Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαβούρης Σταύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαβούρης Σταύρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα: Ποιητική Συλλογή του Σταύρου Βαβούρη που το 1986 έλαβε το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης ( Ερμής)


Πανικόβλητο μου ποίημα,
αν δε γραφτείς είσαι στ' αρπάγια μου·
αν βγεις στο φως να διαδηλώσεις; Στα δικά του.
Είτε σε γράψω, είτε δε σε γράψω
ν' αγαπηθείς δεν πρόκειται.
Γράψου λοιπόν· τουλάχιστον εγώ
θα σε κατευοδώσω ίσαμε την πόρτα.

Πάντως κι αν ακόμα δε σε κατορθώσω
Πέθανε δίχως τύψεις.
Σ' έναν κόσμο τόσο πανικόβλητο
πού δε διαβάζει ποιήματα,
τ' είχε; -τίποτα μα τίποτα- να δώσει
ακόμα ένα ποίημα πανικόβλητο; [. . .]


***

Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα
Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα,
μάλλον δε με πάει· μ’ επιστρέφει.
Αγκυλωμένο τώρ’ ανηφορίζει
προς τις πηγές απ’ όπου κατηφόρισε έξαλλο.
Πάντως ανηφορίζει, πάντ’ ανηφορίζει.
Κάποτε κάπου ωστόσο ξάφνου απογειώνεται
και πια μαζί με τον αέρα κλαίει
στα κυπαρίσσια ανάμεσα
που σα μοιρολογίστρες
λυγίζουνε δεξιά ζερβά τις κορυφές τους
πάνω απ’ τους τάφους των νεκρών μου:
- Δε συνηγόρησες γι’ αυτούς – μου λέει
- Δεν τους έχεις εξηγήσει όπως έπρεπε.
Φόρεσες το δέρμα τους,
πήρες τα ονόματά τους.
αλλά τους πλαστογράφησες.
Δεν τους έχεις ζήσει,
μόνο τους υποδύθηκες.
Αίμα δεν τους μετάγγισες.
Να ενσαρκωθούν, και να ’ρθουνε στις δίκες τους
να φωνάξουν, να επιμείνουν
να βρουν παραδοχή. Δικαιοσύνη.
Δεν πάει, δε με πάει αυτό το ποίημα
μάλλον μ’ επιστρέφει.
Βαραίνει πάνω μου βαρύ κι ασήκωτο
μολύβι οκάδες με βουλιάζει μες στο χώμα
εκεί που τρέμουνε και τρίζουν
«θολές κι αξήγητες για πάντα
οι σκοτεινές μου ρίζες της κραυγής».

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα: Ποιητική Συλλογή του Σταύρου Βαβούρη που το 1986 έλαβε το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης ( Ερμής)

Πανικόβλητο μου ποίημα,
αν δε γραφτείς είσαι στ' αρπάγια μου·
αν βγεις στο φως να διαδηλώσεις; Στα δικά του.
Είτε σε γράψω, είτε δε σε γράψω
ν' αγαπηθείς δεν πρόκειται.
Γράψου λοιπόν· τουλάχιστον εγώ
θα σε κατευοδώσω ίσαμε την πόρτα.

Πάντως κι αν ακόμα δε σε κατορθώσω
Πέθανε δίχως τύψεις.
Σ' έναν κόσμο τόσο πανικόβλητο
πού δε διαβάζει ποιήματα,
τ' είχε; -τίποτα μα τίποτα- να δώσει
ακόμα ένα ποίημα πανικόβλητο; [. . .]


***


Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα
Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα,
μάλλον δε με πάει· μ’ επιστρέφει.
Αγκυλωμένο τώρ’ ανηφορίζει
προς τις πηγές απ’ όπου κατηφόρισε έξαλλο.
Πάντως ανηφορίζει, πάντ’ ανηφορίζει.
Κάποτε κάπου ωστόσο ξάφνου απογειώνεται
και πια μαζί με τον αέρα κλαίει
στα κυπαρίσσια ανάμεσα
που σα μοιρολογίστρες
λυγίζουνε δεξιά ζερβά τις κορυφές τους
πάνω απ’ τους τάφους των νεκρών μου:
- Δε συνηγόρησες γι’ αυτούς – μου λέει
- Δεν τους έχεις εξηγήσει όπως έπρεπε.
Φόρεσες το δέρμα τους,
πήρες τα ονόματά τους.
αλλά τους πλαστογράφησες.
Δεν τους έχεις ζήσει,
μόνο τους υποδύθηκες.
Αίμα δεν τους μετάγγισες.
Να ενσαρκωθούν, και να ’ρθουνε στις δίκες τους
να φωνάξουν, να επιμείνουν
να βρουν παραδοχή. Δικαιοσύνη.
Δεν πάει, δε με πάει αυτό το ποίημα
μάλλον μ’ επιστρέφει.
Βαραίνει πάνω μου βαρύ κι ασήκωτο
μολύβι οκάδες με βουλιάζει μες στο χώμα
εκεί που τρέμουνε και τρίζουν
«θολές κι αξήγητες για πάντα
οι σκοτεινές μου ρίζες της κραυγής».

