Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπάνιας Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπάνιας Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

ο ποιητής

Κρεμνά με επιμέλεια
Τα μέλη του επάνω σε καρφιά

Παραπαίει σ’ έναν λαβύρινθο
Με φρέατα και έναστρες φωνές
Αθόρυβα συνθλίβει κάτω από το πέλμα του
Κύτταρα γαλανά σαν την ελπίδα

Πάσχει από γενναιοδωρία και πλησμονή
Ταριχεύει τα πτώματα των ημερών του
Υπνοβατεί με τα πόδια των άλλων

Για ν’ ανέβει ψηλά
Φορά μια πανοπλία από κόκαλα που
Λάμπουν

Ανάμεσα γνώσης και αθωότητας
Απαξίωσης και πίστης
Κενού και απόγνωσης
Χτίζει κάθε πρωί τη γέφυρα της αγάπης του

Μοιράζεται την ηδονή και την ανάγκη
Με τέτοιαν ισομέρεια
Που το σωστό τους κράμα
Κάμουν το πεπρωμένο του

Με χέρια σκωληκόβρωτα
Περνάει στο κεφάλι του
Στεφάνια από ορίζοντες

Ασφυκτιά από τα μύχια αναβρυτήρια
Του Μαρτυρίου και της Χαράς

Από τα δέντρα όλα μοιάζει το πιο πολύ
Στο άφεγγο κυπαρίσσι

Οι ρίζες του φυτρώνουν ανάστροφα
Από τον ουρανό στο χώμα

Είναι πανδάκρυτος και ροϊκός

Σε στιγμές δύσκολης εκλογής
Εκπορνεύεται
Είναι πάντοτε ο ιστουργός του χάους
Είναι πάντοτε ο τοκογλύφος τ’ ουρανού

Ο καρποφόρος ποταμός αρχίζει από τη ματιά του

Τρυπιέται με την πέννα του
Αποσπά μια-μια τις λέξεις
Από το πλευρό του σαν παΐδια

Σαρώνει τα σαρίδια και την άμμο
Με της αναπνοής του τον κυκλώνα
Αναστυλώνει το φως
Με τις ομοβροντίες των πεποιθήσεών του.

Στον Τάκη Πατζώνη


Η ρίζα του χρόνου κι η ρίζα του πόνου
είναι μία στην περίπτωσή μου. Ο ένας
τόπος και ο άλλος τόπος, μέσα στον
χρόνο μου είναι πόνος. Ω, δεν μιλώ
για την ατομική μου θλίψη πια.
Ό,τι με δένει ακόμη με τον κόσμο
και με κάνει ν’ αποδέχομαι με φρόνηση
τη μοίρα μου, είναι η μοίρα του άλλου
καθρεφτισμένη στα υγρά, αργοκίνητα μάτια μου,
χωρίς τίποτε να μ’ εμπνέει και τίποτε
να μ’ απελπίζει, μεσολαβώ στη θλίψη
ή στη χαρά του κόσμου αυτού, δίχως
να είμαι υπερφίαλος, χαρούμενος, ή λυπημένος.
Βλέπω χωρίς παλμό, εγωισμό και ποίηση
τα ουράνια σώματα, τα σώματα των φίλων,
τ’ άστρα. Αφοσίωση – με ελάχιστη ίσως
και μακρινή ηδυπάθεια – κυβερνά τις μέρες μου τώρα
όχι δολεροί έρωτες.
Είμαι πάρα πολύ δοκιμασμένος για να προσέξω,
τη μοναδική περίπτωση μου του χρόνου και του πόνου.
Η ρίζα του χρόνου
και η ρίζα του πόνου
το ριζικό μου
δεν με ορίζει πια.

