Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολοτούρου Σοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολοτούρου Σοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

Η Τρίτη Γενιά: Ποιητική Συλλογή της Σοφίας Κολοτούρου που έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης* το 2016


Η ΤΡΙΤΗ ΓΕΝΙΑ

Γενιές ολόκληρες εργάστηκαν για μένα
το δρόμο να φωτίσουν στις νευρώσεις,
μ’ ανείπωτα όλα τα χιλιοειπωμένα.
Οι πράξεις, που βαραίνουν στις κλειδώσεις,
οι πρόγονοι (αν και νεκροί) δια ζώσης
να μαρτυρούν απ’ την αρχή τα μυστικά -
στο τέλος πάλι ν’ απειλούν μην τους προδώσεις:
η τρίτη εμείς, φαρμακερή γενιά.
Γενιές που φύλαξαν στη μνήμη τους κλεισμένα
τα τραύματα και τις παλιές διαβρώσεις
σε μια αλυσίδα, με τα μέλη τους δεμένα
(τι βάσταξες και πόσα θα σηκώσεις,
πόσα άλλαξες και τι μπορείς να σώσεις; )
και δεν αντέχεις και φωνάζεις: “φτάνει πια ! '
Mα ο κλήρος έλαχε σε σένα να πληρώσεις -
στην τρίτη και φαρμακερή γενιά.
Γενιές που έληξαν, προδιαγεγραμμένα,
στων απογόνων της πικρίας της τόσης
που δεν θελήσανε παιδί να κάνουν ένα
(τον πόνο, ω αναγνώστη, να μην νιώσεις).
Την αλυσίδα δεν θα επιδιορθώσεις -
τη σπάζεις μόνο και φωνάζεις: “αρκετά ! '
Έτσι στο φως αναβαπτίζεται, της γνώσης
η τρίτη και φαρμακερή γενιά.
Πρίγκηπα, μου ‘χεις τάξει νέα γέννα
σαν καταγράψουμε μαζί τα κωδικά
παλαιά βιβλία, στο σεντούκι φυλαγμένα
η τρίτη εμείς, φαρμακερή γενιά.
18/6/2014

***
ΔΥΟ ΣΤΙΧΟΙ – ΠΡΟΣΕΥΧΗ

O,τι κι αν κάνω, ό,τι έκανα είναι λάθος,
κάθε προσπάθεια καταλήγει στο κενό.
Μετέωρη πάντα, σ’ έναν άγνωστο ουρανό
την μέσα άβυσσο, π’ ανοίγεται, φθονώ –
να την κατρακυλήσω ως το βάθος.
Ο,τι κι αν είπα ή έγραψα δεν μένει
μήτε κρυφό – ούτε δυο στίχοι-προσευχή.
Στο χώμα φεύγουν και κυλούν με τη βροχή
μες τον αέρα αντιλαλούνε, σαν κραυγή
και με διαλύει πάντα η Ειμαρμένη.
Ο,τι κι αν σκέφτηκα, κομμάτια έχει γίνει
που διασκορπίστηκαν σ’ εκτάσεις αχανείς
κι όσο κι αν ούρλιαξα δεν μ’ άκουσε κανείς
και συνεχίζω από τότε, ημιθανής
μόλις να σέρνομαι, απ’ το πάτωμα ως την κλίνη.
Ο,τι κι αν πόθησα, λαχτάρισα, του ανέμου
ύστατο σκόρπισμα στην τελευταία βραδιά.
Ο χρόνος τέλειωσε – σημάδι στην καρδιά.
Οι πόρτες έκλεισαν. Παρέδωσα κλειδιά
κι ας υποθέσουμε δεν έζησα ποτέ μου.
13/6/2012


*Εξ  ημισείας με τον Δημήτρη Αγγελή για το έργο του με τίτλο «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου», Εκδόσεις Πόλις,

