαύρο, που έπρεπε να το βάλεις πάνω σε μια κόκκινη κουβέρτα για να το φωτογραφίσεις. Αλλιώς φαινόταν σαν ένας μαύρος λεκές, απροσδιόριστος, γιατί κουνιόταν κιόλας και το τύφλωναν τα φλας. Ήταν δεκατριών χρονών, σαν γέρος 91 ετών! Ο φίλος του ο Παναγιώτης, ο κτηνίατρος και ποιητής, του είπε ότι κάθε χρόνος ζωής της γάτας αντιστοιχεί με επτά ανθρώπινα χρόνια. «Ουφ! Τι ταλαιπωρία να ζεις όταν σβήνει το καλοριφέρ» σκέφτηκε ο Μαυρούλης. «Μα τι τσιγκούνηδες άνθρωποι μένουν στο κτήριο αυτό; Γιατί δεν το ανάβουν μία ώρα παραπάνω; Αχ, τα κόκκαλά μου τρίζουν σαν τα σάπια σανίδια στο παλιό παρκέ, που είναι κούφιο από κάτω, και περπατάνε οι κατσαρίδες. Τις ακούω, χώνω το ποδαράκι μου, αλλά δεν δύναμαι να τις πιάσω. Κι εκείνες, σα να το ξέρουν, σουλατσάρουν ανενόχλητες και με κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη μου. Όταν ήμουνα νεαρός κοιμόμουνα με το ένα μάτι ανοιχτό, και το ένα μου αυτί γύριζε πέρα-δώθε σαν περισκόπιο. Τα είδα τα περισκόπια των υποβρυχίων σε ένα πολεμικό φιλμ στην τηλεόραση του αφεντικού μου… Όμως τώρα γέρασα. Βαριακούω από το δεξί αυτί. Έχω και γλαύκωμα, κι από τα δύο μάτια. Τι τα θέλεις; Έτσι είναι η ζωή. Ζήσαμε και γεράσαμε, όπως λένε οι άνθρωποι, όταν φυτέψουν κάποιον στο νεκροταφείο και πηγαίνουν πάνω από το κουτί του και κλαίνε. Ποτέ μου δεν το κατάλαβα αυτό το έθιμο. Τι ανοησία! Αφού αυτοί είναι καλά και υγιείς και ζωντανοί και τρώνε και πίνουν και γλεντάνε. Γιατί κλαίνε; Νομίζω ότι οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι τους φταίει. Είναι ένα περίεργο ζώο. Καλοί βέβαια, και με το παραπάνω… Εμένα ο κύριός μου με βρήκε μωράκι στο δρόμο και με περιμάζεψε. Με τάιζε με αυτό το πράγμα που βάζουν βρασμένο γάλα μέσα – δεν ξέρω πώς το λένε – και ταΐζουν τα μωρά των ανθρώπων και τα κατσικάκια. Αλήθεια, πού έχω δει μωρά κατσικάκια; Δεν θυμάμαι. Ας όψεται η άνοια! Μμμμ… τι λέω; Ποιος είπε ότι έχω άνοια; Σίγουρα αυτός ο καλούλης κτηνίατρος που με περιθάλπει από μωρό και μου κάνει κι εκείνα τα εμβόλια που δεν πονάνε καθόλου. Μια φορά τον άκουσα να λέει στον κύριό μου, που είναι συγγραφέας, ότι είμαι ημίαιμος, και προέρχομαι από γάτα Βομβάης, και αγριόγατο. Γι’ αυτό τα μαλλιά πάνω από τα αυτιά μου είναι σκληρά και όρθια, σαν του Γιαννάκη απέναντι. Εκείνος όμως τα κάνει να στέκονται όρθια με μια ανοιχτή πράσινη κρέμα, σαν οδοντόπαστα. Ασχολείται ώρες με τα μαλλιά του και με τα σπυριά που έχει στο πρόσωπό του. Ακμή, νομίζω τα λένε, αν δεν με απατάει η άνοια. Αλλά γιατί η άνοια να με απατάει; Είναι σωστή αυτή η έκφραση ή θα με διορθώσει ο αφεντικός μου; Ποιος να ξέρει; Κάθεται με τις ώρες απασχολημένος μπροστά στο κομπιούτερ του και γράφει. Ποιος τα διαβάζει όλ’ αυτά τα βιβλία; Ο ίδιος