Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λυμπέρη Κλεοπάτρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λυμπέρη Κλεοπάτρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Το μηδέν σε φωλιά /Κλεοπάτρα Λυμπέρη / εκδόσεις Γαβριηλίδης


 ΜΠΑΪΡΟΝ

μνήμη Πάτρικ Λη Φέρμορ

Ενάμιση αιώνα μετά
Ένας Εγγλέζος τζέντλεμαν
Έψαξε και βρήκε
Ένα ζευγάρι παπούτσια
Του Λόρδου Βύρωνα Στο Μεσολόγγι

Άμστερνταμ Κωνσταντινούπολη με τα πόδια
Επίσκεψη στα χαλάσματα της Ευρωπαϊκής ιστορίας
Παρελθόντα και επερχόμενα

Η ωδή στην ανατολή του Οράτιου
Ώστε έτσι λοιπόν κύριε ταγματάρχα
Και σπάει ο πάγος του Δούναβη
Οι αντίπαλοι χάνονται
Η ποίηση νίκησε

Μια απαγωγή για τις πατρίδες
Τσάμπα χωρίς λίτρα
Μια αδέσποτη βεντέτα στην Κρήτη
Ένα αυτοκίνητο σμπαράλια
Που τίναξαν με δυναμίτη
Στη Μάνη
Τα Μετέωρα πιασμένα στο δίχτυ
Οι Σαρακατσαναίοι χωρίς τέσσερα επί τέσσερα
Οι Γκραβαρίτες αρτιμελείς
Χωρίς ντουρβάδες

Κουράστηκε
Πήρε τις μπαγιάτικες
Λονδρέζικες εφημερίδες του
Και μετανάστευσε διά παντός
Ολομόναχος για την πατρίδα
Ο τελευταίος φιλέλληνας

**

ΠΕΡΙ ΕΥΦΩΝΙΑΣ


Λιθοξόος στα λόγια ο φιλόσοφος.
Έχει ξεχάσει: το σύμπαν τέμνεται οριζοντίως και καθέτως
από ιδέες που αναιρούν η μια την άλλη



Ο ποιητής καταλήγει σε συμπεράσματα:

Το επί ματαίω συχνά πυκνά τινάζεται
μπροστά στα μάτια μας σαν τίγρης της Βεγγάλης
− ή σαν μηχανάκι μ’ όλα τα γκάζια ερεβώδη −
εις μάτην έρχεται ξανάρχεται βοά βουίζει
τρυπάει το αυτί      όμως
αποσιωπάται η κάθε του κίνηση, η ορμή του
κρύπτεται υπό, λανθάνει, υποφώσκει
(να φέρνει χαλασμό θα έπρεπε - αντί γι’ αυτό
η ύπαρξη το διώχνει).

Ο ποιητής είναι ανθοπώλης  ( Ποιος αγοράζει;)

**


Δωμάτιο με θέα

Ο ποιητής κοιτάζεται στα πράγματα μέσα στο σπίτι· η φύση του σπιτιού ξέρει ν’ αλλάζει συνεχώς· πέφτουν καρέκλες και τσακίζονται, πηδάνε άλογα στις πολυθρόνες. Οι νύχτες βόσκουν στα πατώματα. (Αν τις ταΐσεις ποιήματα θα χορτάσουν;) Λάμπα μου φέξε, το σώμα κόβεται σε πολλές λέξεις, οι λέξεις βγάζουν τα ρούχα τους. (Τη νύχτα που πέθανε ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, ήρθε στον ύπνο μου και μου είπε: Τα ποιήματα είναι οι σκιές των δασών).




(Η όραση συνήθως αυταπατάται; O Mπόρχες νομίζω θα έλεγε: η όραση είναι βιβλιοθήκη· ομοίως κι αυτή περισυλλέγει το ένα το άλλο. Πολλές φορές γλιστράει και φεύγει χωρίς να βλέπει αυτό που συμβαίνει. Μια βιβλιοθήκη δεν είναι βοσκός αλλά δοχείο με φτερουγίσματα. Όμως το ζητούμενο, η σοφία, πάντα εχθρεύεται τα τοπία της σκόνης· ζει κρεμασμένη σε μια αιώρα που δεν περιμένει τον κουνιστή της αλλά την αδαμάντινη χαρά τού ουδέν οίδα.)