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020

ΑΝΑΣΤΡΗ ΝΥΧΤΑ / Σοφία Κολοτούρου



Άστρο λαμπρό τούς οδηγεί – ποιος θα οδηγήσει εμένα;
Είν’ τόσο η νύχτα σκοτεινή για όποιον δεν έχει αστέρι
και νιώθει να σωριάζονται γύρω του πεθαμένα
όλα όσα έβλεπε πιο πριν κι άγγιζε με το χέρι.
Είν’ τόσο η νύχτα σκοτεινή – ποιος θα μου βρει έν’ αστέρι;


αναδημοσίευση από: https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/13407-new-christmas-poems

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Έρημη πόλη

Έρημη πόλη, δίχως ανθρώπους -
κανένας για να μοιραστείς τη μοναξιά.
Πήγα και γύρισα σε άλλους τόπους,
μα ήταν ολ’ απόκοσμα και μακρινά.

Μόν’ ο αγέρας, που άγρια σφυρίζει
κι ένα φεγγάρι, που πάντα παίζει κρυφτό.
Μια τιμωρία τώρα μόλις αρχίζει:
είναι γραμμένο να μένω εδώ.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΟ ATHENS CITY LINK, 2006


Χριστούγεννα. Διαβάζω για το ρεβεγιόν
ωραία, πολύχρωμα, lifestyle περιοδικά
κι οραματίζομαι μια γκαρνταρόμπα τέλεια.
Στο φως των χρυσαφένιων μου κεριών
παστώνομαι κρέμες, μυρωδικά
και μάσκες με γιαούρτια, μέλια.
Σκέφτομαι να διαλέξω κάποια δώρα
και ίσως στο βουνό να πάω για σκι.
Τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις…
Στο μεταξύ, στην ίδια χώρα
κάποιος ανάβει σπίρτα για να ζεσταθεί
κι άλλος δεν έχει για τις δόσεις
-εντούτοις, δεν μου καίγεται καρφί !
Το City Link με το Attica, σαν φάτνη
με περιμένουν να τα προσκυνήσω
κι αστέρι το the Mall με οδηγεί.
Αισθάνομαι σχεδόν γυναίκα-αράχνη,
μοιραία, όταν βγαίνω να ψωνίσω,
στου shopping therapy την προσταγή.
Από μακριά τα ινδάλματά μου ακουμπάω
στις πίστες τις μεγάλες που πηγαίνω,
κλείνοντας το τραπέζι από μηνός.
Παραμονή, ξοδεύω και μεθάω
κι αν δω κανέναν άστεγο, χαμένο
κάτι θα δώσω αν είναι χριστιανός.
-Χαρείτε, πάει ο χρόνος ο παλιός.

ΧΕΙΡΑΨΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ – ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΛΑΓΙΟ


Η μνήμη του είναι για άλλους,
για μένα ζωντανός
Πάνω απ’ την άβυσσο προτείνω χειραψία.
Ίσα που πρόλαβα λίγο να σε γνωρίσω,
αδόκητα πριν φύγεις, ξαφνικά.
Σκιές σκιών κι αν είμαστε, Ηλία
τα όσα δεν είπαμε θέλω να τα πενθήσω,
καθώς μου στέλνεις λόγια από μακριά.
Αν πίστευα στην ύπαρξη άλλου κόσμου,
θα ‘ταν πιο εύκολο, πιο ήπιο να θρηνώ.
Μα τώρα: μόνη πίστη η αθεΐα.
Σε όσα έγραψες μισά ο λογισμός μου
πάλι επανέρχεται, να βρει το μυστικό
νόημα θανάτου και ζωής, Ηλία.
Από τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης,
μου γνέφεις, στην παρέα ποιητών
που μνημονεύω κάθε μέρα· η απαγγελία
υψώνεται σαν δέηση και μου παίζεις
κρυφό σκοπό μ’ ένα πλανόδιο ακορντεόν-
σε συναντώ όπου πηγαίνω, Ηλία.
Νεκρός κι όμως κινείς τα νήματά μας.
Ιδού, ο θίασός σου οργανωμένος-
γράφουμε τώρα τα δικά σου ημιτελή.
Ο θάνατός σου δείχνει τα όριά μας.
Το φάσμα το μαγνητικό, που ενδεχομένως
γίνεται ενέργεια και κυκλοφορεί.