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Φύσαγε / Σταύρος Βαβούρης

Φύσαγε 
κι έτρεμε στα φύλλα πανικός 
σαν αντί αέρας
έποντας να πλησιάζουν μες στο σούρουπο 
χιλιάδες φίδια κάτω από τα χόρτα.

Άκουσες τ΄ αυτοκίνητο 
και μου άπλωσες χωρίς μιλιά το χέρι 

Τι φέρνει αυτός ο άνεμος; 
Το φέρνει το Φθινόπωρο,  τι φέρνει; 


Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Γ΄, από την Ποιητική Συλλογή: Ορφέας κατερχόμενος (1971) του Σταύρου Βαβούρη

Όπως ανέβαινες, ανέβαινε μαζί σου
κι ένα απ' τα πανάκριβα στερνά μου ποιήματα.

Όσο πλησίαζες
γινόταν ευκρινέστερη η δομή του
Μπορούσα να το φανταστώ σχεδόν τελειωμένο
μπορούσα
να πάρω ένα μολύβι να το γράψω.
Η ανάπτυξή του αναστελλόταν μοναχά
απ' την παρεμβολή περαστικών τυχαίων.
Δεν έπρεπε να σταματήσεις μακριά
απ' το σημείο που 'στεκα,
δεν έπρεπε να στρίψεις ξαφνικά
σε μια απ' τις παρόδους της λεωφόρου που ανηφόριζες
—Θε μου— δεν έπρεπε έτσι να χαθείς
πριν προφτάσω να διαβάσω το πιο καίριο:

Ό,τι είχαν να προσθέσουνε τα μάτια σου.

Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Μπαλάντα για έναν άνθρωπο που πέθανε



Αυτός ο άνθρωπος πέθανε.
Είναι καιρός πολύ που λησμονήθηκε
και δεν απασχολεί τη σκέψη κανενός μας,
κανενός, τουλάχιστον
που δεν τον συνεπαίρνουνε ιδέες φανταστικές,
ποιητικές εικόνες κι εντυπώσεις.
Ό, τι κι αν ο ίδιος ισχυρίζεται
ό, τι κι αν λέτε τώρα σεις:
Πως τον εσυναντήσατε στο τάδε σινεμά
σχεδόν προχθές
στο φιλμ της περασμένης εβδομάδος
είναι γεγονός τετελεσμένο: Πέθανε.
Τον είδα, Κύριοι και Κυρίες, να τελειώνει
περπατώντας κατά μήκος της ασφάλτου να βουλιάζει
σαν σε βάλτο
χωρίς κανείς να το προσέξει.
Πάντως εγώ τον είδα να τελειώνει – πώς το λένε;–
να πεθαίνει
και θαύματα στις μέρες μας δεν γίνονται
δεν ανασταίνονται στις μέρες μας νεκροί,
ώστε δεν μπορώ να σας πιστέψω.
Ίσως κι εγώ να νόμισα
πως τον συνάντησα, πως μου ’δωσε το χέρι
πως ετούτο, πως εκείνο
αλλά θα πάθαμε παραίσθηση ασφαλώς
γιατί τελείωσε:
Αυτός ο άνθρωπος πέθανε.
Τώρα,
όσον αφορά σ’ αυτήν την ύπαρξη την εφιαλτική
που υφίσταται μαρτυρικά στη θέση του
που επιμένει να κινείται μες στα ρούχα του
και μέσα στο πετσί του ακόμα
θα ’ναι ένα τερατώδες άνθος ίσως
κι αν όχι άνθος
μια υπόσταση εξωφρενική τελείως
θα ’ναι ένας κάκτος ανθρωπόμορφος
που ’χει φυτρώσει μες απ’ τα χαλάσματα
κι ανθίζει μες στην ερημιά τερατωδώς,
που διεκδικεί τερατωδώς το φως και τ’ οξυγόνο μας
που ελίσσεται τερατωδώς
δίχως θέληση και πρόθεση κι αισθήματα
δίχως τίποτε τ’ ανθρώπινο
τυχαία, μηχανικά, τερατωδώς.
Έτσι είναι, Κύριοι και Κυρίες
σα μανδραγόρας θα ’χει αναπτυχθεί
γιατί;
Αυτός ο άνθρωπος πέθανε.
Το ’χουνε γράψει οι εφημερίδες
γραφτήκαν σχετικές νεκρολογίες,
ημέρες το αναγγέλαν τα νεκρώσιμα στους δρόμους:
«Τον λατρευτόν υιόν μας, θείον, αδελφόν
θανόντα ερήμην μας (προσέξατε; Ερήμην τους)
τον λατρευτόν μας συγγενή θανόντα εις την ξένην
τον λατρευτόν (το υπογραμμίζανε. Προσέξατε;)
εις το ναυάγιον της έκτης Δεκεμβρίου απολεσθέντα,
συνθλιβέντα μεταξύ ιδιωτικών οργανισμών
εταιρειών και δημοσίου δικαίου:
θανόντα, πάντως, θανόντα,
εθρηνήσαμεν, εκηδεύσαμεν
κι αύριον εις μνήμην του τελούμεν…»
Τ’ άλλα τι τα θέλουμε;
Ένα είναι γεγονός:
Ο Άνθρωπος αυτός πέθανε
ερήμην μας, ερήμην σας, ερήμην τους,
πάντως απωλέσθη πια για πάντα.
Πέθανε – Πέθανε πια.