κάθετη πτώση

Ω, πως το στόμα αυτό σπαράζει σαν ψάρι
Πως το χέρι ήθελε να γίνει βέλος να τρυπήσει
Πως το πόδι ήθελε να κλειδωθεί σ' ένα άλλο πόδι
Κοιτάχτε το στόμα που έπηξε σαν κρούστα ψωμιού που ξεροψήθηκε
Το χέρι που τρέμει και κάνει παρέα με το πεινασμένο βλέμμα.
Βυθίζομαι σ' ένα πηγάδι.
Η πτώση μου είναι κάθετη
κάθετη κι εντούτοις ανεβαίνω διαρκώς στην επιφάνεια.
Βλέπω στο πρόσωπο μου το πρόσωπο ενός άλλου στον καθρέφτη.

Η επιστροφή του ασώτου


.

Βαρύς

Μ’ ένα κεφάλι σαν αυγό

Χωρίς μάτια χωρίς χαρακτηριστικά

Ξαναγυρίζεις

.

Πάνω στο σώμα έχουνε σβήσει

Χίλια άστρα

.

Άσπρος σα γύψος —πρεσβύτης περινούστατος —

Ο πατέρας σ’ αγκαλιάζει

Αυτός ουσιαστικά

Σ’ έδιωξε από το σπίτι

Ξαναγυρίζεις

Με την κίτρινη κολοκύνθη της ερήμου

Γεμάτη χλιαρό νερό

Δεμένη με σκοινί στο ραβδί  σου

Μακρύ σαν κηρύκειο

Γερτός απ’ τη γεωμετρία της πόλης

Που σηκώνεις στην πλάτη σου

Πρόσεξε σαν περάσεις το κατώφλι του σπιτιού

Θα βασιλεύει ένα χρώμα πράσινο βαθύ

Κι ο πατέρας διαρκώς θα σ’ αγκαλιάζει.

.

καλύτερα

Το πεπρωμένο μας ορμά
Κύμα παράλυτο και σκοτεινό
Ανοίγοντας ρήγματα στα
Κορμιά σαν βάρκες που βουλιάζουνε
Τινάζοντας εδώ και κει
Τις μέρες μας σε μελανούς αφρούς
Ανάβοντας φώτα εκεί που
Το σκοτάδι στέφεται βασιληάς.
Επισημάνετε με προσοχή την τύχη αυτού του εφήβου
Ελάτρεψε την πατρίδα του παράφορα σαν ερωμένη
Εκμίσθωσε το αίμα του στις αγορεύσεις των πολιτευτών
Εμέθυσε από λεφτεριά και μαύρες ζαρωμένες σταφίδες
Επρόσφερε δίπλα το σώμα του στους άλλους για προσάναμμα
Και τώρα περπατά με πόδια από τέφρα το πλάτος της γης.
Καλύτερα
Να ουρλιάζεις σα σκυλί με λύσσα το φεγγάρι
Να δέρνεσαι
Μ’ επιληψία στο χιόνι σαν άρκτος πολική
Καλύτερα
Να αδελφώνεσαι
Σε σκοτεινούς βυθούς με παγερά χταπόδια
Καλύτερα
Νασαι κουρέλι βουτηγμένο στο πετρέλαιο
Νασαι γροθιά σφιγμένη γόνατο με γάγγραινα
Να τρέφεσαι
Με τα εντόσθιά σου να τρως το συκώτι σου
Καλύτερα
Να δένεις
Τα οστά σου πίσω με σπάγγο και να τα σέρνεις
Παρά να βλέπεις τον Πάπα
Να δωρίζει ένα στέμμα στους φτωχούς
Ποντήφικες-Αράχνες
Να παρελαύνουν με δικτάτορες ρακένδυτες οι εποχές
Αρμάτων-Οράματα
Να διαιρείς τη δραχμή
Τόσο για νοίκι και τόσο για αγάπη
Να φιλάς μια σάρκα αγαπημένη κι έξαφνα ν’ ανοίγει η πόρτα
Να σβύνουν οι εξάψεις σου πιο γρήγορα κι από βεγγαλικά
Ν’ ανοίγουν οι λαχτάρες σου βαθειές κι ακένωτες σαν τις σπη-
λιές.

