Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρυωτάκης Κωνσταντίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρυωτάκης Κωνσταντίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2022

Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΣΑΤΙΡΕΣ» Του Τέλλου Άγρα

 (κείμενο δημοσιευμένο στα 1935 στο περ. Νέα Γράμματα)


Του Τέλλου Άγρα 

Έχουν περάσει τρία χρόνια, από τότε που η εφημερίς «Πρωία» και συγκεκριμένως ένας από τους τότε συντάκτες της, ο κ. Κωστής Μπαστιάς, έλαβε συνεντεύξεις από τους κορυφαίους του τόπου, επάνω σ' ερωτήματα φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά και φιλολογικά. Από τις κυριώτερες συνεντεύξεις, εστάθηκε τότε η συνέντευξις του ποιητού και μεταφραστού Γρυπάρη. Κάθε φορά άλλως τε που έτυχε να δεχθή ν' απαντήση ο Γρυπάρης επάνω σε δεδομένο θέμα, η απάντησή του ήταν από τις πιο σημαντικές: έγραψε ένα ουσιαστικώτερο άρθρο για τον ποιητή Καβάφη, μέσα σ' ένα αναμνηστικό τεύχος του περιοδικού Νέα Τέχνη που εξέδιδε το 1923 ο κ. Βαγιάνος· εξεχώρισε, πρώτος, τον ίδιο εκείνο καιρό, το όνομα του νέου πεζογράφου που σήμερα μεσουρανεί, του Στρατή Μυριβήλη· στην Εικονογραφημένη της Ελλάδος, τ' ολιγόζωο περιοδικό του κ. Λέκου, όπου ο Γρυπάρης ήταν για λίγον καιρό διευθυντής, εκάλεσε για την παρακολούθηση της ξένης λογοτεχνίας τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Απαντώντας λοιπόν τότε στα φιλολογικά ερωτήματα της «Πρωίας», ο Γρυπάρης έλεγε περίπου στον κ. Μπαστιά: «Εγώ νομίζω ότι οι ποιηταί κ' οι συγγραφείς μας δεν μένουν καθόλου ξένοι από το κοινόν. Αν προσέξετε, θα ιδήτε ότι κάθε αποχή βρίσκει τον αντιπροσωπευτικό της. Παλαιότερα, τον ευρήκε στον Καβάφη. Έπειτα στον Βάρναλη. Τελευταία, στον Καρυωτάκη».

Και εδώ ήθελα να καταλήξω. Γιατί, χωρίς να υποτιμήσω διόλου τις άριστες, τις οξυδερκείς κι αναλυτικές κριτικές που έγραψαν για τον Καρυωτάκη ιδίως ο Αρίστος Καμπάνης, ο Κλ. Παράσχος, ο Κώστας Ουράνης, αλλά κι άλλοι πολλοί ακόμη, εν τούτοις υποθέτω να μη διαφωνήση κανείς, αν αυτά προπάντων τα λόγια, από το στόμα του Γρυπάρη, τα πάρω, για πολλούς λόγους, ωσάν την επισημότερην απ' όλες καθιέρωση, του έργου του ποιητού. Αληθινά, ο Καρυωτάκης είναι ο αντιπροσωπευτικός ποιητής μιανής εποχής.


--------------------------------------------------------------------------------

Τον Καβάφη και τον Βάρναλη ο Γρυπάρης τους ήξερε, βέβαια, από χρόνια και τους παρακολουθούσε· τον Καρυωτάκη, όχι. Ο Καρυωτάκης έγινε γνωστός, προσφιλής, αντιπροσωπευτικός, κάπως απότομα και ξαφνικά.

Πρωτοδιάβασα, θυμούμαι, τ' όνομά του στα 1912, ανάμεσα στους βραβευμένους του παιδικού περιοδικού Παιδικός Αστήρ, που το αγόραζα τότε κι εγώ. Κι έπειτα, τον ξέχασα...

Έξη χρόνια αργότερα, το 1918, η πρώτη ποιητική του συλλογή, Ο πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων, μικρό τεύχος από δεκάεξη μόλις σελίδες -- μερικά τρυφερά μουσικά, γνήσια συμβολιστικά ποιήματα -- πέρασε σχεδόν απαρατήρητη.

.......................

Η δική μας γενεά εβγήκε, σχεδόν όλη, από τη Βιβλιοθήκη του Φέξη. Απ' εκεί επήγασαν τ' αγαθά της, απ' εκεί και τα ελαττώματά της: κι ο λυρισμός της, αλλά κι η μεγαλοστομία της· η θεωρητική της μόρφωση, αλλά κι ο προφητικός της τόνος -- ο "μεσσιανισμός" της· απ' εκεί τέλος η γερμανοπάθεια κι η ασιανοπάθεια που ζωηρά άλλως τε καθρεπτίστηκαν όλ' αυτά στα τότε αντιπροσωπευτικά φιλολογικά περιοδικά των νεωτέρων.

Ο Καρυωτάκης απ' όλ' αυτά έλειπεν.

Αμέτοχος ο άνθρωπος, η εργασία του άγνωστη. -- Αυτός ερχόταν, μόνος του, απ' αλλού. Ερχόταν αργά, από δρόμο δικό του.

....................