**

Όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου

Ποίημα, σε λίγο θα φύγεις, θα πάρεις
τους δρόμους σαν σκύλος
σαν ντάλια κομμένη – τι θα έχω τότε,
ποιος θα είμαι; σε τι κατοικίες θα πλαγιάζω
χωρίς φαΐ, χωρίς νερό, χωρίς κορμί;

Ποίημα, μου ρίχνεις τόσους σκοτωμένους
να με σκεπάσουν όλα τα υπαρκτά
και τα κατεβατά της ερήμου
όλοι οι άνεμοι, οι σχηματισμοί πτηνών και οι
φωλιές τους, οι θύελλες οι αισθηματικές τους.

Ποίημα, συ ο παρών, ο ενεδρεύων
σε κάμπους πίσω από μάτια και μυαλά,
σε όλα τα λόγια που με διώχνουν από τη
φωλιά, σε οράματα που φτύνουν στο στόμα μου
όπως οι σαμάνοι
μα και σε ουρλιαχτά των Άλπεων
(τόσο πολύ χιόνι μαζεύεται όταν λείπεις)

Ποίημα, ποιος είσαι; Ποιοι είμαστε όλοι οι
κρυμμένοι στον έναν αυτόν που τώρα μιλά;
Αν γίνεις ο ρυθμός, το σχήμα, το ρίγος
το στήθος των φτερωτών ζηλωτών των γλωσσών
σαν λαμπάδα του Πάσχα θ’ ανάψεις
σαν έρως του Ενός
−μνήσθητί μου, Ποίημα, όταν έρθεις εν τη
βασιλεία σου στο σπίτι του Κανενός.




(Μούσα συμπλήρωσε εσύ ό,τι χρειάζεται να συμπληρωθεί)



Το ωραίο είναι ατίθασο σαν ξίφος

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Κλεοπάτρα Λυμπέρη ( βιογραφικό σημείωμα)

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων. Γράφει ποίηση, πρόζα, δοκίμιο, κριτική και μεταφράζει από τα αγγλικά. Έχει εκδώσει τα βιβλία : Ο Μοτοσικλετιστής Θάνατος (Κάβειρος, 1990), Μικρή φιλαρμονική (Ίκαρος, 1993), Η πρωτοχρονιά του (Άγρα, 1997), Το ρήμα πεινάω (Άγρα, 2001), Η μουσική των σφαιρών (Άγρα, 2007), Γειτονιές της Χαλκίδας (Π. Εύβοια, 1989), Φλάουερ (Άγρα, 2003), Επταετές κοράσιον (Άγρα 2011), Tρεις συνομιλίες –η συνέντευξη του Allen Ginsberg στον Αllan Klark ( Printa, 2001), Θάνατοι για τις κυρίες και άλλες καταστροφές (Καστανιώτης, 2008), Έχει μεταφράσει Sylvia Plath, Ann Sexton, Νοrman Mailer, Αllen Ginsberg, Roman Kissiov, ποιητές της Βεγγάλης, Radomir Adrich, Danica Vukicevic, Becir Vukovic, Andrija Radulovic, James Sutherland-Smith, Αrmando Romero κ.α. Έχει κάνει σπουδές στη μουσική (Ελληνικό Ωδείο), τη ζωγραφική (Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών) και ελεύθερες σπουδές στη φιλοσοφία. Εργάστηκε
σαν κριτικός βιβλίου στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία. 

Η όραση συνήθως αυταπατάται




 ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ 

Η πολυθρόνα φαίνεται στα δυό της πόδια·
να φαίνομαι κι εγώ ειν’ υψηλός προορισμός·
όλοι με κοιτάζουν γιατί φαίνομαι·  να είμαι, άραγε,
πώς θα’ναι; ασαφές το ον στην ασάφεια πλέει·
χρειάζεται να ορίσω την ουσία μου
στο μπαλκονάκι της ύπαρξης να σταθώ
σαν πολυθρόνα να κάθομαι και να κοιτάζω.

Τι σκοτεινό συγκεχυμένο το σώμα μου·
πότε υπάρχει και πότε εξαφανίζεται·
αυτό ρωτάει, το ίδιο απαντάει.
Λέει ο φιλόσοφος: όταν κινείται προς τον άλλον η
σκιά μου, το φαινόμενο προηγείται ή έπεται;
Θα κοιτάζω συνέχεια, ώσπου η σκέψη
να με κλειδώσει έξω από το σπίτι μου.


