Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βακαλό Ελένη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βακαλό Ελένη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος / Βακαλό Ελένη από τη Ποιητική Συλλογή: Του Κόσμου (1978)

Θα σας πω πώς έγινε
έτσι είναι η σειρά


Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε 

                                                  στο δρόμο του έναν κτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε


πριν κοντά του να πλησιάσει, για να σκύψει να 

                                                    τον πιάσει,σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, 

                                                 να ψυχοπονέσει τον καημένο
και καλύτερα να πούμε
ούτε πως τον έχω δει


Και επειδή φοβήθηκε 

έτσι συλλογίστηκε.

Τάχα δε θα είναι φταίχτης,ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε, αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
από πάνω να κτυπά


Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας.


Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Τα ποδήλατα




Τα παιδιά που περνούσανε και τον κόσμο κατέβαιναν
με ποδήλατα γέμισαν τον αέρα φωνές. Και στο
δρόμο μας σύρριζα από όλους ο ένας λίγη σκόνη που
άφηνε, από κάτω του το ποδήλατο σταματώντας,
εκείνος και αποδήλατος έφευγε απ' τις κορφές των
δέντρων ψηλά, και οι άλλοι τρέχοντας προλαβαίνανε πιο
κάτω το ίδιο, στη γειτονιά του καθένας, ώσπου ο αέρας
γέμιζε από όλους τους δρόμους εκείνη την ώρα

αγόρια που ανέβαιναν αντί για πουλιά

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Βακαλό Ελένη (Σταυρινού Ελένη): Βιογραφία



Η Ελένη Βακαλό γεννήθηκε Ελένη Σταυρινού στην Κωνσταντινούπολη. Σε ηλικία δύο χρόνων εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1940-1945) και το 1948 έφυγε για το Παρίσι, όπου ειδικεύτηκε στην ιστορία τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, ενώ παρακολούθησε επίσης σεμινάρια ανθρωπιστικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Εργάστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στη μέση εκπαίδευση ως καθηγήτρια Νέων Ελληνικών και στη συνέχεια στράφηκε επαγγελματικά στη Σχολή Διακοσμητικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών Βακαλό, την οποία ίδρυσε από κοινού με το ζωγράφο και σκηνογράφο σύζυγό της Γιώργο Βακαλό(πουλο). Παράλληλα ασχολήθηκε με τη διδασκαλία Ιστορίας Τέχνης και την κριτική. Ως τεχνοκριτικός συνεργάστηκε με την εφημερίδα Τα Νέα (1952-1975 με ενδιάμεση διακοπή κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας) και περιοδικά όπως ο Ζυγός, τα Νέα Γράμματα, η Καινούρια Εποχή, η Κριτική και με την Ελληνική Ραδιοφωνία (1954-1957 και 1977-1978). Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1944 από τις σελίδες του περιοδικού Νέα Γράμματα και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή, με τίτλο Θέμα και παραλλαγές. Σταθμό στην ποιητική της πορεία αποτέλεσε η ποιητική συλλογή της Στη Μορφή των θεωρημάτων (1951). Το 1991 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Γεγονότα και ιστορίες της κυρα – Ροδαλίνας. Έργα της μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, γιουγκοσλαβικά και ρουμανικά. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών και της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών. Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση. Το ποιητικό έργο της Ελένης Βακαλό τοποθετείται από τους ιστορικούς στο χώρο του ελληνικού μεταπολεμικού υπερρεαλισμού. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Ελένης Βακαλό, βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Ελένη Βακαλό», Η ελληνική ποίηση · Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.186-188. Αθήνα, Σοκόλης, 1982 και του ιδίου, «Βακαλό Ελένη», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984.


