Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαμάς Κωστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαμάς Κωστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2023

ΑΓΟΡΑ / Κωστής Παλαμάς.


Πάντα διψᾷς,ὅπως διψάει τὸ πρωτοβρόχι
Στεγνὴ καλοκαιριὰ,τὸ βλογημένο σπίτι,
Καὶ μια κρυφὴ ζωὴ σὰ δέηση ἐρημίτη,
Ἀγάπης καὶ ἀρνησιᾶς ζωοῦλα σὲ μιὰ κώχη.
Διψᾷς καὶ τὸ καράβι ποὺ τὸ πέλαο τὄχει
Κι ὅλο τραβάει μὲ τὰ πουλιὰ καὶ μὲ τὰ κήτη,
Κ’ εἶναι μεστὴ ἡ ζωή του μ’ ὅλο τὸν πλανήτη·
Καὶ τὸ καράβι καὶ τὸ σπίτι σοῦ εἶπαν. “Ὄχι!
Μήτε ἡ παράμερη εὐτυχιὰ ποὺ δὲ σαλεύει,
Μήτε ἡ ζωὴ π’ ὅλο καὶ νέα ψυχὴ τῆς βάνει
Κάθε καινούργια γῆ καὶ κάθε νιὸ λιμάνι·
Μόνο τἀλάφιασμα τοῦ σκλάβου ποὺ δουλεύει·
Σέρνε στὴν ἀγορὰ τὴ γύμνια τοῦ κορμιοῦ σου,
Ξένος καὶ γιὰ τοὺς ξένους καὶ γιὰ τοὺς δικούς σου.

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023

Γύριζε /Κωστής Παλαμάς


 “Γύριζε, μή σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,

ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δέ θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.
Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.
Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!”

Σάββατο 26 Μαρτίου 2022

Η ΝΙΚΗ / Κωστής Παλαμάς.


Εδώ στο ελληνικό το χώμα,
το στοιχειωμένο και ιερό
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
απ’ τον αρχαίο τον καιρό,

Στο χώμα ετούτο πάντα ανθούνε
κι έχουν αθάνατη ζωή
και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε
νεράιδες, ήρωες, θεοί.

Εδώ στο ελληνικό το χώμα,
το στοιχειωμένο και ιερό
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
απ’ τον αρχαίο τον καιρό,

Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,
τη Νίκη την παντοτινή
την είδα εμπρός μου να προβάλλει
με φορεσιά ολοφώτεινη.

    

Κυριακή 23 Μαΐου 2021

Η Νίκη (Κωστής Παλαμάς)

 





Εδώ στο Ελληνικό το χώμα,
το στοιχειωμένο και ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
απ’ τον αρχαίο τον καιρό,

στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε
κι έχουν αθάνατη ζωή
και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε
νεράιδες, ήρωες, θεοί.

Εδώ στο Ελληνικό το χώμα,
το στοιχειωμένο κι ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
απ’ τον αρχαίο τον καιρό,

Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,
τη Νίκη τη παντοτινή,
την είδα εμπρός μου να προβάλλει
με φορεσιά ολοφωτεινή.

(Εικόνα: Η Ελλάς ευγνωμονούσα,Θεόδωρος Βρυζάκης)

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Ηδονισμός / Κωστής Παλαμάς

Ἀπὸ τραγούδια ἒν᾿ ἄυλο κομπολόϊ
σ᾿ ἐσὲ δὲν ἦρθα σήμερα νὰ δώσω.
Μὲ τὰ παιγνίδια ἐγὼ θὰ σὲ λιγώσω
καὶ μὲ τὰ ξόρκια, ἀγάπη μου, ἑνὸς γόη.

Γυμνοί. Καὶ σὰν κισσὸς θὰ σκαρφαλώσω
γιὰ νὰ φάω τὸ κορμί σου ποὺ μὲ τρώει.
Τοῦ λαγκαδιοῦ σου τὴ δροσάτη χλόη
μὲ τὸ χέρι θρασὰ θὰ τὴν πυρώσω.

Τὸ κρασὶ ποὺ ξανάφτει καὶ τὸ γάλα
ποὺ κοιμίζει, θὰ φέρω στάλα-στάλα,
μ᾿ ὅλο μου τὸ κορμί, νὰ σὲ ποτίσω.

Καὶ στὰ πόδια σου τ᾿ ἀσπροσκαλισμένα,
δύο βάζα ποὺ μοῦ παίρνουνε τὰ φρένα,
στερνὴ μανία τὸ μέλι μου θὰ χύσω.

ΚΥΠΡΟΣ του Κωστή Παλαμά

Καλώς μας ήρθατε, παιδιά! Στην Κύπρο την αέρινη,
 Στη Μακαρία γη, 
Στάζει το μέλι διαλεχτό σαν πρώτα; Ακόμα γίνεται 
Τ' ολόγλυκο κρασί;   

Η χαρουπιά η ολόχλωρη λέει τα παληά και τ' άξια 
Της αργυρής εληάς; 
Και τ' αηδόνι τραγουδεί στην ευωδιά του λάδανου 
Τα πάθη της καρδιάς; 

Κ' οι ακρογιαλιές λαχταριστές, τ' αραξοβόλια ολόβαθα 
Και τ' ακροτόπια ορθά, 
Το καρτερούνε της θεάς το υπέρκαλο ξαγνάντεμα
 Και δεύτερη φορά; 

Καλώς μας ήρθατε παιδιά! Στην Κύπρο την πολύχαλκη, 
Στην καρποφόρα γη, 
Ακόμη η Μοίρα της οργής, η Μοίρα όλων των ώμορφων, 
Ξεσπάει και καταλεί; 

Λυσσάει με την αναβροχιά, με την ακρίδα μαίνεται, 
Χτυπάει με τη σκλαβιά; 
Στ' ωραίο πολύπαθο κορμί η αγνή ψυχή δεν έσβυσε; 
Πέστε το, εσείς παιδιά! 

Καλώς μας ήρθατε παιδιά, και φέρτε, κελαϊδίστε μας 
Το ευγενικό νησί. 
Μεσ' στη βαθειά της αγκαλιά μητέρα η άσπρη θάλασσα 
Να κρύψει εσέ ζητεί. 


Του κάκου στεριές πέλαγα, λαοί τρυγύρω σου ήμεροι 
Και βάρβαροι λαοί 
Σε είδανε, σε ωρέχτηκαν, και κατά σένα χύθηκαν 
Ασία και Αφρική. 