πάντως σίγουρα! Έχει πάνω από επτά χιλιάδες τόμους σκορπισμένους στο σπίτι: στις ντουλάπες στο πατάρι, κάτω από την τραπεζαρία, πάνω στις καρέκλες, ακόμα και στο μπάνιο. Μου αρέσει η μυρωδιά του φρεσκοτυπωμένου χαρτιού. Πηγαίνω και κάθομαι πάνω και δεν το κουνάω. Όταν ήμουνα μωρό είχαμε κι ένα στερεοφωνικό με κάτι τεράστια κουτιά – ηχεία τα λένε – που ξάπλωνα επάνω κι άκουγα την κοιλίτσα μου να κουνιέται από τη μουσική. Μου άρεσε ιδιαίτερα ένας Μότσαρτ! Μμμμ… σήμερα θα φάω τόννο σε νερό. Ο τόννος σε ηλιέλαιο με αναγουλιάζει. Ευτυχώς το έχει καταλάβει ο κύριός μου και δεν επιμένει σε τροφές που δεν μου αρέσουν ή που δεν κάνουν καλό στην υγεία μου. Πρέπει να προσέχουμε την υγεία μας. Είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε. Θα ήθελα να πλένω κι εγώ τα δόντια μου όπως εκείνος. Τρεις φορές την ημέρα, αλλά δεν ξέρω πώς να του το πω. Θεέ μου, γράφει πάλι… Θα ανέβω με τρόπο πάνω στο γραφείο, και θα ξαπλώσω πάνω σε μια στοίβα λεξικά που έχει δεξιά του. Μμμ… με αφήνει. Στις καλές του θα είναι. Δεν με κατεβάζει κάτω. Όμως κι εγώ θα κάνω τη σκανταλιά που την έμαθα όταν ήμουνα μικρός. Θα κουνήσω τη μακριά φουντωτή ουρά μου, δήθεν τυχαία, θα πατήσω το ακριανό αριστερό πλήκτρο, που γράφει Escape και θα τον εκνευρίσω. Θα γελάσω πολύ όταν δω να γουρλώνει τα μάτια του, και να γίνεται κατακόκκινος, όπως μια κακιά υπηρέτρια που είχαμε που με χτύπαγε με το σκουπόξυλο και με τράβαγε από την ουρά… Όμως ο αφεντικός μου ποτέ δεν θυμώνει. Με παίρνει στην αγκαλιά του, μου χαϊδεύει το κεφάλι, με χαϊδεύει στο λαιμό και μετά λέει: ‘Ααα, πάλι σε παραμέλησα φαίνεται γατάκι μου!’. Λέει το ‘γατάκι μου’ τόσο γλυκά που όταν το ακούω λιώνω. Τι να κάνεις; Είχα μια καλή ζωή εδώ. Νομίζω πως τώρα ήρθε η ώρα να πεθάνω. Νιώθω έναν φριχτό πόνο στην πλάτη και η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Πώς το είπε ο γιατρός την άλλη φορά; ‘Πλήρης καρδιακή ανεπάρκεια. Αν ήταν άνθρωπος, θα του βάζαμε βηματοδότη. Όμως αυτός ο γατούλης δεν θα αντέξει την επέμβαση, θα μας μείνει. Έχει και νεφρική ανεπάρκεια.’ Τελικά δεν είναι τόσο άσχημο να πεθαίνεις στα γεράματα! Το μόνο που έχω να δηλώσω είναι: έζησα μια ωραία ζωή!». Και ο Μαυρούλης έσβησε στην αγκαλιά του αφεντικού του. Εκείνος δεν τον κατάλαβε αμέσως, παρά μόνο όταν το παχύ σωματάκι κρύωσε. Τότε ένα δάκρυ κύλησε στο αριστερό του μάτι, το άλλο ήταν πάντοτε κόκκινο και ξερό… από τις πολλές ώρες μπροστά στον υπολογιστή. Απίθωσε το νεκρό σώμα του ζώου του σε ένα ζωγραφισμένο με λουλούδια κασελάκι και το πήγε στην οδό Τηλεμάχου, στο φίλο του τον Παναγιώτη, τον κτηνίατρο και ποιητή, που θα το θάψει με όλες τις τιμές στη φάρμα των ζώων στο Μαρκόπουλο, δίπλα στο εκκλησάκι. Αιωνία του η μνήμη!






