Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρούζος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρούζος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα Α’ και Β’) Για τον Ιησού Χριστό

 «Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.

Είχε συνάξει λίγα φύλλα

ένα κλαδί γεμάτο φως

είχε πονέσει.

Και τώρα χάθηκε…

Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος

αγγίζει νέους ουρανούς

η προσευχή του μάχη.

Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.»

 


«
Με τι βιασύνη προχωρεί ο Ιησούς εφέτος

προς την Ανάσταση

παραμερίζει πανέρια τεράστια

γιομάτα βιολέτες

σπρώχνει τους αέναους παπάδες

τινάζει νευρικά προς τα πίσω τη μαλλούρα του

το γεγονός είναι ολοφάνερο: βαρέθηκε».

 

-«Τίποτα δεν αγγίζει τις απριλιάτικες βιολέτες; τίποτα-: μονάχα ο ακάνθινος Ιησούς.»
 
 
Το άφθαρτο ξύλο: Ο σταυρός είναι δυο επιθυμίες. Η μια επιθυμία που ερωτεύτηκε τα ουράνια σμίγει και σταυρώνεται με την επιθυμία καθώς διασχίζει τη γη. Κι ο Χριστός στο Έαρ Σταυρωμένος.» 
 
 
 

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

«Ποιήματα» Ποιητική Συλλογή του Νίκου Καρούζου που έλαβε το Β' Βραβείο Ποίησης το 1962


Διαβαίνω αγιάτρευτος μεσ' στο όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.
Κ' η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι του αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις πηγές.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

«Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη», Ποιητική Συλλογή του Νίκου Καρούζου που έλαβε το Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1988 (Εκδόσεις Απόπειρα)



Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη
Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη.

(Να ιδούμε αν η Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας.)
ΈΝΑΣ ΝΑΥΤΗΣ: Το μυαλό πώς μαλακώνει στα Ουράλια;
ΈΝΑΣ ΆΛΛΟΣ ΝΑΥΤΗΣ: Τι θέλεις να πεις; Δεν κατάλαβα.
μουχλιάζει το τηλέφωνο. ευδαιμονία
– Η εξουσία ολάκερη στα Σοβιέτ! Αυτό είν’ όλο.

ΠΡΑΒΔΑ
– Μπορείς όμως να κόψεις ένα τριαντάφυλλο απ’ τη λέξη τριανταφυλλιά;
– Σε κείνους η ερώτηση.

ΠΡΑΒΔΑ
– Ποια λογική αρχίζει σε κείνους; [Ένας τρίτος ναύτης.] – Εγώ βλέπω άλλο. η λογική της εξουσίας συνεχίζεται.

ΠΡΑΓΜΑΤΙ
– Θα πεθάνουμε ή θα βάλουμε την επανάσταση στο νόημα της!
– Αυτό είν’ όλο.

Νοστάλγησα τα ορυχτά την άφωνη
θηλαστική μου ιερότητα
κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είν’ ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά.
δεν ήρθα δε φεύγω θα σταματήσω.

– Η εξουσία είναι της Ιστορίας η ευκοιλιότητα.
– Στο χωριό μου τη λένε γλεντοκώλα.

ΠΡΑΒΔΑ
– Γεννάδη, κάνεις ομοιοκαταληξία με τον Άδη.
– Φθέγγομαι τρόμο. Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι τα ιδανικά; Είν’ όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν απ’ το τηγάνισμα.
– Εμείς που αληθεύουμε;
– Στην επανάσταση.

