Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σελαβής Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σελαβής Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

Σελαβής Σωτήρης (βιογραφικό)


Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Είναι απόφοιτος της Σχολής Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.  Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό ‘Ποίηση’ (τεύχη 15, 19 & 23), ενώ το καλοκαίρι του 2003 εκδόθηκε η πρώτη του αυτοτελής ποιητική συλ¬λογή (‘Bleuballet’, εκδόσεις Νεφέλη). Ποίημά του απέσπασε το 2004 την πρώτη θέση μεταξύ των ελληνικών συμμετοχών σε πρόγραμμα των British Council και Klandestini. Ασχολείται παράλληλα με τη ζωγραφική.Έργα του: 

(2013)Κασετίνα, Περισπωμένη
(2006)Μην αγαπάς, κοιμήσου, Νεφέλη
(2003)Bleuballet, Νεφέλη


Άλλα ποιήματα 

https://genesis.ee.auth.gr/dimakis/poiisi/19/10.html



 

Απολογία / Σελαβής Σωτήρης




Πάει καιρός που τέλειωσαν οι πόλεμοι
κι ας μην τελειώνουν. Πάει καιρός
που έφυγαν να κλέψουν άλλα σπίτια
αφήνοντας το δικό μας ανοικτό
ζωή που χρωστά στο πεπρωμένο.
Πάει καιρός που γύρισαν και οι τελευταίοι
λαθρεπιβάτες άγονης πληγής
στο λασπωμένο δειλινό μιας αυταπάτης.
Πάει καιρός που τέλειωσαν οι πόνοι
κι ας μην τελειώνουν. Πάει καιρός
κι αίμα δεν μάθαμε τι πάει να πει.

Παίξαμε κι εμείς και πέσαμε
καθένας κυνηγώντας κι ένα φως
μα δεν χτυπήσαμε˙ με δανεικό κερί
ποια προσευχή ν' ανάψεις;
Μεταλαβαίνοντας ένδοξα νεκροί
οι ψυχωμένοι πότες του καημού
μεθούσαν τη σκιά διδάσκοντας τον ήλιο.
Και πόνος δεν μάθαμε τι πάει να πει.


Παίξαμε κι εμείς, ναυλώσαμε
υπερωκεάνια από χαρτί
μα δεν βουλιάξαμε˙ οι γέροι ναυτικοί
οργωμένοι απ' τον αφρό
με μάτια σάπια απ' τον καιρό
στις ενοχές μας έριξαν άγκυρα˙
και τρίζοντας το σώμα τους γελούσαν.
Ναυάγιο δεν μάθαμε τι πάει να πει.


Παίξαμε κι εμείς και κλάψαμε
γράφοντας κήπους στα κορίτσια
μα δεν ανθίσαμε˙ οι παλιοί κατακτητές
κατά μέτωπο στον ήλιο εραστές
δεινοί κολυμβητές ονείρων
σκίζοντας τον ουρανό σαν φόρεμα
έβρεξαν πάνω μας τα πάθη.
Κι έρωτας δεν μάθαμε τι πάει να πει.


Πάει καιρός που τέλειωσαν οι έρωτες
κι ας μην τελειώνουν. Πάει καιρός
κι έσχατος έρωτας ήταν ο θάνατος˙
με μια σφαίρα από τη μνήμη
από το Αουσβιτς που δεν ζήσαμε.
Γιατί στη γη που μεγαλώσαμε
δεν προλαβαίναμε το δάκρυ.
Χρωστώντας τη ζωή απ' ό,τι ζήσανε
όνειρα ψιλικατζίδικα μετράμε
πόσα-τόσα και πατσίζοντας γερνάμε
νωθροί σαν τα χαράματα
στα βρόμικα σοκάκια.