Ι.Ποίηση
• Θέματα και παραλλαγές. Αθήνα, 1945.
• Αναμνήσεις από μια εφιαλτική πολιτεία. Αθήνα, 1948.
• Στη μορφή των θεωρημάτων. Αθήνα, 1951.
• Το Δάσος. 1954.
• Τοιχογραφία. 1956.
• Ημερολόγιο της ηλικίας. 1958.
• Περιγραφή του σώματος. 1959.
• Η έννοια των τυφλών. 1962.
• Ο τρόπος να κινδυνεύουμε. 1966.
• Γενεαλογία. Αθήνα, 1971.
• Του κόσμου. Αθήνα, Κέδρος, 1978.
• Πριν από το λυρισμό. Αθήνα, Συμείον, 1981.
• Γενεαλογία του κόσμου. Αθήνα, Ύψιλον/Βιβλία, 1990.
• Γεγονότα και ιστορίες της κυρα-Ροδαλίνας. Αθήνα, 1990.
• Οι παλάβρες της κυρα - Ροδαλίνας. Αθήνα, Ύψιλον/Βιβλία, 1985.
• Το άλλο του πράγματος· Ποίηση 1954-1994. Αθήνα, Νεφέλη, 1995.
• Επιλεγόμενα. Αθήνα, Νεφέλη, 1997.
ΙΙ.Δοκίμιο
• Εισαγωγή σε θέματα ζωγραφικής. Αθήνα, 1960.
• Δώδεκα μαθήματα για τη σύγχρονη τέχνη. Αθήνα, 1970.
• Η έννοια των μορφών. Αθήνα, 1975.
• Ρυθμοί και όροι της ευρωπαϊκής τέχνης. Αθήνα, 1980.
• Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην ΕλλάδαΑ·Αφαίρεση. Αθήνα, 1981.
• Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην ΕλλάδαΒ’·Εξπρεσσιονισμός - Υπερρεαλισμός. Αθήνα, 1982.
• Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην ΕλλάδαΓ’·Ο μύθος της ελληνικότητας. Αθήνα, 1983
• Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην ΕλλάδαΔ’·Μετά την αφαίρεση. Αθήνα, 1985.
• Από την πλευρά του θεατή· Δοκίμια. Αθήνα, Κέδρος, 1990.
• Κριτική εικαστικών τεχνώνΑ’ - Β΄. Αθήνα, Κέδρος, 1996.



Είναι πράγμα

                                            
Το άλλο του πράγματος
Γιατί ενάντιο σε μένα
Και όμορφο
Το πλησίον που χάνεται
Το μετατρέπω σε ρήμα
Εννοείται ο αέρας
Και βόσκει
Ψηλώνοντας απ' το χόρτο
Το πράσινο ως χρώμα

Επιμένω στα παραδείγματα
Εξηγώ έτσι κάθε αντικατάσταση
Στη φύση της γλώσσας

Ημερολόγιο της Ηλικίας (απόσπασμα)

«Η έλλειψη του νερού»

Την επάρκεια του σώματος η ηδονή
Η δίψα αρχίζοντας
'Οπως τα χείλη φουσκώνουν
Στη σύσταση χλοερά που ήταν πιο πριν
Μ' άλλον τρόπο απαίτησης
Μ' άλλες κάμψεις
Αποθέματα ελάχιστα στιγμων δροσερών εξαντλεί
                   

(123)

Το σπίτι Ι & ΙΙ

Το σπίτι Ι


΄Οταν τελείωσε το χτίσιμο του σπιτιού ο αρχιτέκτονας έβαλε
μια γέφυρα ξύλινη από τον ένα τοίχο στον άλλο σαν αυτές που
ρίχνουν τα πλοία σαν έρχονται ή σα φεύγουν και φοβάσαι πάντα
μην πέσεις . Την κρέμασε απ' τα δοκάρια του ταβανιού με αλυ-
σίδες χοντρές και έναν κρίκο μεγάλο στην κάθε γωνιά και μας
είπε '' Εδώ θα ζείτε '' .
Οι άλλοι στέκονταν στην άκρη της αποβάθρας και μου δίνανε
το κάθε πράμα με τη σειρά .
Το ρολόι το κρέμασα στον τοίχο
Τικ τακ
Τον καθρέφτη τον κάρφωσα στον τοίχο
Τικ τακ
Την εικόνα την έσπασα
Κι έκλαψα
Το τραπέζι το έστρωσα
Με τραπεζομάντιλο λινό
΄Υστερα έκλεισα την πόρτα και άναψα φωτιά .
Προσπάθησα να μά θω να περπατώ πάνω στη γέφυρα χωρίς
να σκύβω με τα τέσσερα χωρίς να κρατιέμαι από τα κάγκελα
και χωρίς να κάνω ζημιές για να μη φοβώνται τα παιδιά . Το
βράδυ όταν κοιμότανε άνοιγα το παράθυρο και κοίταζα τα φώ-
τα του λιμανιού .


Το σπίτι ΙΙ


Στο σπίτι μέσα είχε κάτι πράματα που δεν τα άγγιξα ποτέ .
΄Ηταν μια λίμνη που έπρεπε να κάνω τον κύκλο της για να
περάσω απ' την άλλη μεριά . Σαν έσκυβα θα με τραβούσε στο
βυθό .