Γραφόταν, δε γραφόταν, ξεγραφόταν



Γραφόταν, δε γραφόταν, ξεγραφόταν
πήγαινε να εξηγηθεί·
άλλοτε γινότανε δεκτό
άλλοτ’ ήταν απαράδεκτο απολύτως.
Ηλιοτρόπιο ανοιγόταν εύχαρι στο φως
πενθώντας έκλεινε σαν έδυε ο ήλιος.
Όπως κι αν ερχόντουσαν τα πράγματα
πράματα και θάματα
εντός, εκτός και επί τ’ αυτά
ρωτούσαν όποτε τους καύλωνε:

– Τι θέλει αυτό το ποίημα;
Πού πάει, πού σε πάει;
Μάλλον μαζί κατά διαβόλου.
Θα δούμε κατά τύχην στα «ψιλά»
του ημερήσιου τύπου
την τελευταία στάση σας.

Υποθετικοί λόγοι



Αγγελικό και μαύρο φως
Γ. Σεφέρης


Προς το παρόν
για ο, τιδήποτε άλλο, ούτε λόγος.
Εφ’ όσον –έστω– λίγα βήματα πιο πέρα
αν τολμήσεις
ο Αρριανός παραμονεύει ανύποπτος
κι αμέσως το συντακτικό μετά
με τους τεσσάρων –βασικά– ειδών υποθετικούς λόγους
που μάθαμε, αν δεν ξέραμε
ποιες και πόσες πιθανότητες «απόδοσης»
έχουν οι «υποθέσεις» τους.
Του «Πραγματικού» λόγου χάρη
που σ’ έσχατη ανάλυση είν’ άσκοπο να το προϋποθέτεις
γιατί σημειωτέον,
πως όσες υποθέσεις κι αν επισωρεύσεις
η απόδοση είναι το πραγματικό.
«Αν υπάρχουνε βωμοί, υπάρχουν και θεοί»
(Τότε, δηλαδή, γιατί να το υποθέσεις;
Μόνο που ’μπαινες συχνά στον πειρασμό να ρωτηθείς:
Υπάρχουν; Πού ’ναι τους λοιπόν;
Το αντίθετό του: το «Απραγματοποίητο»
έμενε και μένει απραγματοποίητο
παίζαμε με τις λέξεις και το λέγαμε
κι «αντίθετο προς την πραγματικότητα.»
Αλλά όπως και να το ’λεγες
ποιο θα ’ταν τ’ όφελος να επαναλαμβάνεις;
«Ει μη φως είχομεν…»
Φως είχομεν
και φως όμως δεν είδομεν ποτέ·
(εκτός από το «μαύρο»
ξέρετε· το μαύρο και μονάχα αυτό).
Η απόδοσή του οριστική δυνητική.
Πιθανόν δυνητική,
μα οριστική; Καθόλου.
Αόριστη απολύτως, τουναντίον:
«όμοιοι τοις τυφλοίς αν ήμεν»
(Στα πιο πολλά οι πιο πολλοί από μας
δεν είμαστε όμοιοι τοις τυφλοίς;
γιατί λοιπόν «αν ήμεν»).
Μετά το «Προσδοκώμενο».
Ε, από προσδοκίες, τίποτ’ άλλο.
Εξ άλλου αυτές
είτε με οριστική ενεστώτα στην απόδοση
είτε με μέλλοντα
έχουνε καταντήσει –αν δεν ήταν από πάντα–
μια διαπίστωση
που «επαναλαμβάνεται εις το διηνεκές»:
«Ην εγγύς έλθη θάνατος, ουδείς βούλεται θνήσκειν».
(Δηλαδή πεθαίνεις.
Θέλεις ή δε θέλεις – ποιος το θέλει; -
Πεθαίνεις τελικά).
Πρόκειται στην ουσία για το είδος
«της απλής σκέψης του λέγοντος»
που είναι απλή σκέψη του λέγοντος
είτε σπουδαία είτε ασήμαντη
σχήμα λόγου
προϋπόθεση του βρόντου
μ’ ευκτική δυνητική στην απόδοση.
Άντε τώρα, να ’βρεις προκοπή
πήγαινε πιο πέρα
κέρδισε λίγο χώρο –αν είναι δυνατό–
μ’ επιχειρήματα ευκτικής δυνητικής.
Προς το παρόν λοιπόν
για οτιδήποτε άλλο
ούτε λόγος πια.
Μαγκώσαμε στο κόμμα της υπόθεσης
του Απραγματοποίητου.
Ούτε στην απόδοσή του καν δεν προχωρήσαμε
που όσο και να ’ναι
ανοίγει κάποιες προοπτικές.
Εκεί και μείναμε.
Στο μαύρο –ξέρετε– στο μαύρο,
μονάχα σ’ αυτό.