Εξω από τον πόνο, την ιδέα, την ψυχή
στο ορφανό περίσσευμα του κόσμου
υποχωρούμε, ανάμεσα τρεκλίζοντας
σ' άσους και μηδενικά, κοιτώντας
με διάπλατες οθόνες το κενό
ζητώντας διά παντός ν' αποσυρθούμε
στη φρεναπάτη μιας επίλεκτης σιωπής
να παύσουμε ζητούμε, να καταδικαστούμε
στον ώμο της ωραίας κοιμωμένης
που δίπλα σ' ένα παράθυρο ψυχρό
μ' όλο του το αλάβαστρο υπερασπίζει το φεγγάρι.


Μα θα μιλήσουμε˙ όχι για γενιές και πεπρωμένα
αλλά για ό,τι μέσα μας ρέει και πνίγεται.
Για το πικρό που κυλά χωρίς ένα δέλτα θανάτου.
Για την πληγή που δεν άνοιξε θα μιλήσουμε
για ό,τι μας χρέωσαν και τώρα θεριεύει
στο σκληρό μας σκοτάδι ξεσπώντας.
Για την ολιγωρία μας θα μιλήσουμε
για το αδιέξοδο αίμα του κόσμου. 


Θα μιλήσουμε. Δεν είναι αργά.
Πάει καιρός μα δεν περάσαμε.
Στο κάτω-κάτω της πληγής
η ομορφιά γεννά το αύριο.


Κασετίνα (απόσπασμα) / Σελαβής Σωτήρης

Ι
Ἀπόψε, ἡ λύπη μου εἶναι μιὰ λύπη καραβιῶν
ποὺ ἀνοίγουν μέσα μου ἀποβάθρες καὶ λιμάνια
τὰ μήκη καὶ τὰ πλάτη χαμένων ταξιδιῶν
τῆς ἀπεραντοσύνης τὰ ὑδάτινα στεφάνια.

Ἀπόψε, ἡ λύπη μου εἶναι μιὰ λύπη μηχανῶν
χτύπων ὑπόκωφων μεταλλικῶν ποὺ ἠχοῦν
σὰν τὰ τρένα μὲς στὰ τοῦνελ τῶν θεῶν
σὰν καμπάνες ποὺ τὸν θάνατο μετροῦν.

Ἀπόψε, ἡ λύπη μου εἶναι μιὰ λύπη ὑφασμάτων
κουρτίνες ποὺ μισοκρύβουν ἄγνωστες ματιές
τὴ σκοτεινὴ μητρόπολη —χυτήριο φαντασμάτων—
τὰ νήματα τῆς μοίρας· μιὰ λύπη ἀπὸ κλωστές.

Ἀπόψε, σ᾿ ἕναν κόσμο λυπημένων θεατῶν
τρύπες τ᾿ ἄστρα στὰ πέπλα τῶν νεκρῶν.



ΙΙ
Σὰν τὸ φῶς ποὺ ἀρνήθηκε τὴ φύση
γιὰ νὰ μπορέσει στὸν ὕπνο σου ὁ θεός
νὰ δεῖ τὴν τελευταία του δύση.

Σὰν τὴ θάλασσα πού ᾿χει ὑποχωρήσει
μιὰς κι ἕνας μικρὸς ἀστερισμός
στὰ χείλη σου ἔχει ναυαγήσει.

Σὰν τὸν κόσμο ποὺ πάει νὰ σβήσει
—παρατεταμένος στεναγμός—
μονάχα γιὰ νὰ σὲ συγκινήσει.

Σὰν τὸν νεκρὸ ἐγώ, ποὺ στὰ ὄνειρά του
ράβει τὴν πληγὴ στὴ φόδρα τοῦ θανάτου.



ΙΙΙ
Ἀπ᾿ τὸν ὁρίζοντα τῶν λυπημένων σου ματιῶν
ὣς καὶ τὸ φῶς ἀδυνατεῖ νὰ δραπετεύσει·
ἴσως ἄλλοτε νά ᾿σουν τὸ κέντρο οὐρανῶν
ὁ πυρήνας ποὺ ὁ θεὸς εἶχε πιστέψει.