Ο Δαβίδ στη θεωρία του χάους

Το ντόμινο,
άρχισε με τους Πύργους
κι όλοι γνώριζαν:
η πεταλούδα, που πετάει
στο Τόκιο,
στο Ιράκ,
στην Παλαιστίνη
και στο Αφγανιστάν
φέρνει την καταιγίδα
στη Νέα Υόρκη.
Ποιός έριξε την πρώτη μπίλια;
Εγώ
ήμουν στη Γένοβα
στο Γκέτεμποργκ,
στο Σηάτλ,
και πέταξα
μια πέτρα, με σφεντόνα…

ο Εραστής Λόρδος Τσάτερλυ

Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ είναι μύθος.
Ακούστε, θα σας πω την ιστορία:
ο λόρδος, απ’ τον πόλεμο σακάτης∙
λαβώθηκε στην πλάτη και το στήθος
κι έμεινε μήνες στα νοσοκομεία.
Μα γύρισε στη Λαίδη -και κοντά της

σε νέα περνάει φάση το ζευγάρι.
Δεν εμποδίζει πια το σεξ η αναπηρία
-μα είναι ταμπού και δεν το συζητάει
κανείς, λες και του έρωτα η χάρη
σβήνει κι αυτή, με την ακινησία.
Μα ωστόσο, το μυαλό δεν σταματάει

ερωτικές να φτιάχνει παραστάσεις.
Κι υπάρχουνε ακόμα και χαπάκια
που οι Τσάτερλυ του σήμερα γνωρίζουν.
Σ’ εκείνες που βολεύονται τις στάσεις
μ’ αγγίγματα και χίλια δυο κολπάκια
την ηδονή στη σύντροφό τους τη χαρίζουν.

Αυτά μας είπε σαν ρωτήθηκε η Κυρία
(κι ήτανε ψέμα πως το Λόρδο απατούσε).
Καιρός να μάθει ο κόσμος την αλήθεια:
κάποιος με μια –κινητική- αναπηρία
τη σύζυγό του πια δεν θ’ αμελούσε
-κι ο Λώρενς είχε γράψει παραμύθια.

ΠΑΡΙΣΙ - ΝΕΑ ΟΡΛΕΑΝΗ - ΤΕΞΑΣ



Δεν έχουν λέει ψωμί. Ωστόσο παντεσπάνι
άφθονο υπάρχει. Δεν καταλαβαίνω.
Τους είπαμε πως έρχεται κυκλώνας.
Γιατί έμειναν στη Νέα Ορλεάνη;
Αμάξι αν δεν έχουν, κάποιο τρένο
σαφώς θα φεύγει  είναι κανόνας.

Αλήτες θα 'ταν, άστεγοι, που κλέβουν
και καίνε, όπως οι άλλοι στο Παρίσι.
Τους κόβω ύποπτους και για τρομοκρατία.
Κάθονται και δεν θέλουν να δουλεύουν,
διακινούν χαπάκια και χασίσι,
έχουνε άλλο χρώμα, άλλη θρησκεία.

Πώς έγινε και δείχνουν τόσο μίσος;
Μας σκότωσαν στους Πύργους, στο Μετρό,
στα ωραία θέρετρά μας στο Μπαλί,
στην Αίγυπτο, στην Ιορδανία. Ίσως
να φταίει πάνω απ' όλα ο Εξαποδώ.

ΜΑΥΡΟ ΣΚΟΤAΔΙ




Eίδαμε πια και στην οθόνη αυτή τη χώρα
ποιος τη γαμάει, πως εκρήγνυται το μίσος.
Μέχρι τα χτες, μισή ελπίδα είχαμε ίσως –
τώρα αμετάκλητα μας παίρνει η κατηφόρα.


Τώρα αμετάκλητα μας παίρνει η κατηφόρα
κι η Ελλάδα σπρώχνεται στο χείλος του Εμφυλίου.
Δεν θα επιζήσουμε. Σαν μια έκλειψη ηλίου
μας σκέπασε η Ιστορία, ανθρωποβόρα.