ΑΥΤΟ ΕΙΝ’ ΑΛΗΘΕΙΑ
– Για άκου το χτεσινό μου όνειρο. Βρισκόμουνα τάχα στον Όλυμπο. Θέαινες λαλέουσες κοροϊδεύαν αιωνίως του κύκλου την απληστία, μ’ ένα χυδαιότατο φεγγάρι λίγο ψηλότερα. – Δρόμος αμφιλεκτισμού. μετέρχομαι άγνωστο -, είπα. Κι άξαφνα βγαίνουν εμπροστά μου από σκοτεινό χαλκό και νήπια σίδερα ο Ήφαιστος και η Αφροδίτη, τσιτσίδια αιματωμένα. «Τι φαντάστηκες», μου λέει ο Ήφαιστος. «Αυτή η κρυπτογαμική κι ατάσθαλη Κυρία τα κάνει όλα. η κατά βάθος νυμφομανής Ήρα. είναι η σύζυγος-εξουσία κι αναμέλπει λάμψη αμέμπτου ηθικής». – Αφυπνίστηκα ταραγμένος.
Δούλα του φωτός πεταλούδα. φτερά και χνούδι σε εξωφρένεια!
Ο έκλυτος Δίας κρατεί κεραυνούς αναφαίρετους
δίχως ακόμη πυροδότηση
χορταίνοντας όραση βλακείας
καθεζόμενος υπεράνω πάσης κοσμολογίας.
Κ’ η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του κενού με άφρη κοσμικής ύλης.

Ασθενοφόρο γρήγορα για το βασιλέα Ληρ!
Ευωδιάζουμε από τρέλα.
Δεν πιάνουν τα φρένα. χανόμαστε στη διαιρετότητα του Ζήνωνα.

Η ΑΝΝΑ (που πλησιάζει): Τι νέα έχουμε απ’ την πραγματικότητα;
ΝΙΚΟΛΑΪ (σηκώνει το ακουστικό): Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 17 και 21 και τρία δευτερόλεπτα.
ΓΕΝΝΑΔΗΣ: Αχ καημένε! Τα τσιγάρα μονάχαι δύνασαι ν’ αριθμήσεις, όχι το κάπνισμα.
ΝΙΚΟΛΑΪ: Φοβάμαι, σύντροφε. Και η επίθεση επίκειται. Ο Λένιν έχει εμπλακεί στη μοίρα.

– Πανάκριβα ραφτικά.
– Χοϊκή φρενίτιδα.
– Φαλλοκοπία.
– Ουτοπία.
– Μα όμως αναιρέσαμε το δάσος.
– Βροχές μανάδες… Άραχλε!

Να κι ο τρισάθλιος ήλιος! Μια χλεμπόνα
στ’ ουρανού το κατεστημένο.
Αμ’ τι γαρ;
Η αλληλεγγύη των αστεριώνε ξανασπιθίζει
με μηδέν αντίχτυπο.
θυμάμαι κάποτε στη Τζια ένανε γάιδαρο
να τρώει λαμπερές μαργαρίτες.
επιτυχία της μοναξιάς. αυτή ναι πάντα
η κατάσταση.

Να προσπερνάς αυτολεξεί τα νεύρα σου.
– Με σφίγγει μια αλήθεια. της παραδίνομαι. Με σφίγγει μια άλλη. κι αυτηνής της παραδίνομαι. Διατρέχοντας του μυαλού την ωμότητα. Λέω αίμα του ψύλλου κι αμέσως οσφραίνομαι ρούμι.
– Παραδέρνεις. Αλλ’ εμένα τα μάτια μου διεκδικούσαν ενότητα οπτικής. εκκένωση τραγωδίας. Ουδέποτε υπέφερα τις αντιφάσεις. Αμφί και ρέπω, όχι!
– Χρεμετίζεις φαντασία.

[Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου. δεν είχα βιολογικό προηγούμενο. Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής. Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα.]


περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στις σελίδες: 


Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Άσμα μικρό / Νίκος Καρούζος

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.

Η νύχτα με συμφέρει / Νίκος Καρούζος



Πράγματι η νύχτα με συμφέρει.
Πρώτα-πρώτα ελαττώνει τις φιλοδοξίες· ύστερα
διορθώνει τις σκέψεις· έπειτα
συμμαζώνει τη θλίψη και την κάνει υποφερτότερη
τη σιωπὴ με σέβας ανατέμνει·
εξαίρει την όσφρηση μα προπάντων η νύχτα περιζώνει.