ηρωίνη

Τρυπάς την ήδη διάτρητη φλέβα
Με μια βελόνα συνήθως βρώμικη
(Το μάτι της βουλώνει κάποτε
Με μια σταγόνα αίμα) και όπως
Τραβιέται μέσα του το υγρό
Τα μάτια σου γλαρώνουνε
Τα νεύρα χαλαρώνουνε κι’ αυτά
Σαν καρχαρίες που κολυμπούνε στα ρηχά
Νοιώθεις ένα συντάραχο νοιώθεις
Ένα κύμα να σε ξεβράζει
Έναν κλυδωνισμό νοιώθεις να κρέμεσαι
Από μια χορδή μια πλημμύρα
Σου ξερριζώνει την καρδιά σ’ εξουθενώνει
Και πέφτεις απ’ τη μια παράκρουση στην άλλη:
Ο φονικός ορίζοντας πίνει την πάγκαλη μορφή του
Τα τόσο γλυκά μπράτσα του τώρα ανεδεύουν
[την αυγή/
Χαμογελά σαν ρόδο που μαραίνεται μα κλείνει
[πονηρία/
Πίσω απ’ την πόρτα της Σιωπής κλειδώθηκε
[με πάθος/
Ποίηση πλατειά χοάνη της αλίκτυπης ψυχής/
Ποίηση φωτεινέ λαβύρινθε του μίτου της ψυχής/
Μέγαιρα με δρεπανηφόρα δόντια και πικρά μαλλιά/
Θαλάσσιο κήτος που ποθείς να ζήσεις στη στεριά/
Μπλέκεσαι σε κουβάρια λέξεων εκδίκηση ζητάς/
(Ποιητές που μ’ επηρέασαν: ο Spender, ο Larbaud
ο Σολωμός ο Κάλβος)
Είναι υπεργλυκύτατος σαν ανθισμένος ύπνος/
Το κάστρο τρέχει με τα κανόνια του καταμεσίς/
[πελάου
Ο Κολόμβος στο δεύτερο ταξίδι του βρήκε
[το Πορτορίκο/
Παγώνια με κραυγαλέα χρώματα σφάζουν το μεσημέρι/
Αστυνομικά αυτοκίνητα με τα διαβολικά στρέπταιγλα
[φώτα/
Η Ελευθερία σβύνει με μια βαθειά εκπνοή όλους
[τους λυχνοστάτες/
Ξένα μίσθαρνα όργανα νέμονται για καλά
[την Ελλάδα/
Πτώματα λέξεων περιττών σαν πατημένα σκαθάρια/
Η εκκαθάριση τους είναι και αυτή ένας ηράκλειος
[άθλος/
Έρωτας εθελότυφλος διαπρύσιος και εθυμοτυπικός
Ανίκανος ν’ αναπροσαρμοστεί σε ανθρώπινες/
[αδήριτες ανάγκες
Ο Ρεμπώ και ο Βερλαίν
Πιασμένοι χέρι-χέρι
Σπρωγμένοι από τον άνεμο
Σαν λασπωμένα φύλλα…
Ο Πωλ Ρεμπώ κι’ ο Αρθούρ Βερλαίν
[πιασμένοι χέρι-χέρι
παράνομοι κι’ απόκληροι
[τραβούνε γι’ άλλα μέρη
Κυνηγημένοι απ’ τις αρχές λες κ’ έσπειραν πανώλη
Τα σπίτια των αστών βρωμούν λιβάνι και λυσόλη
(Σκιές πετούνε με μωλωπισμένα φτερά αγόρια
Γερασμένα πρόωρα προβάλλουν από των άστρων
Τα διάκενα απαγγέλοντας ρίμες μελαγχολικές ενώ
Μαδούνε τις προαιώνιες μαργαρίτες τα
Δύστυχα πέταλά τους ραίνουνε με χαμόγελα
Σωφροσύνης τα χώματα της δολοφονημένης γης
Η νύχτα φεύγει φορώντας κατάσαρκα μια
Μαύρη φυλλωσιά νάμα στα φρυμένα από
Το πάθος μέτωπα τύραννοι νανοκέφαλοι
Τρομοκρατούν το ναρκωμένο μας λαό τον
[λυκοδίωκτο…
Ο Αρθούρ Ρεμπώ κι’ ο Πωλ Βερλαίν
[με πλαστά διαβατήρια
Οφθαλμοπόρνοι κωμαστές τυρβάζουν στα ουρητήρια
Βυσσοδομούν και φωνασκούν
[σε ξένα κρατητήρια…
(Ένας άλικος φθόγγος ανοίγει το πυρακτωμένο
[στόμα του και καταπίνει τη μουσική οιμωγή
[του ανέμου…)
…Η ωραιολογία στην Ποίηση είναι όπως
[η στωμυλία στην Δημοσιογραφία…
Κύματα ελατήρια
Πηδηχτά σαν κατσίκια
Νεοσύλλεκτοι νεκροί κατά τετράδες
Με τον οξειδωμένον οβολό της πατρίδας τους
Κάτω από τη γλώσσα…
«Όλβια
Χώρα
Των
Ελλήνων
Εσύ
Οίκε του κάθε επουράνιου»
Τόπος Κρανίου
Κονάκι της στενοκεφαλιάς
Και κουλουμούντρι του κάθε
Συνταγματάρχη Τουρκοσπορίτη Καραβανά…
Το πέλαγος αφρόκοπο σαν πλούσιο περιβόλι
Βγάζει τις δύσοσμες αρβύλες
Τα βρώμικα άθλια περιπόδια
Και αμφιπλέκει με καλώδια
Τη μοίρα των Γραικών τις πύλες
Της Θεοτόκου τα εισόδια…
Μ’ έσθητες και με θυρεούς
Κουρσάτωρ ενός ανόητου λαού…
............Ανέβηκα την υπόλοιπη
Πλεχτή
Σκάλα
Του ύπνου
Πελιδνός
Ωσότου τέλος
Ξύπνησα
Και χαιρέτησα
Τον κόσμο αυτό με γδούπο
Σαν πέτρα που πέφτει στο πηγάδι…

