Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοντός Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοντός Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2020

«Ο αθλητής του τίποτα» Ποιητική Συλλογή του Γιάννη Κοντού που έλαβε το 1998 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (Εκδόσεις Κέδρος )



Ο αθλητής του τίποτα


Τρέχει. Τρέχει με αντίθετο άνεμο.
Περνά βουνά, λίμνες, πόλεις.
Δυσκολίες και δυσκολίες. Φωτιές, πολέμους,
γκρίνιες, οικογένειες.
Λίγες ομορφιές όταν σταματάει να πιει νερό.
Τις βλέπει για λίγο, τις πιάνει, ξεχνιέται.
Και πάλι το κυνηγητό, η κομμένη ανάσα,
οι αποσπασματικές εικόνες, τραίνα που περνούν
με χαρούμενους ανθρώπους.

Και αυτός
σαν κυνηγημένος να προσπαθεί ταυτόχρονα
και άλλα αθλήματα. Να έρχεται τελευταίος
με την ψυχή στο στόμα, να μην τον βλέπει
κανείς, γιατί οι θεατές έχουν ήδη διαλυθεί.
Με βροχές, με χιόνια, με ήλιους, το σώμα
αντέχει, το μυαλό πετάει. Άλλοτε ξεχνάει
- άλλοτε θυμάται.

Σε μια στάση για να δει
το φεγγάρι, συνέχεια σκέπτεται: το βιολέ
απόβραδο, τα χάδια και τις υποσχέσεις.
Και τρέχει, τρέχει, ενώ οι άλλοι συναθλητές του
έχουν τερματίσει και σάρωσαν βραβεία
και ιαχές. Αυτός μόνος τον κύκλο
του χρόνου τρέχει. Χρόνος σε ευθεία
ή τεθλασμένη ή σπείρα.
Δεν κοιτάζει πίσω το ποίημα,
γιατί τον ακολουθούν μύγες, ακρίδες
και μολυσμένος αέρας του πολιτισμού.

Περνώντας βλέπει δέντρα και ουρανό,
βλέπει πουλιά, χαμογελά και λέει
να δραπετεύσει, να πετάξει.
Αλλά δεν γίνεται, είναι προγραμματισμένος
γι αυτόν το ρόλο. Το ρόλο του δρομέα
με το άγνωστο τέρμα
.
Νύχτα και μέρα αναβοσβήνουν.
Τα μάτια του συνήθισαν σ' αυτό
το λυκόφως.

Ήρωας του Σάμουελ Μπέκετ
δεν το φαντάστηκε ποτέ ότι θα γίνει.
Τώρα πλησιάζει σε ένα σκοτάδι
που αυτός το βλέπει άπλετο φως.
Φουσκωμένα τα μάγουλα από την προσπάθεια,
είναι σαν να φουσκώνει τα πανιά της
Αργοναυτικής Εκστρατείας.

Πάει και πάει.
Το πέλμα θυμάται το πριν και το
μετά αμετάκλητα. Γίνεται τροχός,
βγάζει σπίθες και πείσμα του έρωτος.

Το τέρμα σφίγγεται βίδα
στο άπειρο ή στην κάθε μέρα.
Ένας διασκελισμός και χάνεται
στην αβεβαιότητα του τέλους



