Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πιερής Μιχάλης (ποιητής από την Κύπρο). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πιερής Μιχάλης (ποιητής από την Κύπρο). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Η ομορφιά στη δίκη

του Μιχάλη Πιερή


Ντυμένη ρούχα ακριβά και πρόστυχα
η εταίρα Φρύνη με το επιτήδειο όνομα
και το αδευτέρωτο κορμί προσήλθε
για να δικαστεί για τ' άνομα όργια της.

Μα ο Υπερείδης, σοφιστής και τρόφιμος
στα κάλλη της, σαν είδε πως στα λόγια
πήγαινε τη δική να τη χάσει, της ξέσκισε
τα ρούχα ξαφνικά κι απρόσμενα
αφήνοντας γυμνό το θεϊκό της σώμα.

Κι οι δικαστές που δέχτηκαν απότομα
την τόση ομορφιά, εκστατικοί και κάθιδροι
και αποκαμωμένοι, δεν τόλμησαν
να την καταδικάσουν. Ένα τέτοιο σώμα
σκέφτηκαν ας έχει τον δικαίωμα
στην πιο φριχτή αμαρτία.

Μόνο που ύστερα, σαν γύρισαν σ' αυτό
που ήσαν, θέσπισαν νόμο, αυστηρό κι απάνθρωπο
που έλεγε πως πια κανείς κατηγορούμενος
να μην μπορεί στη δίκη του μπροστά να είναι.

Κι είναι από τότε που οι δικαστές
αναίσθητοι και απαθείς κι ανεπηρέαστοι
απ' τη μορφή της φύσης, το νόμο τους
τον τεχνητό με πάθος εφαρμόζουν.






Ποιητική Συλλογή: Σ' όνειρο η πατρίδα, Πλανόδιον, Αθήνα, 1998

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Γυναίκες της Κύπρου στην πορεία





Περιηγητής που πέρασε πατώντας
τον καιρό σου και το χώμα
στα σκοτεινά τα χρόνια του μεσαίωνα*
βιάστηκε το χαρτί να ενοχλήσει και τις λέξεις
στα γράμματα λειψός ο αγύρτης
σαν τους συνέδρους της Μελβούρνης
άσχημες τις είδε τις γυναίκες
του νησιού μαντήλες τυλιγμένες
μαύρες ποδίνες και σαγιές
κούζες στους ώμους με νερά
μωρά κοπέλλια και κλαδιά
μ’ ανθούς και κλωνιτάρια
σκυφτές οι ζωγραφιές του Διαμαντή
στον λίβα τα δρεπάνια τους να στρίβουν
της Μεσαρκάς που σκάει ο τζίτζικας σαν ρόδι
όχι στη βράση του χορού
στη μέση του χωριού ν’ αστράφτουν.

( Υστερα που γύρισε στο σπίτι απ’ την πορεία
άκουσα την πατρίδα μου να κλαίει
γυναίκα που της στέρησαν τον άντρα.)

Και μια στιγμή πως σ’ είχα στο πλευρό μου
εθάρησα, καταχτημένη, γυναίκα άσπιλη κι ωραία
όμως ξυπνώντας πήρες δρόμο λυπημένη
σαν το πουλί πετώντας είχες φύγει
ήρθες μακριά στο Νότο.

Ωραία γυναίκα, μεστωμένη
στην ομορφιά του Μόρφου ζυμωμένη
αξόδευτη. Στο χρόνο κρατημένη
με δύναμη. Σαν πολυκύμαντη
οργή του σκοτεινού πελάγου
στο χώμα που σου πήραν τα θηρία
περπάτησες ξανά τρικυμισμένη.

Τα σώματα ξυπνήσαν σκοτωμένων.
Σου γύρεψαν ταυτότητα να δώσεις
τα δάκρυα των άχραντων χαμένων
πίσω ξανά. Εσύ. Ωραία γυναίκα.

Στο πείσμα και στον πόνο γινωμένη.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Μητριά πόλη


Πώς είναι να μισείς την πόλη σου
να νιώθεις την πατρίδα σου σαν ξένη
σαν κάτι που σου δένει στο λαιμό θηλιά
για να σε πνίξει, πώς είναι να μισείς
τον κόσμο που την κατοικεί, τις άθλιες
φάτσες που κυκλοφορούν, ψυχές
αγριεμένες, δοσμένες στο κυνήγι άνομου
διεφθαρμένου κέρδους. Πώς είναι
να μισείς τις μέρες σου, το χρόνο σου
που φεύγει σκοτωμένος στο τερατώδες
σκηνικό που στήνεται τριγύρω.
Πώς είναι να αισθάνεσαι νεκρός
ή σαν σακάτης, αμέτοχος εις τα κοινά
ανήμπορος να κάνεις κάτι, πώς είναι
από την πόλη σου να θέλεις να ξεφύγεις.
Λόγια που βρέθηκαν σʼ ένα χαρτί βρεγμένο
στην πίσω τσέπη του παντελονιού ύστερα
που τον έβγαλαν πνιγμένο απʼ το ποτάμι
το βαθύ μιας ξένης πόλης. Δεν ήξεραν
ποιος είναι κι αν ήταν έγκλημα ή πράξη
αυτοκτονίας. Αργότερα μαθεύτηκε
πως ήταν ποιητής μιας ταλαιπώρου χώρας.