O φιλόσοφος είναι κάποιος που ψάχνει να βρει
όσα οι άλλοι άφησαν σε άλλη θέση – ψάχνει μια πόρτα
να μπει στον εαυτό του.
(Αλλά ο εαυτός συνήθως αποσύρεται όταν τον
 κυνηγάνε)

Αν η Έμιλυ ήταν λιγότερο λυπημένη

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ 
                
             Είμαι ο Κανένας. Εσύ ποιος είσαι;
                 Είσαι κι εσύ ο Κανένας;
                           Εμιλυ Ντίκινσον


Ο ποιητής καλπάζω με ίππο τις σελίδες
πάνω στη χλόη της Έμιλυ – είμαι κι εγώ ο Κανένας;
Αχ Έμιλυ, πόσο απαλή η ματαιότητα
όταν σε σέρνει στον εαυτό σου.
Αλλά συνήθως ο κανένας είναι κάτι  - ίσως το
άλογο που κουβαλάει τον αναβάτη, ίσως το σύννεφο
στο πάνω μέρος του πίνακα
ή στήθος που ξαφνικά τρυπάει και πέφτεις
στο πιο βαθύ σου κέντρο.

Αν είμαι ο κανένας που δεν έγινα ο υπάρχων
αν είμαι ο ιππεύων που δεν έγινα ο
επόπτης στις αβύσσους, θα πει πως η λέξη αγαπώ
γέρασε μέσα μου πριν τη γεννήσω
(δηλαδή, πως δεν ξανάφτιαξα το σύμπαν)
γι’ αυτό και μένω στην κοιλιά του αλόγου μου
σαν περιττή αλογόμυγα.

Αν είμαι ο αγαπών ίσως να είμαι ο Κανένας
που η κάθε πράξη του έσωσε τις λέξεις.
Έτσι όμως η ποίηση μάλλον δεν ωφελείται
(πάνω σε τέτοιον ίππο ποιος ποιητής να καλπάσει;)
Γι αυτό ας συντρέχουν ο αναβάτης και ο ίππος
στ’ αγκάθια, στους γκρεμούς, στα φριχτά μονοπάτια
γι’ αυτό ας κουτσαίνει το άλογο
ώσπου ο ιππεύων να υποταχτεί
στην κακή μοίρα που τον έχρισε ποιητή

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Δωμάτιο με θέα


 ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

Ο ποιητής κοιτάζεται στα πράγματα μέσα στο σπίτι·
η φύση του σπιτιού ξέρει ν’ αλλάζει συνεχώς· πέφτουν
καρέκλες και τσακίζονται, πηδάνε άλογα στις πολυθρό-
νες. Οι νύχτες βόσκουν στα πατώματα. (Αν τις ταϊσεις
ποιήματα θα χορτάσουν;) Λάμπα μου φέξε, το σώμα
κόβεται σε πολλές λέξεις, οι λέξεις βγάζουν τα ρούχα
τους. (Τη νύχτα που πέθανε ο ποιητής Τάσος Δενέγρης,
ήρθε στον ύπνο μου και μου είπε : Τα ποιήματα είναι
οι σκιές των δασών).

(Η όραση συνήθως αυταπατάται; O Mπόρχες νομίζω θα
έλεγε: η όραση είναι βιβλιοθήκη· ομοίως κι αυτή περι-
συλλέγει το ένα το άλλο. Πολλές φορές γλιστράει και φεύ-
γει χωρίς να βλέπει αυτό που συμβαίνει. Μια βιβλιοθήκη
δεν είναι βοσκός αλλά δοχείο με φτερουγίσματα. Όμως το
ζητούμενο, η σοφία, πάντα εχθρεύεται τα τοπία της σκόνης·
ζει κρεμασμένη σε μια αιώρα που δεν περιμένει τον κουνι-

στή της αλλά την αδαμάντινη χαρά του ουδέν οίδα.)

Cercato ho sempre solitaria vita

                  ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ 

Πάντα έψαχνε  τη μοναχική ζωή ο
Πετράρχης· αλλά ποιος θα ορίσει τον κτήτορα
του αληθινού; Το να συνυπάρχεις με τους άλλους
μήπως είναι μια ευκαιρία να μάθεις ποιος είσαι;
Κάποιοι συναντιούνται για να πλήττουν
όλοι μαζί – θα απαντούσε ο Σοπενχάουερ.
(Ιδού μια φιλοσοφική εκδοχή που συναινεί
με τον προαναφερθέντα ποιητή.)
Το μόνο σίγουρο, φυσικά, ο θάνατος·
αλλά να ’ναι η φιλία ο αθάνατος κρίνος,
απ’ όπου η μυρωδιά των αιώνων αναδύεται
σαν την μπεσαμέλ της πιο καλής νοικοκυράς;
Λέω να μείνω σπίτι απόψε· ως η πλέον
αναρμόδια, θα εξετάσω τα παραπάνω ερωτήματα·
και ίσως στο τέλος απλώς αναφωνήσω:
δεν υπάρχει λωτός δίχως μίσχο.


Όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ 

Ποίημα, σε λίγο θα φύγεις, θα πάρεις
τους δρόμους σαν σκύλος
σαν ντάλια κομμένη - τι θα έχω τότε,
ποιός θα είμαι; σε τι κατοικίες θα πλαγιάζω
χωρίς φαϊ, χωρίς νερό, χωρίς κορμί;

Ποίημα, μου ρίχνεις τόσους σκοτωμένους
να με σκεπάσουν όλα τα υπαρκτά
και τα κατεβατά της ερήμου
όλοι οι άνεμοι, οι σχηματισμοί πτηνών και οι
φωλιές τους, οι θύελλες οι αισθηματικές τους.

Ποίημα, συ ο παρών, ο ενεδρεύων
σε κάμπους πίσω από μάτια και μυαλά,
σε όλα τα λόγια που με διώχνουν από τη
φωλιά, σε οράματα που φτύνουν στο στόμα μου
όπως οι σαμάνοι
μα και σε ουρλιαχτά των Άλπεων
(τόσο πολύ χιόνι μαζεύεται όταν λείπεις)

Ποίημα, ποιος είσαι; Ποιοι είμαστε όλοι οι
κρυμμένοι στον έναν αυτόν που τώρα μιλά;
Αν γίνεις ο ρυθμός, το σχήμα, το ρίγος
το στήθος των φτερωτών ζηλωτών των γλωσσών
   σαν λαμπάδα του Πάσχα θ’ ανάψεις
   σαν έρως του Ενός
   -μνήσθητί μου, Ποίημα, όταν έρθεις εν τη
βασιλεία σου στο σπίτι του Κανενός.











Mens agital melem

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ 

Πνεύμα ανακινεί τον υλικό σωρό,  γράφει ο
Βιργίλιος. Ο Βολταίρος συμφωνεί. Αλλά ο
έρως είναι μια αιωνιότητα έτσι κι αλλιώς, μέρος
ακανθώδες, σφαίρα πυρός από μόνος του,
κάθε εσπέρα χαμηλωμένο βλέφαρο χωρίς θέα.
Οι πλανήτες ταράζονται από τους εραστές
 – στο αγκάλιασμά τους, η αρμονία αναπηδά
στην αγχόνη·
όμως μ’ ένα φιλί, η λέξη άπειρο παρουσιάζεται,
γεμίζει άρωμα το μπουκαλάκι της ένωσης·
(ως γνωστόν, υπό κανονικές συνθήκες
δυό σώματα δεν χωράνε το ένα στο άλλο).
Κι άλλες πολλές αιωνιότητες φτιάχνει η φθαρτή
σάρκα – αυτό το παράδοξο ποιος θα μου
το εξηγήσει; 

Στην Κουζίνα

Η ύπαρξη στριγγλίζει πάλι
τι θα κάνω με τις λέξεις αρρωσταίνω
καθημερινά·
μ’ όλους τους νεκρούς μου
ωριμάζω υποδύομαι
μια εποχή
μια σχέση με τον εαυτό μου
(ο οποίος, στο τέλος θα βρεθεί
περίλυπος έως θανάτου
μέσα στην ακατοίκητη ιστορία).
Τι επιτέλους θα γίνει και
πώς
οι φράσεις μου δεν θα είναι πια
σαν αναχωρήσεις και
σαν λιποθυμίες.

Η ύπαρξή μου συντρίβεται
ως ύπαρξη δεν με ωφελεί
και πολύ αν κοιτάξω πιο δω στην
κουζίνα περνάνε κατσαρίδες μικρο-
σκοπικές λέξεις με τις σκόνες του χρόνου
πιο μικρές κι απ’ το άσκοπο
– ζωάκια προς καταστροφή
(εμπορεύματα οι λέξεις απροσδόκητα
περιστατικά
κωδωνοκρουσίες ή
κοριτσάκια που θα γεννήσω) ωστόσο
ο
εραστής μου η δόξα
παραφυλάει στα κρυφά στα τετριμμένα
λόγια, τα παραδοσιακά και τα λοιπά
σ’ αγαπώ, λέει
σαν ηχώ
(εννοεί, άσε με να φαντάζομαι ότι είσαι το
πιο τερατώδες, αυτό που
παγώνει κι αειθαλές μένει).