Τον εγνώρισα τέλος και προσωπικά. Τον εγνώρισα σ' ένα λαμπρό -- τουλάχιστον τότε -- και, υπηρεσιακώς σχεδόν ανεξάρτητο, Παράρτημα του Υπουργείου της Πρόνοιας στην οδό Κοραή, μέσα σ' ένα ευρύχωρο κι αξιοπρεπέστατο γραφείο, με χαλιά, με καλοριφέρ, με καινούρια έπιπλα, με πέτσινες πολυθρόνες -- κι εκείνος μόλις είχε γυρίσει από τη χειμωνιάτικη Ευρώπη, άψογα ντυμένος -- όπως πάντα, άλλως τε -- υπάλληλος με πολύ καλή θέση, πρόθυμος και περιποιητικός, τουλάχιστον στο φαινόμενο, ομηλιτικός και συνετός. Ήταν μάλλον κοντόσωμος, του έλειπε κάποιος αέρας, κάποια άνεση· τα μάτια του έπαιζαν ανήσυχα και άστατα. Το στόμα και το πηγούνι ήσαν χαρακτηριστικά βαρυθυμίας. Μα κατά τα λοιπά, σχεδόν τίποτε πάνω του δεν έδειχνε κάτι το ιδιόρρυθμο ή το αποκαλυπτικό. Όσο για την ομιλία του, ήταν από τις λίγες τίμιες, στρωτές ομιλίες: ανεπιτήδευτη, κανονική, διαφωτιστική -- και απλή. Το γέλιο του, μόνον αυτό δεν ήταν τόσο απλό.Ο Καρυωτάκης γελούσε συχνά, δηλαδή μάλλον χαμογελούσε συχνά· μα -- παράξενο πράγμα! Ακριβώς αυτό το χαμόγελο ήταν το μόνο που φανέρωνε όλη του την πικρία! Χαμογελούσε, μπορεί να πη κανείς, μόνο με το μισό του πρόσωπο. Τ' άλλο μισό έμενε όπως και πριν. Κι έτσι, η φυσιογνωμία του γινόταν, θαρρείς, ακανόνιστη, διχασμένη, δισυπόστατη. Και κατέβαζεν αμέσως τα μάτια κάτω, σα νάκανε αμαρτία.

.....................................


--------------------------------------------------------------------------------

-- «Τι κρίμα! αν δεν αυτοκτονούσε θα γινόταν μεγάλος ποιητής!», έτσι είπαν, όσοι κατά βάθος πιστεύουν (κι είναι οι περισσότεροι) ότι η Τέχνη, και ειδικώτερα η Ποίησις, είναι απλή ασχολία -- πράγμα ανεξάρτητο από τη ζωή.

Μα συχνά έχουν λάθος. Για έναν αληθινό ποιητή, και μάλιστα γι' αντιπροσπωευτικό ποιητή, ζωή και τέχνη γίνονται ένα. Για έναν αληθινό ποιητή, το έργο του, σαρξ εκ της σαρκός του και οστούν εκ των οστών του, δεν είναι άλλο, παρά τυχαία -- και μοιραία -- έκφραση της ζωής του, όμοια μ' όλες τις άλλες, σε τρόπο που η τέχνη του να είναι η ζωή του και η ζωή του να είναι η τέχνη του, μαζί ν' αρχίζουν, μαζί να προχωρούν και μαζί να τελειώνουν.

Ένας μεγάλος ποιητής έπινε αψέντι. Έγινε αλκοολικός. Δεν έπινε βέβαια αψέντι για να γράψει. Αλλ' ούτε κι έπαψε να πίνη για να γράφη! Τα ποιήματά του είναι ποιήματα του ανθρώπου που είχε το πάθος του αλκοολισμού, έργα και σταθμοί του ανθρώπου που κατάντησε να γίνη αλκοολικός και να σέρνεται στα νοσοκομεία. Μα έτσι είναι! Διαφορετικά, θα ήσαν έργα άλλου ποιητού. Έτσι κι οι σφαίρες του Καρυωτάκη. Έπληξαν τη ζωή του, αλλά όχι την Ποίησή του. Η ποίησις του -- εκείνη είχε τελειώσει πριν από την αυτοκτονία του. Οι Ιδανικοί Αυτόχειρες, το Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο, η Δικαίωσις, η Πρέβεζα μας το λέγουν καθαρά! Η αυτοκτονία έχει γίνει κιόλας θέμα της ποιήσεώς του -- φυσικά, το τελευταίο. Αν λοιπόν ο Καρυωτάκης επιζούσε, θα επιζούσε ο άνθρωπος· αλλά όχι ο ποιητής. Και ποιος ξέρει πώς θα επιζούσε ο άνθρωπος! Μήπως ολίγοι καλλιτέχναι επέζησαν από το έργο τους; Ποιήματα όμως, ποιήματα αληθινά δεν υπήρξαν, παρά οσάκις ο ποιητής έφυγεν, ελέυθερος, από την πρόχειρη και μηχανικήν αντίληψη της ζωής -- ελεύθερος, κι ας γίνη ό,τι γίνη! Δόξα αληθινή δεν υπήρξε, παρά μόνο για τους απόντας -- δηλαδή μόνο για κείνους, που αφημένοι εντελώς είτε μέσα στους εσωτερικούς των σπαραγμούς, είτε μέσα στην εσωτερική των ικανοποίηση, την είχαν προσπεράσει, και την έβλεπαν αδιάφορα και μακρινά. -- Και μόνο η Ποίησις; Και μόνον η Δόξα; Αληθινά, κανένα στοιχείον από τον εσωτερικόν κόσμο, τον κόσμο της αναγκαίας τελειοποιήσεως, κανένα στοιχείο δεν ημπορούμε ν' αφήσωμε και για τους άλλους, παρά μόνο από τη στιγμή που εμείς οι ίδιοι το έχομε προσπεράσει.

Η ζωή του Καρυωτάκη έφερε τη μελαγχολία του. Η μελαγχολία του, την ταραγμένη φαντασία -- τη δίψα του αντι-λογικού, του φαουστικού. Η φαντασία έφερε τις Ελεγείες. Οι Ελεγείες έφερεαν τις Σάτιρες. Οι Σάτιρες την αυτοκτονία. -- Αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει.


--------------------------------------------------------------------------------

..............................

Αυτό λοιπόν είναι που τον κατατρώγει: η απουσία των ωραίων πραγμάτων, η απουσία των σπάνιων πραγμάτων, η απουσία των μεγάλων πραγμάτων, η απουσία -- έστω -- των τραγικών. Η μονοτονία κ' η πεζότης της ζωής. Μ' άλλους λόγους, είναι ρωμαντικός. Εφαντάσθηκε την αλήθεια, την ομορφιά, την καθαυτό πραγματικότητα -- έξω από τη ζωή. Πέρα από τη ζωή. Αφηρημένην.

................................