Ρωμαίους και Σαρακηνούς, Τούρκους και Φράγκους γνώρισες! 
Ω, Ροδαφνούσα εσύ, 
Από τη Δύσι ο βασιληάς κι' ο Ρήγας σ' ερωτεύτηκαν 
Απ' την Ανατολή. 

Κι' απ' τον καιρό που σε ηύρανε θαλασσομάχοι Φοίνικες, 
Ως τώρα που σοφά 
Πατάει σ' εσένα ο Βρεταννός, πολλούς αφέντες άλλαξες. 
Δεν άλλαξες καρδιά. 

Κ' είνε η καρδιά σου εσέ πιστή, και δένεις με γητέματα, 
Και πήραν από σε 
Μια ρίζα τα διαβατικά, και μοίρανε τ' αλλότρια 
Δική σου χάρη, ω ναι!

Και την Αστάρτη ξέγραψεν η θεία Ποθοκρατόρισσα 
Που γέννησαν οι αφροί, 
Κι' από της Τύρου το Μελκάρθ, και με τα σπλάγχνα σου έπλασες 
Τον Έλληνα Ηρακλή 

Κι' αφού πετάξαν οι θεοί, και της Παφίας απόμεινε 
Συντρίμματα ο βωμός, 
Η Ροδαφνούσα σου έφτασε, και γίνηκε τραγούδι σου, 
Και σ' άναψε, καϋμός. 

Και του Ηρακλή το ρόπαλον επήρε και κυνήγυσε 
Τον ξένο, εκδικητής. 
Κ' εσέ λημέρι του έκαμε, το κάλεσμα προσμένοντας 
Το μέγα, ο Διγενής. 

Κ' εσύ κρυφοζωντάνεψες, ωραίο νησί, και φύλαξες, 
Κ' εσύ τα προσκυνάς, 
Της Ρωμηοσύνης τα είδωλα. Της Ωμορφιάς το είδωλο
 Και της Παλληκαριάς. 

Από τα κέδρα του Όλυμπου σκαλίστε γοργοκάραβα, 
Ω Ακρίτα! Ω Ροδαφνού! 
Ή κάμετε καράβια σας τα ολάνθιστα κ' ολόδροσα 
Φτερούγια του Απριλιού! 

Και των Ελλάδων τα νεκρά ακρογιάλια γύρα φέρτε τα, 
Ξυπνήστε ένα βορειά, 
Απλώστε ένα τρικύμισμα, κι' αστράφτε εμπρός και μέσα μας 
Τα ωραία, τα δυνατά. 

Καλώς μας ήρθατε παιδιά! Σ' εσένα Κύπρο αέρινη, 
Ω Μακαρία γη, 
Πήγεν ο μέγας Έρωτας και χτύπησε, κι' ανάβρησε 
Θαυματουργή πηγή. 

Στοιχειό ωργισμένο την πηγή βαθειά την καταχώνιασε. 
Ω χέρι ονειρευτό 
Που πάντα σε προσμένουμε, ξεσκέπασε, και φέρε μας 
Το αθάνατο νερό! 

Καλώς μας ήρθατε, παιδιά! Στην Κύπρο την αέρινη, 
Στη Μακαρία γη. 
Στ' ωραίο πολύπαθο κορμί η αγνή ψυχή δεν έσβυσε.
 Και ζη, και ζη, και ζη!  

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

Κωστής Παλαμάς : Αστέρι Θεϊκό



Τι φως και χρώμα κι ομορφιά 
να σκόρπιζε το αστέρι 
όπου στην κούνια του Χριστού 
τους Μάγους έχει φέρει;

Ποιος άγγελος το διάλεξε 

για τέτοιο ταχυδρόμο; 
Τα άλλα τα αστέρια θάβλεπα
ν το φωτεινό του δρόμο
κι από τη ζήλια θάτρεμαν…
 Αστέρι, σε ποια χώρα 
του απέραντου σου ουρανού
 να λαμπυρίζεις τώρα;
Η παντοδύναμη φθορά
 μην έσβησε το φως σου
ή μήπως είσ’ αθάνατο κι εσύ,
 σαν το Χριστό σου;
Δεν κατεβαίνει η λάμψη σου
 εδώ στα χώματα μας; 
Για όλα τα άστρα αλίμονο! 
δεν είναι η ματιά μας…
Τι φως και χρώμα κι ομορφιά
 να σκορπίζει το αστέρι,
όπου την κούνια του Θεού 
τους Μάγους έχει φέρει;

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2017

Ονειρεμένη Προσευχή / Κωστής Παλαμάς

Χριστέ μου, κράτα με μακριά απ’ τις κακίες του κόσμου,
Στην φάτνη βρέφος, όσο ζω να σε λατρεύω δος μου.
Κι όσο θα ‘ρθει από Σε σταλτός ο χάρος να με πάρει,
κάμε συ, βρέφος, να σταθώ μπροστά στη θεία Σου χάρη.
Και κάμε λόγια τα έργα μου σαν των αγρών τα κρίνα,
προφητικά, φεγγοβόλα κάμε τα σαν εκείνα,
της νύκτας των απλών βοσκών. Γεννιόσουν και γρηκούσαν. 
Τους ουρανούς ολάνοικτους που σε δοξολογούσαν.

Χριστούγεννα / Κωστής Παλαμάς

Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.
Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.
Να λάμψω από τη λάμψη του κι’ εγώ σαν διαμαντάκι
κι’ από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.
Να μοσκοβοληθώ κι’ εγώ από την ευωδία,
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Άφκιαστο κι αστόλιστο

Κωστής Παλαμάς

Άφκιαστο κι αστόλιστο
του χάρου δεν σε δίνω
στάσου με το ανθόνερο
την όψη σου να πλύνω
Το στερνό το χτένισμα
με τα χρυσα τα χτένια
πάρ’τε απ’ την μανούλα σας
μαλλάκια μεταξένια
Μήπως και τον χαροντα
καθώς θα σε κοιτάξει
του φανείς αχάιδευτο
και σε παραπετάξει
Κι αν διψάσεις μην το πιεις
από τον κάτω κόσμο
το νερό της αρνησιάς
φτωχο κομμένο δυόσμο
Μην το πιεις και ολότελα
και αιώνια μας ξεχάσεις
βάλε τα σημάδια σου
τον δρόμο να μην χάσεις
Και στο σπίτι τ’άραχνο
γυρνώντας ω ακριβέ μας
γίνε αεροφύσημα
και γλυκοφίλησέ μας

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

ΣΜΥΡΝΗ


του Κωστή Παλαμά

Πέρα ως πέρα στη γη της Ιωνίας
δοξαστικό αχολόγησε τροπάρι .
Απ’ την Κνωσσό ως την Πέργαμο θεία χάρη
όπου Ελλάδα , πηγή της αρμονίας .

