Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεντζίκης Νίκος Γαβριήλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεντζίκης Νίκος Γαβριήλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Ανάμνηση



Ανάμνηση ενός ανθρώπου
στιγμές που σβήσαν με την ευκολία του σχηματισμού τους
δεσμώτες στον κύκλο των περιστατικών.
Ποτέ δεν ενεργούμε περισσότερο ώστε να σταματάμε,
λίγο μπορεί να καταλαγιάζουμε τη δράση μας
απορία για την κατασκευή.
Θάλασσα πέφτει σε κύματα η σταθερότητα
πόση αγωνία ώστε να μας σκεπάσει η διάρκεια
ξεχνούμε την ατομική ονομασία της
κλονισμός της συνέχειας της ζωής
εντυπωμένες ποιότητες της ύλης αναφέρω,
νερά αγαπημένα όραμα της θάλασσας,
αγκαλιά ποταμού μαξιλάρι της λίμνης
δέντρο της βλάστησης, πλάτανος, πράσινο
διάπλαση της γης στα μύχια.
Ουρανού προστασία φωτισμός της Σελήνης
άνεμος που τον διψά η αναπνοή
γνώριμο πλοίο με ξύλα προσάρμοσαν
σώμα ανθρώπου ράχη και πρόσωπο.

Χρωματιστές κορδέλλες που πλέκονται στα μαλλιά
πράσινο και καφετί, μαβί και κίτρινο
πηγή προσκυνήματος, προσευχή στην εικόνα.

Πετάει; Πετάει;



Στο μπράτσο της εύσωμης μάνας
έβοσκε το δάχτυλο του τυφλού παιδιού
πεντάμορφη περνούσε στην παραλία
γεμάτη πόθο υπάρξεως μορφή
πηγαίνει το παιδί να πλύνει τα μάτια του
μια πόλη στα σκούρα στίγματα στο μωσαϊκό πλακάκι
χαρτογράφηση επακριβής τετρακοσίων χιλιάδων
ο κάθετος δρόμος από τις πλαγιές των λόφων
μόνο κατ' όνομα συνεχίζει προς τη θάλασσα
πέρ' απ' τα σπίτια στη διασταύρωση και το μανάβικο
άνεμος αγριεμένος το πρόσωπο του παππού
υπομονή τα γυαλιά της κόρης που ψένει καφέ
αχτένιστα παραθυρόφυλλα τζάμια με μπαλώματα
μ' ένα βουνό στο μέτωπο νύχτα χτυπά τη θύρα
κάγκελα παντού για τις κατοικίες εμπόδια
η μεγάλη αυτοκράτειρα αρνιέται ν' ανοίξει
ώρ' ακατάλληλη ρολά κατεβασμένα πόρτες μ' αμπάρα
δεν βρίσκεις πάπλωμα ν' αγοράσεις ή ρούχο
φυλάν οι πυροσβέστες αίμα να μη χυθεί
τη μάνα της η υδρορρόη βαρυπενθεί
δεν βλέπει πού πάει δεξιά ζερβά και κινδυνεύει
σκύβει στη σούπα της νεροποντής με τα πτώματα
«δεν μπορώ νάρθω», έλεγε, «πονάν στα χαλίκια τα πόδια μου»
με τους παράδες του ο εχτρός μάς κόβει την όρεξη
το ψωμί το ζυμαράκι ένα όμορφο παιδάκι
έσφαξ' ο χασάπης και γεμίσαν λαβωμένους
λαβωμένους πληγωμένους στην καρδιά πετυχημένους
γνώση των βασάνων της καρδιάς η καρδιολογία
ρομαντική οδός μ' αγριοτριανταφυλλιές η αορτή
τα στεφανιαία πλάτωμα με πλούσια σπίτια
τον κυνηγούσ' η φαντασία του κι' έτρεχε κωμικά
του Καραγκιόζη πρόγραμμα να γελά ο ντουνιάς
χτυπά η καμπάνα του σκολιού «εμπρός»
«εδώ σας παρακαλώ εγκαταστάθηκαν οι νεόνυμφοι;»
πόσα ακόμα έχει να πει ο δικηγόρος
ο γιατρός ή ο εφευρέτης αστροφυσικός;
δεξιά κι' αριστερά εμπόδια «που πάμε;»
ήταν τόσ' όμορφη με την ελιά στο μάγουλο
«όχι δεν έχω παράπονα για το σύζυγό μου πως μ' απατά»
το τυφλό παιδί ονειρεύεται κήπους
πέρα στην άλλη άκρη βγαίνει ένα ζαρκάδι από το σπίτι
το σπίτι κόκκινο όχι αίμα μήτε φωτιά
σύννεφο αγάπης γεφυρώνει δύση κι' ανατολή
πίσ' από τον Χορτιάτη προβάλλει το φεγγάρι ολόγιομο
λιβάδι καταπράσινο πέρ' απ' το εμπόδιο των σπιτιών
βόσκοντας ρωτάει το δάχτυλο ποιο πετά
πετάει πετάει το πουλί πετάει το φεγγάρι
πετάν τα σπίτια και τα μαγαζιά κι' οι δρόμοι
η οικογένεια βρίσκεται στη συνέχεια
φέρνει το πουλί φέρνει το φεγγάρι τα μάτια στον τυφλό
τρώνε στο παραθαλάσσιο και παν με τη βάρκα περίπατο.