Η γυναίκα που πουλούσε λαχεία



Εκείνη η ταπεινή πικρή γυναίκα
που περνούσε κάθε βράδυ κρατώντας
ένα κοντάρι με λαχεία απούλητα
ή μισοπουλημένα
ή έστω κι όλα πουλημένα σχεδόν

το βλέπω τώρα
πως ήτανε περισσότερο ένα μάθημα
μια επίπληξη αυστηρή,
μια προειδοποίηση απ’ τη Μοίρα
και διόλου μα διόλου
ένα πέρασμα τυχαίο
κάτω απ’ τ’ ανοιχτό
μ’ απόγνωση στους Έρωτες
παράθυρό μου.

Ερχόταν πράγματι βροχή·



Ερχόταν πράγματι βροχή·
ο αέρας είχε σταματήσει
κι ο ουρανός χαμήλωνε σταχτής.
Μα μ’ όλες τις πρώτες ψιχάλες
Δεν έβρεξε στο τέλος.

Τώρα μου γράφεις· «Είπα ότι θα βρέξει…»

Εν τούτοις –είμαι βέβαιος– δεν έβρεξε.
Αυτό ’ναι γεγονός.

Κι εκτός αυτού, κατά το βράδυ, αργότερα

άνοιξε τον ουρανό ο αέρας που ξανάρχισε
κι ίσαμε τις τρεις
κυλούσε σαν να σάρκαζε
ένα κατακίτρινο φαρμακερό φεγγάρι.

Μέσ' απ' τις αναμνήσεις μου



Μέσ' απ' τις αναμνήσεις μου προβάλλει
διακριτική μα εμφαντική
και τόσο επίμονη η μορφή του
γεμάτη τραγωδία κι έπαρση∙
επίμονη
και τώρα που δεν μπορεί πια να επιμένη
που δεν χτυπάει τραπέζια
που δεν γυρίζει και ξαναγυρίζει απελπισμένος κι έξαλλος
επιμένει τώρα περισσότερο
να είναι βασιλιάς στη μνήμη μας
επιμένει
τόσο βαρειά να πλημμυρίζη τις καρδιές μας.

Και τώρα πια που δεν φωνάζει
ξαναχυμάει σα θύελλα ανεπαίσθητα
μας ξεκουφαίνει η σιωπή π' άφησαν φεύγοντας
τ' απέραντα πελώρια μάτια του

μας αφανίζει η απορία
π' άφησαν φεύγοντας τα μάτια αυτά
που λησμονούσαμε όταν ολολύζανε παρόντα
και τώρα τόσο ανώφελα θυμόμαστε.


Από κει κάτω...



Από κει κάτω θάρθη
το σκοτεινό πουλί της συμφοράς∙
Θ ανέβη
σίγουρα ζυγιάζοντας τ' ατσάλινα φτερά του
για να ραμφίση με το ράμφος του τη νηνεμία αυτή.
Θάρθη και θα ξανάρθη, για να σκίση στα δυο τις ήσυχες ημέρες
που θάχω ξεπληρώσει μ' αίμα

Αλλά κι εγώ, θα είμαι ακονισμένος πια.
Θάχω ένα φίδι μες στα μάτια
για να δαγκώνη στην καρδιά το θάνατο
Θα έχω αυτή τη μυστική πληγή
που αιμορραγεί, χωρίς ποτέ να μ' εξαντλή,
να με τινάζη, πάντοτε σαν έλασμα απ' ατσάλι
σα λόγχη που ανασύρεται απ' τη θήκη της μ' οργή

Ναρθή λοιπόν, ναρθή ο γύπας τ' ουρανού
αν θέλη ακόμα το αίμα μου.
Μια του και μια μου ως το τέλος.
Ναρθή.
Εδώ 'μαι.


