Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χωρεάνθη Ελένη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χωρεάνθη Ελένη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Αυγούστου 2023

Το ποίημα της Ελένης / Χωρεάνθη Ελένη

Ζωγραφώ αισθήματα και συναισθήματα,
ιστορώ στον καμβά την ψυχή μου
με τον ρυθμό που τα βήματά μου ορίζει
κάθε ψηφί του ποιήματος στο ταμπλό του νοήματος.
Είναι το ποίημα που ονειρεύεται,
το ποίημα που δεν τέλειωσε
και δεν θα τελειώσει ίσαμε το όραμα μιας αποκάλυψης,
το όνειρο προ των πυλών του αήττητου, του ακατανόητου,
η νοσταλγία κι ο έρωτας που ξορκίζει τον θάνατο
και λυγμός απροσμέτρητος,
εύοσμη λύπη, ενθυμημάτων εύηχος άνεμος,
οραμάτων ευάγκαλο απάνθισμα.
Κεντώντας με άτμητο φως αναμνήσεις στην πέτρα,
την αιωνιότητα οσφραίνομαι.
Ζωγραφώντας ψηφιά στον καμβά τα όνειρά μου,
Τρελαίνομαι κι αρθρώνω στίχους το αίμα μου,
την ψυχή μου ξοδεύοντας σε δωρήματα.
Άλλοτε φεύγω και τρέχω ξωπίσω από ένα σύννεφο όνειρα,
κυνηγώντας τη γραμμή του ορίζοντα
που χωρίζει το ορατό μέρος του κόσμου από το αόρατο,
να προφτάσω πασχίζοντας
την ώρα που βρέχει ο ουρανός πεφταστέρια.
Είναι ο άνεμος που κουβαλάει στα φτερά του
ένα κομμάτι γλαυκού ουρανού κι έναν κόμπο από δάκρυα
πάνω από την απέραντη θάλασσα του αείρροου
για να κλείσει της λησμονιάς η απόφαση,
σημάδι ευοίωνο
σαν με ζώνουν οι νύχτες των ξαφνικών βροχοπτώσεων
σ’ έναν κόσμο με περιττό αριθμό,
άγριο κι απρόσμενο με αλήτη καιρό,
ένα κουκί άσπρο φως στον εξώστη του χρόνου
που σταλάζει γαλήνη για τον αιώνα τον άλλο του έαρος νόστου.
Είναι το αστείρευτο δάκρυ
που καίει και πονάει σαν «μοιρολόι της φώκιας»,
πουλί δακρυσμένο στα χορικά του Ευριπίδη
που κλαίει και οδύρεται
κρυμμένο στης ρεματιάς τα φυλλώματα,
πυρωμένη ανάσα μου στης ολόξανθης άμμου το γέλασμα.
Όπως ερχόμουν επέστρεφα στον ανθώνα της μνήμης
κουβαλώντας τα τρυφερά καλοκαίρια μιας ζωής
που ξοδεύεται κελαηδώντας ποιήματα σ’ έναν έρωτα απόντα,
χελιδόνι μετέωρο,
χορτασμένο βροχή από όνειρα
να δειπνήσω τη σιωπή του φωτός στην απόδραση,
ψηλαφούσα τον άνεμο στου κενού την απόσταση.
Η βιασύνη της μέρας
σαν κορμί ξεψυχούσε στο τασάκι της νύχτας
κι εγώ σφηνωμένη σ’ αυτήν εδώ την παλάμη του κόσμου,
στην καμπή του καιρού,
επιμένω, τεθλασμένη γραμμή της αβύσσου,
τη σιωπή να επιβαίνω
φυλλομετρώντας την ανάλγητη λήθη στης απουσίας τον χρόνο.
Οδεύοντας στο κενό φορτωμένη ευωδιές από έρωτα πόνο,
μνήμη τυλιγμένη στις ρυτίδες του χρόνου,
επιμένω να κεντώ παραμύθια, επιτάφιους θρήνους,
μυθικούς ήρωες με σπασμένα φτερά
και καράβια πνιγμένα στον καμβά της δικής μου της μοίρας,
στο έρεβος της οφθαλμαπάτης
πρόβαλε η νύχτα στο λευκό της οθόνης