Προσευχή

Κύριε
Αν υπάρχεις έστω και σα μόριο
Αν η πνοή σου δονεί τα έγκατα της γης
Αν πράγματι πετάς στους ουρανούς
Μείγμα γαλάζιου και λευκού
Αν η μεγαλοθυμία κι’ η προνοητικότητα
Παίρνουν το σχήμα της πτυχής του χιτώνα σου
Αν είσαι Επόπτης
Αν είσαι Προβλεπτής
Αν καιροφυλακτείς στου δέντρου τον φλοιό
Αν στη φτερούγα του πουλιού το πνεύμα σου
[εμφωλεύει
Στις λαδωμένες μηχανές στα πιεστήρια
Αν των ματιών σου οι βολβοί
Κυλούν πυρακτωμένοι απ’ άστρο σ’ άστρο
Κύριε
Συγχώρα με μα δεν μπορώ να πιστέψω σε σένα
Τι ζητάς Κύριε από μας
Άνθρωποι απλοί και προκατειλημμένοι
Ζούμε κάτω από το βάρος της απουσίας σου
Τρώγουμε τους ευλογημένους καρπούς σου
Με σώματα ετοιμόρροπα απ’ το μόχθο
Μα το φτενό φυτίλι της ψυχής μας
Κύριε
Δεν φαιδρύνει ποτέ τη φούρκα του προσώπου σου
Ενύσταξε η ψυχή μας
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μας
Ενύσταξε
Από την αργολογία
Από την αδολεσχία
Η καρδιά μας τρυπήθηκε
Με τα κέρατα της δυσειδαιμονίας
Με τις γυάλινες λαμπηδόνες της διαφθοράς
Η καρδιά μας
Τυρώθηκε σαν γάλα
Με την παταγώδη βλακεία σου
Κύριε Κύριε
Σβύσε τα πυρωμένα βέλη του πονηρού
Κατάπαυσε τα πολύηχα κύματα πια
Κατάστειλε την επανάσταση της σάρκας
Αν είναι πράγματι η ειδή σου
Κι’ απ’ τον παράδεισο ωραιότερη
Βοηθός και Αντιλήπτωρ
Ναι
Αλλά γιατί αυτή η Σιβηρία της Θλίψης
Τόσοι λαοί απεγνωσμένοι και αχθοφόροι
Τα τρισεκατομμύρια δάκρυα
Το αλάτι στις πληγές
Τα βρασμένα αυγά στις μασχάλες
Χωρίς ποτέ να μπει κανείς στον νυμφώνα
[της δόξας σου
Και πάντοτε σε κάθε βήμα να συναντούμε
Την πολικήν αρκούδα του κέρδους
Το γουρλωμένο μάτι του πλούτου
Τις κυνοθρασύτατες αρχές
Τους κόλαφους της εξουσίας στα μάγουλα
[των ταπεινών
Το ατσάλι των μεγιστάνων
Τις εξώσεις των φτωχών
Τις εξορίες των δικαίων
Τους διωγμούς των αθώων
Τους καλπασμούς του πολέμου
Τις αιματόβρεχτες αχτές
Το αίμα που καπνίζει στα πρόσωπα
Από χρόνους αμνημόνευτους
Τις ανεπούλωτες πληγές
Τα βρέφη με χείλη
Σαν αχτίδες σφαγμένα στις φασκιές
Ω
Παντοδυναμότατε
Φορές-φορές
Θαρρώ
Δεν είσαι τίποτα
Άλλο παρά ένα
Δαγκανιάρικο
Σκυλί…