Μας σκέπασε η Ιστορία, ανθρωποβόρα
κι οι πιο αδύναμοι, σαν νεκροζώντανοι ήδη
έχουμε χάσει από χέρι το παιχνίδι.
Το φόβο μόνο μας απένειμε η Πανδώρα.


Το φόβο μόνο μας απένειμε η Πανδώρα.
σε λίγο πια θα ξαναγίνουμε Συρία –
και μας εμπαίζουν, δήθεν “κρίση κι ευκαιρία”,
δήθεν το μέλλον θα μας φέρει πλούσια δώρα.


Δήθεν το μέλλον θα μας φέρει πλούσια δώρα,
αν τώρα παίξουμε σε πρόγραμμα στημένο.
Σαν νεκροζώντανη, ελπίδα δεν προσμένω,
κοιτάζω μόνο στην οθόνη αυτή τη χώρα –


ν’ αποσυντίθεται διαρκώς… ώρα την ώρα…

ΔΥΟ ΣΤΙΧΟΙ – ΠΡΟΣΕΥΧΗ


O,τι κι αν κάνω, ό,τι έκανα είναι λάθος,
κάθε προσπάθεια καταλήγει στο κενό.
Μετέωρη πάντα, σ’ έναν άγνωστο ουρανό
την μέσα άβυσσο, π’ ανοίγεται, φθονώ –
να την κατρακυλήσω ως το βάθος.

Ο,τι κι αν είπα ή έγραψα δεν μένει
μήτε κρυφό – ούτε δυο στίχοι-προσευχή.
Στο χώμα φεύγουν και κυλούν με τη βροχή
μες τον αέρα αντιλαλούνε, σαν κραυγή
και με διαλύει πάντα η Ειμαρμένη.

Ο,τι κι αν σκέφτηκα, κομμάτια έχει γίνει
που διασκορπίστηκαν σ’ εκτάσεις αχανείς
κι όσο κι αν ούρλιαξα δεν μ’ άκουσε κανείς
και συνεχίζω από τότε, ημιθανής
μόλις να σέρνομαι, απ’ το πάτωμα ως την κλίνη.

Ο,τι κι αν πόθησα, λαχτάρισα, του ανέμου
ύστατο σκόρπισμα στην τελευταία βραδιά.
Ο χρόνος τέλειωσε – σημάδι στην καρδιά.
Οι πόρτες έκλεισαν. Παρέδωσα κλειδιά
κι ας υποθέσουμε δεν έζησα ποτέ μου.

ΘΕΑΤΡΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ

Τ’ όραμα της ζωής μου ένας τυφλός
το πρόβαλλε μπροστά στον προβολέα.
Στο τρίτο το κουδούνι ένας κουφός
με βιάση είχε σηκώσει την αυλαία.
Ο σκηνοθέτης, χρόνια ήταν τρελός
κι είχε προσλάβει αυτιστικό υποβολέα.

Στο έργο της ζωής μου ο ηθοποιός
παρουσιάζει αιφνίδιες παραλύσεις
κι οι ιστορίες δεν εκτυλίσσονται στο φως
-υπόγεια δράματα που δεν σηκώνουν λύσεις-
κι είναι μονότονος της θλίψης ο λυγμός
κι ένα βασανιστήριο οι αναμνήσεις.

Στα χρόνια της ζωής μου ο σκοπός
μια φέγγει και μια χάνεται μπροστά μου
σαν να ‘ναι στην ομίχλη του κρυφός
σαν μια μαρμαρυγή μες την καρδιά μου.
Φάρος που λάμπει – στο λιμάνι Κολοσσός-
και σβήνει, στα σκοτάδια τα βαθιά μου.

Καρυωτάκης-Πολυδούρη 2009

Γνωρίζω μια πολύ παράξενη ιστορία
- μα ίσως και να την έχω μόνο ονειρευτεί.
Όχι, δεν πέθανε, μου ‘παν, στη Σωτηρία
η Πολυδούρη, κάποιο Απρίλη, ένα πρωί.

