Την έβδομη νύχτα του Έρωτα
τη μοναξιά την τσάκισα στα δύο,
του Γενάρη ξερόκλαδο, ριγμένο στο δρόμο.
Τον άνεμο τον μοίρασα
σ' εκείνους που 'χαν τα χέρια
αδειανά από όνειρα
τον ουρανό για τα μάτια της θύελλας,
το σύννεφο της ηδονής
Την έβδομη νύχτα του Έρωτα
πουλιά λευκά με φτερά από μάλαμα
σκαλίζαν με το ράμφος τους τις θύμισες.
Αναμνήσεις ανάκατες με το νερό της θάλασσας
σπάζουν χαμηλά στ' ακροθαλάσσι.
Κι ο πόθος αχτίδα κάποιου ξεχασμένου γαλαξία
Όλος ο κόσμος έγινε κομμάτια της ψυχής μου,
λιοντάρι που βρυχάται καθώς ζυγώνει ο θάνατος.
Παραλοϊσμένα όνειρα με ζώνουν τα βράδια
κι εσύ ξυπόλητος,
με τη σκιά του χαλασμού στα μάτια,
μπροστά μου χόρευες γυμνός
τις νύχτες της πανσέληνου.
Την έβδομη νύχτα του Έρωτα
του γιασεμιού το άρωμα το ντύθηκα,
τη μοναξιά την τσάκισα στα δύο,
του Γενάρη ξερόκλαδο ριγμένο στο δρόμο.
Μόνο τ' αστέρι κράτησα,
δάκρυ χρυσό,
ανάμεσα στα μάτια.