Και ω Σμύρνη , πάντα εσύ μαργαριτάρι
στα μαλλιά της νεράιδας Μικρασίας !
-Η Μίλητος δεν είναι πια καμάρι
της ιστορίας , της δόξας Εφεσίας

οι καιροί σβύσαν τη φεγγοβολιά .
-Σμύρνη , ξαναγεννήτρες είναι οι Μοίρες
(χτυπήστε , Ομήρων ιωνικών οι λύρες!)

μεσ’ στη ζεστή της Μάννας σου την αγκαλιά
που ανοίγεται όλα για να τ’ αγκαλιάση ,
και τα σκόρπια τα σπλάχνα της · μια πλάση .

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Ένας θεός

του Κωστή Παλαμά

Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή·
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

το μέτωπο μου λάμπει σαν αστέρι...
Στο Θεό φανείτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τ' άγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου Μάγοι —θεία βουλή το γράφει—
τη σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι
Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Και σεις, Θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια,
στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα,
με της αθανασίας τα τραγούδια
υμνολογείτε εσείς τη θεία τη γέννα.

Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός·
ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Παιδί, το περιβόλι μου

Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
Όπως το βρεις κι’ όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτηνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας.
Κι αν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι’ όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος ,φυτευτής , διαφεντευτής. Κι αν είναι
κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα!,
ξεσπέρμεψέ το , χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα,
π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νά ρθει,
κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.
Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,
κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Στον Δάσκαλο


Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!
Κι ότι σ' απόμεινε ακόμη στη ζωή σου,
Μην τ' αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!

Χτισ' το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!
Κι αν λίγη δύναμη μεσ' το κορμί σου μένει,
Μην κουρασθείς. Είν' η ψυχή σου ατσαλωμένη.

Θέμελα βάλε τώρα πιο βαθειά,
Ο πόλεμος να μη μπορεί να τα γκρεμίσει.
Σκάψε βαθειά.Τι κι' αν πολλοί σ’ έχουνε λησμονήσει;

Θα θυμηθούνε κάποτε κι αυτοί
Τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη,
Υπομονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι!

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Ο θάνατος του παλληκαριού (απόσπασμα)

Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθεί, όλοι αγρυπνούσαν· πού να κλείσουν μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα; Νύχτα Μεγάλης Παρασκευής. Ότι πέρασαν τα μεσάνυχτα, βουβές οι καμπάνες και στις τρεις εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κι οι καμπάνες για του Χριστού τα Πάθη, σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δεν μπορούν απ’ το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν. Μόνο τα ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια· τρέχουν τα παιδιά, κι από γειτονιά σε γειτονιά, κι από πόρτα σε πόρτα, και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές: «Ώρα για την εκκλησιά! Ώρα για την εκκλησιά!» Κ’ οι λιγοστοί που απομένουν βάρυπνοι, πετειούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο, θαρρώντας πως γλυκοχαράζει και πως περνάει κάτου ο επιτάφιος. Για την αγάπη του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη Παρασκευή, βουβαίνοντ’ οι καμπάνες του Θαλασσοχωριού, εκείνες μόνο· γιατί, απ’ άκρη σ’ άκρη, το Θαλασσοχώρι σηκώνεται στο πόδι, για την αγάπη πάλι του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής.
Έτσι κι εκείνη τη νύχτα· γυναίκες κι άντρες, άλλοι χώρια κι άλλοι μαζωχτοί, έβγαιναν απ’ τα σπίτια, από τους καφενέδες, και σκορπίζονταν εδώ κι εκεί κατά τις εκκλησιές. Οι περπατησιές βαρυχτυπούσαν στα καλντερίμια κι ολοένα εμάκραινε τους ήχους ο αντίλαλος της νύχτας. Κ’ η νύχτα, δροσοστάλαχτη απριλιάτικη, μ’ ένα φεγγάρι νυσταγμένο που πάει να βασιλέψει και χύνει αχνότερη γι’ αυτό τη λάμψη του στα μαύρα και ξασβέστωτα παλιόσπιτα και στα στραβά σοκάκια, που, λίγη, περισσή, ποτέ κ’ η λάσπη δεν τους λείπει. Οι εκκλησιές ολόφωτες, με πόρτες ορθάνοιχτες. Κάπου κάπου ξεχύνονταν ως έξω η φωνή του αναγνώστη, πριν αρχίσουν οι θρήνοι. Αλλά το μεγάλο πανηγύρι γίνετ’ απ’έξω από τις εκκλησιές. Γύρω σε φωτιές μεγάλες θρεμμένες με ρετσίνα, με κληματόξυλα, με σκαφίδια και με κοφίνια της μπουγάδας, και κάπου κάπου μ’ ολόκληρο παραθυρόφυλλο, – αλίμονο στα χαμηλά σπιτάκια και στις ασυλλόγιστες νοικοκυρές, τη νύχτα εκείνη! – γύρω σε φωτιές, του κόσμου τα παιδιά και τα παλιόπαιδα, και μέσα στα παιδιά κι άντρες με μουστάκια, πηδούνε, τρέχουν, αλαλάζουν, δαιμονίζονται· κι αστραποβολούν στα σκότη και βροντοχτυπούν στην ησυχία οι σαλιόρες και στα χοντρά χαλκούνια – Σώσον, Κύριε! – κ’ οι τρακατρούκες και τα χαϊμαλιά, με τέχνη καμωμένα από καλάμια κι από χοντρόχαρτα, και γεμισμένα με μπαρούτι, με μπαρούτι ατέλειωτο. Δίσκος για το μπαρούτι γύριζε μέσα στις εκκλησιές. Άντρες και παιδιά, φωτοκαίγονταν μ’ εκείνα, της φωτιάς τα σύνεργα, για την καλή χρονιά. Μπαρούτι μύριζε το Θαλασσοχώρι κ’ οι ενορίτες με τους ενορίτες στέκονταν αμάν για πόλεμο.
Δεν ήταν μόνο οι εκκλησιές ανοιχτές, την ώρα εκείνη. Εδώ κ’ εκεί πρόβαλλε μισανοιγμένο κάνα μαγερειό, κανένας καφενές. Όσο νάρθ’ η ώρα που θα βγει ο επιτάφιος, ως τις τρεις το πρωί, όλος ο κόσμος δεν μπορούσε να περνά την ώρα του ολόρθος μεσ’ στην εκκλησιά! Μ’ ένα βαρύ γλυκό, με ένα μεζέ και δυο ρουφηξιές πυργιώτικο κρασί, καταπιάνεται κανείς ύστερ’ από τη νηστεία και παίρνει δύναμη για να συντροφέψει τον επιτάφιο. Κ’ έτσι σιγά σιγά οι παρέες τραβιούνταν κατά τις εκκλησιές με δροσισμένο στομάχι. Τελευταία είχε ξεχαστεί στο κρασοπουλειό του Ψημένου μια συντροφιά χαρούμενη· ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, ο Γιαννάκος ο Ταρνάμαμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας και το παιδί της Χαρίταινας, που κανείς δεν τόκραζε με τόνομά του, όσο που και το ίδιο το ξέχασε κι άκουγε μόνο σαν τον φώναζαν η Ταρία Ταρέλα. Κ’ οι τέσσερες θαλασσινοί· ο πρώτος είχε ψαροκάικο, ο δεύτερος δούλευε στο ψαροκάικο του πρώτου, ο τρίτος ταξίδευε με τις μαούνες, και η Ταρία Ταρέλα ήταν ψαράς. Και οι τέσσερες εικοσιπέντε χρόνων κι αδερφωμένοι από τα μικρά τους χρόνια. Το κρασί κ’ η κουβέντα τους άναψαν το κεφάλι, κι αν δεν ήταν Μεγάλη Παρασκευή, θα τόσκουζαν. Τα τραγούδι μισαγαλινό, απαλά απαλά κι αθέλητα, ξεφύτρωνε στα χείλη τους τέτοια νύχτα. Στα υστερινά κατάλαβαν πως άργησαν. Στον Άη Νικόλα, λίγα ποδάρια παρέκει από το κρασοπουλειό, άρχισαν κι έψελναν «Αι γενεαί πάσαι». Ο Ψημένος έστεκε στο φτερό για να κλείσει. Πετάχτηκαν στη στιγμή. Βρέθηκαν στο δρόμο.
«Μωρέ ξέχασα τα βεγγαλικά!» φωνάζει ο Κανίνιας.
Τα βεγγαλικά τα είχαν για να τανάψουν στον επιτάφιο.
«Στα πόδια του τραπέζιού ταπίθωσα, ζερβά στην αγκωνή, λέει ο Μήτρος· στάσου και στα φέρνω».
Και βιαστικός έκαμε να γυρίσει στον καφενέ.
Μα γυρίζοντας γλυστράει στο πεζούλι απάνου., και ξαπλώνεται μακρύς πλατύς, και γκοπ! Ακούστηκε ένας ξερός κρότος.
Τρία ξεροσκαστά γέλια ξέφυγαν από τα στόματα του Μάρκου, του Γιαννάκου και της Ταρίας, και μια φωνή, ένα «σκοτώθηκα» από το στόμα του Μήντρου.
«Καλά, αδερφέ, που σκοτώθηκες! Σήκω τώρα· μήπως χτύπησες;
Μωρέ σκοτώθηκα! Δεν μπορώ να σηκωθώ! Δε με πιστεύετε;»
Και μ’ ένα βογγητό τελείωσεν ο λόγος του, κ’ η φωνή χύθηκε παραπονιάρα, ραγισμένη, σα νάχε πάθει από πέσιμο κι αυτή. Κ ‘ έφτασε στ’ αυτιά τους η φωνή του τόσο λυπητερή, βαθειά βγαλμένη από φυλλοκάρδια, τόσον έξαφν’ αλλαγμένη· απ’ τον πόνο, ξεψυχισμένη, που τους περίχυσεν ιδρώτας και τους τρεις. Είδαν πως δεν ήταν χωρατά.
«Μωρέ Μήτρο!» μπόρεσαν μόνο να ξεφωνίσουν, κι έτρεξαν να τον πιάσουν, να του δώσουν χέρι για να σηκωθεί.
«Έτσι για το τίποτε· παραπάτησα…γλύστησα…να,  σε μια φλούδ’ απάνου· λεμονοκόμματο θα ήταν…να πάθω τέτοιο κακό…Αχ! σκοτώθηκα!»
Και πιο σιγά και πιο παραπονετικά έλεγεν ότι έλεγε. Πάλεψε να σηκωθεί μόνος του, δεν μπορούσε· τον ανασήκωσαν οι άλλοι.
«Κουράγιο, Μήτρο!»
Ο Μήτρος δε μπορούσε να σταθεί στα πόδια του· τόνα του πόδι, το δεξί, δεν τόννοιωθε πια για πόδι, του φαινόταν σαν από σίδερο, του στεκόταν ασάλευτο. Τον κρατούσαν από τις μασχάλες. Ο Ψημένος είχε κλείσει το μαγαζί κ’ εστεκόταν κι αυτός για να βοηθήσει. Παραπέρα οι φωνές των παιδιών απ’ έξω από την εκκλησιά σκορπειούνται και βοϊζουν· ξεσπούν στον αέρα τα χαλκούνια· κ’ η νύχτα αστράφτει, βροντάει και σφυρίζει, και ρίχνει βροχή από σπίθες. Από τις πόρτες και τα παράθυρα τ’ Αη Νικόλα τ’ αναμμένα κεριά κ’ οι λαμπάδες του επιταφίου φαντάζουν σαν αστέρια· δροσερά παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται: «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον που έδει σου το κάλλος;»
«Να τον πάμε στο σπίτι.
- Κράξε της μάννας μου, Κανίνια· είναι στην εκκλησιά.
- Καλά λες. Κανίνια, τράβ’ απ’ την πίσω πορτοπούλα· μίλα της κλησάρισσας να της πει πως τη γυρεύουν· έτσι με τρόπο.
- Μη την τρομάζεις, βρε αδερφέ, τη γυναίκα· πες της πως τη γυρεύει ο Μήτρος».
Η χήρα η Δήμαινα, η μάννα του Μήτρου, ήτανε στην εκκλησιά· βρίσκονταν αποβραδύς εκεί με τις άλλες γυναίκες· είχε ξενυχτήσει τον επιτάφιο. Έχασε τον άνδρα της προτού φτάσει στα μισοκοπίμστα. Και από τότε, αντίο χρυσό κοντογούνι και φέσι κατακκόκινο με το φουντωτό παπάζι! Μέσα στο σπίτι δεν κάθονταν παρά για να κοιτάζει το Μήτρο, το γιό της το μονάκριβο, και δεν άφηνε το σπίτι παρά για να κοιτάξει τα’ αμπελάκι που της άφησεν ο μακαρίτης. Για να πάει στο αμπελάκι περνούσε από τα μνήματα, και κάπου κάπου άναβεν ένα κερί, κ’ έκαιγε λίγο λιβάνι στον τάφο του μακαρίτη. Κ’ ήταν γυναίκα της δουλειάς, άξια γυναίκα. Κι όταν μεγάλωσεν ο γιος της και ταξίδεψε με τα καΐκια – την τέχνη του πατέρα -  κι αγάλια αγάλια, με των γονέων την ευχή και τη δική του προκοπή, απόχτησε δικό του καϊκάκι, τότε η χήρα Δήμαινα σαν να το συλλογίσθηκε πιο πολύ πως ήταν χριστιανή· το ξεπεταρούδι της το γνοιάσθηκεν, έπρεπε να γνοιασθεί και για την ψυχή της. Κι από τότε ζύγωνε συχνότερα στην εκκλησιά· κι όσο που έφευγαν τα χρόνια – τα είχε πατήσει τα εξήντα – τόσο θεοφοβούμενον ένοιωθε τον εαυτό της. Όμως, να πούμε την αλήθεια, περσότερο έτρεμε τα μάγια και τα ξωτικά, χωρίς κι αυτή καλά να το καταλαβαίνει.
«Κυρά Δήμαινα, σε γυρεύουν έξω, το παιδί σου…» τραβώντας την από το φόρεμα, της ψυθίρισε στ’ αυτί η κλησάρισσα.
«Το παιδί μου! Και τι να με θέλει;» Δεν πρόφτασε να το συλλογισθεί, και να,  μπροστά της ο Μάρκος ο Κανίνιας. Ξεσκούφωτος και λαχανιασμένος.
«Τίποτε, κυρά Δήμαινα, το πόδι του στραγγούλισεν  ο Μήτρος».
Ξεπετάχτηκεν η γριά, σούσουρο γίνηκε τριγύρω της, άρχισαν οι γυναίκες τα ψυθιρίσματα. «Σιωπή γυναίκες», έκραζαν με θυμό οι επίτροποι. Αλλά που να σωπάσουν; Κάτι έτρεξε· το στραγγούλισμα ήταν αυτό; Κάποιος θα κάηκεν απ’ τα χαλκούνια, κάποιος θα μαχαιρώθηκε. Στη στιγμή μαθεύτηκε το πράμα· στη στιγμή η μισή εκλησιά είχεν αδειάσει! Που να κρατηθεί ο κοσμάκης; Την εκκλησιά του τι βρίσκει πάλι, με τέτοια, θεός να μας γλυτώνει, δε γίνονται κάθε μέρα.
«Μάτια μου , μάτια μου, ο Χριστός! Ο Χριστός!» φώναζε τρέχοντας η γριά. Κι απ’ έξω απ’ την εκκλησιά βλέπει εκεί μπροστά της το παιδί, ορθό κι ακουμπιστό στον τοίχο. Τον παράστεκαν οι σύντροφοι, κι άλλοι πέντε έξι.
«Δεν είναι τίποτε μάννα· παραπάτησα, κ’ έπεσα και χτύπησα λιγάκι στο γόνατο.  Πάμε στο σπίτι να βάλω απάνου τίποτε. Μια μεγάλη πέτρα ξεπλάκωσε τα στήθη της φτωχής. Έβανε με το νου της τα χειρότερα, και σαν τον είδε μπροστά της έτσι ορθό, στο μισοσβυσμένο φως του φεγγαριού, ξανάσανεν.
«Ο Χριστός! Ο Χριστός! κακή ώρα, παιδί μου!»
Και δεν ήξερε πως ο Μήτρος δε μπορούσε να κρατηθεί στα πόδια του, και πως ο ίδιος είχε πει στα παιδιά: «Βάλτε με ν’ ακουμπήσω στον τοίχο, για να μη με ιδεί άξαφνα η μάννα μου και φοβηθεί». Κ’ εκεί που τόλεγαν αυτό, μέσα στο νου του είπε και κάτι άλλο που δε βγήκε απ’ τα χείλη του: «Πως θα με ιδεί η Φροσύνη!»
Η Φροσύνη ήταν η αρραβωνιαστικιά του.
Κρατώντας και ξεσέρνοντας και ανασηκώνοντας, τον πήγανε στο σπίτι. Εκείνη τη χρονιά η χήρα η Δήμαινα, ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος Ταρνάμαμας κ’ η Ταρία Ταρέλα δε χάρηκαν επιτάφιο. Ξημερώθηκαν στο κρεββάτι του Μήτρου. Δεν έκλεισε μάτι, πονούσε, μούγγριζε σαν ταύρος. Το πόδι του επρήζονταν, γίνηκε μια κολώνα!