Αυτός ο διχασμός, αυτός ο δυϊσμός, αυτό το διαφορετικό, το αντίθετο περπωμένο του κορμιού-και της ψυχής, του πνεύματος-και του χώματος, αυτή η επίγνωση: είναι η δευτέρα όψις του ρωμαντισμού του Καρυωτάκη.

Ημπορούσε και να πλάση, όπως άλλοι ρωμαντικοί, τη ρωμαντική του ψευδαίσθηση. Με πόσα ονόματα δεν την ωνόμασαν όσοι με τη σειρά τους την έπλασαν! Εδέμ, Ελδοράδο, Ουτοπία, Μάγυα, Ελεφάντινος Πύργος! Ο Νίτσε, στο βιβλίο του Η Γέννηση της Τραγωδίας, την ονομάζει «Απολλώνιο Πνεύμα», «Διονυσιακό Πνεύμα», κι αυτά έσωσαν, λέγει, τους αρχαίους από την πεισιθανασία. -- Ημπορούσε κι ο Καρυωτάκης να δημιουργήση ψευδαίσθηση. Έγινε, αντιθέτως, ρεαλιστής.

Ημπορούσε να μείνη, όπως οι άλλοι ρωμαντικοί, μελαγχολικός. Η μελαγχολία δεν είναι, παρά ευγένεια. Η μελαγχολία είναι τεκμήριο ευαισθησίας, κ' η ευαισθησία δεν είναι πρόσφορη μόνο για τη λύπη, παρά εξ ίσου για τη χαρά, την τρυφερότητα, το θαυμασμό, την έκσταση, τη λατρεία! Η μελαγχολία είναι πιο πρόσφορη στην ευθυμία, από την καθαυτό ευθυμία, που καταντά άβαθη, ξώδερμη και μηχανική. -- Ημπορούσε να μείνη μελαγχολικός. Έγινε τραγικός.

Ημπορούσε να φιλοσοφήση, ημπορούσε «ν' αναχωρήση εις την Τέχνη». Ημπορούσε να ξέρη ότι, άνθρωπος ποτισμένος με το «φαρμάκι που το λέμε ωραίο» (όπως έγραψε κάπου ο Παπαντωνίου), προικισμένος με της φαντασίας τα υπερφυσικά δώρα, δεν έχει ν' απολαύση πια τίποτε κ' έξω από την φαντασία -- κ' ότι με την πραγματικότητα πρέπει να έρχεται μόνο σε συμβιβασμούς. -- Ημπορούσε να γίνη φιλόσοφος. Έγινε σατυρικός.

Αυτό το χάσμα, ανάμεσα στα χοϊκά και στα πνευματικά, ανάμεσα στην ομορφιά και στην ανάγκη, δεν το έκλεισε ποτέ, με τίποτε -- ως το τέλος. Μήτε το ένωσε· μήτε το γέμισε. Μήτε καν το ξέφυγε. Εστάθηκε ίσα-ίσα εκεί, εμπρός του, να το βλέπη και να το πιστοποιή, αδιάκοπα, με όλους τους τρόπους, με όλους τους τόνους, και να το φωνάζη και στους άλλους.

Ο ρωμαντισμός της φαντασίας -- που μισεί το ρεαλισμό της λογικής. Ο ρεαλισμός της λογικής -- που πνίγει τον ρωμαντισμό της φαντασίας.Ελευθερία και μίσος. Κίνδυνος, αλλά και πείσμα.

Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τάδειο σας κεφάλι!

Ιδού, μέσα σ' ένα τετράστιχο, σφιχτοδεμένες οι δυο του ψυχικές καταστάσεις, ανάγλυφες. Ό,τι απέναντι στα νέα κορίτσια, αισθάνεται να του λείπη ο ποιητής, είν' αυτή η θαυμάσια ασυνειδησία, η -- τρόπον τινά -- φυτική. Μα ό,τι κι απέναντι στον ποιητή, είν' ολοφάνερο πάλι πως λείπει απ' αυτά τα νέα κορίτσια, είναι η εσωτερικότης, η εμβάθυνση, η συνείδηση του είναι. Κι ο ποιητής μάς αφήνει στο δίλημμα: Ποιο να 'ναι το προτιμότερο; Το πρώτο ή το δεύτερο; Ο Καρυωτάκης ήθελε να είναι ωραίος· μα και τη σοφία του λυπάται να τη χωρισθή...

Ιδού και αλλού οι δυο του ψυχικές καταστάσεις:

Τι να σου πω, φθινόπωρο...

Ανδρείκελα


Και την κριτική τέτοιων ποιημάτων -- την κάνει τέλος αυτός ο ίδιος, με το τετράστιχο που επιγράφεται Κριτική:

Δεν είναι πια τραγούδι αυτό, δεν είναι αχός
ανθρώπινος. Ακούγεται να φτάνει
σαν τελευταία κραυγή, στα βάθη της νυχτός,
κάποιου πόχει πεθάνει.


Αλλ' επί τέλους! Ημπορεί να παρατείνεται επ' άπειρον τέτοια δυστυχία, τέτοια απελπισία;

«Mettons le doigt sur la plaie» -- «ας θέσωμεν τον δάκτυλον επί της πληγής», λέγει τέλος και ο Καρυωτάκης: κι οπλίζεται με θάρρος. Ας προχωρήσωμεν στη ρίζα του κακού! «Εις τον τύπον των ήλων!»

Και τώρα -- για όσους έφθασαν στο βυθό της πικρίας· για όσους ανάδωσαν τους παθητικώτερους τόνους που είχαν να αναδώσουν· ποιος τρόπος μένει, αν θέλουν να εξακολουθήσουν να υπάρχουν -- παρά η Σάτυρα;

Ποιο συναίσθημα περιμένει τον άνθρωπο, αν εξακολουθήση να ζη και δεν συντριβή, ύστερ' από την απογοήτευση την πλέον οριστική; -- Η Σάτυρα.

Και ποιο είναι το θέμα όπου θα στραφή ο ποιητής, αν εξακολουθήση να γράφη κ' ύστερα από τα σπαρακτικώτερα ελεγεία; -- Η Σάτυρα.

«Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη». Όλοι οι δρόμοι οδήγησαν τον Καρυωτάκη στη Σάτυρα.

Αν η μεγάλη δυστυχία της ζωής γίνεται τραγωδία, τι γίνεται η μικροδυστυχία η καθημερινή; τι άλλο από Σάτυρα;

Αν η μεγάλη έκσταση της ζωής γίνεται Ποίηση, τι γίνεται η μικροκαλοπέραση, η ψευτασφάλεια, η ταπεινή ικανοποίηση; Τι άλλο από Σάτυρα;

Αν από τα μοιραία πάθη πηγάζη Παλαμάς και Μαλακάσης, τι άλλο θα πηγάση από τα μικρά και τ' ανάξια, παρά Καβάφης και Καρυωτάκης;


--------------------------------------------------------------------------------

Αυτές οι «έγνοιες μικρές και λύπες» -- το μοτίβο του Καρυωτάκη -- αυτές είναι η καθαυτό, η συγκεκριμένη ρίζα του κακού. Αυτές έγιναν κι ο οριστικός, ο τελευταίος, ο αντιπροσωπευτικώτερος ποιητικός του κύκλος. Ο αντιπροσωπευτικώτερος -- γιατί αν κάποτε το περιεχόμενο υπολείπεται από τον τόνο των ελεγειακών του ποιημάτων, οι «Σάτιρες» όμως είναι έργο εντελώς γεμάτο μέσα στις διαστάσεις του, εντελώς massif. Τα πράγματα. Άλλοτε λέγονται πια με τ' όνομά τους -- άλλοτε είν' αιτία, άλλοτε είν' αποτέλεσμα, ένα ένα... Κια ποια είναι λοιπόν;

Στη νεοελληνική φιλολογία ο ρεαλισμός δεν είναι πράγμα νέο. Κατέχει σχεδόν ολόκληρη τη σφαίρα της πεζογραφίας μας. Ολίγην όμως από τη σφαίρα της ποιήσεως. Αλλ' ο ρεαλισμός μας υπήρξεν, έως εδώ και λίγα χρόνια, ηθογραφικός. Δηλαδή γραφικός, ζωγραφικός, περιγραφικός, εξωτερικός, παρμένος από τη ζωή της επαρχίας, ή μάλλον του βουνού και του υπαίθρου ολοένα και περισσότερο ασύγχρονος, ακατανόητος για τη χωή της πολιτείας, κ' αδιάφορος.

Ο ρεαλισμός, ο αστικός ρεαλισμός του πραγματικού περιβάλλοντός μας, επρόβαλε καθαρός στην ποίηση, με το έργο του Καβάφη.

Με την ποίηση του Καρυωτάκη αυτός ο ρεαλισμός έγινε νεοαστικός.

Ποια είναι η πλατύτερη, η χαρακτηριστικώτερη, η συνηθέστερη πλευρά του νεοαστικού ρεαλισμού, το ξέρομε όλοι: είναι η ιεραρχία, η υπαλληλία, το γραφείο, η γραφειοκρατία.

Στην πρώτη περίοδο των Νεοελληνικών Γραμμάτων, την Επτανησιακή, ο άνθρωπος των γραμμάτων είναι ο ευγενής, ο ευπατρίδης. Στη δεύτερη περίοδο, την αθηναϊκη -- κλασική και ρωμαντική -- είν' ο λόγιος. Στην τρίτη, την προπολεμική, είν' ο δημοσιογράφος. Στην τετάρτη, την μεταπολεμική (η κατάπτωση συνεχίζεται) ο άνθρωπος των γραμμάτων είναι ο υπάλληλος.

Αυτήν την εποχή έζησε κι ο Καρυωτάκης. Κι αυτήν έγραψε. Ο ρεαλισμός του είναι ο γραφειοκρατικός. Έτσι ζουν άλλως τε κι αυτοί που τον διαβάζουν. Κι έτσι τους αντιπροσωπεύει.

Και πώς όχι -- όταν μιλή, χωρίς ποιητικές μεταφορές, απροκάλυπτα, για τη «μίσθια δουλειά» και τους σωρούς των χαρτιών, για το Γραφιά, που

διπλώνοντας το στήθος του γυρεύει αναπνοή
στη σκόνη των χαρτιών του

και για τους δημοσίους υπαλλήλους -- με την ίδια τους τυπική φρασεολογία από την επίσημη αλληλογραφία των εγγράφων; («Δημόσιοι Υπάλληλοι»).


--------------------------------------------------------------------------------

Από άλλον πάλι κύκλον ποιημάτων του Καρυωτάκη, τα φιλολογικά του αντιπροσωπεύεται ο φιλολογικός ρεαλισμός.