Ελένη Χωρεάνθη (βιογραφικό σημείωμα)


Η Ελένη Χωρεάνθη γεννήθηκε στην Αγία Βαρβάρα Τριχωνίδας Αιτωλοακαρνανίας το 1936. Εκπαιδευτικός, γράφει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, κριτική, διασκευάζει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και ποιητές, συνεργάζεται με παιδαγωγικά και λογοτεχνικά περιοδικά κι εφημερίδες της Αθήνας και της επαρχίας. Κείμενά της ποιητικά και πεζά έχουν συμπεριληφθεί στα βιβλία του Δημοτικού Σχολείου "Η Γλώσσα μου". Είναι τακτικό μέλος του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου.
Έχει τιμηθεί με πρώτo βραβείο από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και την Ελληνική Εταιρεία Χριστιανικών Γραμμάτων και με διακρίσεις από το Πνευματικό Κέντρο Μεσολογγίου, Κατερίνης, Αγρινίου, Παραβόλας και από άλλους πολιτιστικούς φορείς για την προσφορά της στα Γράμματα και στον πολιτισμό.


έργα της

(2012)Γυναίκες σε υαλοπωλείο, Gema
(2012)Η σιωπή των αμνών, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(2010)Σάτυρος έρως, Φιλιππότη
(2009)Άρωμα μαστίχας, Άγκυρα
(2007)Στον κύκλο του φωτός των αναμνήσεων, Εριφύλη
(2006)Ο Τρωικός πόλεμος, Άγκυρα
(2006)Οι άθλοι του Θησέα, Άγκυρα
(2006)Οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων, Άγκυρα
(2005)Ένας ξένος στην οικογένειά μας, Εκδόσεις Παπαδόπουλος
(2005)Τ' αστέρια χαμηλώνουν κάποτε, Εκδόσεις Πατάκη
(2004)Ο ύπνος των μεσηβρινών ωρών, Φιλιππότη
(2004)Ο ύπνος των μεσημβρινών ωρών, Φιλιππότη
(2003)Ένα μοναχικό ποδήλατο στο Χάμερσμιθ, Φιλιππότη
(2002)Γυναίκες σε υαλοπωλείο, Φυτράκης Α.Ε.
(2002)Ελληνική μυθολογία, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(2002)Η ερωμένη του Αλί Αμπά, Άγκυρα
(2001)Η πολιτεία του νερού, Άγκυρα
(2000)Βατραχοποντικοπόλεμος, Περίπλους
(2000)Εκεί που τελειώνει ο ουρανός, Περίπλους
(2000)Η σκοτεινή αποθήκη, Δόμος
(1999)Τραγούδια της γης και του ουρανού, Εκδόσεις Πατάκη
(1997)Η ζωή είναι το θαύμα, Φυτράκης Α.Ε.
(1997)Τ' αστέρια χαμηλώνουν κάποτε, Εκδόσεις Πατάκη
(1997)Το κορίτσι με τις ζωγραφιές, Φυτράκης Α.Ε.
(1997)Το κορίτσι που μιλούσε στο φεγγάρι, Φυτράκης Α.Ε.
(1995)Ο αναποδιάρης, Σύγχρονη Εποχή
(1993)Οι ώρες του ερωδιού, Πλέθρον
(1989)Μεσολόγγι, Καλέντης
(1988)Ο άλλος κόσμος, Σύγχρονη Εποχή

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

"Τί πότ' ἐστίν ἄνθρωπος..." / Ἑλένη Χωρεάνθη

Ανυποχώρητα μύστες εφήμεροι,
του αιωνίου ικέτες,
πλάνητες και πλανώμενοι,
νοσταλγοί ποιητές,
ονείρων απατηλών πωλητές,
μεταπράτες,
ποικίλων ιδεών στο κενό καταθέτες,
δέσμιοι του αρχαίου αινίγματος εσαεί απορούμε
τι πότ' εστίν άνθρωπος
και τί τη τοιαύτη μοίρα προσήκει
ενεργείν δε ή πάσχειν...