ολόκληρο το έργο: http://www.scribd.com/doc/54471758/K-Palamas-Thanatos-Palikariou

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

O ναός του Μοναχού

Την έστησες την σκήτη σου στο ξερόβραχο απάνου
κι έζησες εκεί
κάτου από τον ολόβαθο ουρανό, μοναχός
με την προσευχή.
Στην πέτρα απάνου ακούμπαγες.
Περνάν τα χρόνια. Φέγγει
μέσα σου ο Θεός.

Με το ιερό σου άγγιγμα βαθούλωσε κι ο βράχος
κι έγινε ναός.

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

«Οι στίχοι' ς την πατρίδα μου»

Οἱ στίχοι 'ς τὴν πατρίδα μου εἶνε καθάριο μέλι,
Ἀπ' τῆς καρδιᾶς βυζαίνονται τὸ ἄνθος μυστικά,
Μέσα 'ς τὸ νοῦ φυλάγονται, 'σὰ' μέσα σὲ κυψέλη,
Κ' εἶνε στολίδια τῆς χαρᾶς, τῆς λύπης γιατρικά.
Οἱ στίχοι 'ς τὴν πατρίδα μου εἶναι καθάριο μέλι.

Ὅταν γλεντοῦμ' ἀκούραστα τοῦ γάμου ταὶς ἡμέραις
Κ' ἡ νύφη σέρνῃ τὸ χορὸ 'μπροστὰ καμαρωτή,
Μὲ στίχους τὴν παινεύουνε παρθέναις συμπεθέραις
Καὶ ζωντανεύ' ἡ ὄρεξι καὶ ὁ χορὸς κρατεῖ
Ὅσῳ γλεντοῦμ' ἀκούραστα τοῦ γάμου ταὶς ἡμέραις.

