Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρακόπουλος Θοδωρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρακόπουλος Θοδωρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

"ΕΝΑ [αντισονέττο]"

Ξέρω πως την περιφρονείς αυτή την τέχνη. Δεν έχεις κι άδικο. Λέξεις, η μια μετά την άλλη, και στο τέλος μια ομοιοκαταληξία. Σπουδαίο πράμα… «Να προσέχεις», λένε οι φιλόλογοι, «τους δεκαπεντασύλλαβους, το μέλος
κι –όταν μπορείς– και τον ρυθμό». Μα τότε μένει η ποίηση απλά μια τεχνική… Γι’ αυτό σου λέω, Μικρή Αλεπού,
φέρε τον χρόνο και την διάθεση να γίνει μες στην κίνηση
εικόνα το γραπτό, να αποτυπωθεί σαν όραμα αλλού,

σε κάποιον τοίχο ή σκοτεινή αίθουσα… ίσως ακόμη μες
στο θερινό της επαρχίας, με τα ζευγάρια που αγκαλιά
κοιτάνε το πανί, και λεν «καλά, το έργο είναι μεγάλο».

Βέβαια, νά πως να το πω, δήθεν μου έλειψες προχτές
και σκάρωσα αυτό εδώ, για να σου δείξω μια
περίπτωση σονέτου! Ας πάω τώρα να κάνω κάτι άλλο.



Μικρού μήκους




Η πατρίδα μου είναι πτήση χαμηλού κόστους, ζει απομυζώντας ακτογραμμές σαν τα κατσίκια που βοσκάν τ' αλάτι σε ανθολογίες καρτ-ποστάλ. Τη σέρνει δάνειο οχηματαγωγό, λογής βαρούλκα σηκώνουν τα μέλη της, και σνάιπερ στις γωνίες καλύπτουν την πομπή. Την τραβάω μονόπλανα, την αναγνωρίζω από την όψη ομόλογου. Επένδυση με ορίζοντα, κι ανδρόγυνα τη διαπιστεύω, σεναριακά. Φορώ γυαλιά εποχής να καθρεφτίζεται σαν μου μιλά και την κερνώ λικέρ μαστίχα που της είχα κλεμμένο. Ανάβει Παπαστράτο και κοιτά, πάλι μέσα από το γυαλί μου, η μικρού μήκους πατρίδα μου, η βραβευμένη σε ξένα φεστιβάλ. 

Αγκίστρι



στον γ.τ.

Στην ελλάδα η στάθμη του αυτονόητου
Χαμηλώνει στο βάρος κάθε μέρας
(τι ωραίες οι θάλασσες)


Αυτόφωτος, σαν ψάρι της αβύσσου
Γυροφέρνει λέξεις βαρίδια
Μολύβι στο λαρύγγι του βάθους
Κάλυκας προσευχή ανεβαίνει
Από τον αναπνευστήρα
Μήνυμα ας φτάσει στον βυθό
κι ας το βαστά αγκίστρι

Μακέτα


Χτίζω το ποίημα κεραμίδι
Ορθώνονται οι ντουβάρια φράσεις
χύνονται των ρημάτων τα μπετά
Κι από γκαράζ το κάνω πυλωτή
Στο εργοτάξιο της γλώσσας
Eχω παραλάβει εργολαβία εν λευκώ
από τη Μούσα αε
Και μία μία
Δίνω τις λέξεις μου αντιπαροχή.

Δίπλα στο κύμα και με θέα κολώνες αγνώστου ταυτότητος
-αυθαίρετοι θα ήταν κι οι αρχαίοι-
Στήνω ταμπέλα τo πιo δικό μου
Από τα αυτοπαθή:
ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ.

Εθελοντής αιμοδότης



Η αγορά είναι διαμεσολάβηση
Μα η ποίηση τράπεζα αίματος
Με ανώνυμο δωρητή
Κι ο έπαινος αντίδωρο, αφού ο αναγνώστης
Ανατρέξει από το
DNA της γλώσσας
Τη λεπτή κόκκινη γραμμή
Πίσω δίνοντας υπογραφή στις λέξεις.