Ρωμαϊκή οπτασία / Νίκος Καρούζος



εν τω τηρείν τον ένδον δαίμονα ανύβριστον και ασινή
ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ Εις Εαυτόν, βιβλίο Β17


Ωραιότερος απ' τα ναυάγια των ήλιων
ο απλός αυτοκράτορας ενώ
τα μάτια του σχεδόν ερωτευμένα
και πρόθυμα στον άσχετο κίνδυνο μιας εκστρατείας
κερνούσαν έξω απ' τη σκηνή του
τη μοίρα δίχως τάραχο και την αθώα σκέψη
να μην τον εύρει σε μικρότητα ο θάνατος
όπως οι άγγελοι διαγράφονταν παγεροί μέσ΄ στον κόσμο
χωρίς άλλο ένδυμα, μονάχα την αυγή φορώντας
-εκείνη τη σοβαρότητα εκείνο το χρώμα!-
μιλούσε με τα λίγα δάκρυά του κι όπως
ο ήλιος ανέβαινε στην καμπύλη
σιγά - σιγά τα στέρεψε.
Η Ρώμη γινότανε μέσα του σαν ένα σβωλαράκι
τα χρόνια μάζευαν οδυνηρά
καθώς τα στρείδια στο λεμόνι.
Ποτέ δεν τον ένιωσαν, αλήθεια,
οι λεγεωνάριοι που 'χαν συνηθίσει
τόσον καιρό στη σφαγή και στον πονόδοντο
με σκονισμένα μάτια
με σπασμένα νεύρα.
Αίφνης ένας παλιός αριστοκράτης απ΄ του Βρούτου το σόι
μ' άσπρο κουστούμι και μια κόκκινη βαλίτσα
τον πλησίασε ήρεμα και διαιρώντας
με το χέρι του σηκωμένο ψηλά
την αυγινή σελήνη που ξεθύμαινε
του είπε: «Πώς να γίνει, αγαπητέ μου, διχάζομαι και συ
μου λες πως έχω το παρόν και μόνο.
Μα εκείνος ο γαλάζιος σκαντζόχοιρος
ο ουρανός όταν βρέχει
τα δέντρα που τρομάζουν ολόγυρα
η άκακη χλόη κι αποπάνω τα πτηνά
τούτο το βάρβαρο ρυάκι πλάι μας
τα ξίφη των αγγέλων
η μουγγαμάρα που σχηματίζει η λάμψη -
κάθε λαχτάρισμα του υπαρκτού με αφυπνίζει
για το μισό που καταπίνει τ΄ άλλο του μισό.
Δεν είμαι θάλασσα να λιώσω με νύχτα τη σελήνη
και να την κάνω κομμάτια στα νερά
με νεκρώσιμη γαλήνη περίγυρα
ή με κύματα γοερά
με θρήσκευμα τον πόνο
Το έαρ είναι άλυτο.
Πώς να διδάξω τη φλόγα στη σταγόνα;
Η αγωνία υπερβαίνει τη ζωή,
γι' αυτό και αχρηστεύει τις απολαύσεις.
Αχ, τι λάκκος από σκοτάδι κάποτε
μ' ένα κόκορα στο κεφάλι για να τρελάνω τη νύχτα
ούρλιασα ξαφνικά σα να μου φύτεψαν βόλι:
-Μια τριανταφυλλιά στο φεγγαρόφωτο!
Τι φρίκη, την τρώνε τα δευτερόλεπτα! -
Πώς να κρατήσουμε απείραχτο το δαίμονα;
Μ΄ αν δεν μπορούμε - τότε λέω πως αρκεί
για λίγη βλόγηση κ΄ ίσως ίαση
κείνος ο σκύλος όνειρος, κείνος ο γκρίζος τύφος...
Χαίρε Καίσαρα!
Τα μάτια μου είναι ευρήματα του θανάτου».


Συλλογή «Χορταριασμένα χάσματα», 1974

Τόμος «Νίκος Καρούζος, ποιήματα», τόμος ‘Α, Εκδόσεις «Ίκαρος»

Συντριμμένος / Νίκος Καρούζος


Τι είναι ο έρωτας έζησα με τ’ άστρα
κρατώντας το στέρνο μου στα χέρια ξεκαρφωμένο
εγώ έπεφτα όπως ένας κάδος πέφτει σε πολλές σκάλες
χύνοντας το νερό τόσον άτυχο
εγώ έπεφτα
ενώ καίγονταν μέσα μου τα εικοσιτετράωρα.
Να η λαλιά της αγάπης στις σκόνες στα ποδήματα
έχω τη χάρη να γκρεμίζομαι απ’ τα σπλάχνα
και βλέπω, είναι με το μέρος μου ο ίλιγγος.