Οἱ στίχοι, ὅταν ᾑ πληγαὶς τοῦ χάρου μᾶς λαβώνουν,
Σὲ μυρολόγι' ἀκούονται κατάμαυρα, βαρειά,
Μαζῆ ξεσχίζουν τὴν καρδιὰ καὶ τήνε βαλσαμώνουν
Καὶ φέρνουν μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὴν παρηγοριὰ
Οἱ στίχοι, ὅταν ᾑ πληγαὶς τοῦ χάρου μᾶς λαβώνουν.

Καθ' ἄϊ Βασίλη καὶ Χριστοῦ, κάθε Λαμπρὴ καὶ Φῶτα,
Ἡμέραις γιὰ τὰ σπήτια μας εὐχῶν καὶ παιγνιδιῶν,
Χελιδονάκια τῆς χαρᾶς μᾶς φτάνουν πρῶτα πρῶτα
Καὶ κελαϊδοῦν οἱ στίχοι μας 'ς τὰ χείλη τῶν παιδιῶν
Κάθ' ἄϊ Βασίλη καὶ Χριστοῦ, κάθε Λαμπρὴ καὶ Φῶτα.

Τοῦ ριζικάρη τ' ἄϊ Γιαννιοῦ γιορτὴ 'σὰν ξημερώσῃ
Κάθουντ' ᾑ νιαὶς ὁλόγυρα 'ςτἀμίλητο νερὸ
Καὶ καθεμιᾶς τὴ μοίρα της θἀρθῇ νὰ φανερώσῃ
Στιχάκι πότε ὁλόγλυκο καὶ πότε ἀγκαθερό,
Τοῦ ριζικάρη τ' ἄϊ Γιαννιοῦ γιορτὴ 'σὰν ξημερώσῃ.

Ὅταν ἡ κόρ' εἶνε σκυφτὴ 'ς τὸν ἀργαλειὸ 'μπροστά,
Καὶ ἡ σαΐτα ἔξαφνα 'ς τὰ χέρια της βαραίνει,
Οἱ στίχοι ἀπὸ τὰ χείλη της πετοῦν τραγουδιστὰ
Καὶ λησμονιέτ' ὁ πόνος της κ' ἡ κόρη ξαποσταίνει
Ὅταν δουλεύῃ ὁλόσκυφτη 'ς τὸν ἀργαλειό 'μπροστά.

− Σᾶς ἀγαπῶ κ' ἔχω ἀπὸ σᾶς μιὰ δόξα νὰ ζητήσω,
Ὦ στίχοι, ποῦ ἀηδονόλαλοι φωλιάζετ' ἐδῶ πέρα·
Ἐλᾶτε νὰ μὲ μάθετε νὰ σᾶς βαστῶ τὸ ἴσο
Ἐπάνω 'ς τὰ δροσόχορτα μὲ μιὰ καλὴ φλογέρα!
Σᾶς ἀγαπῶ κ' ἔχω ἀπὸ σᾶς μιὰ δόξα νὰ ζητήσω!

Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου. Λόγος Γ΄. Aγάπη

Mη δως γυναικί την ψυχήν σου, επιβήναι
αυτήν επί την ισχύν σου.
      Σοφία Iησού υιού Σειράχ.

Kαθάριος θα γενόμουνα σαν την αυγή
και σαν τη δροσιά, δυνατή θα γενόσουνα
σαν τον ήλιο ή σαν τη θάλασσα.
      Swinburne (O Θρίαμβος του Kαιρού).


Περδικόστηθη Tσιγγάνα,
ω μαγεύτρα, που μιλείς
τα μεσάνυχτα προς τ' άστρα
γλώσσα προσταγής,

που μιλώντας γιγαντεύεις                  5
και τους κόσμους ξεπερνάς
και τ' αστέρια σού φορούνε
μια κορώνα ξωτικιάς!

Σφίξε γύρω μου τη ζώνη
των αντρίκειω σου χεριών·                  10
είμαι ο μάγος της αγάπης,
μάγισσα των αστεριών.

Mάθε με πώς να κατέχω
τα γραφτά θνητών κ' εθνών,
πώς τ' απόκρυφα των κύκλων            15
και των ουρανών·

πώς να φέρνω αναστημένους
σε καθρέφτες μαγικούς
τις πεντάμορφες του κόσμου
κι όλους τους καιρούς·                  20

πώς, υπάκουους τους δαιμόνους,
τους λαούς των ξωτικών,
στους χρυσούς να δένω γύρους
των δαχτυλιδιών,

καθώς δένω και το Λόγο,                  25
δαίμονα και ξωτικό,
στο χρυσό το δαχτυλίδι,
στο Pυθμό·

πώς με βούλλα σολομώντεια
να σφραγίζω και να κλειώ                  30
τα μεγάλα τα τελώνια
σε γυαλί στενό,

και στη θάλασσα να ρίχνω
το γυαλί, και να γυρνά
μέσ' στην άβυσσο το ό,τι είναι            35
με την άβυσσο γενιά.

(Έτσι κι άλλο ένα τελώνιο,
έτσι και η τρανή Ψυχή
στου κορμιού φυλακισμένη
το στενό γυαλί,                        40

μέσ' στη θάλασσα της Σκέψης
άθλια πεταχτή
ζη κ' εκεί σα στην πατρίδα,
σάμπως μια άβυσσο κι αυτή).

Mάθε με όλα να διαβάζω                   45
τα υπερκόσμια μυστικά
στο σκολιό της αγκαλιάς σου
μέσα στα φιλιά.

Kι όλα γύρω μου τα πάντα
παντογνώστρα σε μηνάν·                  50
μόνο κάτι ακόμα λείπει...
νά με! Eγώ κ' εσύ, το Παν!

Γιατί κάτι ξέρω, κάτι
να σου δώσω έχω κ' εγώ·
άδεια στέκεται μια στάμνα                  55
στο βαθύ μπροστά νερό,

και θα στη γιομίσω. Ξέρω
την πανώρια μουσική·
θα τη ζήσης θεία μαζί μου
στο δικό μου το βιολί.                  60

Σάρκα η μουσική θα γίνη
με την πλάστρα μας φωτιά,
κι από μας θα γεννηθούνε
τ' αψεγάδιαστα παιδιά,

που όμοια τους θα σπείρουν κι άλλα,      65
κι ό,τι γύρω τους αχνό,
άρρωστο, άσκημο, θα ρέψη
στον αφανισμό.