Στο μεταξύ, τα λαχανικά βράζουν
τα ζυμαρικά στενάζουν.
Σ’ ένα φέρετρο η νύχτα φέρνει πάλι
κατοίκους της αλλοδαπής.
Ώρα δώδεκα και μισή μαγειρεύω
τις επιδιώξεις
­–γράφω μια ιστορία ερωτική και οι
φράσεις θυμίζουν βαρύ ροχαλητό:
αγαπώ έναν άντρα με ουρά
κάθε άνοιξη στα λέπια του επάνω συντηρώ
τον πόθο τα καλοκαίρια εμφανίζεται
σαν χειμώνας.

Το Ενύπνιον του Ηλία Λάγιου

Του ονείρου αυτού το δώρο δεν υποφέρω.
Προφέρω
λέξεις να γίνουν τραγουδάκια
–κλαδάκια
του φωτός– να ’ρθούν για να δειπνήσω
στο δισκοπότηρο της γλώσσας να ξυπνήσω.

Σάρκα και αίμα η λαλιά· πού πήγαν; Εάν
ήδη, το Παν
μ’ έχει προδώσει κι έχω χάσει
τη σχάση
ενός πυρήνα που μου φώτιζε το στήθος
αχ πως θα ζήσω δίχως των λέξεων το ήθος;

Τι συμβαίνει; Μ’ έχουν τυλίξει οι αιώνες;
Κυκλώνες
στου ημερολογίου τη λήξη.
Θα εκπλήξει
τους φίλους η αναχώρησή μου; Σ’ ένα
σταθμό ο εαυτός μου ντύθηκε στην πένα

και με βαλίτσα, ορθός, το τρένο περιμένει.
Ποιός μένει
μέσα στο μαύρο μου κοστούμι;
Αν του μι-
λήσω θα μ’ ακούσει; Πρέπει να πάω μπρος
ή πίσω, στη ράχη ενός ωραίου Αλμπατρός

λυγμών; Κυλάει των αιώνων το φραγγέλιο
με γέλιο·
φριχτό μου φόρεσε στεφάνι
(παντεσπάνι
σιγής κρατώ – το γλύκισμα του απείρου).
Μέσα στη σάλα των ωρών κάνω μια πιρου-

έττα, ν’ ανάψει προσευχή (ωσάν καντήλι
στα χείλη
–ευχή μιανού που αγάπησα;)
στην πίσσα
της νυκτός μου (στην τόση στάχτη), η φωνή
απ’ των αιθέρων να γλιστρήσει το χωνί:

Δέσποινα τ’ ουρανού, στη γη ζητούσα
μια μούσα.
Μονάχα εκείνης είχα χρεία·
η λατρεία
σ’ αυτήν. Τώρα, σπλαχνίσου το παιδί σου
που –κοίτα– τρέμει στο σπιτάκι της αβύσσου

κι άκουσε το πικρό μουρμούρισμά μου.
Τ’ όνομά μου
Ηλίας – ένας ιππότης δίχως ξίφος.
(Το ύφος
γύρεψα ή στρείδι με λαμπρό μαργαριτάρι;)
Του Παραδείσου δεν ζουλεύω το χορτάρι.

Αχ δος μου στήθος πάλι, δος μου λόγια
σε υπόγεια
νερά να φτιάχνω μουζικούλες
–βαρκούλες
στα ρηχά· να ναυαγούνε. Zητιάνεψα το χάδι
σαν ψωμάκι. Του ελέους σου πλέξε το υφάδι.

(Έσκυψεν  η Κυρά. Το διαμαντένιο δάκρυ
στην άκρη
του Σύμπαντος εκύλησε. Το ακούω.
Υπακούω
σε ό,τι ευδόκησες –καλή– να του παραχωρήσω:
μέσα στο ποίημα αυτό, Υιό σου να τον χρίσω.

Κι έτσι γλυκά και με της ρίμας μου τις νύξεις
–μίξεις
από κρινάκια κι από αγκάθια–
η παθια-
σμένη του φωνή ν’ αναστηθεί στο στόμα
ωσάν του έαρος λαλιά σε δανεισμένο σώμα.)

Από το τρένο του Οκτώβρη κατεβαίνω.
Πεπρωμένο
ένα μπαλκόνι στην οδό Βεΐκου.
Η οικου-
μένη με κοιτά· και η αιώρα τ’ ουρανού
εδώ από κάτω: περιμένω καποιανού

αγγέλου το σινιάλο – να πηδήσω.
 
