Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγας Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγας Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Απριλίου 2017

Φεριμπότ "Κυκλάδες" / Άγας Κώστας

Το φεριμπότ "Κυκλάδες" τις Τετάρτες
περνούσε το βραδάκι από το νησί
στους παιδικούς μου άτλαντες και χάρτες
ήταν διακεκομμένη κόκκινη γραμμή.

Κι ο προβολέας του σαν το λιβάδι
σκορπούσε απλόχερα το φως του τ' ασημί
στα βράχια τα ξερά και στο λιβάδι,
σ' ανθρώπων ξεχασμένων τη σιωπή.

Το άπλετο το φως του προβολέα
όταν ανίχνευε την πονεμένη γη
θαρρείς πως άνοιγε κάποια αυλαία
να παίξει το έργο της η ίδια η ζωή.

Κι από το μέλλον φώτιζαν αστράκια
τα χρόνια κείνα που 'μουνα παιδί μικρό,
που έπαιζα κρυφτό μες στα σοκάκια
και στην ακρογιαλιά κυνηγητό.

Η άφιξη του φεριμπότ "Κυκλάδες"
έμοιαζε πάντα με παράξενη γιορτή
παιδιά αφήναν πίσω τις μανάδες
κι άντρες γυρίζανε από την ξένη γη.

Γι' αυτό και σαν ερχόντουσαν Τετάρτες
το φεριμπότ "Κυκλάδες" σαν την κιβωτό
γέμιζε το γκαράζ του μ' αυταπάτες
μ' όνειρα, νόστο και ξενιτεμό.

Αρχαίο άγαλμα στο βυθό / Άγας Κώστας

Στο βυθό της Μεσογείου
στρώμα έστρωσες
φύλλο ημερολογίου
πια δεν έστρωσες.

Δε σε πρόσμενε μουράγιο
ούτε και καπνός
μα απ’ του χρόνου το ναυάγιο
βγήκες ζωντανός.

Χιλιετηρίδες
δεν σε αγγίξαν
δεν σε τυλίξαν
λευκές σελίδες.

Βαριά η πνοή σου
απ’ την αρμύρα
κι ήχος σαν λύρα
ειν’ η σιωπή σου.

Το κορμί σου το χαϊδεύαν
σαλαχιών ουρές
και οι σμέρνες σ’ αγναντεύαν
απ’ τις χαρακιές.

Με στεφάνι από φύκια
ζούσες άνοιξη
πρόσμενες απ’ τα δελφίνια
θεία άφιξη.

Χιλιετηρίδες ...

Τα ορθάνοιχτά σου μάτια
τα ξυπνήσανε
οπτασίες από αλάτια
δεν τους πήρανε.

Απ’ του ήλιου το γιορντάνι
είχαν τη φωτιά
το ένα έβλεπε Τραπάνι
τ’ άλλο Ικαριά.

καντάδα / Άγας Κώστας


Ξύπνα απ’ το βυθό του ύπνου σου
κι από την αγκαλιά του λίκνου σου
για να σού στείλω ένα σκίρτημα
με μια κιθάρα κι ένα σφύριγμα.

Ξύπνα και βγες στο παραθύρι σου
σαν άνθος τίναξε τη γύρη σου
για ν’ απλωθεί στης νύχτας τη σιγή
να γίνει ανάσα μου για μια ζωή.

’Ησουν τριαντάφυλλο / Άγας Κώστας

Ο χειμώνας στο Πλόβντιβ σού ήταν βαρύς
και η νιότη σου έρμαιο μοίρας σκληρής
τριαντάφυλλο ήσουν στων ρόδων τη γη
μα τ’ αγκάθια που είχες σού ανοίξαν πληγή.


Ο παράδεισος ήτανε τόσο κοντά
μα τον κρύβαν ψηλά, χιονισμένα βουνά
σού `παν πως στην αγκάλη του σαν θα βρεθείς
ό,τι άδικα σού `λειψε θα το γευτείς.


Τώρα το κορμί σου χιόνι σκέπασε
σαν το δέρμα σου λευκό
την ψυχή σου άγγελος τη φύτεψε
σε κήπο μυστικό στον ουρανό.


’Ησουν τριαντάφυλλο που ζήλεψαν
άνθρωποι μα και θεοί
τελικά την ευωδιά σου κέρδισαν
παράδεισοι που μάτι δεν θωρεί.


Ο χειμώνας στον Άλιμο θα `ταν βαρύς
και η γύμνια σου έρμαιο νύχτας σκληρής
τριαντάφυλλο θα `σουν για μάτια θολά
και ροδόσταγμα για της ψυχής τα κενά.


Ο παράδεισος θα `χε καπνού μυρωδιά
κι οι ελπίδες σου θα `ταν ποτήρια αδειανά
με αγκάθια και πέταλα θα `χες δοθεί
σε φιλι μεθυσμένο, γιορτή θλιβερή

Τώρα το κορμί σου χιόνι σκέπασε .....