Στις Ελεγείες απαντήσαμε τον μεταφυσικό και τον μουσόληπτο. Στις Σάτυρες, το νεοαστικό κατάντημά του, τη συγκεκριμένη του μορφή: τον γραφιά -- Παρόμοια, στις Ελεγείες απαντούμε τον ποιητή: στις Σάτιρες, το λόγιο -- το νέο λόγιο της σημερινής εποχής. Ο Καβάφης που, και στην ποίηση και στην πεζογραφία μας, άνοιξεν ένα πλήθος πρωτοτυπίες, είχε δώσει κι εδώ το σύνθημα. Είχε προηγηθή. Είχε πλάσει πρώτος τον τύπο του λογίου -- στους κύκλους της Αλεξανδρινής εποχής και των πρώτων χρόνων του χριστιανισμού. Είχεν ανοίξει λοιπόν τον δρόμο. Ο Καρυωτάκης όμως έγινε σύγχρονος. και τούτο στάθηκε βέβαια έν' από τα πιο σημαντικά του θέλγητρα, από τα στοιχεία του τα πιο αντιπροσωπευτικά. Έγραψε τα πρώτα ποιήματα μέσα από τη ζωή και την παράδοση των νεοελληνικών γραμμάτων, αυτήν που τη ζούμε κι εγώ και συ και ο διπλανός μας -- και που ποτέ δεν την είχε εκφράσει ακόμη κανείς. Ακούσατε ήδη το Μαλακάση. Αν εδιαβάζαμε κι άλλες Σάτυρες, θ' ακούγαμε κι ένα σωρό άλλους: να, ο Σπυρίδων Βασιλειάδης, ο Μαρτζώκης, η Ελένη Λαμάρη, πεθαμένοι ποιηταί, ο Ρώμος Φιλύρας, η Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, οι σύγχρονοι -- τέλος ο εκδότης Γ.Βασιλείου, που το κατάστημά του, μαζί με το καφενείο του Μαύρου Γάτου και ταγραφεία του Νουμά στάθηκε, για χρόνια, φιλολογικό εντευκτήριο· κι όχι μόνο εντευκτήριο, παρά η εστία του νεανικού βιβλίου, η μικρογραφία της Βιβλιοθήκης του Φέξη -- με βιβλία όμως μόνο φιλολογικά -- τέλος ο δρόμος για τη δόξα. Η Δελφική Εορτή, η Σταδιοδρομία, το Όλοι μαζί, είν' επίσης από τα καλύτερα δείγματα του φιλολογικού ρεαλισμού του Καρυωτάκη. Αν η Τέχνη είναι μίμηση -- όπως λέγει ο Αριστοτέλης -- τότε αυτές οι Σάτυρες είναι τέχνη αριστουργηματική. Η περιγραφή του τόπου, η ψυχολογία των ανθρώπων, οι φράσεις του κύκλου τους, οι φιλοφοξίες τους, τα ενδιαφέροντά τους, οι συνήθειες... Μικρό πράμα τάχα είναι για την τέχνη -- «για την τέχνη μας» όπως θαλεγε πάλι ο Καβάφης -- όλ' αυτά τ' απαραίτητα -- τ' αληθινά και τα πρωτότυπα, τα τολμηρά και τα πρωτοειπωμένα, τ' αντιποιητικά κι όμως ειπωμένα ποιητικά; Όλοι μαζί

Καιρός είναι να θυμηθούμε εδώ και τον Λαφόργκ. «Il a transpose notre Laforgue» είπε, αληθινά, για τον Καρυωτάκη, κάποιος Γάλλος φίλος μας. Πραγματικώς, ο Καρυωτάκης εμετατόπισε τον Λαφόργκ στην Ελλάδα· τον εμετατόπισε σ' ό,τι κινητό και γενικό και καθολικό ημπορούσε να έχη ο ολογόζωος Γάλλος ποιητής με την κλαυσίγελη φαντασία, σ' ό,τι που να μην είναι αδιάσπαστα συνενωμένο με τον γαλλικό πολιτισμό -- τον «υπερπολιτισμό» καλύτερα -- και με την γαλλική litterature.

Αν σ' όλα αυτά προσθέσωμε και την αρρώστεια, αυτήν που μισο-περιγράφει, μισο-υπονοεί σε μιαν άλλη του σάτυρα, έχομε ήδη εύρει, με τ' όνομά τους, όλες τις «έγνοιες μικρές και λύπες» που τυραννούν τον ποιητή, κι όλον τον κόσμο των ανθρώπων που αντιπροσωπεύει.

Ναι. Κι όταν το αισθάνεται οριστικώς ότι το πεπρωμένο του είναι αυτό, ότι ανωφελής κι ανάξιος είν' όλος αυτός ο κόσμος που τον περιτριγυρίζει, α! τότε γίνεται ο μισάνθρωπος... Υποθήκαι

Αχ αυτοί οι άνθρωποι που
όταν θέλουν το κακό,
του δίνουν όψη ν' αρέσει.
κι όταν
διαφιλονικούν
τη σάρκα σου και το αίμα.
τότε
Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν
με την πειθώ, με το ψέμα,

Κ' οι γυναίκες; Αχ αυτοί οι άνθρωποι με
το φρικτό γέλιο
που όλο
φεύγουν, ή όταν πλησιάζουν,
στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούνε
την έρημη βοή, μάταιη και κούφια...

κυττάζουνε με φόβο με απορία,
έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες...

και που όμως δεν ακούνε μήτε κι όταν ανοίξης, μεσάνυχτα, το παράθυρο σου και κραυγάσεις μέσα στο κενό «Δυστυχία!».

Και μόνο «όταν θέλουν να πονείς» μόνον αυτό το «μπορούνε με χίλιους τρόπους».




--------------------------------------------------------------------------------

Βιβλιοθήκη του Φέξη: πολύτομη, κυρίως μεταφραστική, εκδοτική προσπάθεια. Είχε παρουσιάσει τρεις πλευρές: την αρχαία ελληνική φιλολογία, την γερμανική φιλοσοφία και τις θεωρίες του υλισμού. Παρομοιάζεται με τη Εγκυκλοπαίδεια των Γάλλων Διαφωτιστών του 17ου αιώνα.





Τι να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.

Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με τιο πρόσωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,

είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...

Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.





--------------------------------------------------------------------------------

ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...




--------------------------------------------------------------------------------



ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ...

Ολοι μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.
Μια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία
έγινε της ζωής μας ο σκοπός.

Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας,
για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.

Αφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά
και τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα.
Ανυπόφορη νομίζουμε πρόζα
των καλών ανθρώπων τη συντροφιά.

Μόνο για μας υπάρχουν του Θεού
τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις.
Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,
ανεβήκαμε στ' άστρα τ' ουρανού.

Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ' τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής».




--------------------------------------------------------------------------------



ΥΠΟΘΗΚΑΙ

Οταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
μπορούνε με χείλιους τρόπους.
Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
όταν ακούσεις ανθρώπους.

Οταν ακούσεις ποδοβολητά
λύκων, ο Θεός μαζί σου!
Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά
και κράτησε την πνοή σου.

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στον πλατύ κόσμο μια θέση.
Οταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,
του δίνουν όψη ν' αρέσει.

Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν
με την πειθώ, με το ψέμα,
όταν [οι] άνθρωποι διαφιλονικούν
τη σάρκα σου και το αίμα.