(Δύσκαμπτο ποίημα, δύστροπο...)



Δύσκαμπτο ποίημα, δύστροπο
Τσινάει: «δε γράφομαι,
δε γράφονται τα ποιήματα».
Εσύ επιμένεις φυσικά,
και κάπου βρίσκεις, τέλος, την αρχή του.
Πας να το ξετυλίξεις
μα μουλαρώνει ξάφνου στρίβεται
τυλίγεται, τυλίγεται
κουβάρι σκούρο μες στο στήθος σου
σου φράζει για καλά τον οισοφάγο.

Πάλι δηλαδή τα ίδια απ' την αρχή
κι έτσι εξαγριωμένος
το ξετυλίγεις άτσαλα∙
(πρέπει να τελειώνεις πια μαζί του, τι να κάνεις;)

Τότ' ακατάσχετο
γεμίζει νήματα το σπίτι
Νήματα, ποιήματα - κλωστές
τυλίγονται στα πόδια σου
στο στήθος στους λαγόνες
φτάνουν ανεπαίσθητες θηλιές
γύρω από το λαιμό σου
και τότε τι να κάνεις;
Πάλι το τυλίγεις, το τυλίγεις
– Σκασμένο, ποίημα αγκυλωμένο τι γυρεύεις;

Νερό; νεράκι του θεού;
Ντερλίκωσε, ρουπώσου –
Τ' αποποιείται δύστροπο – δε θέλει, δεν το θέλει
Αίμα θα θέλει υποψιάζομαι
κι έτσι χορτάτο κι εύκαμπτο
να βγει, να ξεχυθεί σα λογοδιάρροια στο χαρτί.

Δύσκαμπτο ποίημα
σαδιστικά στριμμένο τυλιγμένο με παιδεύει

Δεν το μπορώ, δεν το μπορώ
αυτό το τελευταίο μου ίσως ποίημα.

Σχόλια-παραπομπές σε δάνειους στίχους

1 Βλέπε το στίχο του Μάρκου Μέσκου:
Πού πάει, πού με πάει αυτός ο άνεμος;


Από τη συλλογή Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα (1985)


Για τη Μεσσαλίνα, ακολασία και άρνηση



Σε κάθε σιωπηλή πτυχή των ημερών μου
ελλόχευε ένα ποίημα∙
όχι απ' αυτά που γράφουν στο χαρτί
αλλά από 'κείνα πούναι διάχυτα στον άνεμο
ή που κυλούν με το αίμα μας στις φλέβες
και πούναι αυτό καθ' εαυτό το αίμα πιθανόν
μεθυσμένο από το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μας ακολασίας μουσικής.

Η κάθε νύχτα μού μιλούσε μ' ένα ποίημα
πούσπρωχνε και φούσκωνε τα τζάμια
σαν ιστία πλοίου επειγόμενου να φύγη
κι η κάμαρά μου τότε ναυαγούσε σε κυκλώνες
πυρετού και φαντασίας εξημμένης
απ' το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μια ακολασίας μουσικής.

Στα μπρούτζινα κορμιά των μονομάχων
στα διψασμένα μάτια των φρουρών
ελλόχευε παντού, με τόσο λυσσαλέα επιμονή
αυτό το διψασμένο κι αδηφάγο ποίημα
ώστε μ' άναψε και μ' έκαψε και μ' έκανε
ολόκληρη και μένα ένα ποίημα που αναπτύχθηκε
και τέλειωσε στο χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.


