Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαγουβάρδος Αριστομένης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαγουβάρδος Αριστομένης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Χρυσοφέγγαρη βραδιά / Λαγουβάρδος Αριστομένης


Χρυσοφέγγαρη απόψε η βραδιά
λεμονανθοί τα πάντα έχουν μαυλίσει'
στο σπίτι γύρω τ' ασπρα γιασεμιά,
τον μέγα κήπο έχουν στολίσει.
Ένας ήχος αργός , μόνο η βρύση
στάζει σιγά ένα δάκρυ απ ' τα παλιά'
στο δέντρο μια κανάρα έχει λαλήσει,
κι' είναι γλυκιά και φεγγαρόλουστη βραδιά.
Τους μύχιους πόθους να ξυπνήσει,
ήρθε μια αγάπη από μακριά!
Θυμάμαι τα παιχνίδια τα πολλά ,
θυμάμαι τα κλωνιά πούχαν λυγίσει'
κι΄ ακούγαν όσα λέγαμε οι σπίνοι ,
την λαμπρή , εδεμικιά νύχτα εκείνη !
Copyright(c) 2010 Aριστομένης Λαγουβάρδος

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Χριστουγεννιάτικο δέντρο / Λαγουβάρδος Αριστομένης

Μικρούλι μου τεχνητό έλατο!
Συντροφάκι των παιδικών μου χρόνων.
Ήταν κλεισμένο σ΄ ένα μεγάλο κουτί.
Σ΄ ένα άλλο τα στολίδια του.
Θυμάμαι ακόμα την χαρά και την αγωνία
να το στολίσω.
Έβαζα πάνω στα κλαδιά του, όλα τα στολίδια:
Γυάλινες μπάλες, κόκκινες, πορτοκαλί,
αστεράκια μικρά, καντηλάκια μικρά,
τολύπες χιονιού, σερπαντίνες κόκκινες, κίτρινες.
Αγγελούδια ολόλευκα, έλκηθρα,
και μια μικρή κουκουβάγια που είχα ζωγράφίσει
σε χαρτόνι και την είχα χρωματίσει...
Και πάνω στην κορυφή ένα μεγάλο χρυσαφί αστέρι.
Χιόνιζε θυμάμαι δυνατά.
Στο τζάκι σπιθοβολούσαν τα κούτσουρα.
Παγωμένος αέρας ερχόταν από την γειτονιά
της Μελτινής, και γαύγιζε ένας σκύλος.
Χιονιά δυνατό, έκανε και αυτή την χρονιά.
Παγωνιά, λευκά τα πάντα.
Είδα την πορτοκαλιά του κήπου μου χιονισμένη!
Τις πορτοκαλί μπάλες του Χριστουγεννιάτικου
δέντρου των παιδικών μου χρόνων, μου έφεραν στο
νού τα μυρωδάτα εύγευστα πορτοκάλια.
Αστεράκια δεν είχα. Κοίταξα τον ουρανό, ήταν γεμάτος.
Ο αγέρας ήταν μυρωμένος, παγωμένος, πεντακάθαρος.
Σ΄ ένα γυμνό κλαδί της βερυκοκιάς του γείτονα,
είδα μια κουκουβάγια να με κοιτάζει περίεργα, επίμονα.
Γύρισε το κεφαλάκι της τρείς φορές και με κοίταξε.
Ύστερα ξαφνικά φτεροκόπησε .
Χάϊδεψα απαλά ένα πορτοκάλι, που είχε λίγο χιόνι πάνω.
Έστιψα το χιόνι με τα δάχτυλα.
Έγινε νερό λιωμένο, παγωμένο.
Θαμπώσαν τα μάτια μου, γιατί ήταν βουρκωμένα.
Και οι νιφάδες του χιονιού, συνέχιζαν να πέφτουν
στροβιλίζοντας σαν μπαλαρίνες, στίς στέγες των
σπιτιών, στους δρόμους, στους κήπους, στα χωράφια.
Ποιητική Συλλογή ΄΄Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι ΄΄
Αριστομένης Λαγουβάρδος

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2024

Στο ερειπωμένο σπίτι… / Αριστομένης Λαγουβάρδος

 

Στο ερειπωμένο σπίτι, δεν ήταν κανείς,
Ήταν η λαμπράδα του φεγγαριού πάνω σε κάτι
τρύπια ρουχα.
Και πάνω στα ρούχα ήταν ξαπλωμένη
μια κάτασπρη γάτα.
Πάρα πολύ όμορφη.
Άφησαν τις θηλές της ευτυχισμένα,
τρία μωρά γατάκια.