Ο άγγελος είπε
Να μη κοιτάξετε την πόλη της Σιών .

Τότε άρχισα να τραγουδώ δυνατά για να μη φοβάμαι όταν
έμενα μόνη μου και να μην τύχει και ραγίσει το φράγμα πουθε-
να . ΄Ολη τη μέρα μάζευα τα ψάρια που πηδούσαν απ' το νερό
τα έδενα σε μικρές αρμαθιές , και τα κρεμούσαν στον τοίχο προ-
σεχτικά γιατί έπρεπε να φυλάξω το σπίτι μας απ ' το κακό .

Το βράδυ όταν γυρνούσαν οι άλλοι δεν έλεγα τίποτα γιατί τότε
πια δεν ανεβαίνουνε τα νερά . Μου άρεσε μάλιστα να τους κοι-
τάω που ήταν ήσυχοι και δεν ήξεραν . Μόνο ο άντρας μου με
κοίταζε καμιά φορά .

Ο τρόπος να κινδυνεύουμε

( απόσπασμα )


Κατοικημένη που δεν είμαι ερημιά

Στη διασταύρωση των εντόμων
Και εκείνων απ'τα πουλιά που όταν τρέφονται ανεβαίνουν και τα άλλα
έρχονται με το γρήγορο γύρισμα χαμηλά
Ακούς . Των παλιών πληθυσμών οι προσκλήσεις
Είν 'οι οδοί σκοτεινοί , οι δίαυλοι που σίγουρα υπάρχουν
Την επίβλεψη για το έργο , για τη διάσωση των νερών
Από πόρους υπόγειους , περάσματα δύσκολα χτυπώντας τους βάτους
Ανακαλώ . Στο άγριο μου σώμα αναγκάζω , παρακαλώ
Τρυπημένο απ'τον άνεμο των πουλιών όταν πέρασαν , φαγωμένο ,
γεμάτο διαβάσεις
Της επικοινωνίας μου με το νερό

Κι η ψυχή μου ανεβαίνει μαζί με το θάνατο του σώματος
Που γρήγορα ο χτύπος του κύματος από μέσα απαίσιας θάλασσας
θα γίνει

Μπορεί να μην τον ακούει τ'αυτί
Μα είν 'ολόκληρος τρόμος χαμού που φουσκώνει τ'ανέβασμα της
ψυχής

Κι ήρθ 'η θάλασσα με το μέρος μου τότε
Μ'αντάμωσε
΄Ηταν έτοιμη κοίτη στο σώμα μου ησυχία τώρα βαθειά 

Είχε περάσει σε μεγάλες ριπές ο αέρας νύχτες πολλές
Το σκοτάδι κινούσε . Παράφορα κουβαλούσε από παντού μυρωδιές
Στα πλευρά μου άνοιγε κήπους . ΄Εβλεπες άλλες φορές τοπία
θαλασσινά
Δροσεροί στις όχθες τους ξάπώναν όσοι θυμόμαστε
Δεν καίγονται , δεν μαραίνονται
Τότε ανάβρύζαν πηγές
Από τη μια γλυκό κυλούσε νερό ως μέσα στη θάλασσα προχωρών-
τας σε ήσυχους δρόμους
Εκεί όταν είναι οι μέρες καλές πιο κρύο σαν κολυμπάς αισθάνεσαι
το νερό
Κι όπως σε πλάκα μαρμάρινη αν σταθείς απόγεύμα του καλοκαιριού
Όντας εσύ πιο ζεστός , εκείνη στη σκιά και στα χόρτα κρυμένη
Μιαν άλλη ανάσα θαρρείς πως περνά
Κι ανάπαυση σε τραβά και τρόμος σε διώχνει .
΄Ετσι αισθάνεσαι όταν τα ρεύματα αυτά συναντάς .