Νύχτες της βροχής / Χωρεάνθη Ελένη



Εξανεμίστηκαν ωσάν καπνός οι μέρες μου
ξεράθηκε η καρδιά μου σαν το χόρτο
είμαι ένα σπουργητάκι νηστικό
Ξεπαγιασμένο μες στη νύχτα του μυαλού μου
είμαι ένας ξεχασμένος ερωδιός
ξάγρυπνος δε χωράφι ερημικό
ένα στρουθί ολομόναχο
στην κρύα στέγη των αιώνων

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Τρελή νυχτιά / Χωρεάνθη Ελένη

Με τούτη τη αστροφεγγιά
Θεέ μου τρελάθηκε η νυχτιά,
κάτω απ' το ξύλινο μπαλκόνι
έχει δειπνήσει το τριζόνι.

Μέσα στης λίμνης τα νερά
πέφτουν αστέρια αλαργινά
κι ο βάτραχος ο χασομέρης
στη ρίζα ακούμπησε της φτέρης.

Και τα παιδιά της γειτονιάς
ξεμυαλιστήκανε με μιας
και στο πλακόστρωτο τ' αλώνι
μαζώχτηκαν και δεν τους σώνει.

Να 'ταν ο κόσμος γειτονιά,
μια ειρηνοφόρα αγκαλιά
κι όλοι να γένανε γειτόνοι
στης γης το ξέφωτο τ' αλώνι.

Η Σιωπή των Αμνών (Απόσπασμα) / Χωρεάνθη Ελένη

" Έφεξε.
Κι απ' τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα

έμπαινε κλεφτά και τρυφερά το πρώτο φως της νέας μέρας.

Κι απλώθηκε λευκό, κατάλευκο πάνω στα πράγματα

και στα γαλήνια, γαλανά νερά της Τριχωνίδας.

Ολόασπρος ολόγυρα ο κάμπος.

Πίσω και πέρα μακριά,

κάστρα πανάρχαια και ψηλά, ερειπωμένα κάστρα, 

στο έλεος του καιρού και του ανέμου αφημένα,

ναυαγημένα σε μια απόμερη καμπή της ιστορίας,

εκεί που έναν καιρό δένανε τα καράβια οι Αχαιοί

στον πηγαιμό για την Κολχίδα και την Τροία

κι ο Όμηρος γεφύρωνε με στίχους τα νερά και τους αιώνες."

Το πρόσωπο της μάνας / Χωρεάνθη Ελένη



Η μάνα έγνεθε και ύφαινε ολοχρονίς τα βράδια
το πρόσωπό της έλαμπε πύρινη γλώσσα της φωτιάς
έστριβε στο μαλλί στημόνι-υφάδι προσευχή
τα όνειρα και τους καημούς τις προσμονές
τις ταπεινές της προσδοκίες:
Να ευδοκιμήσουν τα σπαρτά να’ ναι γεννήματα
να αυγατίσουνε τα ζωντανά
Έρχονται χρόνια δίσεκτα
Να’ ναι το σπιτικό γεμάτο
…Όλο έγνεθε και ύφαινε και έπλεκε τα βράδια
κι ας έβρεχε πικρή βροχή στα σωθικά της
ποτέ της δεν επρόλαβε να μεταλάβει απ’ τη ζωή χαρά μια στάλα