από την ποιητική συλλογή
<< Το τέλος της αθωότητας>> Ηράκλειο Κρήτης

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

Ωδή στην Σιωπή / Λαγουβάρδος Αριστομένης


Γιατί στην σιωπή του φιλιού,
μαθαίνεις αυτά που δεν είπες.
Και είναι εκεί που ναυαγούν τα ωραία λόγια.
Και νιώθεις κάποιες φορές στη σιωπή να ανατριχιάζεις.
Και μαθαίνεις ότι στις ρωγμές της σιωπής,
συναντάς τα μονοπάτια της ποίησης.
Πολλές φορές ένιωσα την αξία της σιωπής.
Και ένιωσα την σιωπή όταν κάποια πράγματα
στην ζωή μου γκρεμίστηκαν.
Γνώρισα μέσα στη νύχτα την σιωπή της φύσης,
την σιωπή του έναστρου ουρανού.
Γνώρισα τις κραυγές της σιωπής,
και με αυτές μέτρησα τις αποστάσεις,
στα μεγάλα ταξίδια.
Όταν έρχονται δύσκολες μέρες,
σκέφτομαι πως ο Χριστός προσευχόταν
στην σιωπή της Ερήμου και ο Βούδας
διαλογιζόταν στην σιωπή,
στις όχθες του ποταμού Nairanjana.
Αριστομένης Λαγουβάρδος ΄΄Το πέταγμα των Πλειάδων '' Ηράκλειο Κρήτης.

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2023

Τη λύρα κρούω / Λαγουβάρδος Αριστομένης


Τη λύρα κρούω μ’ ανάστροφο δαχτύλι
κι’ ως ψαλμωδίες βγαίνουν ήχοι,
και φλογερό ξεχύνεται Οκτωήχι,
δίπλα στ’ ασημοσκάλιστο καντήλι.
Αργά καίει το βραδύκαυστο φυτίλι
μες σε μυρόλαδο κι’ οι στίχοι
-αργά σμιλεύονται, όχι όπως τύχει!
Θέλει ψυχή και φαντασία η σμίλη…
Πάνω στα λεξοκύματα υψωμένοι
οι ποιητές στιχουργούν, το κύμα στέκει.
Κι’ αχολογά και λέει και δε σωπαίνει,
η λύρα, ο ζουρνάς, το τουμπελέκι.
-Ότι δώσεις, πίσω εκείνο παίρνεις!
Κάνε γοργά για δεν προφταίνεις…

Αριστομένης Λαγουβάρδος Ηρακλειο Κρητης.'' ''Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς''