Η Ορθοδοξία / Νίκος Καρούζος



Γλυκὸ που είναι τὸ σκοτάδι στὶς εικόνες των προγόνων
άμωμα χέρια μεταληπτικὰ
ρούχα ποὺ τ᾿ άδραξεν η γαλήνη και δε γνωρίζουν άνεμο
βαθιὰ το ελέησον απ᾿ τους άυλους βράχους
τα μάτια σαν καρποὶ ευωδάτοι.
Κι ο ψάλτης ολόσωμος ανεβαίνει στο πλατάνι της φωνής
καημένε κόσμε
θυμίαμα η γαλάζια οσμὴ κι ο καπνὸς ασημένιος
κερὶ να στάζῃ ολοένα στα παιδόπουλα
καημένε κόσμε
σα βγαίνουν - ω χαρὰ πρώτη - με το Ευαγγέλιο και με τις λαμπάδες
κ᾿ ύστερα η μεγάλη χαρὰ να συντροφεύουν τ᾿ Άγια...
Ο παπα-Γιάννης τυλιγμένος τ᾿ άσπρο του φελόνι
καλὸς πατέρας και καλὸς παπποὺς με το σιρόκο στη γενειάδα
χρόνια αιώνες χρόνια και νιάτα πόχει η ομορφιά!...

Αγγίζοντας αυτή τη νεότητα / Νίκος Καρούζος

Περίμενα όλο το βράδυ με τα μύρα
είχε πεθάνει μια γυναίκα
τα χαράματα
οι άνεργοι με τα φτυάρια περίμεναν
στην πρωινή πλατεία του ταχυδρομείου
λίγο σκοτάδι έμενε ακόμη
και βασίλευεν η θαλπωρή που δίνει
η μια καρδιά δυστυχισμένη με την άλλη—
της χαραυγής μικρά εστιατόρια
φως αχνισμένο πάνω στους υαλοπίνακες.
Η Αττική τη νέαν ημέρα υφαίνε στα μάτια
πονούσαν μέσ’ στους άδειους δρόμους τα βήματα
ο βαθύς αυτός όρθρος.
Άλλοτε η χαρά ήτανε πιο βαθύ ποτάμι
με κρύσταλλα μοναχικά στην επιφάνεια
μ’ ένα θεό κρυμμένο καθαρά
και δέντρα μόλις
καθρεφτισμένα.
Βαθύ ποτάμι της ιαχής τώρα βαδίζω
στην οδό κι οι άνθρωποι δεν έχουν λόγια
να μιλήσουν τι να πουν...
Κοντές ελληνίδες άτονες μητέρες καθαρίστριες
πηγαίνουν στα σιωπηλά οικήματα
με λίγη άμυνα ρουχισμού στο κρύο τόσο λίγη
δεν έχουν στα φτηνά φουστάνια τους άνθη.
Κι άλλες γυναίκες μάταια προσμένουν
έρωτα θάνατο χαρτονόμισμα
είναι αργά η νύχτα στάθηκε σκληρή...
Δίνω το χαρτονόμισμα και χάνομαι
φεύγω μακριά μη μου φωνάζεις
η ερημιά μου είναι άσπρη βρομερή.
Κι άλλες γυναίκες πλένουν
τις θύρες όπου θάμπει ο διάβολος
λίαν πρωί στη δούλεψη του σκύβουν.
Η κόλαση λοιπόν είν’ η πατρίδα μας
αμάρτημα υψώνεται
ο μαύρος καπνός των εργοστασίων
ψηλά στο ξημέρωμα.
Κι όμως άλλοτε η χαρά ήτανε το ποτάμι
Όχι εδώ στη ρημαγμένη γη μα στους ουράνιους
κόσμους εκεί με τη μονάχη μου ψυχή.

Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Στο χωριό / Νίκος Καρούζος

Νίκος Καρούζος

Τα σπουργίτια μπουλουκιάζουν. Χειμώνας.
Φωτεινό το δείλι έχει πάρει
όλες τις αποχρώσεις της ταπεινώσεως.
Ιμάτια λιλιά στον ουρανό.
Τα πετεινά, όπως διάβηκαν από πάνω μας,
κινούμενα σημεία της ψυχής-
προκάλεσαν σε μένα τουλάχιστον
απερίγραπτο αίσθημα συναδελφώσεως με την πλάση.
Μείνετε άδολες ώρες κοντά μου,
μείνε εσύ ζωή απαλή σαν τραγούδι
μελαγχολικών παρθένων.
Περιμένω καθώς ο καρπός στο δέντρο.



Ποιητική συλλογή "Η επιστροφή του Χριστού" (1953).

Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος / Νίκος Καρούζος



Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ’μαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είν’ ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είν’ εκδορές απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; Είναι φάρμακα;
είναι γάζες επίδεσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

«Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη», Ποιητική Συλλογή του Νίκου Καρούζου που έλαβε το Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1988 (Εκδόσεις Απόπειρα)

Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη
Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη.

(Να ιδούμε αν η Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας.)
ΈΝΑΣ ΝΑΥΤΗΣ: Το μυαλό πώς μαλακώνει στα Ουράλια;
ΈΝΑΣ ΆΛΛΟΣ ΝΑΥΤΗΣ: Τι θέλεις να πεις; Δεν κατάλαβα.
μουχλιάζει το τηλέφωνο. ευδαιμονία
– Η εξουσία ολάκερη στα Σοβιέτ! Αυτό είν’ όλο.

ΠΡΑΒΔΑ
– Μπορείς όμως να κόψεις ένα τριαντάφυλλο απ’ τη λέξη τριανταφυλλιά;
– Σε κείνους η ερώτηση.

ΠΡΑΒΔΑ
– Ποια λογική αρχίζει σε κείνους; [Ένας τρίτος ναύτης.] – Εγώ βλέπω άλλο. η λογική της εξουσίας συνεχίζεται.

ΠΡΑΓΜΑΤΙ
– Θα πεθάνουμε ή θα βάλουμε την επανάσταση στο νόημα της!
– Αυτό είν’ όλο.

Νοστάλγησα τα ορυχτά την άφωνη
θηλαστική μου ιερότητα
κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είν’ ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά.
δεν ήρθα δε φεύγω θα σταματήσω.

– Η εξουσία είναι της Ιστορίας η ευκοιλιότητα.
– Στο χωριό μου τη λένε γλεντοκώλα.

ΠΡΑΒΔΑ
– Γεννάδη, κάνεις ομοιοκαταληξία με τον Άδη.
– Φθέγγομαι τρόμο. Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι τα ιδανικά; Είν’ όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν απ’ το τηγάνισμα.
– Εμείς που αληθεύουμε;
– Στην επανάσταση.

ΑΥΤΟ ΕΙΝ’ ΑΛΗΘΕΙΑ
– Για άκου το χτεσινό μου όνειρο. Βρισκόμουνα τάχα στον Όλυμπο. Θέαινες λαλέουσες κοροϊδεύαν αιωνίως του κύκλου την απληστία, μ’ ένα χυδαιότατο φεγγάρι λίγο ψηλότερα. – Δρόμος αμφιλεκτισμού. μετέρχομαι άγνωστο -, είπα. Κι άξαφνα βγαίνουν εμπροστά μου από σκοτεινό χαλκό και νήπια σίδερα ο Ήφαιστος και η Αφροδίτη, τσιτσίδια αιματωμένα. «Τι φαντάστηκες», μου λέει ο Ήφαιστος. «Αυτή η κρυπτογαμική κι ατάσθαλη Κυρία τα κάνει όλα. η κατά βάθος νυμφομανής Ήρα. είναι η σύζυγος-εξουσία κι αναμέλπει λάμψη αμέμπτου ηθικής». – Αφυπνίστηκα ταραγμένος.
Δούλα του φωτός πεταλούδα. φτερά και χνούδι σε εξωφρένεια!
Ο έκλυτος Δίας κρατεί κεραυνούς αναφαίρετους
δίχως ακόμη πυροδότηση
χορταίνοντας όραση βλακείας
καθεζόμενος υπεράνω πάσης κοσμολογίας.
Κ’ η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του κενού με άφρη κοσμικής ύλης.