Η μπαλάντα της ακαριαίας κίνησης



Υπάρχουμε σε μια κίνηση.
Γι’ αυτήν υπήρξαμε
όσο κι αν είναι τρομερή
όσο κι αν μας οδηγεί στο μακελειό διαρκώς
αυτή καταξιώνει τη ζωή μας
και δίνει νόημα στις μέρες μας.
Υπάρχουμε σε μια κίνηση.
Αν την απαξιώσουμε, πεθαίνουμε.
Γινόμαστε φυτά
που τα κινεί ο αέρας πια τυχαίως
ώσπου ν’ ανέβει αυτή αγριεμένη, πάλι μες απ’ το βυθό μας
μες απ’ τις αντιστάσεις μας διαρρέοντας.
διεκδικώντας τον καιρό και τις ημέρες που ’χασε.
Υπάρχουμε σε μια κίνηση.
Κι αν δεν την κάνουμε,
ακόμα κι αν τη στραγγαλίσουμε
διαγράφεται μοιραία στη βούλησή μας
μεθάει τη φρόνησή μας
δίνοντας τον τόνο της στα χέρια μας.
Υπάρχει σαν υπονοούμενο εύγλωττο στα μάτια μας.
Έρχεται ακάθεκτη, δεν πάμε προς αυτήν,
μας πάει, δεν την πάμε.
Υπάρχει στο αίμα μας,
υπάρχει στην ψυχή μας,
δεν είναι δυνατόν να της διαφύγουμε.

Ένας ποιητής το 1960, Α΄



- Ο ποιητής έρχεται.
- Καλώς τονε· λοιπόν;
- Ο ποιητής φεύγει.
- Λοιπόν; Καλό ταξίδι.
- Του ποιητή οι νύχτες είναι δάσος
που μόλις μπαίνει κάτω από τα δέντρα του
το δάσος παραδόξως παίρνει πυρκαγιά.
- Να πάρει λουμινάλ να κοιμηθεί.
- Ο ποιητής καίγεται.
- Έπαιζε ανέκαθεν μ’ ευφλέκτους ύλας·
Λυπούμεθα, αλλά το ’ξερε:
Οι φίλοι του δεν ήταν πυροσβέστες.
Ο ποιητής πεθαίνει· πέθανε.
Λυπούμεθα· να νεκρολογηθεί.
Στείλτε στην κηδεία του λουλούδια φυσικά
κι ας τελειώνουμε·
οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους
αφού ο ποιητής πέθανε.
Εμείς ακόμα συνεχίζουμε:
Έχουμε φεστιβάλ ελληνικών ταινιών
έχουμε τον «καημό της ρωμιοσύνης»
την Κάλλας στην Επίδαυρο
την Ίλια που «Ποτέ την Κυριακή»
τον Κένεντι στα πρόθυρα.
Συνελόντι ειπείν
είμεθα
Α - πη - σχο - λη - μέ - νοι.

Ένας λόγος για την εγκαρτέρηση και τη φυγή



Ο ουρανός κοιτάζει, όπως συνήθως, σκοτεινός.
Μετέχει, δεν μετέχει;
Είναι κάτι που δεν θα καταλάβουμε ποτέ.
Όπως κάθε μέρα συννεφιάζει και ξανοίγει
κατά τις κυκλικές του διαθέσεις

μη ρωτήσεις.
Δεν υπάρχει ελπίς ν’ αποκριθεί
ή να κάνει απλώς, έστω, μια νύξη
να υποδείξει κάπως μια κατεύθυνση
να κάνει έν’ αόριστο σινιάλο.
Όχι,
τέτοια πιθανότης δεν υπάρχει.

Όσο για κάτω, εδώ
είναι μι’ άλλη ιστορία:
Πράγματα δυστυχώς καθορισμένα και σαφή:
Το ποτάμι, από τη μια μεριά φουσκώνει
ο αέρας απ’ την άλλη, μαίνεται:
«Θαρθείς, θαρθείς λοιπόν;»
ρωτάει με τα παράφορα τραγούδια του,
κι έτσι η τραγωδία
που μόνο αορίστως διεγράφετο
ιίθεται σαφώς:
Πρέπει να πάρεις, όπως πάντα
στην πιο ακατάλληλη στιγμή για σκέψη
μιαν απόφαση:

Θα μείνεις;
Θα πας;

Οι προτομές στο πάρκο, οι προσόψεις των κτιρίων
σ’ ατενίζουν θλιβερά:
Δηλαδή «αι γραπται παραδόσεις,
οι τύμβοι των αγωνιστών
αυτοί που υπέμειναν κι έπεσαν
“τοις (ε) κείνων ρήμασι πειθόμενοι”
τι θα γίνουν, θα τα πάρει το νερό;»
Είναι ανάγκη να υψωθούν καινούργια υδατοφράγματα.
Πρέπει λοιπόν να μείνεις.
Τ’ αγάλματα ατενίζουν σταθερά:
«Να μείνεις».