Ναυσικά / Χωρεάνθη Ελένη

Φέρτε φορέματα κι αρώματα
χαροποιά τα μάτια και χέρια
κι αλαφριά τα βήματα
να μην ταράξουμε του ξένου μου τον ύπνο
και μαλακά να ντύσουμε τη μοναξιά και την αγρύπνια
κι εγώ θα πω μια καλημέρα στους ανθρώπους


από : οι εποχές της Εύας ..ΩΡΙΩΝ ..1985

ο καλόγερος / Χωρεάνθη Ελένη

Καλόγερο τον έλεγαν από τότε που πήγε να καλογερέψει στ' Αγιον Ορος. Μα δεν την άντεξε την καλογερική. Δεν έμεινε στην κοινωνία των αγάμων. Κι όταν βρέθηκε στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στην προίκα της Αστέρως και στην ομορφιά της Βλαλιώς, δεν δίστασε να θυσιάσει την προίκα με την ίδια ευκολία που είχε θυσιάσει και την καλογερική χάριν των εγκοσμίων, έστω και απατηλών. Κράτησε όμως από την καλογερική κάποιες συνήθειες, που αποδείχτηκαν χρήσιμες στην υπόλοιπη πορεία της ζωής του, όπως για παράδειγμα, την εγκράτεια περί το σεξουαλικόν.

Ομορφη, δροσερή η Βλαλιώ, άσπρη σαν το γάλα, μήλο ροδοκόκκινο το μάγουλο, αφράτη, τρυφερή και γεματούλα, δεν είναι δυνατόν να μην ήταν καρπερή. Οπως κι εκείνος. Εμειναν όμως στα δυο παιδιά. Ο κόσμος έλεγε πως ήταν από την πολλή νηστεία. Νήστευαν τις Τετράδες, τις Παρασκευάδες, των Αγίων Αποστόλων, όλο το Δεκαπενταύγουστο, το Σαραντάμερο και τη Μεγάλη, βέβαια, Σαρακοστή που νήστευε όλος ο κόσμος, πλούσιοι και φτωχοί, χορτασμένοι και νηστικοί. Οι γυναίκες τότε γεννοβολούσαν, παιδιά να ιδούν τα μάτια σου, όσο πιο φτωχοί, τόσο πιο πολλά παιδιά τούς έδινε ο Θεός, «δοξασμένο το όνομά του, χίλιες δόξες να 'χει!». Οπως οι γάτες κι οι κουνέλες γεννούσαν οι γυναίκες. Κι ο Χάρος θέριζε αγάντα.

Ο κυρ Νώτης και η Βλαλιώ απόχτησαν μόνο μια τσούπα, την Ασήμω, κι ένα «παιδί», τον Κώτσο. Και τα μοσχανάθρεψαν. Με του πουλιού το γάλα τα ανάθρεψαν. Μεγάλωσε, μέστωσε η Ασήμω, ήρθε στον καιρό της παντρειάς, αλλά παντρειά δεν στέριωνε με τα συμπεθεριά.

Ο κυρ Νώτης καλοστεκούμενος και φημισμένος για το έχει και τα ζωντανά του, δεν απελπιζόταν. Περίμενε υπομονετικά να ξεπεζέψει το αρχοντόπουλο. Οι ανύπαντρες αρραβωνιάζονταν, παντρεύονταν, όλες νοικοκυρεύονταν, και οι ανεπρόκοπες ακόμα, όλες παιδοκομούσαν, η δόλια η Ασήμω εκεί, απόμενε στο ράφι. Κανένας από τους γαμπρούς δεν άρεζε στον πατέρα. Ετρωγαν, έπιναν κατά το έθος οι προξενήτρες και οι προξενητάδες, μα κανένα προξενειό δεν στέριωνε.