Ένα συνηθισμένο επεισόδιο



Ήτανε Πέμπτη 14 Αυγούστου του σωτηρίου έτους 2008. 2:18 μμ στην Πλατεία Κάνιγγος. Το τρόλεϋ με τον αριθμό 3 κυλάει αργά μέχρι τη στάση. Ένα τσούρμο ανθρώπων κατεβαίνει πατώντας τους άλλους που επιμένουν ν’ ανέβουν πριν αδειάσει το τρόλεϋ. Ο οδηγός βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει στο κινητό.
            -Έλα Σούλα, τι νέα από το παιδί; Πέρασε στις εξετάσεις;… Πάάάλι; Άντε καλά. Τα λέμε του βράδυ.
            Καπάκι χτυπάει πάλι το κινητό. Κλείνει την πόρτα αφού όλοι οι βιαστικοί δια-αγκωνιστές έχουν κάτσει κι όσοι δεν τα κατάφεραν τους κοιτάν λοξά και τους βρίζουν από μέσα τους.
            -Ναι; Ναι; Ναι; Δεν ακούω καλά…. Αααα, εσύ είσαι;…. Τι; Κόλλησες; Πώς; Άντε πάλι… Και τώρα; Τι θα κάνεις; Καλά, κλείσε θα σε πάρω εγώ αμέσως.
            Ο οδηγός του τρόλεϋ κοιτάει από το καθρεφτάκι αριστερά να δει αν έρχεται άλλο όχημα, κατεβαίνει στη μέση του δρόμου, περνάει μπροστά από το σταματημένο τρόλεϋ και κατευθύνεται προς τη χημική τουαλέτα που βρίσκεται πίσω από τη στάση. Ταυτόχρονα σχηματίζει ένα νούμερο στο κινητό του. Όμως η τουαλέτα είναι κατειλημμένη. Οι επιβάτες τον παρακολουθούν από τα παράθυρα σαν υπνωτισμένοι. Δεν μιλάει και δεν κουνιέται κανείς. Μόνο μία φλύαρη κουτσομπολεύει τη γειτόνισσά της στην ξαδέρφη της που μόλις ήρθε από το χωριό:
            - Που λες, Βιβή μου, δεν ξέρεις τι τραβάω με τη βρωμιάρα που έχω μπλέξει. Οι κατσαρίδες θα μας φάνε! της λέω. Όμως εκείνη, τίποτα. Έχει βγάλει όλο το νοικοκυριό της σε κούτες, εδώ και τρία χρόνια, στα σκαλιά της πολυκατοικίας, λες και πρόκειται να μετακομίσει. Τι περιμένεις παιδί μου; Πώς να κρατήσεις άντρα έτσι; Γι’ αυτό της έφυγε ο μακαρίτης. Πήγε στη Γερμανία μετανάστης, τον πάτησε ένα τραίνο και ησύχασε. Στη νεκροψία είπανε ότι ήτανε μεθυσμένος. Και πώς να μην είναι; Έπινε για να ξεχάσει!