Περίπατος στις λαϊκές αγορές της Λευκωσίας


Τις νύχτες κατεβαίνουν φορτηγά, πολιορκούν
οι εργατικοί την πόλη. Ξημέρωμα στις λαϊκές
στήνονται γύρω οι μπάγκοι. Στην πόλη υπομένουν
σιωπηλοί το επιούσιο μαρτύριο της υπαίθρου.
Με δίχως τύψεις κʼ ενοχές τρώνε τα τρόφιμα
καταναλώνουν τʼ αγαθά, τʼ αφοδεύουν.
Βγάζουν ωστόσο έντυπα στην πόλη ψεύτικα
αναλώσιμα και άλλα τέτοια μικροπράγματα
διοικητικά, δικολαβικά, γενναίες πράξεις
και χαρτιά κυκλοφορούν στην πόλη κάτι επίσημοι
τερατικές μορφές. ύριοι ατσαλάκωτοι, κυρίες
εκτάκτου καλλονής, με το μουνί στο κούτελο…
… Ω!, να φυσήξει
ένας αέρας άξαφνα να τους σαρώσει
όλους! Μια καταιγίδα απʼ το βουνό ποτάμι
να τους πνίξει. Να έρθουν όλα ανάποδα
να καθαρίσει ο τόπος. αινούριος νιος
κατακλυσμός να τα ξεπλύνει, στα στήθη
χωρικών τα βάσανα να φύγουν
στο μπόι της να σηκωθεί ξανά
η πατρίδα.
(Στο μπόι της να σηκωθεί… Τρόπος του λέγειν.
Σώπασαν τα βιολιά, σώπασαν τα λαγούτα).
Αφοπλισμένη προχωρεί γονατιστή στο χώμα.

Της λαθραίας πόλης


Και βγήκα απʼ το όνειρο του ύπνου
δίχως ύπνο κι ήμουν σε χώρα δίχως σύνορα
και δίχως καταδότες.Σε δρόμο που μου μέλλεται
περπάτησα δίχως του κράτους την τιμή,
την τάξη, την ασφάλεια.Σαν να ʼμουν άφθαρτος
έτσι όπως την έπλασα την πόλη μου λαθραία,
πόλη γλυκιά, φιλόξενη στον κάθε μετανάστη
και ξάφνου εκεί που κοίταζα δίχως να ξεχωρίζω
τις φυλές, τις γλώσσες, τις θρησκείες, ένιωσα
πως ήμουνα πουλί. Γνώριζα να πετώ. Ήμουν
ελεύθερος, χωρίς λουρί, χωρίς θηλιά, αδέσποτο
σκυλί να τριγυρνώ χωρίς το φόβο μη γλιστρήσω
στον παλιό ρυθμό. Κατάσαρκα γυμνός, χωρίς
κορσέ χωρίς δεσμά, έτσι όπως την έφτιαξα
την πόλη μου έξω από κάθε νόμο.

Η λέξη σαγαπώ


Λέγοντας τη λέξη σαγαπώ
δεν λέγω απλώς αυτή τη λέξη.
Γιʼ αυτό σιωπώ.Πώς να σου πω
αυτή τη λέξη χωρίς να είναι
η λέξη σαγαπώ. Πώς να σου πω
τη λέξη σαγαπώ χωρίς να είναι
σαν κι αυτές που κάθε μέρα
μαστροποί τις μαγαρίζουν.


Γιʼ αυτό σιωπώ.

Γιατί αν πω τη λέξη σαγαπώ
λέγω πως πια δεν είμαι εγώ
κι εσύ δεν είσαι πια εσύ
κι ο κόσμος γύρω πια
δεν είναι πια ο ίδιος.


Αυτό θα πει η λέξη σαγαπώ.

Αφήγηση


Αλήθεια μου η τέχνη μου
τα ψέματα που τρώνε το κορμί μου
τα λέπια μου να πέσουνε ξυσμένα
με μολύβι, ό,τι πετάξεις δύναμη
κι ό,τι κρατάς βαθιά ξεφλουδισμένο


αφήγηση ξερή, ανεξαγόραστη
τραγούδι ξεραμένο στο λαιμό
ξερολιθιά, ξερότοπος, άσπρο
της γης μου σάβανο και μαύρο


συναξάρι.