Ασθενοφόρο γρήγορα για το βασιλέα Ληρ!
Ευωδιάζουμε από τρέλα.
Δεν πιάνουν τα φρένα. χανόμαστε στη διαιρετότητα του Ζήνωνα.

Η ΑΝΝΑ (που πλησιάζει): Τι νέα έχουμε απ’ την πραγματικότητα;
ΝΙΚΟΛΑΪ (σηκώνει το ακουστικό): Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι 17 και 21 και τρία δευτερόλεπτα.
ΓΕΝΝΑΔΗΣ: Αχ καημένε! Τα τσιγάρα μονάχαι δύνασαι ν’ αριθμήσεις, όχι το κάπνισμα.
ΝΙΚΟΛΑΪ: Φοβάμαι, σύντροφε. Και η επίθεση επίκειται. Ο Λένιν έχει εμπλακεί στη μοίρα.

– Πανάκριβα ραφτικά.
– Χοϊκή φρενίτιδα.
– Φαλλοκοπία.
– Ουτοπία.
– Μα όμως αναιρέσαμε το δάσος.
– Βροχές μανάδες… Άραχλε!

Να κι ο τρισάθλιος ήλιος! Μια χλεμπόνα
στ’ ουρανού το κατεστημένο.
Αμ’ τι γαρ;
Η αλληλεγγύη των αστεριώνε ξανασπιθίζει
με μηδέν αντίχτυπο.
θυμάμαι κάποτε στη Τζια ένανε γάιδαρο
να τρώει λαμπερές μαργαρίτες.
επιτυχία της μοναξιάς. αυτή ναι πάντα
η κατάσταση.

Να προσπερνάς αυτολεξεί τα νεύρα σου.
– Με σφίγγει μια αλήθεια. της παραδίνομαι. Με σφίγγει μια άλλη. κι αυτηνής της παραδίνομαι. Διατρέχοντας του μυαλού την ωμότητα. Λέω αίμα του ψύλλου κι αμέσως οσφραίνομαι ρούμι.
– Παραδέρνεις. Αλλ’ εμένα τα μάτια μου διεκδικούσαν ενότητα οπτικής. εκκένωση τραγωδίας. Ουδέποτε υπέφερα τις αντιφάσεις. Αμφί και ρέπω, όχι!
– Χρεμετίζεις φαντασία.

[Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου. δεν είχα βιολογικό προηγούμενο. Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής. Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα.]


περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στις σελίδες: 


Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

«Ποιήματα» Ποιητική Συλλογή του Νίκου Καρούζου που έλαβε το Β' Βραβείο Ποίησης το 1962

Διαβαίνω αγιάτρευτος μεσ' στο όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.
Κ' η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι του αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις πηγές.



Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Η Ποίηση /Νίκος Καρούζος




Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου
σαν πέσει η νύχτα.
Ένα πουλί ολάξαφνο
με φτερουγίσματα που μαχαιρώνουν τον αέρα
εισορμά κι ύστερα πάλι ησυχία επικρατεί.
Ποτέ μου δεν ετόλμησα το φως ν’ ανοίξω
και πάντα λέω τι να ’ναι το ολάξαφνο πουλί
τι πτέρωμα να έχει
πώς άραγε να συγκινεί η μορφή του…
Πάντως όταν ξυπνώ με της αυγής το σκούντημα
δεν είμαι παρά μόνος στο δωμάτιο
σωματικά στερεωμένος απ’ τον ύπνο
πιο γνώριμος του θανάτου από χτες
ενώ η ψυχή προσμένει
το καινούργιο μήνυμα του ήλιου
όπως πάντα.
Όμως
τι να ’ναι το πουλί που ξαφνικά
σαν ερχομός πνοής μέσα στο πνεύμα
σφάζει την ησυχία του δωματίου μου
και το αισθάνομαι κοντά μου;
Ποτέ νομίζω δεν θα μάθω
και ίσως να είναι το πουλί αυτό,
όλο το μυστικό εδώ πέρα.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Τα πουλιά δέλεαρ του Θεού / Νίκος Καρούζος