            Ο οδηγός του τρόλεϋ είναι ακόμα μπροστά στην κατειλημμένη χημική τουαλέτα, μόνο που αυτή τη φορά δεν μιλάει στο κινητό, αλλά τρώει λαίμαργα ένα σουβλάκι με διπλό γύρο, πατάτες, κρεμμύδι και τζατζίκι.
            Κάποιοι επιβάτες αρχίζουν ν’ ανησυχούν και να μιλάνε μεταξύ τους. Μία κυρία, από τους οικολόγους, παίρνει το μέρος του:
-          Τι να σου κάνει ο άνθρωπος; Όλη την ημέρα στους δρόμους. Δεν θα φάει; Δεν θα ενεργηθεί;
Ο οδηγός δεν έχει ακόμα τελειώσει το χορταστικό σουβλάκι, όταν
ανοίγει η πόρτα της χημικής τουαλέτας και βγαίνει μία έντονη βαμμένη Ουκρανή με πολύ κοντή φούστα, κόκκινο της φωτιάς.
-          Άντε κυρά μου, τι κάνεις τόση ώρα; Πενήντα άνθρωποι περιμένουμε.
Εκείνη φεύγει χωρίς να του ρίξει ούτε μία ματιά, σα να μην άκουσε. Ή
σα να μην καταλαβαίνει τα ελληνικά. Κι ενόσω ο οδηγός προσπαθεί να κρατήσει ανοικτή την πόρτα, και να φάει τα τελευταία κομμάτια από το σουβλάκι, χτυπάει πάλι το κινητό του. Απαντάει όπως-όπως, και το πρόσωπό του συννεφιάζει. Κιτρινίζει ολόκληρος, χοντρές στάλες ιδρώτα ξεφυτρώνουν από το μέτωπό του, κάνει μισή στροφή γύρω από τον εαυτό του και πέφτει ανάσκελα στο λεκιασμένο από τα αποτσίγαρα και τα υπολείμματα σπανακοπιτών, τυροπιτών και παγωτών πεζοδρόμιο. Κανείς δεν κινείται προς το μέρος του. Οι επιβάτες τον κοιτάνε σαν υπνωτισμένοι. Περνούν λίγα λεπτά, και ξαφνικά μία επιβάτις παχουλή, που της έχει λυθεί η μία καλτσοδέτα, παθαίνει κρίση κλειστοφοβίας κι αρχίζει να ουρλιάζει:
            -Θέλω να φύγω! Βγάλτε με από ᾽δω μέσα! Δεν μπορώ ν’ ανασάνω! Δεν μπορώ ν’ ανασάνω, σας λέω.
Και πέφτει λιπόθυμη στον ώμο του διπλανού της που κοιμότανε, και την απωθεί μηχανικά, ενοχλημένος.
            Δεν κινείται κανείς. Περνούν λίγα ατέλειωτα λεπτά. Τελικά η οικολόγος αποφασίζει να δράσει, και καλεί την Άμεση Δράση με το κινητό της. Πριν προλάβει όμως να πει τίποτα, ο οδηγός σηκώνεται, σκουπίζει το πουκάμισό του από τα τζατζίκια, ισιώνει την τσάκιση του παντελονιού του, περνάει μπροστά από το τρόλεϋ, κοιτάζει να δει αν έρχεται άλλο όχημα, ανοίγει την πόρτα του οδηγού, κάθεται στη θέση του, κοιτάει από το καθρεφτάκι τους επιβάτες, και το ηλεκτροκίνητο όχημα κυλάει επιτέλους μαλακά στην οδό Ακαδημίας. Στην επόμενη στάση, σχεδόν όλοι κατεβαίνουν, εκτός από τον κοιμισμένο και την αποσβολωμένη οικολόγο.
            Άλλη μία συνηθισμένη μέρα στην Αθήνα κυλάει ομαλά!

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.