Όταν ο έρωτας θα φύγει


Όταν ο έρωτας θα φύγει
θα με ξεχάσεις τόσο που σχεδόν
φοβάμαι να χαρώ αυτό που μας συμβαίνει.
Όταν ο έρωτας θα φύγει θα είναι το κενό
χώρος που θα θυμίζει φονικό.

Πρωινός καφές στη Λήδρας


Είμαι σαράντα εφτά ετών και είμαι
ευτυχισμένος. Επειδή κάθομαι εδώ
σε προνομιακή γωνία κι εντός αυτής της μέρας
που δεν είναι χτεσινή μήτε αυριανή.


Είμαι εδώ, σʼ αυτήν τη μέρα που είναι
σήμερα, δεν ήταν χτες δεν θα ʼναι αύριο
κι είμαι στην πόλη στον πεζόδρομο, σʼ αυτήν
εδώ την πόλη (την έστω μοιρασμένη)
και κάθομαι κι απʼ το γυαλί κοιτάζω τη βροχή
τον κόσμο που κινείται κι η σερβιτόρα
είναι όμορφη (και το γνωρίζει)
κι έχει και το χαμόγελο εύκολο.


Είμαι στʼ αλήθεια τόσο, μα τόσο
(έστω για λίγο) ευτυχής.

Πόλη-παγίδα


Πάντα θα είναι αυτή η πόλη πόλη
δύσκολη, στρυφνή, γεμάτη λάκκους
κι όνειρα, όπως η πόλη-παρελθόν
κι η πόλη-μέλλον. Η πόλη πριν από αιώνες


κι η πόλη πριν από πενήντα χρόνια.
Η πόλη χτες, η πόλη σήμερα και αύριο
η ίδια πάντοτε παγίδα-πόλη-όμως,
ξυπνώντας απʼ τον θάνατο


κάθε προχωρημένη ώρα της νυκτός,
στο φως που αποστρεφόμουν έρχομαι
γυμνή και ευάλωτη για σένα.


Με τα ενδύματα ευωδιαστής σαρκός
προσέρχομαι, αυτή την άλλη
γύμνια σου προσφέρω, την αληθινή.

Κατάβαση μιας λυγερής


Επειδή μιλούσα για τη μουσική την άπαιχτη
που παίρνει τη λαλιά και το μυαλό θολώνει
κι άνοιξε πόρτα ξαφνικά κι ενέβεις
ήσουν η προσερχόμενη. Ανάλαφρη κατέβαινες
και σʼ ένιωθα, παράξενο που σʼ έλουζʼ ένα φως
μα τι αθώα που τα λες για σπάνιους ήχους
μαγικούς, τα μαύρα τίναξες μαλλιά
και μʼ έκοψε το ρίγος. Εδώ και χρόνια καρτερώ
τι περιμένεις, έτοιμη προχωρούσα, λάμπουσα
και λυγερή και μη πουλώντας τίποτε
γνωρίζοντας πως θα ʼρθεις ακριβέ μου…


Είπες κι αμέσως χάθηκες. Κοιτούσα και δεν ήσουν.
Με ζώναν μυρωδιές τα σωθικά μου ετρέμαν
σα να ʼσουν μέσα μου βαθιά, κατέβεις πάλι
τα σκαλιά σε νέαν έλευση. Ώρες πολλές
σε κάθε βήμα.  άθε σκαλί κι από ʼνα ρούχο
ώσπου με σκέπασες κατάσαρκα γυμνή
ηγαπημένη και καλή γυναίκα ετοιμασμένη.


Ταξίδι να με στέλλεις φεγγερό του έρωτα.
Στο σκοτεινό ρυθμό τʼ απανωτού θανάτου.

Πέρασμα απʼ τη Θεσσαλονίκη


Δεν ήταν όνειρο, ήμουν ξανά στην πόλη
που με κράτησε στα σωθικά της
δέκα χρόνια. Στην πόλη που ροκάνισε
το πιο καλό μου σώμα.Περπάτησα
αργά στην προκυμαία, τις νύχτες
ανηφόρησα στα  άστρα. Ήμουν εδώ
ξανά, κυκλοφορούσα διάφανος
σαν να ʼμουνα νεφέλη, εδώ σπατάλησα
τʼ ανίσχυρά μου χρόνια που δίχως
δύναμη καμιά και δίχως εξουσία
είχα παραδοθεί στην ηδονή.΄


Στην ηδονή μιας τέτοιας πόλης.

Από τη Λακέμπα στο Σίτι


Ήρθα και πάλι. Είμαι στην ώρα μου.
Σε περιμένω. Μʼ όλο που είναι βέβαιο
πως δεν θα ʼρθείς. Μα πρέπει να σου πω
κι ας είμαι πάλι ο χαμένος. Σε τούτη
την υπόθεση υπάρχει και για μένα κέρδος.
Η σημερινή μέρα της ζωής μου.
Η ξεχωριστή. Σου την περίμενα
να ξημερώσει με τη σκέψη σου.
Ο δρόμος σήμερα που έγινε αλλιώτικος.
Οι χτύποι της καρδιάς που ξέφυγαν
απʼ την πεπατημένη τάξη του ρυθμού τους.