JAZZ


Στον Σάκη Παπαδημητρίου

Όχι μικρά αιολικά ψιθυρίσματα
Μουσική δωματίου με μια σιωπή
Περιφερόμενη
Δείχνοντας με το δάχτυλο την ψυχή των πραγμάτων
Ούτε κλασσικές συμφωνίες
Με μια ανθρωπότητα πυκνή-πυκνή και ενωμένη
Σα μυρμηγκοφωλιά
Κι’ όλον τον κόσμο τούτο
Τόπο πολύ μικρό για τη χαρά
Παράθυρο ν’ αφήσεις το βλέμμα σου
Δεν υπάρχει
Δεν υπάρχει
Το βουνό της συμπόνοιας
Ο λάκκος της αλληλεγγύης
Το έλος της πίστης
Τα λέπια της Ελπίδας
Τα λύτρα της συνουσίας
Υπάρχουν κροταλίες άμμοι
Κροτίδες του Έρωτα
Ο Χριστός αυτοχειριάζεται
Ο Χρόνος ανοίγει διάπλατα τα διοράματά του
Πέφτει το κακοφορμισμένο σπειρί του μέλλοντος
Γκρεμίζεται το αμμοκονίαμα του γάμου
Πριν γίνει μοιχεία
Κομήτες δαγκάνουνε με λύσσα τις ουρές τους
Καμωμένες από σπίθες
Ο Γαλαξίας κουλουριάζεται σα φίδι στις κοιλιές
Χειροβομβίδες πετούν σαν χρυσαλίδες στα χέρια
Στρατιωτών
Ανακαλύπτεται καινούριο αλφάβητο
Δίχως να συνταιριάζεται σε λέξεις
Το ρ θα λείπει από τον Καίσαρα
Το κ θα λείπει από την Καισαριανή
Χρώματα θα τεντώνουν τις χορδές τους
Εκκωφαντικά
Ερμαφρόδιτος θα είναι ο άνθρωπος του μέλλοντος
Θ’ ανακλαδίζει ηδονικά τα μέλη του
Πετώντας στο διάστημα
Θα αγκαλιάζεται εναέρια με πουλιά
Θα πίνει τη μελαγχολία σαν καφέ
Χωρίς ζάχαρη
Ήχος θα τρίβεται στον ήχο σαν τσακμακόπετρα
Αρπάζοντας φωτιά
Ο καϋμός του θα μοιάζει σαν το βώδι
Που μουγκρίζει
Σα φρύδι που θα μεταναστεύει από το πρόσωπο
Κι’ η σάλπιγγα του Satchmo
Θα σύρει μια φωνή που θ’ αναιρεί
Ό,τι δημιουργήθηκε μέχρι την ώρα αυτή…