Τετάρτη 19 Απριλίου 2023

Ωδή στα πόδια / Αριστομένης Λαγουβάρδος


Γιατί υπάρχει βαθειά σχέση του μυαλού με τα πόδια
όταν περπατούν στη σιωπή.
Γιατί ποτέ δε μπορώ να ξεχάσω πώς περπατάν
παίζοντας το ‘’κουτσό’’.
Γιατί ο Ησαϊας τραγουδούσε τα πόδια αυτού που
φέρνει χαρούμενες ειδήσεις και ο Ιησούς στό
Μυστικό Δείπνο έπλυνε τα πόδια των μαθητών του.
Γιατί με τα πόδια ο ‘’Homo Erectus’’ άρχισε να
Κυριαρχεί.
Γιατί βγάζουν και αυτά δάκρυα όταν φτάνουν στα όρια
τους.
Γιατί περπατώντας εξασκούσε στη σκέψη ο Σωκράτης,
και ζωντάνευε τις ιδέες του ο Ρουσώ.
Γιατί ξέρουν να τρέχουν παρέα με το σκύλο στο λιβάδι,
και ξέρουν να γράφουν ποιήματα με το βάλς, το τανγκό
το συρτάκι.
Γιατί ξέρουν από κατάνυξη, όταν είναι πόδια προσκυνητών
για την Τήνο την Fatima, την Lurdes την Benares τη Μecca,
το Santiago de Compostella.
Γιατί ένα φιλί στα πόδια της αγαπημένης εξορκίζει την
νύχτα στο ποίημα του Prevert.
Γιατί είναι θαύμα το πως κρατάν ένα ολόκληρο σώμα,
με μία τόσο μικρή επιφάνεια.
Γιατί φέρνουν δάκρυα στα μάτια τα γονατιστά πόδια
των ανθρώπων, μπροστά στα εικονίσματα, που
ικετεύουν.
Γιατί με τα πόδια καμμιά αίσθηση δεν μας εγκαταλείπει,
ούτε και η γεύση από τις αγριοφράουλες του δάσους,
τα μύρτα,τα άγρια κούμαρα ή τα μούρα.
Γιατί και τα πόδια μιλάνε όταν χτυπάνε ρυθμικά το
χρόνο, όταν αλλάζουν θέση, ή όταν πατάν σταθερά
την γή, δίνοντας μας την όψη των pistoleros.
Γιατί με τα πόδια, τα χέρια χαιδεύουν το φλοιό των
δέντρων, η μύτη νιώθει το άρωμα του δάσους, τα
αυτιά τις μουσικές των πουλιών.
Γιατί και οι τελευταίες λέξεις του Βούδα στούς
πιστούς του ήταν ‘’Συνεχείστε να περπατάτε...’’
Από την συλλογή : ΄΄ Το πέταγμα των Πλειάδων ΄΄

Κυριακή 18 Ιουλίου 2021

Αριστομένης Λαγουβάρδος: ...Μόνο νάρθουνε στόματα, στόματα γλάρων αμόλυντα να τραγουδήσουν στα κρίνα.



Πίσω από τους στίχους του Αριστομένη Λαγουβάρδου αναζητείστε τη χαμένη ομορφιά και αυτή της αθωότητας. Κάπου, σε κάποια γωνιά των ποιημάτων του ίσως υπάρχει και το δικό σας νυχτολούλουδο και γιασεμί, ο βασιλικός και η μέντα που ανθίζουν και μοσχοβολούν στη ζωή. Στη ποίησή του οι πίνακες που σχηματίζονται κινούνται σαν δροσεροί αυγινοί αέρηδες και κελαρίζουν όπως τα γάργαρα νερά σε μικρά του κάμπου ποταμάκια.

Δημήτριος Γκόγκας







Σαν πινελιές
Με χάρη της ρογδιάς σειόνταν οι κλάδοι,
άνθη γκρενά εξαίσια ταιριασμένα
απ΄ τη φύση, και γλυκοκελαηδημένα,
στραφτοκοπούσαν στής βροχής το χάδι.
Με τις σταλιές του δάκρυου, σμαράγδι
λάμπαν τα δυό ματάκια σου κλαμένα,
και τα χείλη σου ευώδααν ανθισμένα
κρινόφυλλα, πρωϊ - βράδυ.
Και στο γλυκό και κόκκινο σταφύλι,
του κοτσυφού αχούσε το κελάηδημα,
και γάργαρο νερό μακριά εθρύλει,
της ομορφιάς αγνό και θείο το λάλημα•
και στα λογγιά σπαράζοντας τ΄ αηδόνι,
στην πράσινη κορφή έπεφτε χιόνι.

**
Ήταν σ΄ένα κάτασπρο περιγιάλι
Ήταν σ΄ένα κάτασπρο περιγιάλι
που βάραινε το φως του μεσημεριού.
Ήρθε ένα ξαφνικό κύμα
να ξυπνήσει τις αισθήσεις.
Μετέωρος ένας μοναχικός
γλάρος.
Ύστερα η θάλασσα ήταν όπως πρώτα.

***
Στο ερειπωμένο σπίτι…
Στο ερειπωμένο σπίτι, δεν ήταν κανείς,
Ήταν το φως της σελήνης πάνω σε κάτι παλιά
ρούχα•
και πάνω στα ρούχα κοιμόταν μία γάτα,
πάρα πολύ όμορφη.
Βγήκε απ΄την αγκαλιά της με αβεβαιότητα
τεντώνοντας τα πόδια του,
ένα μικρό γατάκι.