Φαγιούμ ΙΙ




στον Αντώνη Ψάλτη

«Έτσι τη μορφή του σπατάλησα φτηνά
σε σαββατιάτικους ιδρώτες- που στην
κυριακάτικη πρώτη καμπάνα

σηκώνονταν μετανοιωμένοι.
Στο παλιό φωτογραφείο, άλλαζε χέρια,
λειαίνονταν σε φευγαλέα χάδια,

με τις εντάσεις από κάδρα που τον όριζαν.
Εμένα όμως η τέχνη ποιας μαστόρικης ξυλόκαυσης
με χωρίς ζώνη ασφαλείας

μου τον εκτυπώνει πάντα στο ίδιο φώς
ακίνητο, ασάλευτο,
μετέωρο στις μεταπτώσεις των διαθέσεων».

επιφάνια


στάθηκε λοιπόν μπροστά
με το πνευμόνι του διαμπερές
κι ένα μπουκάλι χωρίς πώμα
ή μέσα μήνυμα


με την αμηχανία του ακάλεστου
στο κατώφλι κυριακάτικα
όταν όλες οι κάβες έχουν κλείσει


«ρε Πάνο» του είπα, «από το χώμα έρχεσαι και μου μυρίζεις
σαν όταν έσκαβες χωράφια˙ ο ίδιος˙ κόπιασε».


εκείνος δεν απάντησε- ούτε καν φαίνονταν
να έχει καταλάβει˙ με κοίταζε αργά στο στήθος
σαν να ψάχνει τους υπότιτλους
κι έβγαζε ένα μαντήλι συνέχεια κόκκινο
σκουπίζοντας την ευφυΐα στάλα στάλα από το μέτωπο.


Δεν ήτανε στην γλώσσα ο Πάνος.
Δεν «τό’χε» που λέν οι γλωσσοπλάστες.
Σε μια μαύρη φωτογραφία ήτανε, χωμένος στο παλιό του ρούχο.


σημ: αυτό το ποίημα βγήκε με αναμμένο το αλάρμ
μόλις προσπέρασα έναν που σου έμοιαζε ρε Πάνο
ακίνητος στο αεράκι του αμπελώνα
με το πουκάμισό του καπνισμένο
λογάριαζε την αριθμητική των πουλιών.

Τα όνειρα βλέπεις είναι σαν τα φίλμ της μηχανής:
παίρνουν φώς και καίγονται.

παλτό από τα σώματά τους


Είναι τα βλέμματά τους άδεια από νερά
όσο τις κλώθει η ροή ανάμεσα κι εντός
σπουδαία τις τοτινές σημασίες καίγοντας,
αγγίζοντας η μιά της άλλης την συνέχεια


με τη σκυτάλη ενός τηλέφωνου, ενός θάλαμου,
κάποιας ξεχασμένης χτένας. Ξαφνιασμένες
από την τόση οικειότητα, τα μάτια τους εξεταστικά
στα σώματα ψάχνουν τις ραφές ανάμεσα στα μέλη.


Ύφασμα από τόσα κουρέλια, «παντός καιρού».
Με την δακτυλήθρα φλόγα γύρω στα ημίφωτα
παλτό μανταρισμένο σε χρόνους ακριβούς,


πατρόν για τις χιλιάδες μέρες που θα’ρθούν.
Πέρνα αεράκι ανάμεσα στις παραμάνες, δρόσισε
τις σταγόνες που μόνες πίσω απ’ το παραπέτασμα

(Αυτό το δάχτυλο που τώρα...)

Αυτό το δάχτυλο που τώρα
Ακουμπά την άκρη του κοσμου
Στο δάχτυλό σου έχει
Έχει αγγίξει πριν
Κι άλλες άκρες
Που πάντα δείχναν πως
Ήταν αρχή
Μα πάντα κατ
Έληγαν να
Είναι το τέλος
Του κόσμου του
Η αρχή
Του ν’αμφιβάλλεις
Για όλους τους
Άλλους κόσμους

Ο επιστήμων



Πήγε τόσο πίσω στην Δημιουργία
Με το μικροσκόπιο
Που είδε έναν κύριο σε λευκή παραλλαγή
Να του χειρονομεί
«Δε θέλεις πιο λεπτομερή ανάλυση-
σταμάτα».

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.