Στὸν ὁρίζοντα τῶν λυπημένων σου ματιῶν
τίποτε δὲν ἐπιζεῖ, οὔτε ἐλάχιστη μιὰ νεύση
κι ἀπ᾿ τὴν κατάρρευση ὅλων τῶν εὐχῶν
μήτε μίσος μήτε ἀγάπη θὰ ἐπιστρέψει.

Ἀπ᾿ τὶς ἀπόκοσμες αἴθουσες τῶν κάστρων
ὅπου ἔρωτας σήμαινε ποτὸ καὶ προσευχή
ὣς τὸν ἄτλαντα τῶν μαραμένων ἄστρων
καὶ τῆς ἐλπίδας τὴν οὐράνια φυσική

λὲς καὶ σμίγει ὁ ὠκεανὸς τῶν ἐποχῶν
μὲ τὸν ὁρίζοντα τῶν λυπημένων σου ματιῶν.


 -------------------------------

Πῶς ἔπεσε τὸ βράδυ! — χειρονομία ὑποταγῆς. Πικρὸ καὶ σκυθρωπὸ κι ἀνώνυμο τὸ πλῆθος καταποντίζεται στὸ ὑγρὸ πηγάδι τῆς ψυχῆς· βουβὸς ὁ στεναγμός, μεταμοντέρνο τὸ ἦθος.

Πόλεις στοῦ πεπρωμένου τὴν ἄγονη γραμμή. Ἴσκιοι νὰ θυμίζουν πιὸ γρήγορα ἀπ᾿ τὸ σῶμα πὼς μεγάλωσε ἡ ψυχή. Ἀνακολουθία κι αὐτή ποὺ τρόμαξε τὴν πρόοδο, τὴν ἔριξε σὲ κῶμα.

Γυμνὰ σὰν θωρηκτὰ τὰ σπίτια καὶ τὰ κτίρια. Τὰ γέλια ποὺ ἠχοῦν —σκοτεινὴ παραφωνία— τῆς θλίψης ἔγιναν τὰ ἰσχυρότερα πειστήρια.

Μὰ ἐμεῖς, σὰν τὴ δίψα ποὺ δὲν ἔχει ὑπομονή ριγμένοι καταγῆς, σὲ θυελλώδη ἀπελπισία χείλη μὲ χείλη ζοῦμε τὴν αἰώνια μας ζωή.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ἀπ᾿ τὸν ὁρίζοντα τῶν λυπημένων σου ματιῶν ὣς καὶ τὸ φῶς ἀδυνατεῖ νὰ δραπετεύσει· ἴσως ἄλλοτε νά ᾿σουν τὸ κέντρο οὐρανῶν ὁ πυρήνας ποὺ ὁ θεὸς εἶχε πιστέψει.

Στὸν ὁρίζοντα τῶν λυπημένων σου ματιῶν τίποτε δὲν ἐπιζεῖ, οὔτε ἐλάχιστη μιὰ νεύση κι ἀπ᾿ τὴν κατάρρευση ὅλων τῶν εὐχῶν μήτε μίσος μήτε ἀγάπη θὰ ἐπιστρέψει.

Ἀπ᾿ τὶς ἀπόκοσμες αἴθουσες τῶν κάστρων ὅπου ἔρωτας σήμαινε ποτὸ καὶ προσευχή ὣς τὸν ἄτλαντα τῶν μαραμένων ἄστρων

καὶ τῆς ἐλπίδας τὴν οὐράνια φυσική
λὲς καὶ σμίγει ὁ ὠκεανὸς τῶν ἐποχῶν μὲ τὸν ὁρίζοντα τῶν λυπημένων σου ματιῶν.