Αίσθημα



Δεν είναι ψέμα ο μύθος,

αρκεί να κοιμήσουμε το φίδι

προπατορικό εχτρό του ανθρώπου,

όσα επαγγέλλεται περί ουρανού.


Ανοίγω το παράθυρο κι' έρχεται,

δικό μου τ' αγαθό σύννεφο,

τ' ακαθόριστο κι' άπιαστο σχήμα του,

δεν επιτρέπει την παραμικρή αμφιβολία στα ζώα.


Το μοσχάρι με το δέρμα ξανθό,

ο σκύλος με τα υποταχτικά μάτια,

φυλάγουν όλη την άπειρη αλήθεια του,

γι' αυτό και λογαριάστηκαν Θεοί, κάποτε.


Τα πρωτοξύπνητα μάτια τ' ανθρώπου,

που αγκαλιάζει την ευφορία του σύννεφου,

η χωμάτινή του καρδιά γεμίζει

με τη χαρούμενη ελπίδα της βροχής.

Διασταύρωση



Ηρωική κατοικία γεροντοκόρης
ένα καμίνι κρυμμένο δεξιά
λειτουργούσε για πετεινάρια
πριν οι νοικοκυραίοι απογίνουν στάχτη
ενώ τον σούβλιζαν έβαφε τα μαλλιά της
με τις παντούφλες στα πλακάκια τα κόκκινα
μάθαινε για τη θεραπεία των αρρώστων
εξασφαλίζοντας την ευτυχία της εκ των προτέρων
καθόταν στον μοναδικό του σπιτιού καναπέ
σε λίγο δεν υπήρχαν ούτε παράθυρα
κηδεύσανε το άρρωστο παιδί
γέμισε η αυλή θεάματα
οι φαγάνες δουλέψαν για την εκσκαφή
εθεμελιώθη κατοικία αποδημητικών
με χρυσό επλαισιώθη ο λαχανόκηπος
ηλεκτροφωτίστηκε το γεφύρι
δεν έχουν τόπο πια να κρύβονται τα ζευγάρια
πλήθυναν στον αργαλιό οι κόμποι του τάπητος
η κόρη της είν' ετοιμόγεννη
το δεύτερο παιδί αγόρι
«ουσιαστικά έχω πεθάνει», έλεγε,
«δεν ένιωσα ζωή παρά μαζί του»,
η δημοτική αρχή άφησε ανεπισκεύαστο
το ξύλινο κάγκελο της γέφυρας
τα παραπέτα με μπετόν
μπροστά στο σπίτι του ξένου
η ασφαλτοστρωμένη οδός διαγράφει καμπύλη
περνά η χήρα μάνα με το γιο της
σαστισμένη στο δαίδαλο μέσα των σοκακιών
διερωτάται μήπως ο άντρας της υπάρχει ακόμα
κάτω από το γεφύρι
ανάμεσα στις πέτρες του ξηροπόταμου
είναι ανήσυχη όταν βρέχει
μήπως πλημμυρίσουν αυλές και υπόγεια
της αγαθής γεροντικής σωφροσύνης.