Οταν έχεις μια παιδική καρδιά
και δεν έχεις ένα φίλο,
πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά,
στη μπουτονέρια σου φύλλο.

Ασε τα γύναια και το μαστροπό
Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,
κράτησε σκήπτρο και λύρα.

politikokafeneio.com

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Εις Ανδρέαν Κάλβον



Ω μεγάλε Ζακύνθιε,
των ωδών σου τα μέτρα,
υψηλά, σοβαρά,
τους αγώνες εκάλυπτον
εκτεταμένους.

Της δουλείας τα βάρβαρα
σκοτάδια κατεξέσχισεν,
όταν εγράφη πύρινος,
η αστραπή των όπλων
(και η αρετή σου).

Ως ήλιος, αναβάν
τον Όλυμπον, εστάθη
πάνω εις γυμνά χωράφια,
εις ανθισμένα ερείπια,
γνώριμον κλέος.

Αλλά το θείον έναυσμα
η φωνή σου δεν είναι
τώρα πλέον. Μας έρχεται
μακρινός και παράταιρος
ήχος τύμπανου.

Ολόκληρος αιών,
χείμαρρος, την Ελλάδα,
ταραγμένος, εσάρωσεν
από τα ιδανικά σου,
την οικουμένην.

Κράτει λοιπόν, ω γέροντα,
την επιτύμβιον πλάκα.
Το πεπαλαιωμένον σου
τραγούδι κράτει. Φύγε,
παραίτησόν μας.

Ή, αν προτιμάς, εξύμνησον
αντίς γεγυμνωμένων
ξιφών, όσα μαστίγια
προς θρίαμβον επισείονται
των καφενείων.

Ίππους δεν επιβαίνουσι,
αμή την εξουσίαν
και του λαού τον τράχηλον,
ιδού, μάχονται οι ήρωες
μέσα εις τα ντάνσιγκ.

Τις δάφνες του Σαγγάριου
η Ελευθερία φορέσασα,
γοργά από μίαν χείρα
σ' άλλην περνά και σύρεται,
δούλη στρατώνος.

Καθώς, όταν την εύκολον
λείαν αποκομίσει,
φεύγει, διστάζει, κι έπειτα
σε μια γραμμήν ελίσσεται
πλήθος μυρμήγκων,

μεγάλα προπορεύονται
έντομα, μέγα φέροντα
βάρος, ακολουθούσι,
με φορτίο ελαφρότερο,
μικρότερα άλλα,

και δε βλέπουν στο πλάγι τους
το παιδάκι που στέκει
να γελά τον αγώνα των,
και δε βλέπουν ότι ύψωσε
τώρα το πέλμα—

ούτω την χώραν νέμεται
η στρατιά της ήττης,
του λαού την απόφασιν,
άτεγκτον, φοβεράν,
περιφρονούσα.

Αλλά τι λέγω; Θρήνησε,
θρήνησε την πατρίδα,
νεκράν όπου σκυλεύουν
αλλοφρονούντα τέκνα της,
ω Ανδρέα Κάλβε.

Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχήν έχουν αι μάζαι,
ιδιοτελή καρδίαν,
και παρειάν αναίσθητον
εις τους κόλαφους.


Το ποίημα αυτό περιλαμβάνεται και στην "παγκόσμιο ανθολογία ποιήσεως" τμ.α'
- εκδ. Γεωργίου Παπαδημητρίου, 1953)

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

Ο ∆ιάκος

Μέρα του Απρίλη.
Πράσινο λάµπος,
γελούσε ο κάµπος
µε το τριφύλλι.

Ως την εφίλει
το πρωινό θάµπος,
η φύση σάµπως
γλυκά να οµίλει.

Εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.

Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Χιόνι

Τί καλά που ’ναι στο σπίτι μαςτώρα που όξω πέφτει χιόνι!Το μπερντέ παραμερίζοντας,τ’ άσπρο βλέπω εκεί σεντόνι5να σκεπάζει όλα τα πράματα:δρόμους, σπίτια, δένδρα, φύλλα.Πόσο βλέπω μ’ ευχαρίστησημαζεμένη τόση ασπρίλα!
Όμως κάτου, τουρτουρίζοντας10το κορίτσι εκείνο τρέχει.Τώρα στάθηκε στην πόρτα μας.Ψωμί λέγει πως δεν έχει,πως κρυώνει, πως επάγωσε…«Έλα μέσα, κοριτσάκι.15Το τραπέζι μας εστρώθηκεκι αναμμένο είναι το τζάκι.»

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

ΕΝΑΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Δεν ξέρω τι φορούσε στο κεφάλι. Τα ρούχα της δεν είχαν ούτε σχήμα ούτε χρώμα. Εμπήκε στο γραφείο κρατώντας στην αγκαλιά δυο παιδιά και σέρνοντας τέσσερα. Καθένα έκλαιγε ή εφώναζε με ιδιαίτερο τρόπο. Άλλο τραβούσε το φουστάνι της, άλλο τα μαλλιά της. Ένα αγόρι ως τριών χρονών έτρεμε με κάτι παράξενα αναφιλητά, χωρίς να κλαίει. Όλα μαζί -- φριχτή συμφωνία -- εκοίταζαν τη μητέρα τους όπως οι μουσικοί το μαέστρο. Αυτή όμως είχε ξεχάσει την παρτιτούρα της σ' ένα κομψό γραφειάκι από acajou.

Στάθηκε μπροστά μας με ορθάνοιχτα μάτια. Κάτι σαν ψεύτικο γέλιο, μια γκριμάτσα οίκτου προς τον εαυτό της, εξηγούσε τα λόγια της. Ήταν Αρμένισσα. Ο άντρας της επέθανε σ' ένα χωριό, κ' ήρθε από κει ζητώντας ψωμί για τα παιδιά της. Τώρα παρακαλούσε να στεγασθεί. Κάποιος που ήξερε τη γλώσσα της τής είπε ότι δεν υπήρχε πουθενά θέσης. Και καθώς δεν ήθελε να καταλάβει, την έβγαλαν έξω στο διάδρομο. Έμεινε ξαπλωμένη με τα παιδιά της ως το μεσημέρι. Την άλλη μέρα, η ίδια ιστορία. Ήρθε πολλές φορές ακόμη.