Tης χαράς θα λάμψη ο Nόμος
που προστάζει, βασιλιάς:                  70
"φτάνει να είσαι από υγεία
κι από δύναμη· νικάς!"

Kι ο άνθρωπος μέσα στα θάμπη
της ακέριας νέας ζωής
θα είναι πάντα ή κυβερνήτης            75
ή τραγουδιστής.

Ω φωλιές! Ω αηδόνια! Πάνε
τ' άμοιαστα και τα πεζά,
πέτρα ακύλιστη σκεπάζει
πεθαμένη τη Σκλαβιά                        80

Στερνοπαίδι αγάλια αγάλια
θα προβάλη και θα βγή
πλάσμα ακόμα πιο γιομάτο,
νόημα πιο βαθύ.

Kι ο A ρ χ ο ν τ ά ν θ ρ ω π ο ς θα νάβγη,      85
που η ρομφαία του κι αυτή
θα φαντάζη σαν κιθάρα
παναρμονική.

Kι ο άνθρωπος ο βαριομοίρης
ο ιδροκόπος δουλευτής                  90
ο άπλερος που παραδέρνει
δούλος ή βασανιστής,

και ή βασανιστής ή δούλος,
αμολόητα και σκληρά
μύριους τύραννους γρικάει                  95
μέσ' στα σωθικά,

κι ο άνθρωπος ο βαριομοίρης
θα υψωθή θριαμβευτής
σε μια γη πλατιά προφήτης
μιας πλατύτερης ψυχής.                  100

Δε γνωρίζω από θρησκείες,
μήτε σκύβω σε θεούς,
γνωριμιά μου εσύ και πίστη!
Πήρα αράδα τους ναούς,

γύμνωσα το εικονοστάσι                  105
βέβηλα και το βωμό,
λείψαν' άγια, τίμια ξύλα,
κάθε πρόσφορο ιερό,

δισκοπότηρα, λαμπάδες,
όλα τ' άγια της καρδιάς,                  110
όλα στάρριξα σαν άνθια,
για να τα πατάς!

...Eίπα, κι άκουσες, και γέρνεις...
Tρισαλιά μου, ω τρισαλιά,
στο σκολιό της αγκαλιάς σου            115
μ' όλα τα φιλιά!

Περδικόστηθη Tσιγγάνα,
ω μαγεύτρα, που μιλείς
τα μεσάνυχτα προς τ' άστρα
γλώσσα προσταγής!                        120

Στα μεστά στα νικηφόρα
στήθια σου ηύρα μοναχά
της γυναίκας την απάτη
και της σάρκας τη σκλαβιά,

κι αχαμνή πλανεύτρα αγάπη                  125
κ' έν' αρρωστημένο φως
και το λίγωμα που λιώνει
το κορμί του καθενός.

Mέσα μου κι αν να σαλεύη
άκουα κάτι σα φτερό,                        130
με τ' αντρίκεια σου τα χέρια
σύντριψες και το φτερό.

Ω που αγνάντια και μακριά μου
τα μεσάνυχτα μιλείς
προς τ' αστέρια, προς τα πάντα,            135
γλώσσα προσταγής,

κι όντας μέσ' στην αγκαλιά σου
σφιχτοκλής με ερωτική,
ω γυναίκα, εσύ σαν όλες,
ψεύτρα, σκλάβα! Ποια είσ' εσύ;...            140