Ο αέρας όμως έχει ξεφρενιάσει·
σπρώχνει μέσα στο στήθος σου
έν’ αφηνιασμένο ιππικό
και λύσσαξε·
τυλίγει το κεφάλι σου βουερά
μ’ αλλόκοτους ρυθμούς
«κι απόψε, απόψε» τραγουδάει
«απόψε είν’ το τελευταίο δρομολόγιο·
θαρθείς;»

Οι αλλοτινοί φραγμοί να ’χουν σαπίσει,
το ποτάμι ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει αριστερά,
ο αέρας δεξιά
απάνω γρίφος ο ουρανός: αίνιγμα αιώνων
σύνολον: κυκεώνας
κι ανάμεσά του Εσύ
μ’ ένα κοπάδι αλόγων λυσσασμένων
που ήδη εκυριάρχησαν
ήδη καλπάζουν έξω από τα μάτια σου
σέρνουν και ξεσκίζουν με τα γκέμια τους τα χέρια σου·

θα φύγεις; Θα υπομείνεις;
Τα σπίτια που ατενίζουν θλιβερά
κι η κραυγή:

«Μα εγώ, δεν είμαι ακόμα προτομή
μη με βασανίζετε
δεν είμαι πέτρα εγώ».

Μονόλογος της Ηλέκτρας



Αιφνιδίως με γοήτευε η ιδέα
πως μπορούσα να εξωθήσω
πρόσωπα και πράγματα σαν λόγχη·
πως ήταν δυνατό να πάρω σχήμα λαιμητόμου
πάνω από ένοχους αυχένες,
ότι μπορούσα να υψωθώ
σαν κυπαρίσσι σκοτεινή,
σαν πεπρωμένο ανέφικτη.

Η ιδέα ότι μπορούσα να διασχίσω αδιάφορη
μ’ ένα σατανικό αδιόρατο χαμόγελο
πλήθη λυσσαλέα και μαινόμενα εναντίον μου
με διέλυε.
Με διαπερνούσε, με σπασμούς σχεδόν ηδονικούς, η σκέψη
πως μπορούσα
να βρεθώ στο τελευταίο σκαλοπάτι του ικριώματος
περιφρονητική
ενώ ένας όχλος θαμπωμένος
του κάκου θα περίμενε ως το τέλος
να ξεσπάσω σε λυγμούς.

Αιφνιδίως με γοήτευε
ναι, μ’ έκανε τρελή η ιδέα
πως ήταν δυνατό να πάρω μιαν απόχρωση
τεφρού αμετακλήτου
σκιάζοντας κι αφανίζοντας το φως του ήλιου
που τους είχε τόσο ανάψει και μεθύσει.