Η έννοια των τυφλών

– Απ’ το ημερολόγιο των τυφλών –
Απλώθηκε σα σκιά απειλής και ησυχίας μεγάλης, όταν μέσα της
βρίσκεσαι και δεν έχεις να λες
το «πότε πια θα ‘ρθει»
Εφηβεία καινούργια με χλόη που μαύρη, τώρα καθώς το μπορούσα
κατάματα να βλέπω τον ήλιο, στις παρυφές του φυτρώνει
Κι όπως τότε που έρωτα περιμένοντας την καρδιά μου φοβόμουν
Πολλά γύρω μου κι αόριστα κι ακοές πιο ωραίες
Όπως πάντα πλησιάζοντας τη σιωπή και οι ψίθυροι και τα νεύματα
που διακρίνεις
Όλα μοιάζαν πως χάνονταν κι όλα τότε ξανοίγαν
Νοσταλγία αργής μεταμόρφωσης συνοδεύει το ποίημα
Γιατί τάχα πώς να βρεθήκανε οι επιθυμίες στο ποίημα και τα άλλα
που το θάνατο ετοιμάζουν;
Αυτά ένας συλλογισμός βαθύς τα αναπαύει
Ζώνες που αστράφτουν έρημες κι απρόσκοπτος ο αέρας τους
περνάει από τη γη
Με το γυμνό κεφάλι του και τις μικρές ψιλές φωνές, τις γρήγορες
Του λάρυγγα
Διασχίζοντας – τι γρήγορα – τις ζώνες του καιρού
Όχι με μιας
Με πάλεψε, σ’ όλο το σώμα μου έσκαψε για τα όμοια του φωλιές
Κι έγινα κατοικία άγριων πουλιών
Στη μέση ερημιάς
Τώρα εκεί θα κατοικεί τ’ ωραίο πουλί
Σ’ ένα κουβάρι συνωστίζεται αναπνοής
Το τρωκτικό των θεμελίων

Πρέπει οι τυφλοί να λένε συχνά στα παιδιά παραμύθια

Στο υπόγειο που ανάμεσα στις στοές του από άλλοτε των σπιτιών
τα θεμέλια είναι ένα κτίριο
Μαζεμένο λαβωμένο στην πιο σκοτεινή γωνιά βρίσκεται κι απ’ τα
πόδια του στάζει αίμα
Κι όσο τρέμει απ’ τον πόνο στο κρέας του τα σκληρά του τα λέπια
ανοίγοντας
Το πονάν ολοένα
Κι έχουν φυτρώσει γένια στο πρόσωπο του από τότε
Που ένας λαός με θυσίες πηγαίνοντας και με λάβαρα και σε κύματα
μουσικής πλημμυρίζοντας άγρια
Το κεφάλι του άφησε στο βωμό
Και στη θέση του έβαλε, στους σφαγμένους του ώμους, το κεφάλι
ενός άντρα
Μουσκεύει τώρα με δάκρυα αληθινά τα μακριά του τα γένια
Ακούει πάνω απ’ τη γη τον άνεμο και μακριά απ’ το λιμάνι της
πόλης το κύμα
Είναι η ρίζα της πυρκαγιάς που φοβήθηκε κάποτε με τα δάχτυλα
του καμένα
Κι όπως γέμισαν τα φτερά του σκορπίζοντας τότε τ’ άκουσε που
καιγόνταν
Είναι πουλί φαγωμένο, σαράκι το έφαγε, παλιό παλιό το είδωλο μου
Κι αν γέμισε αυτό το ποίημα μου φτερουγίσματα
Είναι γιατί τα πουλιά τ’ ακούς
Δεν τα βλέπεις μόνο
Θ’ αρχίσω τώρα να στέλνω εγώ
Από μια νύχτα
πουλιά
Ήταν το σκότος κι ο βουβός ο μεγάλος ο θρόμβος του ανέμου που
όταν στέκεται περιμένοντας είναι ο ίδιος πυκνός βασιλιάς
Κι είχα να πάω στην πρεσβεία των ασύδοτων τότε εγώ εκεί όπου
διαβλέπεις δεν αισθάνεσαι πριν να ‘ρθει ο καιρός
Κατεβαίνει στα γόνατα του καθήμενου, του εκτός κεραυνών κι
υπεράνω βροχών, καταφεύγει στον γνώριμο του λευκού και
του μαύρου, το άγριο πουλί
Κατέφυγα στα απρόσιτα όπως λαός εν διωγμώ
Μα ήταν
ένας
καιρός
που τα κόκκαλα, σκελετοί μεγάλοι
των ζώων και των πουλιών, φέγγανε σ’ όλο το μήκος τους απλωμένοι
ως την αιχμή των φτερών
ευσταθείς και μετέωροι
σαν άρματα ευρύχωρα ψηλά ανεβαίνοντας πάνω απ’ την μάχη των εισβολών
Κι ήταν ο αιώνας σε κόπο
Η περιδίνηση στάχτης και σκόνης
Τ’ αλάτι ξερό
Αρθρωμένοι σωροί το καθήμενο βάρος τους
Το βουλιάζαν αργά στον πηλό
Το θυμάμαι,
Τα μετέωρα μεγάλα πουλιά
διέσχιζαν τότε το σώμα τους
ταχύτατα φεύγοντας περνούσαν έξοδοι ελαφιών
οι ενταφιασμοί
– πόσοι –
δέντρα και σκοτεινά ζώα
κι όπως τους κυνηγούσαν νεογέννητα στη ρίζα τους αφησμένα
Τινάζονταν όλος ο αέρας
Ώρα σα φυλλωσιά τρέμοντας
Σα φυλλωσιά μυρίζοντας
Κι από κάτω κλείνονταν στο χώμα μαζί του
Φωλιές και ψυχές πολλών μικρών ζώων