Κλαρί από βασιλικό / Άγας Κώστας


Κλαρί από βασιλικό
στο πέλαγος το έριξα
"Θεέ μου, ας γίνει γιατρικό
αγάπης που δεν έζησα". 


Παράγγειλα στη θάλασσα :
"Εκεί που γλυκοξεψυχάς
ωραία σαν Παντάνασσα
υπάρχει η κόρη της ροδιάς.


Από τα μύρια κύματα
που βύζαξες στα στήθια σου
όποιο γοργά έχει βήματα
αχ! Πρόσταξε για χάρη μου!


Εκεί στην άκρη του γυαλού
πες του να πάει το κλαρί
καθώς σεργιάνι δειλινού
η κόρη κάνει στη ζωή.


Μπρος στα λευκά τα πόδια της
ν’ αφήσει τον βασιλικό
να ευωδιάσει ο αγέρας της
από έναν έρωτα κρυφό.


Κι αν ανασάνει ό,τι αγαπώ
ασβεστωμένη μιαν αυλή
περβάζι και λευκό στενό
ίσως και να με θυμηθεί".


Το κύμα πήρε το κλαρί
μα τα ’χασε απ’ τη μυρωδιά
τέτοια πνοή μεθυστική
την ένιωσε πρώτη φορά.


Σγουρό κι ευωδιαστό κλαρί
το κύμα πλάνεψε θαρρώ
κι εκείνο δίχως να σκεφτεί
το τράβηξε για το βυθό.


Κι ο έρωτάς μου ο κρυφός
στα φύκια έχει κοιμηθεί
ο πόθος μου έμεινε βουβός
στην κόρη δε θα μαθευτεί.

Ο βάλτος /Άγας Κώστας



Κυκλωμένος από αμπέλια κι ελαιώνες
στα Μεσόγεια κοντά στο Κορωπί
ένας βάλτος καλοκαίρια και χειμώνες
με συντρόφευε σαν ήμουνα παιδί.

Στη μικρή του επιφάνεια κολυμπούσαν
οι γυρίνοι που μαθαίναν τη ζωή
και το βούισμα εντόμων που πετούσαν
ήταν χάδι στη δική μου ακοή.

Και το παιδικό μυαλό μου φανταζόταν
πως στου βάλτου τα νερά καλά κρυβόταν
ένα ψάρι που 'χει χρώματα γαλάζια
μα ποτέ δεν ανεβαίνει στον αφρό.

Και σε κάποιας άγριας ροδιάς τ' αγκάθι
ορκιζόμουν πως κανένας δεν θα μάθει
όσο θα γυρνούν του χρόνου τα γρανάζια
των νερών το μυστικό το ιερό.

Μα κάποια μέρα που έχει στη μνήμη μου μείνει
βρήκα τον βάλτο χωρίς μια σταγόνα νερό
στη θέση του χώμα που έκαιγε σαν καμίνι
σκασμένη γη και τοπίο γυμνό και ξερό.

Κι αντίκρισα σφηνωμένους στο χώμα γυρίνους
που 'χαν πεθάνει πριν βγουν για καλά στη ζωή
πριν να γνωρίσουν τ' αμπέλια, τις βάτους, τους κρίνους
πριν στη στεριά βρουν την πρώτη τους αναπνοή.

Και απόρησα
κλαίγοντας πικρά:
"Πού χάθηκα του βάλτου τα νερά;
Γιατί στη φύση φερόμαστε τόσο σκληρά;"

Από τότε πέρασαν χρόνια τριάντα
κι έχω πάψει προ πολλού να 'μαι παιδί
μα ο βάλτος στην ψυχή μου μένει πάντα
και ανθίζει η θύμησή του σαν κλαδί.

Δεν γνωρίζω τα παιδιά μου αν θα βρούνε
λίμνες, ρεματιές και γάργαρες πηγές
όσο οι άνθρωποι στη φύση θα ξεσπούνε
και στο σώμα της θ' ανοίγουνε πληγές.

Μα τους βάλτους όλους κι αν αποστραγγίσουν
κι απ' τα παιδικά ταα χρόνια εξαφανίσουν
το κρυμμένο μυστικό τους δεν θα βρούνε
που το ξέρω εγώ κι η άγρια ροδιά.

Είναι ένα ψάρι με γαλάζιο χρώμα
που οι χοντρόπετσοι δεν το 'χουν δει ακόμα
που ίσως κάποτε μπορέσουνε να δούνε
όσοι είναι κι όσοι νιώθουνε παιδιά.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Υγρές γειτονιές / Άγας Κώστας


Υγρές γειτονιές
μ’ απλές συνταγές
η μοίρα χορταίνει την άδεια ζωή.
Σε μπαρ σκοτεινά,
σε σπίτια ορφανά
η πόλη ανασαίνει δική μας πνοή.

Με μάτια βουβά,
κομμένα φτερά
πονάμε, αγαπάμε, γευόμαστε φως
κει που οι ρεματιές
χαθήκαν στο χθες
σκορπίστηκε της ζήσης μας ο αφρός.