##

Πρόκες στα σύννεφα

Ξετυλίγω την ιστορία μου,
και σε κλείνω σπίτι, σε κοιμίζω.
Τα φώτα του δρόμου χαμηλά.
Μια εφημερίδα πεταμένη δείχνει
τη διάθεση της στιγμής.
Μυγδαλιές ανθίζουν απότομα,
οι αδελφές σου δακρύζουν.
Εσύ αγέρωχη κοιτάζεις
τα καθημερινά θαύματα.
Και τι πεταλούδες μέσα στο σπίτι
– τα θαύματα του Θεού μας αγγίζουν.
Υποψιάζομαι ότι αυτά τα πολύχρωμα
λεπιδόπτερα, αυτές οι ψυχές
είναι οι λέξεις μας.
Πάλι βρέχει και με φιλάς αδιάφορα
κοιτάζοντας πίσω απ’ την πλάτη μου
τις επόμενες μέρες να συνωστίζονται
στην πόρτα. Μαζί έρχεται και ένα άλογο,
ένα παράλογο, λευκό κι αγριεμένο.
Ο καιρός χειροτερεύει, οι τηλεοράσεις παίζουν
στο φουλ. Σε άλλο πλάνο είμαι ποδοσφαιριστής.
Με χιόνι, τρέχω κλωτσάω
τη σκέψη μου, τη στέλνω στα δίχτυα.
Κλαίνε, ουρλιάζουν οι φίλαθλοι.
Για εκείνη την παρεξηγημένη Πέμπτη,
την άχρωμη, που σε περίμενα,
και συνέβησαν αυτά τα μαγικά,
είδα το πόδι του χρόνου.

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

«Ο αθλητής του τίποτα» Ποιητική Συλλογή του Γιάννη Κοντού που έλαβε το 1998 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (Εκδόσεις Κέδρος )

Ο αθλητής του τίποτα



Τρέχει. Τρέχει με αντίθετο άνεμο.
Περνά βουνά, λίμνες, πόλεις.
Δυσκολίες και δυσκολίες. Φωτιές, πολέμους,
γκρίνιες, οικογένειες.
Λίγες ομορφιές όταν σταματάει να πιει νερό.
Τις βλέπει για λίγο, τις πιάνει, ξεχνιέται.
Και πάλι το κυνηγητό, η κομμένη ανάσα,
οι αποσπασματικές εικόνες, τραίνα που περνούν
με χαρούμενους ανθρώπους.

Και αυτός
σαν κυνηγημένος να προσπαθεί ταυτόχρονα
και άλλα αθλήματα. Να έρχεται τελευταίος
με την ψυχή στο στόμα, να μην τον βλέπει
κανείς, γιατί οι θεατές έχουν ήδη διαλυθεί.
Με βροχές, με χιόνια, με ήλιους, το σώμα
αντέχει, το μυαλό πετάει. Άλλοτε ξεχνάει
- άλλοτε θυμάται.

Σε μια στάση για να δει
το φεγγάρι, συνέχεια σκέπτεται: το βιολέ
απόβραδο, τα χάδια και τις υποσχέσεις.
Και τρέχει, τρέχει, ενώ οι άλλοι συναθλητές του
έχουν τερματίσει και σάρωσαν βραβεία
και ιαχές. Αυτός μόνος τον κύκλο
του χρόνου τρέχει. Χρόνος σε ευθεία
ή τεθλασμένη ή σπείρα.
Δεν κοιτάζει πίσω το ποίημα,
γιατί τον ακολουθούν μύγες, ακρίδες
και μολυσμένος αέρας του πολιτισμού.

Περνώντας βλέπει δέντρα και ουρανό,
βλέπει πουλιά, χαμογελά και λέει
να δραπετεύσει, να πετάξει.
Αλλά δεν γίνεται, είναι προγραμματισμένος
γι αυτόν το ρόλο. Το ρόλο του δρομέα
με το άγνωστο τέρμα
.
Νύχτα και μέρα αναβοσβήνουν.
Τα μάτια του συνήθισαν σ' αυτό
το λυκόφως.

Ήρωας του Σάμουελ Μπέκετ
δεν το φαντάστηκε ποτέ ότι θα γίνει.
Τώρα πλησιάζει σε ένα σκοτάδι
που αυτός το βλέπει άπλετο φως.
Φουσκωμένα τα μάγουλα από την προσπάθεια,
είναι σαν να φουσκώνει τα πανιά της
Αργοναυτικής Εκστρατείας.

Πάει και πάει.
Το πέλμα θυμάται το πριν και το
μετά αμετάκλητα. Γίνεται τροχός,
βγάζει σπίθες και πείσμα του έρωτος.