Η Κλυταιμνήστρα στην Αυλίδα



Η θάλασσα θα ’χει δεχτεί
να πάρει τα καράβια στο ταξίδι τους
έπειτα απ’ το θρίαμβο της πληρωμένης Νύχτας
και τη φρίκη της Αυγής.
Επευφημίες.
Αδιάντροπες αφυπνισμένες άγκυρες.
Το αίμα. Το δέος. Σιωπή.
Μετά θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες
κι ανέφικτη θα κατεβώ λίγα σκαλιά.
Βλέμμα οριζόντιο, λύπη οριζόντια.
Θα ’χω ανέβει στο τελευταίο δάκρυ,
το δάκρυ που πετρώνει,
και γίνεται
αυτό που λεν οι ανήξεροι: φαρμακερή καρδιά.
Οι ακόλουθοι δε θαν το δουν,
θα βουλιάζουνε τα μάτια τους στις τύψεις·
θα βουλιάζουνε στη λίμνη των στιγμών,
όπως σε κάθε πίκρα τους
στηρίζουν κάτω απ’ το θαμμένο τους πιγούνι την παλάμη
και με την εγκαρτέρηση νομίζουν πως θα στήσουνε
ό, τι ούτε ο θεός δεν μπόρεσε να φέρει δεξιά.
Έτσι, να εξευμενίσουνε τα βήματα της Μοίρας.
Μα το νόημα της ζωής μας δεν αλλάζει.
Το ύπουλο αυτό νόημα που προχωρεί
ατσάλινη στιγμή μες στους αιώνες,
και δεν το μαλακώνει ο πόνος μας
που διαφεύγει μες απ’ τις κινήσεις μας,
που τις προετοιμάζει,
το σκοτεινό αυτό νόημα
που προχωρεί ακατάλυτο, αδιάφθορο και ριγηλό
μες απ’ τις επικλήσεις μας κι από τις προσευχές μας
δε θαν το δουν.
Θα βουλιάζουν στην ελπίδα του καιρού.
Μα εγώ, πέρα απ’ αυτούς, χωρίς αυτούς
δεν θα ’μαι πια αχιβάδα στην τρεχάλα της συρμής του.
Στο ’να πλευρό μου πάντοτε η Φωτιά
μα στ’ άλλο η φρίκη μου βουβή
θα ’χουμε δει στο ματωμένο σου κεφάλι
τη λιμασμένη Μοίρα μου χορτάτη.
Δε θ’ απομένει πόνος πια.
δε θα ’ναι πια μελωδικό τραγούδι κύκνου που πεθαίνει
δε θα ’ναι πια κλυδωνισμός τραυματισμένης νύχτας
κάτω από ρομαντικό φεγγάρι.
Θα μένει
μόνο αυτό το τραγικό άρωμα,
η ανείπωτα πικρή εκείνη γεύση,
αυτή η στεγνή εντύπωση
που αν θες, την κάνεις σιδερένιο τραγούδι
–τσεκούρι, φωτιά–
Αν θες την κάνεις λόγχη
–τσεκούρι, φωτιά–
που λησμονιά
ή μνήμη μουσική δεν γίνεται μονάχα.
Κι εδώ, δεν θα ’ρθει η θάλασσα να παίξει
με τις γυμνές νεράιδες του κρυφού μου κήπου,
δεν θα ’ρθει η θάλασσα να βρει φεγγάρι,
δεν θα ’ρθει μπάτης πια.
Στα ματωμένα βότσαλα τα βράδια
η αγρύπνια μου θα τριγυρνάει
αγέλαστη και μοναχή στους μόλους
με τη φωνή του πυρετού
για τα περαστικά θαλασσινά πουλιά
που αμέριμνα θα ’ρθουν
να φέρουν άνοιξη στο χώμα
που το στοίχειωσε η θυσία σου.
Θα ’χω μια λύπη που θ’ αγγίζει τ’ άστρα,
ψηλή, και κατακόρυφη.
Δε θ’ απομένει πόνος πια.
Αυτοί, μετά καθώς θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες
θα βουλιάξουνε στη λήθη του καιρού.
Κι έπειτα
θα ’ρθουνε φαύλοι χρόνοι που θα πουν
ότι ήσουν τάχα ιέρεια στους Ταύρους,
θα ’ρθει να με λογχίσει η Ηλέκτρα.
Μ’ αν ήταν στο ’να μου πλευρό πάντα η φωτιά,
αυτό το μέτωπο
δεν ήταν πάντοτε φωλιά
πικρών πουλιών που δεν λαλούν,
δεν ήταν πάντοτε κυψέλη
για στείρες μέλισσες σιωπής και συμφοράς.
…Ότι σε πήραν σύννεφα,
ότι είσαι τάχα ιέρεια στους Ταύρους.
Καρδιά οριζόντια. Λύπη οριζόντια,
για πάντα.
Ευθεία γραμμή, ατέλειωτη, χωρίς υποτροπή
ως την καρδιά του Χρόνου.
Εγώ
που κράτησα στα χέρια μου
το ματωμένο σου κεφάλι
μονάχα εγώ
μπορώ να ξέρω την αλήθεια.

Μονόλογος μπροστά στα ριζικά μας


Ο χλωμός προπάππους μου του κάδρου
λεν οι συγγενείς πως πέθανε τρελός.
Ήταν γιατρός και γεωμέτρης.
Το μόνο που δεν μπόρεσε να κλείσει σε τετράγωνα
ήτανε το χάος της καρδιάς του·
το μόνο που δε γιάτρεψε:
η νοσταλγία μιας ανύπαρκτης χαράς.

Τέλος, παντρεύτηκε για ν’ αντιδράσει
κι έκανε και παιδιά.
Ούτε κι αυτά τον κάναν όμως πάλι να πιστέψει
πως ένα κι ένα κάνουν δύο.

Πέθανε νέος.
Τον τελευταίο του καιρό
κλεινότανε στο πιο βαθύ υπόγειο του σπιτιού.
Έλεγε λόγια τρελά
που απέλπιζαν για το μυαλό του τους δικούς του.

Λόγου χάριν, όταν του λέγανε να βγει
έλεγε
ότι η πνοή που ’φερνε η θάλασσα στον κήπο
τον ξερίζωνε,
παραπονιότανε
πως δεν ευρέθηκε σοφός
να κάνει το κορμί φτερό
και κούναγε μ’ αδυναμία το κεφάλι
όταν του τονίζανε πως έπρεπε να γίνει πιο δραστήριος
για τα παιδιά του.

Ο προπάππους μου δεν πέθανε τρελός.
Μόνο δεν έκανε καλά
να νομίζει πως θα ξαναγινόταν γεωμέτρης
κάνοντας γάμους και παιδιά
φυτεύοντας έτσι τα παράξενά του πεπρωμένα
στα μυαλά μας και στις μέρες μας.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.