Δεξίλεως


Κι ἀπὸ τὸ πρῶτο μάρμαρο κι ἀπὸ τὸ πρῶτο μνῆμα
ἀκούω φωνὴ ποὺ χύνεται κι ἀκούω φωνὴ ποὺ λέει:
- Ἐμὲ Δεξίλεο μὲ λένε. Ἐγὼ εἶμαι τῆς Ἀθήνας
τὸ λατρεμένο τὸ παιδί, τ᾿ ἀγένειο παλληκάρι.
Μ᾿ ἀνάθρεψαν τὰ βροντερὰ τραγούδια τοῦ Τυρταίου
καὶ τάραξαν τὸν ὕπνο μου τὰ ὄνειρα τοῦ Αἰσχύλου.
Ἔξω στὸ δρόμο, στὴ δουλειά, στοῦ κάμπου τὸν ἀέρα
μούθρεψε ὁ ἥλιος τὸ κορμὶ καὶ τἄνοιξε σὰν ἄνθος
καὶ τὸ Γυμνάσιον ὁ θεὸς ποὺ τὰ βοηθάει τὰ νιάτα
μοῦ τόπλασεν ἁρμονικά, σφικτό, χυτὸ καὶ ὡραῖο.
Κ᾿ ἐγὼ καβάλα, φτερωτὸς μέσα στοὺς πρώτους πρῶτος
συντρόφεψα τὸ ἱερὸ τῆς Ἀθηνᾶς καράβι
κ᾿ ἔλεγα: βάλε μου, θεά, τρανὴ καρδιὰ στὰ στήθη,
δῶσε φτερὰ στὰ πόδια μου καὶ δύναμη στὰ χέρια
νὰ πάω, κ᾿ ἐγὼ ν᾿ ἀγωνιστῶ καὶ νικητὴς νὰ λάμψω
στὸ πήδημα, στὸ πάλεμα, στὸ δρόμο, στὸ λιθάρι,
γιατί δὲν εἶναι πιὸ ἀκριβῆ τιμὴ στὸ παλληκάρι
παρὰ καρδιὰ ἀπὸ σίδερο σὲ φτερωμένο σῶμα.
Κ᾿ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα κ᾿ ἐγὼ τὴ χάρη τῆς ἀγάπης
καὶ σὲ τραπέζια χαρωπὰ ροδοστεφανωμένος
τοὺς στοίχους τοῦ Ἀνακρέοντα τραγούδησα, κ᾿ ἐμπρός μου
σπαρταριστὲς χορεύτριες μὲ λύρες καὶ φλογέρες
μ᾿ ἀποκοιμήσανε τρελὰ στῆς ἀγκαλιᾶς τὴ ζέστη
κ᾿ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα κ᾿ ἐγὼ τῆς δόξας τὴ λαχτάρα,
ἄρχοντας, εἶπα νὰ ὑψωθῶ καὶ στρατηγὸς νὰ γίνω,
στὸ θέατρον ἄξιος ποιητὴς τὰ πλήθη νὰ μαγεύω,
κ᾿ ἐγὼ μιὰ μέρα ν᾿ ἀκουστῶ βροντόφωνα στὴν Πνύκα,
ἀστροπελέκι στοὺς κακούς, καὶ μὲ τοὺς φιλοσόφους,
ἐκεῖ ποὺ τρέχει ὁ Ἰλισσὸς γλυκὰ καὶ ποὺ ξαπλώνει
δροσάτον ἴσκιο ὁ πλάτανος κ᾿ ἐγὼ νὰ ξεδιαλύνω
καὶ τὰ σκοτάδια τῆς ψυχῆς καὶ τὰ κρυφὰ τῆς πλάσης.
Ἀλλ᾿ ἕνας ἀγαθὸς θεός, ποὺ καὶ ποτὲ τὰ μάτια
δὲ σήκωσε ἀπὸ πάνω μου καὶ πάντα μὲ φυλάγει,
αὐτὸς διώρισε γιὰ μὲ μία δόξα πιὸ μεγάλη:
Γιὰ τὴν πατρίδα ν᾿ ἀξιωθῶ, νὰ πάω νὰ πολεμήσω!
καὶ νά! σαλπίζει ἡ σάλπιγγα πολεμιστήριον ἦχο,
κ᾿ ἡ Ἀθήνα μὲ τὰ ὀνείρατα πλατωνικά, ἡ Ἀθήνα
ξυπνάει γοργά, ἀντρειεύεται καθὼς ἡ Ἀθηνᾶ της,
γαλήνια κόρη καὶ μαζὶ Πρόμαχος θεριεμένη.
Ἡ Σπάρτη ἡ ἀνυπόταχτη μᾶς φοβερίζει, ἡ Σπάρτη!
θυμήθηκα τὸν ὅρκο μου καὶ ἀρματωμένος τρέχω
σὲ κυματόπλαστο ἄλογο θεσσαλικὸ ποὺ ἔχει
χαρὰ τὸν πόλεμο καὶ σκάφτει, αὐτιάζεται, δὲ στέκει.
Στὸ χέρι μου ἀνυπόμονο κουνιέται τὸ κοντάρι,
θαρρῶ πὼς μέσα μου ἡ καρδιὰ βροντοχτυπάει τοῦ Κόδρου,
θαρρῶ, εἶναι σὰν τοῦ Αἴαντα ψηλὸ τὸ ἀνάστημά μου,
θαρῶ, τὸ δρόμο ἕνας θεός μου δείχνει καὶ κανένας,
ναί! καὶ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ κόψη τὴν ὁρμή μου.
Μὲ τὸν πολέμιο σμίξαμε στὸν κάμπο τῆς Κορίνθου,
ἡλιοκαμένος καὶ τραχὺς κι ἀκράτητος Σπαρτιάτης,
βορριᾶς χυμάει ἐπάνω μου πελώριος Σπαρτιάτης.
Τὰ χρόνια μου τὰ εἴκοσι πυρώνονται καὶ βράζουν.
Τῆς Σπάρτης ἄντρας εἶσ᾿ ἐσύ, παιδὶ εἶμαι τῆς Ἀθήνας
βοηθᾶτε μέ, ἴσκιοι πατρικοὶ τῶν Μαραθωνομάχων!
σφιχτὰ κρατῶ μὲ τὸ ζερβὶ τὸ χαλινάρι, χύνω
σὰ φλόγα τἄλογο, πετῶ, σκύβω γοργά, τινάζω
τ᾿ ὁλόμακρο κοντάρι μου, κατάστηθα τὸν βρίσκω.
Στὰ πόδια ἐμπρὸς τοῦ ἀλόγου μου κατρακυλάει καὶ πέφτει,
πέφτει κ᾿ ἐκεῖ ποὺ τὸν πατῶ κρυφὰ τὸν καμαρώνω
χωρὶς νὰ χάση τὴν ὁρμή, χωρὶς μιλιὰ νὰ βγάλη,
πέφτει καὶ χάνεται καὶ σβεῖ καὶ φοβερίζει ἀκόμα.

Ἐμὲ Δεξίλεο μὲ λέν, παιδὶ εἶμαι τῆς Ἀθήνας,
πολέμησα καὶ νίκησα κ᾿ ἐγὼ γιὰ τὴν πατρίδα.
Σὲ λίγο ὁ θάνατος ὁρμάει κι ἀλύπητα κ᾿ ἐμένα
μὲ παίρνει ἀπὸ τὴν γῆν αὐτή, μὲ φέρνει σ᾿ ἄλλον κόσμο.
Δὲ μ᾿ ἔρριξε στὰ Τάρταρα, δὲ μ᾿ ἄφησε στὸν Ἅδη,
μακαρισμένο, ἀθάνατο, μ᾿ ἀνάστησε γιὰ πάντα
στὰ μαρμαρένια Ἠλύσια, στὰ Ἠλύσια της Τέχνης.
Ὁ κόσμος φεύγει, ἀλλάζει ἡ γῆ, περνοῦν λαοὶ καὶ κόσμοι
καὶ πέφτουν καὶ μαραίνονται σὰ φθινοπώρου φύλλα.
Κ᾿ ἐγὼ ἐδῶ πέρα ἀσάλευτος κι ἀμάραντος προβάλλω
καὶ τῆς πατρίδας τὸν ἐχθρὸ στὰ πόδια μου τὸν ἔχω.
Ὦ χάρη, ὦ νίκη τῆς ζωῆς, ἀνήκουστη εὐτυχία,
στὰ μαρμαρένια Ἠλύσια, στὰ Ἠλύσια της Τέχνης!

Ρόδου Μοσκοβόλημα


Ἐφέτος ἄγρια μ᾿ ἔδειρεν ἡ βαρυχειμωνιὰ
ποὺ μ᾿ ἔπιασε χωρὶς φωτιὰ καὶ μ᾿ ηὗρε χωρὶς νιάτα,
κι ὥρα τὴν ὥρα πρόσμενα νὰ σωριαστῶ βαριὰ
στὴ χιονισμένη στράτα.

Μὰ χτὲς καθὼς μὲ θάρρεψε τὸ γέλιο τοῦ Μαρτιοῦ
καὶ τράβηξα νὰ ξαναβρῶ τ᾿ ἀρχαῖα τὰ μονοπάτια,
στὸ πρῶτο μοσκοβόλλημα ἑνὸς ρόδου μακρινοῦ
μοῦ δάκρυσαν τὰ μάτια.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.