Είδε κι απόειδε από τα πολλά κι απ' τις απανωτές αναποδιές η Ασήμω και πήρε την υπόθεση στα χέρια της, όταν της χαμογέλασε η τύχη. Μιας και ποθούσεν έρωτες και «ξινά» το παλικάρι, η Ασήμω δεν άφησε το πουλί να της φύγει από τα χέρια. Λογικεύτηκε, μπορεί και να παραλοΐστηκε, ποιος δίνει σημασία σ' αυτά ετούτες τις άραχλες τις ώρες, μαυρισμένο καθώς ήταν το μάτι της να δει κι εκείνη «δροσιά στο κορμί της», είπε:

«Ενας βρέθηκε να με λιμπιστεί κι έμενα, έ, ας πάει και το παλιάμπελο. Να τον περιφρονήσω, ένεκα που είναι μικρότερός μου και φτωχός; Αμ δε! Μ' αυτό το πλευρό να κοιμάστε όλοι!».

Και τους έβαλε όλους στον ύπνο. Μιλιά για το σχέδιο που μελετούσε. Εδενε φιόγκο στο πλάι το άσπρο μοσχομάντιλο στο ολόσγουρο κεφάλι, έζωνε πίσω τη μοσχοπλυμένη της μπροστοποδιά κι από πάνω τη μπέρτα, έπαιρνε το χαντζάρι και πού την έχανες, πού την άκουγες, στο λόγγο, πάνω στις κουμαριές και στα φελίκια, έκοβε κλαρί για τις κατσίκες. Ποιος να του πάει στο νου πως η Ασήμω είχεν έρωντα;

Μικρότερος απ' την Ασήμω ο Νίκος, άπηχτο σερνικό μυαλό, του γυάλισε η αρχοντοπούλα, τι σημασία είχαν τα λίγα χρόνια που τους χώριζαν! Ποιος ήξερε αριθμητική να λογαριάζει... Δροσερή και ροδομάγουλη η Ασήμω, ζουρλός πάνω στο ξύπνημα της σάρκας και στο χνούδι ο Νίκος, τον «τύλιξε» με τα μάγια του έρωτα!

Η Βλαλιώ, όσα πάνε κι όσα έρθουν. Εκανε και τα στραβά μάτια. Ο κυρ Νώτης με τις φοβέρες και τις απειλές και με το σταυρό στο χέρι. Είχε ήσυχο το κεφάλι του. Ολοι είχαν ένα λόγο να είναι ήσυχοι κι αμέτοχοι. Και η Ασήμω έπλεκε τα όνειρά της στις φανέλες του πατέρα της κι έγνεθε κι έστριβε με το αδράχτι τον καιρό, όπως της πήγαινε. Τύλιξε και τον έρωτά της μες στην μπέρτα, τον έχωσε κάτω απ' τη μοσχομύριστη λευκή μπροστοποδιά και μια νύχτα τρυφερή σαν το κορμί της, που άνθιζε ακόμα, ευώδαε και μοσχοβολούσε έρωτα και πόθο, μια νύχτα μαγική, αστροφώτιστη, χωρίς φεγγάρι, τράβηξε κατά κει, που άνοιγαν οι δρόμοι της καρδιάς της... Κλέφτηκαν.

Το γεγονός βγήκε στη φόρα, μικρό το χωριό, κακό χωριό τα λίγα σπίτια, βούιξε ο τόπος, πέρασε στα περίχωρα, γελούσε ο κόσμος, διασκέδασε με την αρχοντοπούλα, που ερωτεύτηκε έναν παρακατιανό. Επεσαν πάνω στον κυρ Νώτη τα σόγια, άλλος για συμβιβασμό, άλλος να ρίξει λάδι στη φωτιά, ανένδοτος, προσβλημένος κι αμετάπειστος. Δεν άντεχε το ρεζιλίκι, τη ντροπή...

«Δεν έχω δυχατέρα», έλεγε, «την έθαψα. Για μένα είναι πλέον νεκρή, αποθαμένη!».

Την ξέγραψε απ' τα κατάστιχα της καρδιάς του και για έναν καιρό την είχε κάμει «απόπαιδο». Κι ας έκλαιγε κι ας σπαρταρούσε η μάνα η δύστυχη. Κι ας τον ικέτευε.