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ


Τα βυζιά αυτής της ζητιάνας
Πάλλονται σαν χορδές μέσ’ απ’ τα δάχτυλα
Του οργανοπαίχτη
Υπνοβατεί καθώς χιλιάδες χελιδόνια φτερουγίζουνε
Στις τσέπες του φορέματός της.
Ακούγεται ένας μουσικός ρόχθος.
Χύνεται μια οσμή από ιασμέλαιο.
Η ζητιάνα ξυπνά και χαϊδεύει τα χελιδόνια
Που ξελαρυγγιάζονται μέσα στις τσέπες της.
Οι γλώσσες των χελιδονιών τρέμουν
Σαν τις καμπάνες στα χέρια του κωδωνοκρούστη
Κουασιμόδου
Η ζητιάνα έχασε τη μιλιά της όταν ένας
Θηλυμανής πελάτης την πλησιάζει βουίζοντας,
Εκείνη γνέφει «ναι» με το κεφάλι.

Ιστός Αράχνης

Στα μάτια σου καθρεφτίζεται
Όλο το μελιχρό των χουρμαδιών της Φλώριδας
Όλο το χρυσοκίτρινο των πορτοκαλιών της Καλιφόρνιας.
Όλος ο φοβερός αφρός του Ατλαντικού
Είναι μάτια ευγενικά και διασταλμένα.
Σου δίνουν γλυκές προσταγές.
Σου λένε:
Κάθησε εδώ και βάλε με το νου σου το τετράγωνο της επιστήμης,
Τις αψίδες του θανάτου,
Τη ζωή που χυμάει σαν οχιά κάτω απ’ τη χλόη
Ό, τι δεν προκείται να γίνει,
Ό, τι έγινε και άφησε το καπνό του…

Όπως το αίνιγμα του κόσμου

Αυτή η μουσική
Είναι υγρή
Υγρή και κυματούσα
Πότε αιωρείται στο δωμάτιο
Σα βροχή από γυαλιστερές βελόνες
Χωρίς ν’ αγγίζει το δάπεδο
Και πότε ακούγεται σαν ρόγθος
Μια θάλασσας χωρίς όνομα
Χωρίς προέλευση, χωρίς καταγωγή
Μουσκεύει το μαξιλάρι
Διαποτίζει τα ρούχα που είναι
Κλεισμένα στην ντουλάπα
Αστράφτει σαν καθρέφτης ή σαν
Ξιφολόγχη που δεν τρυπά, δεν πληγώνει
Μόνο αφήνει ένα παράπονο
Ένα παράπονο αρχαϊκό
Όπως το αίνιγμα του κόσμου.

η μάγισσα

Το παιδί αιφνιδιάστηκε.
Σήκωσε το ξανθό κεφάλι του
Στο ταβάνι κ’ έκλεισε τα μάτια.
Ένας κρουνός από χρυσά νομίσματα
Πλημμύρισε το πάτωμα.

Από το ανοιχτό παράθυρο
Όρμησε η μάγισσα ουρλιάζοντας
Καβάλα στη μυθική της σκούπα.
Βάλθηκε να σκουπίζει τα νομίσματα
Τα σώριασε σε μια γωνιά
Θα σου πω ένα μυστικό λεει το παιδί.
Άλλος ο χρυσός άνθρωπος
Κι άλλος ο άνθρωπος με χρυσάφι.
Ο πρώτος μπορεί να έχει μια καλή καρδιά
Και ο δεύτερος μπορεί να έχει την τσέπη του γεμάτη
απ τα νομίσματα αυτά.