Επιτέλους την έριξαν σε μια αποθήκη. Τριάντα οικογένειες προσφύγων που έμεναν εκειμέσα είχαν χωρίσει τα νοικοκυριά τους πρόχειρα, με φανταστικούς τοίχους. Μπόγοι, κασέλες, κουβέρτες απλωμένες, ξύλα βαλμένα στη γραμμή, εσχημάτιζαν τετράγωνα, τα μαχητικά τετράγωνα της τελευταίας αμύνης. Σ' αυτές τις φωλιές ακινητούσαν ή εσάλευαν πένθιμα σκιές ανθρώπων. Τρεις τρεις, πέντε πέντε, σκορπισμένοι ανάμεσα σε ρυπαρά ρούχα και υπολείμματα επίπλων, ήταν σα να ψιθύριζαν παραμύθια ή να προσπαθούσαν σιγά ν' αποτινάξουν το σκοτάδι.

Τώρα η αποθήκη φωτίζεται από ένα κερί. Κάποιο δέμα τυλιγμένο με καθαρό άσπρο πανί έχει τοποθετηθεί προσεκτικά, κάθετα προς τον τοίχο, χάμου. Είναι το μικρότερο από τα έξι παιδιά της Αρμένισσας, που πέθανε λίγες ώρες μετά την εγκατάστασή τους. Τ' αδέλφια του παίζουν έξω στον ήλιο. Η μητέρα, ξαλαφρωμένη, παραστέκει για τελευταία φορά το μωρό της. Οι άλλες γυναίκες τη μακαρίζουν, γιατί θα μπορέσει από αύριο να πιάσει δουλειά. Είναι σχεδόν ευτυχής. Και ο νεκρός ακόμη περιμένει με τόση αξιοπρέπεια...

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ BOVARY

Στη μέση της γιορτής προχωρούσε αργά. Καθώς όλοι βιάζονταν γύρω της, ήταν σαν ένα μαύρο στίγμα σε πανί κινηματογράφου. Συντροφιές από νέους περνούσαν. Άλλοι την έβλεπαν κ' εξακολουθούσαν το δρόμο τους, άλλοι της εσφύριζαν ένα κομπλιμέντο, άλλοι της έλεγαν διστακτικά μια φράση περιμένοντας απάντηση. Όπου ο συνωστισμός ήταν μεγαλύτερος, η τόλμη ελευθερώνοταν και δεν αρκούσαν τα λόγια. Κάποιος εστάθηκε γελώντας μπροστά της, πρόσωπο με πρόσωπο, ώρα πολλή. Ναύτες επέρασαν δίπλα, κι όλοι επρόσεξαν να την σπρώξουν. Κάτι σκοτεινοί τύποι την ακολουθούσαν βήμα προς βήμα.

Ένιωθε τον εαυτό της κέντρο όλου αυτού του πλανόδιου ερωτισμού. Χωρίς να το καταλάβει επηρεαζόταν από την άγρια θέληση τόσων ανδρών. Εκνευρισμένη ακόμη από τον θόρυβο, τη ζέστη και την προσπάθεια να προχωρεί, στάθηκε σ' ένα κύκλο ανθρώπων. Σε λίγο κάποιος ήρθε σιμά της. Δεν τον έβλεπε, αισθανόταν όμως να σφίγγεται ολοένα πάνω της. Έπεφτε απότομα, ύστερα έμενε ακίνητος, ύστερα πάλι πλησίαζε, ακριβώς όπως ο λεπτοδείχτης, στα μεγάλα ρολόγια του δρόμου, προχωρεί με αραιά πηδήματα προς τον ωροδείχτη. Το σώμα της τώρα, που το προστάτευε μόλις ένα λεπτό φόρεμα, ήταν ολόκληρο πάνω στο δικό του. Μουδιασμένη, εκμηδενισμένη, έκλεισε τα μάτια, κ' έγειρε ελαφρά. Αυτός τότε, αρπάζοντας με βία το χέρι της, της μίλησε. Εγύρισε και τον είδε. Αλήτης. Κόκκινο, ζαρωμένο πρόσωπο, μάτια αναμμένα, γένια πυρρά. Τα ρούχα του, ξεβαμμένα, είχαν ένα κοκκινωπό χρώμα. Έσκυψε το κεφάλι της κοκκινίζοντας. Ήταν λοιπόν ο Έρως;

Εσυνέχισε το δρόμο της χωρίς ν' απαντήσει. Την έσπρωχνε μέσα στο πλήθος. όταν απομακρύνθηκαν στάθηκε και το είπε να την οδηγήσει όπου ήθελε. Αυτή θα τον ακολουθούσε σε μικρή απόσταση. Εκοίταξε δύσπιστος, αλλά επροχώρησε. Έφτασαν σε δρόμους ερημικούς. Εβγήκαν έξω από την πόλη. Τώρα περπατούσαν δίπλα σ' ένα φράχτη. Ήταν πανσέληνος. Η ευωδιά των κήπων εγέμιζε τα στήθη της. Μέσα στη σιωπή ακούονταν οι γρύλοι και τα γρήγορα βήματα των δύο ανθρώπων. Εγύριζε και την έβλεπε συχνά. Το πρόσωπό του φωτιζόταν από το φεγγάρι, παίρνοντας μια ξένη έκφραση. Και η σιλουέτα του, με τα παλιά, σχισμένα ρούχα, καθώς επήγαινε κουτσαίνοντας λίγο, είχε κάποιον αλλιώτικο, βιβλικό χαρακτήρα. Έφταναν σ' ένα δάσος. «Εδώ» είπε ο άντρας βραχνά.