Θα περάσουν αποπάνω μας όλοι οι τροχοί
στο τέλος
τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν.
Αγάπη μείνε στην καρδιά -
αυτός ας είναι ο κανών του τραγουδιού σου.
Με την αγάπη
θα σηκώσουμε την απελπισία μας
απ' τ' αμπάρι του κορμιού.
Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων
η απελπισία.
Και προπαντός
ας μην αφήσουμε την αγάπη
να συνωστίζεται με τόσα αισθήματα...

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Πέντε Ποιήματα μέσ᾿ τὸ Σκοτάδι. Εἰκόνα / Νίκος Καρούζος

Γυρίζει μόνος
στὰ χείλη του παντάνασσα σιωπὴ
συνέχεια τῶν πουλιῶν τὰ μαλλιά του.
Ὠχρὸς
μὲ βουλιαγμένα ὄνειρα κι ἀνέγγιχτος
νερὸ τρεχάμενο στὰ ρεῖθρα, ὠχρὸς
ἕλληνας.
Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλύει
τὴ νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
αἰσθάνεται
πὼς ὅλα χάθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
τὰ χέρια στὶς τσέπες του
σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρέφτες.
Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
λουλούδια τοῦ ἀνέμου
στεφάνωσέ τον Ἄνοιξη
τὸν κλώθει ὁ θάνατος.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Πολυσέλιδο δάσος / Νίκος Καρούζος




Χάθηκα στη μονάζουσα ρεματιά οπού τρύπωσε
    μόλις ακουόμενο ανάμεσα
        σε λογιώ-λογιώ χορταράκια
τ' ανάλαφρου νερού το ψιθυριστό δείλιασμα.
    Βρομοθήλυκο εσύ Αντιφατικότητα
συγκρούεσαι διαρκώς με το θάμβος μου καθώς αναίμαχτος
    ακούω σωρηδόν αγαλλόμενα τ' αηδόνια
καθώς ανελλιπώς εκκλησιάζομαι στην απεραντοσύνη.
    Αχ να 'βλεπα λιγάκι τη θωριά σου αγερομάτα μου
σε εικονίζω πάλι να εκκολάπτεσαι στην ιώδη σου θλίψη
εσύ σχεδόν ασώματη σε μακρουλές βάναυσες ώρες
και μένα οι καμπύλες σου στην ερημιά μ' αποτεφρώνουν.
    Εκείθε στην καρδιά του δάσους μάγισσες
    κυματιστές με τέτοια μαλλιαρά χρώματα
στην όψη τους ολοφύρεται πικρά σαν άγραφη ένσταση
    η διοχέτευση στηνΑπουσία.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Ἔρημος σὰν τὴ βροχή



Διαβαίνω ἀγιάτρευτος μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό μου
σὲ δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχάζεται ὁ δρόμος
ἡ ἀλήθεια φαρδαίνει πάντα τὴν ὁρμή.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τέφρα θὰ εἶναι μία μεγάλη πυρικὴ
τώρα μαθαίνω τὸ αἷμα μου
δίχως τοὺς δροσεροὺς ὑάκινθους
τώρα σὲ βλέπω δρόμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποίηση
μὲ κρίνους
ἔχοντας τὸ σακούλι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγαίνω
πηγαίνω
στὶς
πηγές.