(Ηλίας-Ήλιος: στις δώδεκα θα δύσω)

η Λόγος γυναίκα

Από ένα σύμπαν που ράγισε πετάχτηκε η
γυναίκα. Από το πόδι του αντρός της
από τα δάκρυα του ποδιού του.
Τώρα πλέκει ερωτήματα:
Το άπειρο με περιέχει;

(Από το γόνατό του τρεφόμουν· από την
τρύπα αυτή του γαλαξία)

 Εγώ ειμί η Λόγος στη σαγήνη στο
 μέσα του καρπού αποσπα-
 σμένη
 επιστρέφω στην καταγωγή· εκεί
 με είχαν ονομάσει
                               η δοτικότητα
 Εγώ ειμί η φως πάνω απ’ τον φθαρτό μου
 πυθμένα έπλεα
 -έφευγαν τ’ άστρα τα σπίτια μου.

  
  (Κάτοικος είμαι του μηδενός
  για να κλέβω μάτια.)

                               
  Να φορέσω τον κλέφτη μάτι που με
  σύλησε. Αχ μάτι μάτι μου
  -κλέφτες ματιών είμαστε
  γι αυτό λυπημένοι.

 Σαν τις λαμπάδες των γέρων τρέμουν τα λο-
 τα λόγια μου, κεράκια μυστικά
 στου έρωτός μου την καρδιά.
 Εγώ ειμί η νυμφίος
 Χαίρεται εις το όνομα της
                                              δοτικότητας.


 Αλλά πιο κάτω στα πικρά λιβάδια
 αντηχεί  ο
 έρως των σωμάτων. Γι αυτό    
 θα το πω να μοιάζει μ’ εκείνο που έλεγε
 ο ποιητής και τ’ αγαπήσαμε –κάποτε:

 Έλα λοιπόν Παναγιώτη Πανά Παναγιώ- αχ
 έλα έλα. Στις αψίδες σου στέκομαι
 -ονειροβατώ-  Παναγιώτη φιλί μου Πα-
 των μυρίων  αναπνοών Πανα-
 γιώτη της μυρωδιάς     πούπουλο Πανα-
   γιώ-
   (φεγγαράκι τι λες πως μου χάρισες τον
   Παναγιώτη)  είσαι ο
   τρύγος της κάθε μέρας   στόμα που με μιλάς
   Πανα-
   σαν χαλίκι στην άβυσσο στην υπομονή
   Παναγιώτη ο αίγαγρος από αίματα να πιαστώ
   να χορεύω στο τρίχωμα του παν-
   τός       Παναγιώτη       αχ
   στο μάτι σου μη με φοράς
   αγάπη μου

   (Νύχτα στο βάραθρο των ουρανίων πηγών
   γευόμουν ένα κορμί από ροδάκινο.)


    Κλέβει την ομιλία ο άντρας
    η γυναίκα πεινάει σαρκοφάγος των ξένων ο-
    νείρων. Αλλά τώρα με διάλεξε το μήλο
    κυλά κατρακυλά
    κατέβηκε το πράγμα χαμηλά. Εδώ
    στο στόμα πιάνεται η αυγή
    ( η σιγή υπομένει)
    κι  απ’ τη μιλιά  μου
    γεννώ τα παιδιά μου
  
   (Λέει η γυναίκα: Στην πιο καλή μου βρύση πως
   στομώνω κι η σταγόνα του τίποτε γλιστρά.)
 

    Εγώ ειμί η Λόγος - προϋπήρξα
    αλαβάστρινο αυτί στην περισυλλογή. Τώρα
    τρέχουν τα σωθικά μου σα γατιά που σκού-
    ζουν τρέχουνε τα λογάκια μου σαν
    ποντικοί.
    (Ά -πει-ρο   ά-πει-ρο  τι εστί; )

     Μες τα νερά-φιλιά του μου’ παιρνε τη μιλιά ο
     Παναγιώτης, στο σπιτάκι της γλώσσας
     άδειαζα τη γλώσσα -να χορεύω να φεύγω
     να χορεύω να μένω
     (στο χορό σου θα γίνω χορευτής του
     απείρου;)

    Πάρε λοιπόν το πιο καλό μου μήλο :
    Ένας Παράδεισος σαν μαύρο γάλα
    κι η Κόλαση στρογγυλή.
    Δαγκώνεις δαγκώνω.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.