Για μας τους απλούς
τους καθημερνούς
η θλίψη μας μοιάζει χαλί μαγικό
μάς πάει εκεί
που η κάπνα αρκεί
καθώς σιγοκαίει φεγγάρι χλωμό.

Τσιγάρα στριφτά,
διπλά τα ποτά,
το σήμερα είναι μια κόπια του χθες
με κρύφιους λυγμούς
και με νυσταγμούς
τους κόσμους μας κρύψαμε μες στις καρδιές.

Τι κι αν οι πνοές
μάς βγαίνουν βαριές
τι κι αν οι μιλιές μας γοργά ξεψυχούν
μιζέρια γλυκιά
μάς βρίσκει ξανά
σαν λίγο τα βλέμματα συναντηθούν.

Βιτρίνες παντού
με λάμψη χρυσού
μα ο κόσμος δεν ζει μοναχά με ψευτιές.
Για μας η ζωή
μια πήχη κλαδί
που ανθεί μεθυσμένο σε υγρές γειτονιές.

στο μύλο τον παλιό / Άγας Κώστας


Θα σε καρτερώ ξανά στο μύλο τον παλιό
δίπλα από το ξύλινο πορτάκι το στενό
θα `ναι αυτόπτες μάρτυρες στα χάδια, στα φιλιά
η φραγκοσυκιά, τα σκίνα κι η ξερολιθιά.

Κει που ο αγέρας σαν φυσούσε ξύπναγ’ η ζωή
κι η πνοή του τότε σήμαινε ζεστό ψωμί
κει που τα ερείπια κρύβουνε γλυκά το χθες
θα προσμένω τις ερωτικές σου τις ματιές.

Αύριο θα φύγεις και θ’ αφήσεις το νησί
άσχημα μεθά του χωρισμού μας το κρασί
κι εγώ κάτω από το μύλο για στερνή φορά
θα σε κλείσω μέσα στη ζεστή μου αγκαλιά.

Η μεγάλη πόλη σαν σειρήνα τραγουδά
και σε θέλει εφιάλτες για να σε κερνά
από μέσα σου θα σβήσει θυμαριού οσμή
και θα σού αλέσει σαν το μύλο τη ζωή.

Βιογραφικόν ( Του Αιγαίου η μοναξιά ) / Άγας Κώστας





1.
Ήταν μια θάλασσα πλατιά
η πρώτη μου εικόνα
που με καλούσε στα βαθιά
ν' αρχίσω τον αγώνα.

Μα η θάλασσα αγρίεψε
και σκίστηκαν τα ουράνια
ο τρόμος μας κυρίεψε
κι η εθνική ορφάνια.

Με βρήκαν μέρες της ντροπής
και μου 'παν "καλημέρα"
κι η Ελλάδα έμοιαζε θαρρείς
θλιμμένη περιστέρα.

Καράβι πήρα κι έφυγα
στο χάος για ταξίδι
σε νέους κόσμους έφτασα
ν' αρχίσω άλλο παιχνίδι.

ΡΕΦΡΑΙΝ :
Μες στα μάτια σου αρμενίζει
του Αιγαίου η μοναξιά
κι η ψυχή σου φτερουγίζει
σε μια Ελλάδα που ξεψυχά.

Κι αν ο έρωτάς μας τώρα
στα πελάγη έχει κλειστεί
σε δυο χούφτες άγιο χώμα
είναι όμορφη η ζωή.

2.
Ποιοι ήπιανε τις θάλασσες,
ποιοι κλέψανε τα ουράνια,
ποιοι φτιάξαν ύπουλες σκιές
για των παιδιών τα μάτια;

Τους πόθους μας παγίδεψαν
οι γυάλινες οάσεις
αφού μ' αυτές μας έθρεψαν
του κόσμου οι τηλεοράσεις.

Στα κλαμπ μας υποδέχτηκαν
πολύχρωμα φεγγάρια
μα απ' την ψυχή μας κόπηκαν
τα πιο όμορφα κλωνάρια.

Κι αν πρόωρα γεράσαμε
ζητώντας μιαν αγάπη
μονάχοι ξεπεράσαμε
άλλων γενιών τα πάθη.


3.
Η μοίρα μάς αρνήθηκε
των γιασεμιών το βλέμμα
μια πολιτεία πνίγηκε
στου χρόνου τ' άγριο ρέμα.

Ξερίζωσαν τις λεμονιές
από τις Κυριακές μας
και σε κουτιά μείναν κλειστές
οι παιδικές φωνές μας.

Τους στίχους μου τους κλείδωσα
σε μυστικά συρτάρια
τα χάδια σου αναζήτησα
που έχασα στα ζάρια.

Κι αν μοιάζει μ' άγονη γραμμή
η περιπλάνησή μου
εσύ είσαι δέντρο και πηγή
στη μέση της ερήμου.


Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.