Το τέρμα σφίγγεται βίδα
στο άπειρο ή στην κάθε μέρα.
Ένας διασκελισμός και χάνεται
στην αβεβαιότητα του τέλους



##


Πρόκες στα σύννεφα

Ξετυλίγω την ιστορία μου,
και σε κλείνω σπίτι, σε κοιμίζω.
Τα φώτα του δρόμου χαμηλά.
Μια εφημερίδα πεταμένη δείχνει
τη διάθεση της στιγμής.
Μυγδαλιές ανθίζουν απότομα,
οι αδελφές σου δακρύζουν.
Εσύ αγέρωχη κοιτάζεις
τα καθημερινά θαύματα.
Και τι πεταλούδες μέσα στο σπίτι
– τα θαύματα του Θεού μας αγγίζουν.
Υποψιάζομαι ότι αυτά τα πολύχρωμα
λεπιδόπτερα, αυτές οι ψυχές
είναι οι λέξεις μας.
Πάλι βρέχει και με φιλάς αδιάφορα
κοιτάζοντας πίσω απ’ την πλάτη μου
τις επόμενες μέρες να συνωστίζονται
στην πόρτα. Μαζί έρχεται και ένα άλογο,
ένα παράλογο, λευκό κι αγριεμένο.
Ο καιρός χειροτερεύει, οι τηλεοράσεις παίζουν
στο φουλ. Σε άλλο πλάνο είμαι ποδοσφαιριστής.
Με χιόνι, τρέχω κλωτσάω
τη σκέψη μου, τη στέλνω στα δίχτυα.
Κλαίνε, ουρλιάζουν οι φίλαθλοι.
Για εκείνη την παρεξηγημένη Πέμπτη,
την άχρωμη, που σε περίμενα,
και συνέβησαν αυτά τα μαγικά,
είδα το πόδι του χρόνου.

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Η μακιγιέζ από την Ποιητική Συλλογή: Ο αθλητής του τίποτα (1997) / Γιάννης Κοντός


στη Λούλα Αναγνωστάκη
Επιστρέφει τριζάτη —όπως η θάλασσα—
σπίτι της. Είναι περασμένα μεσάνυχτα, άφησε
πίσω τα φώτα και τις ομιλίες του θεάτρου.
Η τσάντα με τα υλικά της δουλειάς —υλικά
5του φεγγαριού— της βαραίνει το χέρι.
Μαζί οι αφές, ο καθρέφτης και ένα κάψιμο
στο δάχτυλο από τσιγάρο. Θα μπορούσε
να είναι από τα Γρεβενά, είναι όμως
από τη Μυτιλήνη.
10Βαδίζει το δρόμο της επιστροφής, κοιτάζοντας
τις ρωγμές της ασφάλτου. Τα μαλλιά της χρώμα
σταριού, και το δέρμα το ίδιο. Το πρόσωπο
της ηθοποιού έχει στην τσέπη της, νόμισμα ανάγλυφο.
Το ξέρει απέξω. Τις μικρές ρυτίδες, τις φλέβες,
15το εκμαγείο του μετώπου, τα μικρά αυτιά,
τα άβαφα χείλη, τους ψιθύρους, τα φρούτα στο τραπεζάκι.
Φως της ημέρας βλέπει σπάνια, μόνο σε καμιά εκδρομή.
Τα μυστικά της είναι οι στενοί διάδρομοι και το καμαρίνι.
Κατά τα άλλα διάγει ήρεμη οικογενειακή ζωή.
20Την πρωταγωνίστρια την ακολουθεί όπως η ζέστη.
Τελευταία πίνει, και τα χέρια τρέμουν λίγο
όταν την ξεβάφει στο τέλος της παράστασης.
Η άλλη το ξέρει και απαντά με κοφτές κινήσεις
και ξυραφάκια-φωνήεντα που τινάζει μέσα από
25τα δόντια. Της κάνει τον καφέ, της κάνει
μασάζ. Κάθε Δευτέρα (στην αργία του ηθοποιού)
χωρίζουν. Την άλλη, ξανασμίγουν. Ρουτίνα,
θα πεις. Καθημερινότητα, θα απαντήσει το σκοτάδι.
Δεν φέρνει ποτέ αντιρρήσεις. Υφαίνει όμως με
30την υπακοή της ιστό αράχνης γύρω από την
αγέρωχη γυναίκα και ουσιαστικά την έχει παγιδεύσει.
Η σταρ φωνάζει, τρέμει, σπάει. Η μακιγιέζ
(η σκιά) την καθησυχάζει, της μιλά απαλά,
της βάφει τα νύχια και την πνίγει σιγά σιγά
35όπως την έχει αιχμαλωτίσει μέσα
στην ίδια της τη ζωή.