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Μην αγαπάς, Κοιμήσου (αποσπάσματα) / Σελαβής Σωτήρης

(i)
Άς ξεκινήσουμε πετώντας τη σιωπή
ψηλά πάνω απ’ τη θάλασσα
ας τινάξουμε πια απ’ την ψυχή
τις πέτρες που κρύβαμε.
Άς ξεκινήσουμε σκεπάζοντας τα μάτια
μην και προδώσουμε τα δάκρυα
και γίνουνε στον άνεμο λουλούδια
που πια δεν μας ανήκουνε.
Άς ξεκινήσουμε αγγίζοντας δειλά
και τρυφερά, μονάχα με τα χείλη
σαν στο φιλί να διακυβεύεται
η στιγμή, η πιο λεπτή καρδιά.
Άς ξεκινήσουμε με μια αγκαλιά
ας κρατηθούμε ακόμη πιο σφιχτά
όπως αγωνιά μια προσευχή
όπως στα γόνατα ελπίζει.
Γιατί είμαστε μόνοι, είμαστε ορφανοί
ψηλά πάνω απ’ τη θάλασσα
και τα μάτια μας τόσο αληθινά
όσο η αγάπη που κρύβαμε.
(ii)

Ο ύπνος σε τύλιξε στην ανάσα του μεσημεριού.
Ο λαιμός σου οδηγεί τη ζωή στη λιμνούλα
όπου μαζεύτηκε το χλωμότερο φως.
Το σταχτί λουλούδι των χειλιών σου
είναι εδώ, πίσω απ’ τη δίψα του ασβέστη
στην άκρη ενός κόσμου που ούρλιαξε κι έσβησε
δοσμένο στην ευγενή μας καλοσύνη.
Θέλουμε να φιλήσουμε το φως
που χύνεται απ’ τη σιωπή σαν μια κηλίδα.
Θέλουμε να πιούμε τον σφυγμό
να πλεύσουμε το χάδι στον λαιμό σου.
Ο ύπνος σε τύλιξε στην ανάσα του μεσημεριού.
Τα μαλλιά σου ελαφρύτερα κι απ’ τη σιωπή
τα χέρια σου όπως τ’ άφησε η ψυχή.
Το σταχτί λουλούδι των χειλιών σου
μισάνοιχτο, όπως η καρδιά σου στην αγάπη
δοσμένο σαν ένοχο θαύμα
σ’ έναν κόσμο που ξεθώριασε νοσταλγώντας.
Θέλουμε να σε κοιτάμε αφηρημένοι
θέλουμε τ’ απορημένα μάτια όταν ξυπνάς
εκείνο το πρώτο βλέμμα που εξαντλεί
ό,τι μπορεί αυτός ο κόσμος να προσφέρει.
Ο ύπνος σε τύλιξε στον μύθο του μεσημεριού.
Θέλουμε να νιώσουμε άνθρωποι.
(iii)
Ν’ αγγίζεις πάντα τη γυναίκα που κοιμάται
να εξαντλείς το χέρι στα μαλλιά της.
Να την αγγίζεις πάντα όταν κοιμάται
σαν να ζητάς συγγνώμη.
Με την υπομονή του γεωργού
να σκύβεις στη σιωπή της