Τις πρώτες ώρες που περνάνε στο ποίημα οι τυφλοί

– Απ’ το ημερολόγιο του ποιήματος –
Με τοποθετούνε σ’ ένα δωμάτιο
Τ’ ακούω από τον όγκο της σιωπής πως δεν είναι ακόμα η απέραντη νύχτα
Όταν θα βγω από την πόρτα του σπιτιού χωρίς κανείς αυτό το βήμα μου
να το προλάβει
Κάποτε θα βρω ορθάνοιχτη την πόρτα του σπιτιού, θα βρω που
είναι, όπως σύρριζα στον τοίχο αγγίζοντας ένα-ένα τα πράγματα
κι αλλοιώνοντας τις διαστάσεις τους τα γνωρίζω
Περισσότερο υποθέτω πριν έρθει σα ρολόι σημαίνοντας
τ’ όνομα τους συμπληρωμένο
– το πουλί έχει μείνει σα σχήμα κι εγγράφεται στην ύλη τους, στο σίδερο
ή στο ξύλο –
υποθέτω πως θα ‘ναι τ’ άνοιγμα για την έξοδο ίσως αυτή τη φορά
κάπου κοντά μου
Ο φόβος ή ό,τι είχα μάθει να λέγεται υπερηφάνεια μ’ απελπισία
καλεί τ’ άδειο πουλί που τότε έρχεται σαν ησυχάσω;
Θα φύγει πρώτο
και στη νύχτα όταν βρεθεί απλωμένο, θα πάρει σάρκα στις φτερούγες του,
τα φτερά θα είναι μέσα της ριζωμένα, στο στήθος του θα είναι το πιο ζεστό βάρος,
κι ο λαιμός του τεντωμένος σχηματίζοντας εκείνες τις δυο αληθινές
τραβηγμένες πετσέτες
ταξιδεύοντας πάλι με τη φωνή των άλλων πουλιών, του γρήγορου
αίματος θα γεμίζει στην πλημμύρα της νύχτας

Γιατί πριν να βουλιάξει αυτή η τελευταία μας νύχτα
Η άπειρη
Τη λαβή των μεγάλων συγκρίσεων
Όταν πάνω μου φώναζαν τα ωραία πουλιά
Τα ερείπια σκεπάζοντας
Και τα ψάρια νεκρά παρασύροντας
Με το σώμα τους τα πουλιά
Σαν ακέραιο σχήμα οδηγούμενο
Τρωκτικά και ψάρια μαζί
Έγχρωμα ακόμα στων πλευρών τους τα πλάγια
Οδηγούσαν
Ήταν όπως κατάλαβα μόνο αργότερα πουλιά τρομερά
Απ’ τα μάτια μου αρχίζοντας να ραμφίζοντας
Τους κρωγμούς των πουλιών ποιοι θυμούνται
Θα μάθουν τι εσήμαιναν τα πουλιά
Κι απ’ των παιδιών τα γόνατα σαν πέτρες στο ποτάμι χώριζε που
έτρεχε νερό
ποια στην καρδιά μου η θέση του μίσους;

Είναι πράγμα

                                                
Το άλλο του πράγματος
Γιατί ενάντιο σε μένα
Και όμορφο
Το πλησίον που χάνεται
Το μετατρέπω σε ρήμα
Εννοείται ο αέρας
Και βόσκει
Ψηλώνοντας απ' το χόρτο
Το πράσινο ως χρώμα
Επιμένω στα παραδείγματα
Εξηγώ έτσι κάθε αντικατάσταση
Στη φύση της γλώσσας