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Ράλι



Σήμερα οδηγώ πολύ νευρικά
και με μεγάλες ταχύτητες την πολυθρόνα μου.
Ήδη έχω σπάσει τρεις φορές
το φράγμα του νέφους.
Έχουν σακατευθεί, έχουν σκοτωθεί
πολλοί σωσίες μου. Έμεινα μόνος.
Μόνος οδηγώ αυτόν τον κίνδυνο.
Περνώ αστραπιαία και με κοιτούν
με απορία. Ούτε κατάλαβα ποτέ
γιατί τρέχω έτσι ακίνητος, αφηρημένος,
κοιτώντας αλλού την ησυχία.
Τα σήματα της τροχαίας κάποιος
τα έχει αλλάξει και δείχνουν συνέχεια μονόδρομο.
Πολλές φορές την πόλη την έχω δει ανάποδα
ή έχω πέσει σε βαθιά νερά.
Άλλες φορές οι λακούβες είναι στρωμένες
με μπαμπάκι, η ορατότητα αρίστη.
Όπως αντιλαμβάνεσθε,
όλα μαθηματικώς με οδηγούν
στην επόμενη στροφή που περιμένει:
ο γκρεμός, η θάλασσα, η απογείωση.

Χαμήλωσε


Χαμήλωσε

Από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα
Δε διακρίνεται η αλήθεια
Χαμήλωσε.

Μη σφίγγεις
Τα χρώματα, πολύ μη σφίγγεις μεσ’ στη χούφτα σου
Δε βλέπεις που το κόκκινο
Θέλει να δραπετεύσει ;

Ξεκρέμασε
Τις φλόγες απ’ τις υψικάμινους ξεκρέμασε
Και τη σκουριά των καραβιών
Γύρω απ’ το λαιμό σου

Και πήγαινε
Και πήγαινε ανάμεσά τους κατάλευκος
Με το πουκάμισό σου ανοιγμένο

Χαμήλωσε
Από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα
Δε διακρίνεται η αλήθεια
Χαμήλωσε.

Γιάννης Κοντός (βιογραφικά στοιχεία)

Ο Γιάννης Κοντός γεννήθηκε στο Αίγιο το 1943. Σπούδασε οικονομικά και εργάστηκε ως ασφαλιστής. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με ποίηση το 1965, και το 1970 με το πρώτο του βιβλίο.
Το 1998 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική συλλογή "Ο αθλητής του τίποτα". 
Το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού του έργου.



Εργογραφία:


(2013)
Τα ποιήματα, Τόπος
(2010)
Η στάθμη του σώματος, Μεταίχμιο
(2009)
Τα παραμύθια του καλού μάγου, Κέδρος
(2008)
Ηλεκτρισμένη πόλη, Κέδρος
(2006)
Δευτερόλεπτα του φόβου, Κέδρος
(2005)
Τα ευγενή μέταλλα, Κέδρος
(2004)
Τα Χριστούγεννα έρχονται, Κέδρος
(2002)
Η υποτείνουσα της σελήνης, Κέδρος
(2001)
Αριστείδης ο μικρός ιπποπόταμος, Κέδρος
(2000)
Περιμετρική, Κέδρος
(1999)
Πρόκες στα σύννεφα, Κέδρος
(1997)
Ο αθλητής του τίποτα, Κέδρος
(1997)
Στη διάλεκτο της ερήμου, Κέδρος
(1994)
Τα ευγενή μέταλλα, Κέδρος
(1992)
Στο γύρισμα της μέρας, Κέδρος
(1991)
Το χρονόμετρο, Κέδρος
(1990)
Τα οστά, Κέδρος
(1989)
Δωρεάν σκοτάδι, Κέδρος
(1987)
Τα απρόοπτα, Κέδρος
(1987)
Φωτοτυπίες, Κέδρος
(1986)
Ανωνύμου μοναχού, Κέδρος