Από τα μάτια της επέρασαν την ίδια στιγμή εικόνες παιδικών αναμνήσεων. Οι χαλκομανίες με τα ξανθά αγγελούδια που κρατούσαν γιρλάντες από τριαντάφυλλα και χαμογελούσαν, φυλακισμένα στα φύλλα ενός βιβλίου. Οι βασίλισσες και οι ιππότες των παραμυθιών. Το μωβ φορεματάκι της πρώτης κούκλας. Ο θάνατος του αδελφού της...Ύστερα, όταν μεγάλωσε, τα χρόνια που πέρασε μονάχη με την μητέρα της. Έχανε κανείς τον αριθμό τους μέσα σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο. Και οι ενοικιαστές. Έχανε κανείς τη σειρά τους...

Ο άλλος ήταν ευτυχής. Σαν πράγμα αφέθηκε στα χέρια του. Την έσχισε σα χαρτί και την πέταξε χάμου με θυμό ασυγκράτητο, με την πρωτόγονη ορμή της διψασμένης του νιότης. Στις ακούσιες και άτονες αρνήσεις της, στις σβησμένες λέξεις που επρόφερε όχι η ίδια αλά το φύλο της, στην ένστικτο υποχώρηση της σάρκας της, αυτός είχε ν' αντιτάξει βλαστήμιες και βρισιές, που εσκέπαζαν, εξιλέωναν με χυδαιότητα όλες τις άσεμνες κινήσεις του. Σκληρό, παγωμένο το στόμα του, με μια αποπνικτική ανάσα, αληθινή πληγή, εσφράγιζε αιματηρά τους ώμους, τα χείλη, το αγνό μέτωπο. Είχε την εντύπωση ότι κάπου αλλού συνέβαινε αυτή η φριχτή ιστορία, κ' έκλεισε τα μάτια της.

Επέρασαν ώρες. Η αυγή έσκυβε στο ίνδαλμά της. Το πελιδνό σώμα της γυναίκας έλαμπε σαν άστρο διαρκώς περσότερο. Μέσα στα δάκρυά της εκοίταξε γύρω έκπληκτη. Εζήτησε να ντυθεί. Δεν ήθελε να την αφήσει. Της μιλούσε τώρα με τρυφερότητα. Ύστερα άρχισε να τραγουδάει. Της είπε κάτι σαν αστείο. Τέλος σηκώθηκε και, χωρίς λόγο, επήδηξε τρεις φορές όσο μπορούσε πιο ψηλα, ξεφωνίζοντας ασυνάρτητες λέξεις. Σε λίγη ώρα την αγκάλιασε πάλι. Ήταν ευτυχής.

ENA ΞΕΡΟ ΔΑΦΝΟΦΥΛΛΟ...

Ενα ξερό δαφνόφυλλο την ώρα αυτή θα πέσει,
το πρόσχημα του βίου σου, και θ' απογυμνωθείς.
Με το δέντρο δίχως φύλλωμα θα παρομοιωθείς,
που το χειμώνα απάντησε στο δρόμου εκεί τη μέση.

Κι αφού πια τότε θα' ναι αργά νέες χίμαιρες να πλάσεις
ή ακόμη μια επιπόλαιη και συμβατική χαρά,
θ' ανοίξεις το παράθυρο για τελευταία φορά,
κι όλη σου τη ζωή κοιτάζοντας, ήρεμα θα γελάσεις.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να 'μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!

ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ...

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη!
Οταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.

Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ' άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε, τι να 'χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ' έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!

Ο ΚΗΠΟΣ ΕΙΜΑΙ...

Ο κήπος είμαι που άλλοτε με τ' άνθη του ευωδούσε
κι εγέμιζε με χαρωπό τιτύβισμα πουλιών,
που με κρυφομιλήματα και ψίθυρο φιλιών,
τη νύχτα, στη σκιάδα του, η αγάπη επερπατούσε

Ο κήπος είμαι που έμεινε χρόνια πολλά στην ίδια
θέση, μάταια προσμέοντας κάποιαν επιστροφή,
που αντί λουλούδια τώρα πια στ' αγκάθια έχει ταφεί,
που σώπασαν τ' αηδόνια του και πνίγεται στα φίδια.

ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΟΥ...

Ολα τα πράγματά μου έμειναν όπως
να 'χω πεθάνει πριν από καιρούς.
Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος,
και γράφω με το δάκτυλο σταυρούς.

Ολα τα πράγματά μου αναθυμούνται
μιαν ώρα που περάσαμε μαζί,
σ' εκείνη τα βιβλία μου λησμονούνται,
σ' εκείνη το ρολόι ακόμα ζει.

Ηταν ευτυχισμένη τότε η ώρα,
ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό.
Εχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,
κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.

Κανένας, ούτε ο ήλιος, πια δε μπαίνει.
Το ερημικό μου σπίτι αντιβοεί
στην ώρα κείνη ακόμα, που σημαίνει,
αυτή μονάχα, βράδυ και πρωί.

Δεν ξέρω δω ποιος είναι τώρα ο τόπος,
σε ξέρω ποιος χαράζει τους σταυρούς,
κι όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως
να 'χω πεθάνει πριν από καιρούς.

ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ...

Φύγε κι άσε με μοναχό, που βλέπω να πληθαίνει
απάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη.
Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει,
κι είμαι άνθος που φυλλοροεί στο χέρι σου και πάει

Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα εφύγανε, που μόνον
μια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας.
Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας,
της μάνας γης, και ανοίγοντας στο γέλιο των αιώνων

Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!
Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός
νερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός,
εκεί, στο απόλυο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη.

ΔΕΝΤΡΑ ΜΟΥ...

Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,
στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχία
μαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,
ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.

Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ' έχετε και φίλο,
τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,
μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,
θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.

Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου να μένω απ' όλα πίσω
τα θαλερά και τα εύθυμα στα πλάση,
εγώ λιγότερο γι' αυτό δε θα σας αγαπήσω,
όταν θα μ' έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.

ΣΑΝ ΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ...

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιον ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ

Θα 'ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

«Αδελφέ» θα μου πουν «δέντρα φεύγουνε
μες στη θύελλα, καιπια δε μπορούμε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
Ενα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.

«Τα χρυσά πού 'ναι τώρα φθινόπωρα,
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
Οταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

»Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε.»

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,
θ' απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει, και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γεμίζανε φως τη ζωή μου...

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.