****

Ο σιωπηρός μονόλογος του Σαούλ
Κείνη τη μέρα είπα πώς μ΄είχες καταχτήσει ,
κι΄άνθισε σαν άνοιξη η ζωή μου,
χρόνια πολλά σέρνω την ύπαρξή μου,
στίς ξέρες της ζωής και στο μεθύσι.
Μέσα μου σιγοβράζαν κρίμα – μίση,
τώρα δάκρυα για σε τρέχουν – αλί μου
που τη βρύση αν ανοίξης της ψυχής μου,
η στάμνα της ζωής μου θα γεμίσει.
Τι τύψεις ένιωσα απ΄τη μέρα εκείνη,
διώχτης εγώ κι΄εσύ στον ουρανό,
και μέσα μου εφώλιασε η οδύνη!
Άκου με : Λόγια δεν έχω άλλα να πώ
τα διώχνει της τύψης μου η ρομφαία,
κι΄Εσέ μονάχα αποζητώ μοιραία!

*****

Συμφωνία της Ομορφιάς
Μακριά στο βουνό, όπου οι ίσκιοι κρύβονται
στις σκονισμένες σπηλιές των φαντασμάτων
και τα πουλιά ζωγραφίζουν τα τζάμια της Άνοιξης,
ένα λουλούδι κόκκινο ριγά από ευφροσύνη,
και μια παιδούλα αποκοιμιέται.
Αν το πουκάμισο της μέρας λεκιάστηκε,
είναι γιατί ήπιε χυμό στο ξύπνημα
μιας ρόγας σταφυλιού.
κι’ ένα περβόλι ανθόσπαρτο,
δεν είναι τίποτα διαφορετικό από μια καρδερίνα στο ασπαλάθι.
Μόνο νάρθουνε στόματα, στόματα γλάρων αμόλυντα
να τραγουδήσουν στα κρίνα.
Νάρθει πάλι η Άνοιξη με φλάουτα και σαντούρια,
να γίνει το μάτι της καρπουζιάς ακριβό παιχνίδι
του γρύλλου.
Το ξέρω θάρθουν πάλι σκαραβαίοι
με τρεμάμενα πόδια να σκάψουν το κενοτάφιο
της βιολέτας, κι’ ένα χορτάρι μοναχικό θα σφυρίξει
στην σαύρα.
Θάρθουνε νάνοι με φιόγκους να κόψουνε μανιτάρια
όπως κόβει το μεθύσι της Άνοιξης το φυλλοκάρδι της τσίχλας.
Και μη μιλάς για φωτιές, μη μιλάς για πολέμους
μήπως ξανάρθουν γαρίφαλα στ’ αυτιά μυλωνάδων
κι’ ονειρευτούν σπαρτολούλουδα χαίτες από καμπίσια πουλάρια.
Λένε πώς τα λουλούδια επιστρέφουν σε τόπους
φεγγερούς, όπου η χαραυγή κρύβει την πιο μεγάλη αγάπη.
Έτσι μια μυρτιά ανάβει την αύρα
μια αμφιλύκη σκαλίζει δυο αχιβάδες.
Φύσηξε αύρα δροσερή απ’ τη καρδιά της θάλασσας.
Το ξέρω κάποιες νύχτες θ’ απλώσεις στ ακρογιάλια
μυρωδιές κυπαρισσόμηλου,
κανείς δε θα σε βλέπει, μονάχα εσύ θα περπατάς
αγέρωχα ανάμεσα στα ξανθιά σπάρτα,
ανάβοντας το πάθος της ομορφιάς που η ζωή περιέχει.
Τότε θα βάλουν τ’ άσπρα τους φορέματα οι μυγδαλιές,
οι αυγές θα σφυρίξουν με τα κοχύλια τους,
κί οι νύχτες σκαρφαλωμένες σ’ άσπρα άλογα
θα λαλήσουν περασμένα μεσάνυχτα.
Υπάρχει ένας χορός ξεχασμένος στα μάτια των
χωρικών, που κανείς δεν τον ξέρει,
μα όταν πια χτυπήσουν τα ρολόγια και φυσήξει
η αύρα, θα τιναχτούν στον αέρα τα παλικάρια
κάτω από τα βλέμματα των κοριτσιών,
οι νύχτες δε θα περιμένουν τις αυγές τους,
τα σφραγισμένα βλέφαρα θ’ ανοίξουν,
κι όλες μαζί οι καρδιές θα χτυπάν
για να θερμαίνεται η ζωή, για να έχει
καρδιά η αγάπη.
Κάθε φορά που έγραφα, άνοιγε η πόρτα της ομορφιάς.
Άκουγα το σιγανό της περπάτημα πίσω
από κάθε λέξη, πίσω από κάθε εικόνα.
Την ένιωθα τις νύχτες στο πιο πυκνό χιόνι,
καβάλα στη χαίτη των άστρων να ταξιδεύει,
σαν καταρράχτης απο κρίνους,
σαν κουρνιαχτός από γιασεμί.