Κάτι έτριξε

Κάτι έτριξε μέσα στην κάμαρα μου
Δεν ήταν το καθοριστικό τρίξιμο των επίπλων
Ήταν ένα τρίξιμο ανεπαίσθητο σχεδόν
Όπως το θρόισμα που κάνει η γλαυκή θωριά σου
Με κοίταξες ορθός με κείνα τα πρασινωπά σου μάτια
Τα μάτια εξημερωμένου δράκου
Απλώσαμε τα χέρια και ένιώσα
Την ζεστασιά της σάρκας σου όπως παλιά
Και ένιώσα το πυρετό του σώματός μου
Να με πετάει σαν άχυρο
Σαν πούπουλο
Σαν ξερό φύλλο μες τους δρόμούς.
Ύστερα ανακάθισα.
Αυτό το μαρτύριο δεν τελειώνει…

δυο αγόρια

Τα δυό παιδιά φορούσαν μπλε εργατικές στολές.
Τα μάγουλά τους ροδαλά και άτριχα τα στήθια.
Μόνο τα χέρια τους είχαν σκληρύνει απ τη δουλειά.
Καθίσανε στο καφενείο ανάμεσα σε κρότους από πούλια.
Βλαστήμιες των χαρτοπαικτών και ιταμές παραγγελίες.
Χαμογελούσαν λίγο αδέξια αλλά τσιχαριτωμένα
( Σα να ζητουσνε συγγνώμη που ήταν τόσο όμορα τόσο διακριτικά)
Ανέβασαν ταυτόχρόνα στα χείλη τα ποτήρια με το νερό.
Στο γκαρσόνι φέρθηκαν ήπια κ’ ευγενικά.
Άναμεσα στο σαματά και τις φωνές ο χρόνος είχε σταματήσει.
Σηκώθηκαν να φύγουνε κ’ όπως τα ρούφηξε ή νύχτα
Τότε ευθύς αγκαλιαστήκανε και φιληθήκανε στο στόμα.

Ο ύπνος

Ο ύπνος σκίστηκε σαν χασές.
Ο ήχος ήταν αυτοκράτορας.
Στ’ αυτιά εισόρμησε ένας ωκεανός
Κι αποτραβήχτηκε συμπαρασύροντας
Κόκκαλα , πετροκάρβουνα, φύκια
Συρματοπλέγματα και σκοτωμένους.

Ένας αποθαμένος αναστήθηκε και έσφιξε
Στην αγκαλιά του μια γυναίκα…
Επιτέλους, είπε, είμαι νεκρός.
Ναι, επιτέλους είπε κείνη κι έδειξε με το χέρι της ένα φαράγγι
που πηλαλούσανε τσακάλια

Πέρασαν μέρες νύχτες χρόνια
Ο ύπνος σκίστηκε σαν χασές
Δεν ήταν μέρα δεν ήταν νύχτα,
Μόνο η προειδοποίηση μιας λάμψης.
Αύριο οι τομάτες θα γυαλίσουν
Σαν πρόσωπο μωρού παιδιού.
Αύριο ποίος ξέρει αν θα υπάρχω

τι άλλο;

Πίνω καφέ κι ανάβω τσιγάρο.
Λεω τι άλλο θέλει κανείς από την ζωή.
Βλέπω αυτό το νέο παίδι θέλει να αγκαλιάσει το κορίτσι του.
Έλειψαν πολλά πράγματα απ’ τη ζωή μου.
Τραβώ και άλλη ρουφηξιά.
Γέλια κελαρίζουν Σα ρυάκια
Το καφενείο είναι αποπνικτικό, σχεδόν.
Όμως γελοία κελαρίζουν σαν ρυάκια.
Ο σερβιτόρος κρατάει παραμάσκαλα το δίσκο του.
Χρυσίζει σαν ήλιος.
Όταν τελειώσει ή βάρδιά του θα παίξει πρέφα,
Θα διατάξει ένα γκαρσόνι να του φέρει ένα γλυκύ βραστό
Θα κάνει, ίσως έρωτα.
Ερώτα; με ποιόν; Δεν έχει να κάνει.
Θα κάνει έρωτα με όποιον.
Τι άλλο θέλει κανείς απ τη ζωή;