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Φωτοτυπίες (απόσπασμα)

5.

Νοσοκομείο των ξανθών αγγέλων. Ο αγαπημένος μου 
ποιητής χτυπημένος από το αίμα στην 
καρδιά, κείτεται μόνο με το σλιπ πάνω στα νερά.
Στην άκρη του κρεβατιού, ο μικρός μου
αδελφός και εγώ κοιτάμε το καλοκαίρι. Μια κυρία
από τη Γαλλία μας μιλάει για σουρεαλισμό.
Εσύ κοιμάσαι μέσα στα χόρτα, πλάι σε 
μια λίμνη με πολλούς φαντάρους.


15.

Το τραγούδι ξετυλίγεται τριχιά για το λαιμό 
του κρεμασμένου. Και ο κρεμασμένος μπορεί
την τελευταία στιγμή να γλιτώσει. Εσύ όμως
που λες το τραγούδι είναι βέβαιο ότι θα πεθάνεις,
με ένα τσιγάρο στο στόμα - χωρίς να ξέρεις 
ότι είναι το τελευταίο σου - μιλώντας ακατάπαυστα
για καθημερινές βλακείες, για πολιτική 
οικονομία, για δημόσια οικονομική. Θα πέσεις
άπνους με το τσιγάρο αναμμένο, το κασκόλ
στον αέρα και το αλκοόλ χυμένο στο παντελόνι.
Η φωνή σου δεν θα απειλεί κανένα πια και η
τελευταία σου λέξη θα 'ναι μια πέτρα μπηγμένη
στο χώμα.


40.

Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ,
να φύγω. Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό.
Τρέχει η νύχτα. Σκύβω να πιω, να ξεχάσω.
Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου πρόσωπο.
Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. Η ροή
της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου. Τώρα
που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια
σου και το χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σαν 
φωτιά. Όλα τ' άλλα τυλιγμένα σε υαλοβάμβακα.
Μόνο τα μαλλιά σου τρίζουν και μεγαλώνουν,
αγνοώντας τα πολιτικά συστήματα και 
την τριγωνομετρία. 

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Φωτοτυπίες΄(απόσπασμα)

5.

Νοσοκομείο των ξανθών αγγέλων. Ο αγαπημένος μου 
ποιητής χτυπημένος από το αίμα στην 
καρδιά, κείτεται μόνο με το σλιπ πάνω στα νερά.
Στην άκρη του κρεβατιού, ο μικρός μου
αδελφός και εγώ κοιτάμε το καλοκαίρι. Μια κυρία
από τη Γαλλία μας μιλάει για σουρεαλισμό.
Εσύ κοιμάσαι μέσα στα χόρτα, πλάι σε 
μια λίμνη με πολλούς φαντάρους.


15.

Το τραγούδι ξετυλίγεται τριχιά για το λαιμό 
του κρεμασμένου. Και ο κρεμασμένος μπορεί
την τελευταία στιγμή να γλιτώσει. Εσύ όμως
που λες το τραγούδι είναι βέβαιο ότι θα πεθάνεις,
με ένα τσιγάρο στο στόμα - χωρίς να ξέρεις 
ότι είναι το τελευταίο σου - μιλώντας ακατάπαυστα
για καθημερινές βλακείες, για πολιτική 
οικονομία, για δημόσια οικονομική. Θα πέσεις
άπνους με το τσιγάρο αναμμένο, το κασκόλ
στον αέρα και το αλκοόλ χυμένο στο παντελόνι.
Η φωνή σου δεν θα απειλεί κανένα πια και η
τελευταία σου λέξη θα 'ναι μια πέτρα μπηγμένη
στο χώμα.