Πρωτύτερα, ασφαλώς, δεν είχε αυτοκτονήσει
ο Καρυωτάκης, με μια σφαίρα στην καρδιά.
Εξοστρακίστηκε, όπως λεν, πριν τον χτυπήσει,
σε κάποιου δέντρου που ‘ταν δίπλα, τα κλαδιά.

Κι έπειτα, χάθηκαν τα ίχνη τους για χρόνια.
Θα ‘ναι σαράντα τώρα; Εξήντα; Εκατό;
Είπαν οι μύθοι πως θα ζήσουνε αιώνια,
μα θα το κρύβουν, θα ‘ναι απ’ όλους μυστικό.

Λένε, παντρεύτηκε στα σίγουρα η Μαρία
- κάποιον απ’ τους πολλούς, που είχε, θαυμαστές.
Τα πρώτα χρόνια, ήτανε όλο ευτυχία,
αλλά της λείπανε πολύ οι εραστές.

Έκαν’ ένα παιδί – δεν ξέρουνε -  ή δύο,
και ζει στου γάμου μια νοερή της φυλακή.
Τους στίχους θέλει ν’ απαγγέλει – το βιβλίο
δίπλα της το ΄χει, να θυμάται τον ποιητή.

Ο Καρυωτάκης, έχει πάει σε κάποια χώρα
του ονείρου – Πουέρτο Ρίκο, Κούβα, Αργεντινή,
Ουρουγουάη, Βραζιλία, που να ‘ναι τώρα;
Ή πάλι, επέστρεψε και στο έρμο του νησί.

Ανύπαντρος σαφώς – τι τα δεσμά του γάμου
περιφρονούσε, και γελούσε ειρωνικά.
Εκεί θα μάζευε κοχύλια, κόκκους άμμου,
θα φώναζε ύστερα ξανά στην ερημιά.

Επικοινώνησαν ποτέ μαζί; Ποιος ξέρει…
Ίσως και να ‘χαν βρει τον τρόπο, μυστικά
μηνύματα να στέλνουν, κάθε καλοκαίρι∙
σχέδια να καταστρώνουν, επιτελικά.

Είπαν: Αυτόν, τον καταδίωκε ένα πνεύμα
κι εκείνη, λογιζόταν γι’ άστατη καρδιά.
Τους είδαν κάποτε να ‘ναι κόντρα στο ρεύμα,
αλλά μαζί δεν κάναν, ούτε μια βραδιά.

Έτσι μου είπανε σ’ αυτό το παραμύθι,
- που μάλλον το ‘χω εξ ολοκλήρου ονειρευτεί:
Ότι η Μαρία καταπνίγει μες τα στήθη
κάθε κρυφήν επιθυμία, να ξεχαστεί.

Κι ο Καρυωτάκης; Όλο βρίσκεται στην άκρη
του βράχου, μόνος πάντα στο έρμο του νησί.
Τρέχει στα κύματα, ξανοίγεται στα μάκρη,
θαλασσοδέρνεται, μα δεν αυτοκτονεί.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΣΑΝΤΑΣ

Σας ζήτησα “ποιήματα της τσάντας” .
Γνωρίζατε: η απόλαυση ακριβή.
Ω φίλοι, εποχές της μασκαράτας
κι η ποίηση, η μόνη ανταμοιβή.


Με ποιήματα την τσάντα μου γεμίζω,
σας μνημονεύω όπου σταθώ κι όπου βρεθώ,
με δέκα στίχους σας μονάχα για να ελπίζω
σε τούτο το φαρμακωμένο τον καιρό.


Σε φύλλα Α4 εκτυπώνω
τα άδυτα, τα μύχια καθενός
και μόνη τ’ απαγγέλω, εκεί που μόνο
το σύνορό μου είν’ ο ουρανός.


Αν θέλετε να ζήσουμε για πάντα
με ποίηση γεμίστε μου την τσάντα.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.