«Θα του την πάρω πίσω και θα την παντρέψω για χήρα, αν... έφτασε στο απροχώρητο...» διατεινόταν. Κι αναθεμάτιζε την ώρα που την έσπειρε, μην ξέροντας «ποιος διάολος» θα τρύπωνε στον κόρφο του...

Πάνω στο μένος του λησμονούσε τις απαγορεύσεις κι όλους τους κανόνες της καλογερικής. Κι όμως, είναι βέβαιο πως έκλαιγε και θρηνούσε πάντα μέσα του. Ητανε άκακος από φυσικού του. Ποτέ δεν έβλαψε κανέναν, ούτε μυρμήγκι δεν πάτησε ποτέ του. Περίμενε να τελειώσει η «στράτα» τους για να περάσει. Και γλυκός σαν αγγελούδι με τα σγουρά του τα μαλλάκια απείραχτα ως τα ενενήντα τόσα του, που αποφάσισε ο Χάρος να τον πάρει...

Ωστόσο, η Ασήμω στεφανώθηκε το Νίκο με τις ευλογίες του παπά και με την παπαδιά κουμπάρα. Η πεθερά, η άλλη Βλαλιώ, την καλοδέχτηκε νυφούλα την Ασήμω, με την άσπρη της μαντίλα, σύμφωνα με τα ειωθότα. Την έρανε με ρύζι και αμύγδαλα και ζαχαράτα. Και η νύφη έσκυψε ταπεινά και φίλησε της πεθεράς της τη μοσχοπλυμένη φτέρνα, κι όλα καλά κι άξια από κει και πέρα.

Φανερά η κυρά Βλαλιώ υπόμενε το βάσανο της στέρησης. Στην αρχή βάσταξε χαρακτήρα του αντρού της.

Μα σαν ήρθε ο καρπός του έρωτα της Ασήμως, δεν άντεξε. Κρυφά κι απόκρυφα έστειλε στο γαμπρό όλο το βιος της κινητής περιουσίας που ανήκε στην Ασήμω και στο πρώτο τ' αγγονάκι της. Από νύχτα σε νύχτα, μόλις ο Νώτης άρχιζε το ροχαλητό απ' το πιοτί της πίκρας, εκείνη ξεπροβόδιζε τον Κώτσο μ' ένα μπόγο, πιο μεγάλο από το μπόι του, για το κονάκι της συμπεθέρας. Εκείνη δεν ήταν τόσο αυστηρών αρχών και «συμμάζεψε τα έρημα τα παιδιά», όπως άφηνε να διαρρέει, να το μαθαίνει ο πικραμένος και να πικραίνεται ακόμα.

«Εγώ, μαθές, έπραξα το καθήκο μου, κατά πώς θέλει κι ο παπάς», έλεγε. «Ο καθενής ας κάμει όπως τον βολεύει». Και καμάρωνε για τη νύφη της. «Δεν θ' αφήκω γω να γελάει ο πάσα ένας με τα μας...».

Χαρές και ξεφαντώματα τα πεθερικά της Ασήμως. Κι η γριά γριά, η μάνα του πεθερού, στα ογδόντα τόσα της, έκανε προφητείες κι έβλεπε οράματα.

«Αμα γεννάει γυναίκα, ραΐζουν τα βουνά!» έλεγε. Ξέσφιγγε τη μαύρη σκέπη της και κουνούσε το κεφάλι με πολλή περίσκεψη και γνώση περισσή.

Με τον καιρό μαλάκωσε ο κυρ Νώτης. Η Ασήμω με τον καλό της δημιούργησε μια τρανταχτή οικογένεια κι ας τον περνούσε κάμποσους Απριλομάηδες, χώρια οι χειμώνες και τα καλοκαίρια. Κι έζησαν ζωή χαρισάμενη.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.