να την ακούς να μεγαλώνει
ν’ ανθίζει, να ονειρεύεται.
Να χαϊδεύεις πάντα την κοιλιά της
να την κρατάς ζεστή γιατί είναι μόνη
γεμάτη άγχος, αίμα και θάλασσα
γεμάτη χαμηλά, σβησμένα πάθη.
Ν’ αγγίζεις πάντα τη γυναίκα
γιατί κοιμάται όπως δακρύζει’
αν γίνεις άτσαλος με την ψυχή
νευρική και λαμπερή θα φύγει.
Κι αν τα μάτια της ανοίξει ξαφνικά
φέρ’ τη στο πλάι, με τα γόνατα ψηλά
και πίσω της ξαπλώνοντας
αγκάλιασε την, φίλησε την.
Τότε μπορείς το στήθος της ν’ αγγίξεις
αλλά ποτέ, ποτέ το πρόσωπο της
αφού τα όνειρα της θα ερεθίσεις
μονάχα αν σ’ αγαπώ της ψιθυρίσεις.
(xxvii)
Ο ήλιος μπαινοβγαίνει στα δωμάτια
με τη χλομή την αύρα της μητέρας.
Τίποτα δεν υπήρξε, κανείς δεν έζησε
στο σπίτι αυτό δίπλα στη θάλασσα.
Εδώ, που κάποτε έτσουζε το φως
ούτε ένα βλέμμα δεν ανθίζει”
και η μπουκαμβίλια σπαταλά
τη φαντασία της στον άνεμο.
Δεν δικαιολογείται αυτή η μέρα…
Ποια συννεφιά παραθερίζει;
Οι θολές ελπίδες τ’ ουρανού
ταράζουν τα φθινοπωρινά νερά.
Τίποτα δεν υπήρξε, κανείς δεν έζησε
στην παραλία αυτή δίπλα στο σπίτι.
Εδώ, που κάποτε πολέμησε ή αγάπη
ούτε σημάδι” κι από τον ύπνο του θεού
γλιστρούν μονάχα λίγοι γλάροι.
Δεν δικαιολογείται αυτή η μέρα…
Δεν υπάρχει αίσθηση που να μην ερημώνει.
Δεν υπάρχει ερημιά που να μην καταφθάνει
απότομα, όπως κάθε τι πού ραγίζει.
Αυτό το σπίτι που πάει να πέσει
αύτη η θάλασσα που πάει να σπάσει
αυτό το όνειρο που δεν αντέχει πια
της καρδιάς την προχειρότητα, του ανθρώπου
τη βιασύνη γι’ άλλο σπίτι, άλλη θάλασσα
ποιος θα τα δικαιολογήσει;
Οι σταγόνες πάνω στην πέτρα
που εξακολουθούν να ζουν στη σκιά
εκεί που η ψυχή φαγώνεται απ’ τα χρόνια,
το μικρό κομμάτι από ξύλο
που εξακολουθεί να ονειρεύεται στον αφρό
εκεί που το ρεύμα παρασύρει τη σκέψη,
αυτά που μοιάζουν να τελούν
το ταπεινό μνημόσυνο της μέρας
ίσως τελικά δικαιολογούν
πώς μια φορά κι έναν καιρό…