Ακρόπολις



Γυψίνη ακρόπολις
πλησίον των τυφλών δασκαλοπαίδων
απομίμησις παρά τον αιγιαλό
απ' όπου ερχόνταν ο άνεμος
απογυμνωτικός των ρόλων ενός εκάστου
εκείνη που ήταν μεν γυναίκα αλλά και άντρας
έχει αποθάνει
ο Υψίζων με βόλβο φορτηγό
των δώδεκα τόνων
σώριασε απάνω της καυσόξυλα,
πίσω της η θάλασσα στεργιά
εδώ κτίζουν εκεί γκρεμίζουν
οι ψαράδες θεώνται από μακρυά
χάνει ο Μπέης το κρεμμυδένιο κεφάλι του
ξερριζωθήκαν από τον κήπο οι ντοματιές
πήραν τα μάτια το νεκροταφείο
τις κοπέλλες που κολυμπούσανε
τις μετέφερε στο γαλακτοπωλείο το ποτάμι
επρόκειτο εκεί να ενοικιάσουμε
ούτε ως δημοσία αρχή
ούτε ως ΞΑ
ούτε ως πλούσιο με ΙΧ στο γκαράζ
από τότε που τα οχήματα τάσερναν άλογα
παρά τον πλουτισμό της κουζίνας
με ηλεκτρικές συσκευές, ψυγείο, πλυντήριο,
ίδιος ο νοικοκύρης στο πρόσωπο του γιου
ώστε να μη φαντάζεται απολύτως τίποτα
για τον ωρολογά,
το φαρμακείο
ή το καθαριστήριο
για όσους πηδούσαν τα κάγκελα
ώστε να μιλήσουν την πεντάμορφη
για τον γέρο που καλόβλεπε τα παλληκάρια
από το κρεατάδικο
από τη φωλιά των κορακιών
όπου η μικρή Αλίκη ερωτευμένη
πήγε να τηλεφωνήσει
στο σπίτι που γκρέμισε
στον οδοντογιατρό πώχασε τους συγγενείς του
και κρατούσε ανωφέλευτα
στη χούφτα του το εκμαγείο της μασέλας
γυψίνη απομίμησις
αμενηνά κάρηνα
φαλακρή ακρόπολις.