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Το πέταγμα των Πλειάδων / Λαγουβάρδος Αριστομένης

 


Σαλπάρισαν         μαζί       οι      παινεμένες,

στης    Αστροθάλασσας  τα  αιθέρια  πλάτη,

κρατώντας          το         ουράνιο        δοιάκι ,

εφτά                αδερφές             αγαπημένες!..

`

Κι΄    ήταν          απ΄όλους            ζηλεμένες

καθώς         ιππεύαν      το     άγριο      ατι,

-που      ξέφευγε     από      κάθε      μάτι-

εφτά            αδερφές          ευτυχισμένες.

`

Η       Μαία,     η     Αλκυόνη,    η   Στερόπη,

η      Κελαινώ    η    Ηλέκτρα,    η    Ταϋγέτη,

και     η     στερνή     ξανθόμαλλη    Μερόπη.

`

Χαιρέτησαν      τον       Φοίβο     Μουσαγέτη,

κι΄  ύστερα    απ΄   την    ουράνια    βαρκάδα,

μείναν       στο      σκότος       με      λαμπράδα!..

Πως άνθισαν… / Λαγουβάρδος Αριστομένης


Έργο της Νικολέτας Κοσμόγλου


Πως άνθισαν απόψε τα κλαδιά σου
που σ΄έντυσαν νυφούλα σε μια μέρα,
και λάλησε του πόθου σου η φλογέρα,
λουλούδιασαν δροσάτα τα φιλιά σου!

Ως σ’ είδα, μου εφάνη η καρδιά σου
γοργά πώς χτύπαε – ωσάν τη μέρα
μικρούλα που σε φύτεψα πιο πέρα,
στου κήπου μας την άκρη – η ματιά σου,

να βρεί το φίλο που έχασε εζήτα.
Λές νάταν πλάνη, η νάταν πίκρα
το πατρικό μου σπίτι που είχα αφήσει;

Θυμάμαι τή στιγμή! Μονάχος βγήκα
απ΄ την πόρτα του σπιτιού – μονάχος μπήκα.
Γεμίζει η στάμνα της ζωής και τρέχει η βρύση…

Τρίτη 15 Μαΐου 2018

Φρύνη



Με τα μαλλιά λυτά, μενεξεδένια,
σε μυροβόλο πέπλο τυλιγμένη,

έστεκε η Φρύνη· ως πλανημένη
η μέρα, θαρρείς με χρυσαφένια

λάμψη, έδιωχνε γύρω κάθε έννοια.
Μονάχα οι κριτές σα βουβαμένοι,
σ' εξαίσια οπτασία λουσμένοι,
θαμπώθηκαν στα κάλλη, στη μελένια

δροσιά. Οι πλάτες, οι γλουτοί, τα στήθη,
τα μάτια που τα πάντα καρτεράνε,
κι η σάρπα η ερωτοστάλαχτη που ελύθη

στου Υπερείδη τ' άγγιγμα, μιλάνε:
«Αθώα ω Φρύνη, απ' τ' αναμμένα
χείλη, ηχούν τα λόγια τα σβυσμένα!»