Αδελφή μου / Σελαβής Σωτήρης


Μες στη βουβή επικράτεια της στιγμής που πλαταίνει απ' τα χασμουρητά της έμπνευσης, όλα τα παραθυρόφυλλα κλείνουν μονομιάς την ψυχή μου στη νύχτα. Μια υγρή επαρχεία ξεμακραίνει τους ήχους της και τα σκυλιά μπουκώνουν τους λυγμούς τους στην ομίχλη. Ο,τι ακούγεται, ακούγεται μέσα απ' τον αιώνιο ύπνο των πραγμάτων και μονάχα μερικά πατήματα του αγέρα αναστατώνουν το σκοτάδι. Μες στην κλεισούρα που φυλάσσω την ψυχή, ανάβω δυο κεριά, που το αρρωστιάρικο κορμί τους μόλις και μετά βίας φέγγει λίγη μεταφυσική αγωνία στα πράγματα. Μονάχα η αίσθηση της μοναξιάς χάσκει σωστά και στην τροχιά του σκοταδιού μπερδεύεται ένας νεκρός από το σύμπαν.
Ω, φλόγες, τρεμάμενα πλανητικές φλογίτσες, ίδιες και απαράλλαχτες για τον Ρωμαίο εκατόνταρχο, για τον καταραμένο ποιητή, για το σαπουνόνειρο του αστού και της κυρίας, ω, δειλές εκλάμψεις μιας ρομαντικότητας που κατήντησε φτηνό ρομάντσο δωματίου, πόσο μικρός είμαι την πιο μεγάλη ώρα. Ωρα της περισυλλογής, σταμάτησέ με. Αρνήσου τη λαιμαργία των ματιών μου, μπλόκαρε τα χέρια που κατάκλεψαν τον ύπνο της αγαπημένης. Γίνε η πίσσα της γραφής, να κολλά μαρτυρικά η αγάπη στην αυθάδεια. Ωρα της αγάπης, λιγόστεψες απόψε. Δεν αρκείς για να σημάνεις βουρκωμένη και ό,τι χτυπά ξερά μες στα μεσάνυχτα μετρά τη νύχτα των ιεροεξεταστών που κι αν δεν ζήσαμε ο νέος κόσμος βεβαιώνει. Σκέψη καμιά δεν απλοποιεί τη νοσταλγία και η ψυχή δεν είναι γη που αποπίνει την πικρία. Δεν είναι απλός ο κόσμος, όταν ο κόσμος είναι λίγος και κρυώνει. Στον κόσμο ετούτο της αγάπης, δεν αρκεί να σε αποκαλώ: αγάπη μου. Οχι απλά να μας κρατήσω το κερί και να βαδίσω στη λιωμένη προσευχή παραμιλώντας: αγάπη μου. Ούτε κι αν πεθάνει η ευχή να πάρω τη φλόγα στο φιλί: αγάπη μου. Δεν είναι αυτό η αγάπη, όταν η αγάπη σαν εύκολο χρήμα αυξάνει και τελειώνει.
Θα στριμωχτώ μες στην ψυχή, νηστεύοντας τον λυρισμό, τα νυφικά σονέτα. Θα δυναμώσω τη σιωπή, να μην ακούγεται η αγορά να μου γαβγίζει: αγάπη μου. Δεν θα μας σβήσω το κερί, ας καίει αυτό την παθιασμένη Ρώμη, τον αρχαίο μας έρωτα, όλη τη νύχτα ας καεί την παραίσθηση, αφού η αλήθεια δεν αρκεί όταν ο κόσμος δεν αρκεί και περισσεύει.  Και σαν πρωτόπλαστος με αλφάβητο στα χείλη που δεν ξέρει να προφέρει, θα σπείρω την αγάπη μες στο σύμπαν γι' αστροναύτες άλλων εποχών που θα μπορούν ν' αγγίξουνε τ' αστέρια. Θα πάψω εδώ λοιπόν. Δαγκώνοντας και φτύνοντας την ώρα. Σπρώχνοντας τη νύχτα και ξανά. Μέχρι να ξημερώσει, λέω. Κι απ' την ψυχή πριν ξεκολλήσει ο καημός και σκάσει στην σιωπή σαν κεραυνός, ν' ανοίξω τότε το παράθυρο να μπει το φως και να φωνάξω 

Αδερφή μου, άσε τον κόσμο να πηγαίνει μπροστά
γιατί πάντα ο κόσμος θα πηγαίνει μπροστά.
Ασε τον κόσμο και στάσου εδώ, ακριβώς εδώ
με το πρόσωπο φθαρμένο απ' την ελπίδα
λίγο λοξά, καρτερικά, σαν των αγίων
στην αιώνια πορσελάνη των ναών˙
με τιμωρημένα μάτια έλα και στάσου
μες στα φτωχά λουλούδια που σου χάρισα
γιατί δεν μπόρεσα, δεν μπόρεσα, αδερφή μου
να κόψω για σένα τα δάκρυα του ήλιου.

Ηλιε της ανταμοιβής και της ποινής
από την αρχαιότητα θερίζοντας σπαρτά
δόξα για ν' ανοίξεις στη θάλασσα
ησύχασε τον κόπο σου˙ ζητώ μονάχα
μιαν ιδέα από το φως, ίσα-ίσα
από την ζέστη, έναν σπινθήρα απ' τη δροσιά
για την αδελφή μου μονάχα το ζητώ
για το χαμόγελο, για τα φτωχά της χείλη
που ανοίγουν λοξά στο πρωινό
το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου.


Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.