Όλα τα θαυμαστά που μου έτυχαν σήμερα.
Σήμερα που ήταν να σε συναντήσω.

Το Δίπορτο


Καθόταν μόνος πίνοντας κρασί
στης αγοράς τη δίπορτη ταβέρνα
όπου χωνεύονται τα αισθήματα του απάνω κόσμου
παίρνοντας πραγματικήν υπόσταση
εκείνο που τους λείπει αποκτώντας
στη φθαρτή ζωή των υλικών πραγμάτων.

Δεν πρόσεξε πώς μπήκε
ποιαν κατέβηκε από τις δύο πόρτες
αυτός την έψαχνε στην αγορά
και στη βουή του κόσμου άκουε τη φωνή της
τώρα τη βλέπει ξαφνικά σαν φως
από παντού να κατεβαίνει
όπου κοιτάζει είναι τη δύναμή της ξέροντας
σαν ανεράδα λυγερή σαν αερούσα
μες στους απλούς ανθρώπους να κινείται
καμωματούσα κι άνετη
και μακρινή και ποθητή κι ανθούσα
να κάθεται στο διπλανό τραπέζι
η αναζητημένη των ονείρων
να τον κοιτά παράξενα να τον κοιτά
σαν ξένη, να γέρνει να ζαλίζεται να βγαίνει
απʼ το όνειρο και τʼ όνειρο να φεύγει.

Γράμμα από το Ρέθυμνο σε φίλη


Τι να σου γράψω από το Ρέθυμνο
κακό που δεν παλεύεται η επαρχία
συγγράφω έργο θεατρικό
απʼ τη ζωή μου να εξορκίσω
το θέατρο του ασήμαντου
σʼ αυτή τη σκονισμένη πόλη
το παίζω περιηγητής

τάχα δεν είμαι εδώ δε ζω κανονικά
είμαι στο Ρέθυμνο περαστικός
κυκλοφορώ περιεργάζομαι βαριέμαι
δεν μʼ εμπνέει αυτή η θέα
και την αλλάζω
ορίστε: τα έχω όλα ετοιμάσει
ρούχα χαρτιά αισθήματα και ιδέες
όνειρα της ψυχής και του κορμιού
σʼ αυτό το σάκκο
και τώρα συσπειρούμαι
για το γενναίο σάλτο μου προς την ωραία Θράκη.

(Είτε εκεί που βρίσκεσαι είτε εδώ που είμαι
σʼ όλες τις cartes-postales η ίδια θέα.

Μιχάλης Πιερής (βιογραφικά στοιχεία)

Ο Μιχάλης Πιερής γεννήθηκε το 1952 στην Εφταγώνια της Κύπρου που βρίσκεται στην επαρχία Λεμεσού. Σπούδασε φιλολογία και θέατρο στη Θεσσαλονίκη [Bασικές σπουδές στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, (1972-1976) στο Mακεδονικό Ωδείο Θεσσαλονίκης (Θεατρικές Σπουδές, 1976). Mεταπτυχιακές σπουδές στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (M.A., 1976-1978)] και στο Σίνδεϋ (Ph.D.,1983) και δημοσίευσε αρκετές φιλολογικές και κριτικές μελέτες. 

Ποιητικές συλλογές;
 
  • Αφήγηση, εκδόσεις Ιστός, 2002 
  • Τόποι γραφής, Ίκαρος, 2005) 
βιβλίο-συλλογή πεζών; Μες το ρυθμό του Φονικού (Πλανόδιον, 2004)
 
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, καταλανικά, ρωσικά και τουρκικά.
 

Στο καφενείο της πόλης


Το μερτικό στα χρόνια μου το πήρα.
Ό,τι μου αναλογούσε ήρθε, έφυγε.
Κάθομαι μόνος τώρα. Δεν πίνω δεν καπνίζω.
Κάθομαι τώρα. Βιβλία ξεκινημένα
κι αφημένα γραφτά μισογραμμένα
κείμενα που δεν μπορώ ν’ αποτελειώσω.


Τα χρόνια μου ήρθαν, σώθηκαν.
Του σώματος η δύναμη, της σκέψης, έχει λήξει.
Σαρκίο που κάθεται στο καφενείο της πόλης
κοιτάζει απ’ το θαμπό γυαλί την κίνηση
αφαιρείται. Άδειο φλυτζάνι του καφέ στο λείο
του τραπεζιού που λάμπει μάρμαρο ψυχρό και κρύο…

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.