ο πλάστης

Η ευκολία να γραφεί ένα ποίημα
Η δυσκολία να γραφεί ένα ποίημα
Παίρνεις λίγο γαλάζιο και λίγο πράσινο για τα μάτια της
Λίγο λευκό και αφρώδες για τα χέρια της ή λίγο μελαχροινό
Προστρέχεις στην παρομοίωση
Η παρομοίωση είναι το ζωογόνο αίμα του ποιήματος
Ο καρπός στην κορφή του καρποφόρου δέντρου.
Παρομοιάζεις τους γλουτούς της με δίδύμα αλάβαστρα.
Το ποίημα – σώμα ανασταίνεται
Σε πιάνει απ το μανίκι ή το πέος καμιά φορά
Σου λεει μ’ έπλάσες είσαι ο Πλάστης μου
Τι θα με κάνεις τώρα;

Ο τυφλός

Ο τυφλός χαμογέλασε.
Η αφή ήταν ή πιο αγαπημένη του αίσθηση.
Στηρίχτηκε στο μπαστούνι του.
Σήκωσε το κεφάλι του πιο ψηλά απ τα κεφάλια
Των άλλών.
Διασταύρωσε το δρόμο σαν άλογο που περπατά στη θάλασσα.
Άκουγε αδιάφορος πλην όμως ευκρινώς
Και τον ελαχιστότερο θόρυβο. Κάθε φωνή ανθρώπου.
«Να δεις που θα την δείρει»
« Να δεις που δεν θα γυρίσει σπίτι του απόψε»
Το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί.
Ο σκύλος του έγλειψε τα δάχτυλα.
Στ’ όνειρό του είδε μια σελήνη σαν τουρλωτό βυζί,
Τρία κυπαρίσσια να του γνέφουν και μια
Μεγάλη λεωφόρο από κοκκινόχωμα που
Σήκωνε σκόνη και του έτσουζε τα μάτια…

τεχνολογίας θαύματα

Τι οχετοί, τι υπόνομοι, τι βόθροι
Ο βασιλιάς του παγωτού λερώθηκε και βγήκε
Μαύρος ήταν άγγελος μοντέρνος κάποτε
Με λευκή στολή του και το χαμόγελό του
Μολονότι παγωμένο ήταν αφοπλιστικό.
Τα λάδια χύθηκαν στη θάλασσα και κείνη
Αποτραβήχτηκε με την τιμή της λερωμένη
Τι οχετοί τι κώδωνες σκουριάς
Τι σκούρα σπέρματα
Τι βόθροι με βάθος αινιγματικό
Όπως ή Αποκάλυψη του Ιωάννου
Τα χρυσά σειρήτια του ναύαρχου
Βάφτηκαν καφετιά και πεθαίνει με γουρλωμένα μάτια
Μπουκωμένος θλίψη και περιττώματα.
Ιριδισμοί πετρελαίου
Μια παγία αυτοκρατορία πεθαίνει
Και γεννιέται ένα βασίλειο με δοθιήνες και κάκαδα.

Ποιο στόμα

Ποιο στόμα θα πει τη λέξη
Ποιο χέρι θα χαϊδέψει
Ποιο χέρι θα γονατίσει.
Η βασιλεία της συμφοράς βαραθρώθηκε
Το πράσινο πρόσωπο του διάβολου
Δεν ανθίζει από την άβυσσο.
Σαν χιόνι ή σαν αφρός
Τα λευκά πρόβατα βρυχώνται
Σαλπίζουν το χρυσάφι της Ανατολής
Όλα τα στόματα αναπέμπουν ευχές
Όλα τα χέρια χάνουν το πυρετό τους
Όλα τα πόδια γίνονται πυλώνες
Γέφυρες που ενώνουν χώμα με χώμα
Ένω από κάτω ψάλλουν
Τα διαυγή σγουρά γαλάζια κύματα.
Μια πινέζα κρατάει γερά
Όλα τα χαρτιά μαζί
Κι ας φτερουγίζουν…

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.