Διδαχή




Ποιο είναι το αληθινό που μπορούμε πρόσωπο να δούμε της ζωής
ως αλήθεια ότι από μακριά θεωρεί ο ιδεαλιστής αγαπά
δεν ανέχεται να δει να τρώει μακαρόνια η Ρεγγίνα
θα τον βαλάντωνε η απογοήτευση αν πολέμαγε μαζί με τους σκλάβους
μεγάλο κατόρθωμα μέσα στη νύχτα του στόλου η πυρπόληση
η φήμη γεμίζει τον κόσμο με τ' όνομα του μπουρλοτιέρη
ο γλύπτης όμως της μορφής του δεν πηγαίνει από κοντά να τον γνωρίσει
για λόγους ιδιοσυγκρασίας ασθενικής δικαιολογημένα αποτραβιέσαι
στην έρημο πύργο μπορείς με των πεθαμένων τους ίσκιους να ζεις
η πυκνότητά των είναι ελάχιστη άντικρυ στην πραγματική παρουσία
θα χανόσουν μπροστά στην ισχυρότερη ύπαρξη με την ομορφιά
μόνος πειθαρχικός ανεβαίνεις την πρώτη βαθμίδα του τρομερού
οι άγγελοι πραγματικά είναι αντικείμενα που έχουν έδρα τους το αίμα.
όσοι νηστεύοντας βαδίσανε στην έρημο τούς είδαν
όχι εντελώς πάντοτε ελευθερωμένα απ' τον οργανισμό
η τομή των ιστών για την εσωτερική όραση είναι δύσκολη
με το υποχλωριώδες αντιδραστήριο καταστρέφεται κοντά στο κύτταρο και το πλάσμα
άξιες είναι για μελέτη όλες οι αντικειμενικότητες του υποκειμένου
περίλαμπρη η απεικόνιση στον τρούλο απ' το σπίτι που συγκεντρωνόμαστε όλοι
στα παιδιά διηγήθηκα έν' από τα θαύματα της Αγίας Γραφής
για να πιστέψουν είπα πως είναι μια από τις ατομικές περιπτώσεις
ουδέποτε το σύνολο αρνιέται οποιαδήποτε περίπτωση ατομική
ζωντανό σύνολο αρρώστων θεραπεύει η γιατρική
συλλογιέμαι λοιπόν ότι ετάχτηκα παιδαγωγός
πρέπει να εκφράσω το αιώνιο συνολικό πρόσωπο της ζωής
μαραμένο τριαντάφυλλο η μνήμη των αισθήσεων μέσα μου
μέθη γεμάτη νου αγκαλιάζει τους χαρακτήρες
κέντημα που στολίζει και πράμα που πιάνεται ξεχωριστό
μαντίλι γεμάτο απ' το πρόσωπο με τον καημό
με τα μαλλιά που χτενίζω τον μισό κόσμο που κλειούνε
μ' όλα τα κατάρτια κι άρμενα τα ταξίδια μαλλιά
των αισθηματικών κινήσεων έχω ποτιστεί τη θλίψη
ξέρω το ασύμπτωτο των δρόμων όπου επανερχόμαστε
την βαριεστημένη στειρότητα που διασπά υποκείμενο κι αντικείμενο
δεν μπορώ ως σκοπό να διδάξω της γνώσης τον έρωτα
η αγάπη που τον ήλιο και τ' άλλα τ' αστέρια κινεί
είναι μέσο, λειτουργία, μέθοδο για τον σκοπό της γνώσης
μ' όλες τις φαντασίες του ο καθένας πρέπει να πειθαρχεί
πειθαρχία στα πράγματα που εξακολουθούν πέρα από κάθε απόπειρα
πειθαρχία στον πλησίον που είναι ίδιος όπως εγώ
πειθαρχία στους νόμους για την προκοπή του συνόλου
πεθαίνω γνωρίζοντας κι ό,τι γνώρισα κληρονομώ
ακόμα να γνωρίσω θέλοντας γονατώ και κάνω υπακοή
αυτά είναι τα πόδια σου με τα καλίγια που φορούν
τα χέρια το κορμί το πρόσωπο και τα μαλλιά
στην κάθε περίπτωση που τυχαίνει να γνωρίσω
καμιά ιδέα αγαθού και καλού δεν θα επιτρέψω να τ' αρνηθεί
η αγάπη πρέπει και τα κόπρανα να με μάθει να τρώω του άλλου
η γνώση μέσα μου μπαρούτι βόλια μαχαίρι μίσος
για όσους περιορισμένα θέλουν τη ζωή με σακάτικο σώμα
φέρνω τα ατομικά αγαθά στην κοινότητα για όλους
ευρύνω τον ορίζοντα πέρα απ' τον ωκεανό
εκτείνω τη γη απ' τους ουρανούς πέρα
δίχως φόβο τη ζωή του ανθρώπου πέρ' απ' τον θάνατο

περιμένω


Περιμένω
ανθοτρυγώ δεν σαπίζω
από πίσω
μέριμνα των ελπίδων
αφίες εμέ κοντά
ν' αναχωρήσω να καθίσω.
Ευτυχισμένη
ράμφος αετού εμορφιά
φτερά
μέτωπο και τα μάτια,
ώρα της μνήμης
με πλοίο επιστρέφω
στο πέλαγος
στη ζωή.

Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο



Διαβαίνοντας το γεφύρι τον πιάσανε.
Ξιφούλκησε, μα τούρριξαν τρεις πιστολιές.
Ένας τον βαράει στο κεφάλι με το ρόπαλο.
Πήγαν σπίτι του κι άρπαξαν διαμαντικά κι έπιπλα.
Πήραν τη γυναίκα του στη φυλακή.
Έδιωξαν το πουλί απ' το κλουβί που κελαϊδούσε.
Στην κοντινή εκκλησία τον παράχωσαν.
Σαν ξημέρωσε ήρθαν και πάλι τον ξέθαψαν.
Δεμένο με σκοινί φέρναν γυμνό το πεθαμένο κορμί.
Κόσμος στους δρόμους φώναζε γιούχα.
Για τη φωτιά που θα το 'καιγε μάζευαν φρύγανα.
Δαυλό αναμμένο έφερε ένα νέο παιδί.
Τον κρέμασαν ανάποδα και γδαρμένο τον κομμάτιασαν.
Την ξεριζωμένη καρδιά την περάσαν στο ξίφος.
Ο μερακλής τη δάγκωνε ψημένη.
Μικρά παιδιά νομίζουμε τη ζωή παράδεισο,
γνωρίζοντας τον κόσμο βρισκόμαστε στην κόλαση.
Έντυσαν και παραγέμισαν το λείψανο,
για να δει την πρότερη όψη ο κόσμος ξανακόλλησαν
την πεσμένη μύτη με το 'να ρωθούνι φαγωμένο.
Αρλεκίνοι της ζωής π' ασωτεύετε κάθε αξία,
μην ειρωνεύεστε ό,τι δε γενήκατ' ακόμα.
Σκάβοντας, τα πονημένα της αδελφής λιανοδάκτυλα
ξέθαψαν έναν θώρακα ντυμένον με γκρίζο πουλόβερ
«αν είναι του σκοτωμένου μου» λέει «να το φυλάξω»,
Πάνω από εκατό σφαίρες παρτάλιασαν το κάθε κορμί.
Τους συγκέντρωσαν έξω από τα σπίτια,
σε χώμα φτηνό όπου κάνουν κεραμίδια,
προσχώσεις που κομματιάζονται από τενάγη
γεμάτες αγκάθια σκουριασμένους τενεκέδες
ψοφίμια, σκελετούς, ριχμένα σκουπίδια
κοντά στα εργοστάσια και τα σφαγεία.
Ένας που δοκίμασε να φύγει τελειώθηκε στα καλάμια.
Ίσαμε την πρώτη βροχή, όλος ο τόπος,
μπροστά στη θάλασσα, άντικρυ στα βουνά,
ήταν σπαρμένος πόδια, χέρια, ματωμένα κομμάτια.
Ένας κηπουρός φύλαξε στο εικονοστάσι ένα κρανίο,
κόκαλο κιτρινισμένο και λίγα μαλλιά.
Η μαυροφόρα ρίχνει λουλούδια στους τάφους.
«Ποιο έτυχε τάχα απάνω στον Κώστα·
δεν ξέρω τη σειρά του στον κοινό τάφο.»
Κρατώντας την ανθοδέσμη θάρρεψε πως τον αγκάλιαζε.
Σκότωσαν κι ένα νέο φοιτητή με τον αδελφό του.
Σκότωσαν και τον Κοσμά τον κάλφα στο κουρείο.
Σκότωσαν πενήντα στις δυο Ιουλίου.
Σαρανταέξι την πρώτη Μαρτίου στη Μίκρα.
Δίχως διαδικασία παίρνουν και εκτελούν,
απ' το συγκεντρωμένο πλήθος στις φυλακές
διαλέγουν τους πιστούς στην καλύτερη αύριο,
απ' τη μοναξιά των κελιών μαζεμένοι κοινώνησαν.
Μαζί μας ήταν κι ένας παπάς που σκοτώθηκε.
Πεθαίνοντας ο Κώστας σ' όλων το νου δικαιώθηκε.
Εκείνη που τον αγαπούσε σαν να παρηγοριέται.
Μέσα στη δικαιοσύνη τον βρίσκει σαν έννοια
«Όμως δε βρίσκω» λέει «το ζεστό του χέρι».
Δεν ξέρω τι να αποκριθώ στον καημό της στέρησης.
Της καθαρίζω το μέτωπο απ' το αίμα και τα χώματα,
«άσε τα παράπονα και κοίταξε να δουλέψεις» της λέω.
Έχω στο νου μου ότι δουλεύοντας ο άνθρωπος,
μπορεί να κάνει από ξύλο ένα χέρι τεχνητό,
να το εκθέσει στον κόσμο και να πάρει ζωή.
Μέσα στην απορία της η φτωχιά γυναίκα,
διατηρεί ένα κομμάτι που βρήκε δάκτυλο με το νύχι.
Κι ο σκοτωμένος τρομαχτικός για κάθε αίσθημα
το πρόσωπο δεμένο μ' επιδέσμους σα με φασκιές,
το κορμί όλο τρύπες, κουρέλια τα ρούχα,
έρχεται, κάθεται στον καναπέ όπως συνήθιζε.
Επιστρέφει στη γυναίκα του τα γράμματά της
βαμμένα απ' το αίμα πο 'χυσε η καρδιά του
λέει πως με τα χέρια δεμένα βάρεσε
κατακέφαλα το δυνάστη χαρούμενος,
χαρούμενη να 'ναι, μαύρα να μη ντυθεί.
Μα η Φτωχιά μην αντέχοντας σηκώνεται,
πέφτει απάνω στο νεκρό, που χάνεται,
με το θρήνο απ' όλες τις γενιές
όταν κηδεύουν της ομορφιάς του το κορύφωμα.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.