Χριστούγεννα του σταλαγμίτη


Μια μέρα γεννήθηκε στη μακρινή Βηθλεέμ ο έρωτας
στην κοιλιά του καρπού λησμονημένος
και του έδωσαν το όνομα Καρπός
όλα τ’ άστρα των παιδιών αγαπημένων
με τους άνεμους όταν λευκάζουν το χειμώνα.
Εγώ ήμουνα εκείνο τον καιρό στην πέτρα
οι καμπάνες οδηγούσαν από χαλκό μεγάλο
ένα τραγούδι νοσταλγίας αιχμάλωτης…
Εντούτοις άκουσα το σπήλαιο
κι ανεβαίνοντας
σ’ ένα βαθύ άλογο πήγαινα σ’ αυτό
κρατώντας ευωδιαστή φασκομηλιά προς τη θέρμη
του βρεφικού δέρματος όνομα βαθύ και ανάερο.
Δεν έβρισκε λαλιά ο πλατύς ελαιώνας για να φωνάξει
κι ο θάνατος έφευγε στ’ αστέρια
μονάχα το άστρο νικούσε το πλήθος που είναι τ’ αστέρια
λάμποντας το Ένα.
Ο θεός έκραζε τη λαλιά:
Δίδαξέ με
στο άστρο στρεφόμενος, είπε,
και τα μαρτύρια γεννήθηκαν απάνω απ’ τις λάμψεις
χαρίζοντας ηρεμία στην έμψυχη κλίμακα.
Μια γυναίκα λευκή
αποθέωνε τον άντρα ψηλά στον αέρα μοβ
η αδαμική χάρη σε κάθε σώμα γνωρίζει τον τρόμο, είπε,
κ’ η χρονιά ζύγωσε στην καρδιά μου με χιόνι θαμμένη.
Μοιράζεται τη θλίψη με τις πέτρες
μοιράζεται με τη βροχή
ο ταπεινός μοιράζεται τη θλίψη
με τον ήλιο, πάλιν είπε,
και βλέπει τις ρίζες της φλόγας όπως ανεβαίνει
πιάνει τις ρίζες αυτές ανάμεσα
στο ξύλο
στους τρυγμούς ανάμεσα στις γαλάζιες φάσεις.
Ιδού λοιπόν ο χρόνος είναι χιόνι
δεν είναι ρολόγι -
και κρατούσε το θήλυ πότε τα φεγγιστά νερά
πότε μαύρες πέτρες της Δήλου.
Σαν είδα το σπήλαιο
συγκρατήθηκα στην πρώτη φλέβα του βράχου μας
ενώ με κάλεσε το ακέραιο γαϊδούρι κινώντας
και τα δυο του χέρια
μα όμως ευγένεια φανερώνοντας ήρθε και το βόδι
πειθήνιο στον ήλιο της νύχτας
για να δω το δοκιμασμένο χρυσάφι.
Κι αντίκρισα το χρυσάφι
καθώς ένα φτωχαδάκι του τόπου μας
ήτανε το βρέφος στη μητρική βύθιση
ολομόναχο με τ’ άστρα.
Ώσπου χάραξε…
Στο σπήλαιο – μιας ηλικίας χαμένης – δεν υπήρχαν
ειμή μόνο σταλακτίτες
που κρέμονταν δεν υπήρχαν
ειμή μόνο σταλαγμίτες ανυψούμενοι.
Εγώ ο σταλαγμίτης
ολοένα
πλησιάζω το σταλαχτίτη που με κράζει απεγνωσμένα
για να εγγίσουν κάποτε τα στάγματα
τη μεγάλη ένωση…


“Ποιήματα” (1961)

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Αἴφνης



Αὐτὸ ποὺ λέμε ὄνειρο δὲν εἶν᾿ ὄνειρο

ποὺ ἡ πλατιὰ πραγματικότητα δὲν εἶναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μὰ ἐκεῖ κιόλας ὑπάρχω ἀπόλυτα,
σὰν τὸ σύννεφο ποὺ ἀλλάζει στὰ νωθρὰ δευτερόλεπτα
ὄντας μονάχα ἡ ἀκάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δὲν παραγνώρισε τὸ θήραμα
καὶ ἡ πάπια δὲν ἔπαψε νὰ πιπιλίζει τὴ λάσπη·
τὸ χταπόδι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ ρηχὸ θαλάμι του μὲ γαλαζόπετρα
στὰ ξέφωτα ἡ τίγρη λησμονιέται ἀνεπίληπτα.
Νυχτώνει καὶ σήμερα. Ἡ ἀγωνία
λέει πάλι: θὰ βοσκήσω τὸ μαῦρο.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.