40.

Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ,
να φύγω. Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό.
Τρέχει η νύχτα. Σκύβω να πιω, να ξεχάσω.
Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου πρόσωπο.
Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. Η ροή
της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου. Τώρα
που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια
σου και το χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σαν 
φωτιά. Όλα τ' άλλα τυλιγμένα σε υαλοβάμβακα.
Μόνο τα μαλλιά σου τρίζουν και μεγαλώνουν,
αγνοώντας τα πολιτικά συστήματα και 
την τριγωνομετρία.  


Στα μισοσκότεινα

Γυμνό το σπίτι, χωρίς πουλιά και έπιπλα.
Αθόρυβες Κυριακές με σβησμένα τσιγάρα
και ξερούς καφέδες στο πάτωμα - έρωτα στο πάτωμα
ή στο ταβάνι, σαν μύγες - 
Γυμνό το μυαλό μου. Μόνο δυο τρία καρφιά
στον τοίχο με μυτερούς ίσκιους και ένα χαλάκι
κόκκινο, μαθημένο να ξεφτάει στα πόδια σου.

Θα στρίψω το αίμα, να μην πηγαίνει
στον εγκέφαλο, να μην σκέφτεται έτσι.

Και η κρεατομηχανή δουλεύει.

Γενική κάτοψη του συναισθήματος



Δεν μπορεί, τα σκοτάδια και η επαναλαμβανόμενη
ιστορία του προσώπου σου, αυτή η ησυχία
των λέξεων μέσα από τις άγνωστες γωνίες
των χεριών, δεν μπορεί, θα μας σώσουν.
Θέλω να πω ότι είμαστε σε μια σκακιέρα,
όπως στα εξώφυλλα των παλιών αστυνομικών
μυθιστορημάτων. Μέσα στις σελίδες, τις ώρες από
τις δύο έως τις πέντε μετά μεσημβρίαν, ο πληθυσμός
χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες ή ομάδες:
η μία κάθεται πλάι στο τζάκι και κοιτάζει
τη στάχτη. Η άλλη κοιμάται προσπαθώντας
να εντοπίσει τα όνειρα των άλλων.
Η τρίτη αγναντεύει στη λίμνη τους κωπηλάτες
σφυρίζοντας ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού.
Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό
για τις εκλείψεις της σελήνης και τη χαμένη
νεότητά τους. Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας.
Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται,
προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της.
Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει
το επόμενο θύμα, χαμογελώντας στις κάμερες
της τηλεόρασης. Ένα φως μοβ του σφαγείου
φωτίζει την περιοχή και σπασμένοι καθρέφτες
γύρω αυξάνουν τις εικόνες και την αγωνία
των παρισταμένων.

Πίσω από τα καθημερινά



Πίσω από τα καθημερινά τα πράγματα
Υπάρχει ένα καθημερινό όνειρο
Να πάρεις το λεωφορείο, να πιεις καφέ,
να αποστρέψεις τα μάτια από ψεύτικους ουρανούς,
πολιτικές εξουσίες,εξουσίες ξυράφια
από ψεύτικους ουρανούς


Η λέξη στο μαχαίρι, τα μυστικά στους δρόμους

Βρίσκεσαι σπίτι και προσπαθείς να στηρίξεις
το ταβάνι με τους καπνούς του τσιγάρου
Γυρνάς στη τσέπη ανάποδα και προσπαθείς
να αποστρέψεις τα μάτια από ψεύτικους ουρανούς

πολιτικές εξουσίες,εξουσίες ξυράφια
από ψεύτικους ουρανούς


Η λέξη στο μαχαίρι, τα μυστικά στους δρόμους.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.