Εξομολόγηση

Η εξομολόγησή μου για πρώτη φορά
Ας γραφεί με το αληθινό όνομα της
Ε ξ ο μ ο λ ό γ η σ η
Και όχι καθόλου προσπάθεια ποιητική
Αφού έτσι πρέπει
Να πονέσω
Ακόμα πιο πολύ
Γι’ αυτό
Μπορούσα να αμύνομαι
Τώρα το λέω μοναξιά
Σχετικά προσθέτω στις αναμνήσεις μου πως είχα κάποτε ένα σκυλί.
Σκεφτόμουνα πως δε θα ήτανε τίποτα πιο ωραίο απ’ το να είσαι σκυλί.
Έτσι όπως τα χτυπάς και υποτάζονται.
Είναι αρκετός καιρός.
Κι όσο γι’ αυτά που σας άφησα
Σήμερα
Να υπονοηθούν
Δεν είναι από αγάπη
Το θέλησα
Γιατί στο δάσος βουλιάζει κανείς
Μόνο για να μπορέσω
Από κάπου να βγω
(Στιγμή μεγάλης αναπνοής)
Αυτό το ποίημα
Είναι η τελευταία μου επαναστατική πράξη
Πριν υποκύψω
Στων αλλοφύλων τις συμβουλές

Το μάτι του πατέρα μου

Ο πατέρας μου είχε ένα γυάλινο μάτι.
Τις Κυριακές που καθότανε σπίτι έβγαζε από την τσέπη του
κι άλλα μάτια, τα γυάλιζε με την άκρη του μανικιού του και φώ-
ναζε τη μητέρα μου να διαλέξει. Η μητέρα μου γελούσε.
Τα πρωινά ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος. ‘Επαιζε το μάτι
στη φούχτα του πριν το φορέση και έλεγε πως είναι ένα καλό μάτι.
‘Ομως εγώ δεν ήθελα να τον πιστέψω.
Ερριχνα ένα σκούρο σάλι στους ώμους μου τάχα πως κρυώ-
νω κι ήταν για να παραμονέψω. Στο τέλος τον είδα μια μέρα να
κλαίει. Δεν είχε καμιά διαφορά από ένα αληθινό μάτι.
Αυτό το ποίημα
δεν είναι για να το διαβάσουν
όσοι δεν μ’ αγαπούνε
ακόμη
κι από κείνους
που δεν θα με ξέρουν
αν δεν πιστεύουνε πως υπήρξα
σαν
και κείνους.
Ύστερα από την ιστορία με τον πατέρα μου, υποψιαζόμουνα και όσους είχαν αληθινά μάτια.
.
.

Ιστορία αγάπης δεύτερη


Κρατώ τη φωνή του λάρυγγα πρώτα υψηλά
Κι ύστερα αρχίζω να διηγούμαι
Για εραστές που δεν έγιναν.
Μεταθανάτια θα έρθουν
Και σ' όνειρο, πνεύματα
[Γιατί να φοβάμαι τις λέξεις;)
Τα μέλη που λίγωναν άλλοτε
'Ανεμος, το βάρος τα λίγωνε έτσι
Και κάτι όμοιο σε μένα ετοιμάζεται
Στο σχήμα που αρχίζει πια κούφιο να μένει
Εκεί ο άνεμος θα έρθει
Περνώντας γλυκά ή και άγρια  
Τους εραστές μου όσους δεν έγιναν
Συλλογίζομαι

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Το δάσος



Η εξομολόγησή μου για πρώτη φορά


Ας γραφεί με το αληθινό όνομά της

Ε ξ ο μ ο λ ό γ η σ η
Και όχι καθόλου προσπάθεια ποιητική
Αφού έτσι πρέπει
Να πονέσω
Ακόμα πιο πολύ
Γι’ αυτό

Μπορούσα να αμύνομαι

Τώρα το λέω μοναξιά

Σχετικά προσθέτω στις αναμνήσεις μου πως είχα κάποτε ένα σκυλί.

Σκεφτόμουνα πως δε θα ήτανε τίποτα πιο ωραίο απ’ το να είσαι σκυλί.
Έτσι όπως τα χτυπάς και υποτάζονται.
Είναι αρκετός καιρός.

Κι όσο γι’ αυτά που σας άφησα

Σήμερα
Να υπονοηθούν
Δεν είναι από αγάπη
Το θέλησα
Γιατί στο δάσος βουλιάζει κανείς
Μόνο για να μπορέσω
Από κάπου να βγω.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.