Πιστεύω πως είναι αξία / Αριστομένης Λαγουβάρδος




Πιστεύω  πώς  είναι  αξία  η  ζωή,
το  νερό,  το  τριαντάφυλλο  το  μυρμήγκι.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  να  προστατεύω  το  περιβάλλον,
σε  πείσμα  όσων  πιστεύουν  πώς  ένας  κούκος
δε  φέρνει  την  άνοιξη,
να  χαμογελώ  με  το  γέλιο  ενός  παιδιού,
που  θυμίζει  ότι  υπάρχει  ακόμα  ελπίδα.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  να  κοιτάζω  τη  βροχή 
μέσα  από  το  τζάμι  ακούγοντας τα  ΄΄Πέτρινα  χρόνια΄΄, 
το  ΄΄Va  pensiero΄΄,  το  ΄΄je  ne  regret  rien΄΄
ή  το  ΄΄Μy  wαy΄΄.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  αυτό  που  περιμένω,  γιατί  ακόμα
μου  λείπει  αυτό  που  αναζητώ,  και  συνεχίζω
να  το  σκέφτομαι.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  τα  μάτια  ενός  μωρού  που
παρατηρούν,  καθώς  η  αναπνοή  του  χαλαρώνει
πρίν  να  αφεθεί  στον  ύπνο. 

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  δύναμη  ενός  ατόμου 
με  ειδικές  ανάγκες,  που  στην  ερώτηση  ΄΄είσαι  κουρασμένος΄΄,
απαντά  ΄΄όχι΄΄,ενώ  την  προηγούμενη  μέρα  ευχαριστούσε  το  Θεό
για  την  πρόοδο  που  είχε.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  πορεία,  όταν  ελαφραίνει
το  σώμα,  χαλαρώνει  τους  χτύπους  η  καρδιά, 
και  το  μυαλό  προχωρά  ανανεώνοντας  τις  δυνάμεις.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  ο  ασπασμός  σ΄ένα  αδύναμο,
τα  δάκρυα    και  η  απλότητα  του  ανθρώπου,
η  αθωότητα  του  παιδιού.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  τα  τρυπημένα  παπούτσια  μου,
κατά  την  πορεία  σε  τόπους  δύσκολους  και  ωραίους.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  ο  αυτοέλεγχος  και  η  ευχαρίστηση
για  κάθε  στιγμή  της  ζωής,  το  θάρρος  για
να  ξεπερνώ  κάθε   δυσκολία,  το  να  δέχομαι
κάτι  που  δεν  μπορώ  να  αλλάξω.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  αμφιβολία,  η  επιθυμία  για  μάθηση,
η  περιέργεια,  το  ρίσκο,  το  πάθος.

Είναι  κι  άλλες  αξίες,  μα  πιο  πολύ  αυτές  με  σημάδεψαν. 



   από  την  ποιητική  συλλογή
  Στα  απόκρυφα  τοπία  της  μοναξιάς

Οδοιπορία / Λαγουβάρδος Αριστομένης


Ήρεμος ο αέρας, μεθυσμένες τρεκλίζουν
οι φεγγοβολές
στο μέρος όπου αμέριμνα κοιμάται το χορτάρι.
Κάτω από τον μανδύα της νύχτας,
σκεπασμένη η τύρβη του κόσμου
πλασμένη με πόνο ανάμεσα σε πέτρα και δάκρυ.
Η βάρκα ερωμένη του φεγγαριού,
με το κεφάλι γυρμένο στη στοχαστική σιωπή,
ονειρεύεται στο θαλάσσιο κήπο
όπου ζευγάς ο άνεμος, μυροφόρος
οργώνει με ασημένιο αλέτρι.
Μαζί περπατήσαμε, διψασμένοι τρέχαμε
κάτω από τα δέντρα για λίγο νερό,
κι από τα μπαλκόνια το βράδυ κουρασμένοι,
βλέπαμε τις ελπίδες που καιγόταν.
Ακούσαμε για μέρες που φεύγουν
κομίζοντας ξεθωριασμένες φωτογραφίες,
Και ανθρώπους με μακριές γενειάδες να κλαίνε.
Νοσταλγήσαμε τα μάτια των ποιητών,
που κοιτάζουν μακριά σε δάση από πεύκα,
και πιο πέρα τα νησιά και τα πλοία.
Πότε θα φθάσουμε στην περιοχή της χαράς,
με τις ανεμώνες να σελαγίζουν
στις κωδωνοκρουσίες των εωθινών;
Στα βάθη φαίνεται ο μορφασμός της καταιγίδας
και γύρω η πυγολαμπίδα,κρατά το καντήλι
στη νύχτα για να βλέπουν το δρόμο οι σκαραβαίοι.
Κατά που θα κινήσουμε;
Δε βλέπεις το φεγγάρι που στάζει τα δάκρυα
στο αρχαίο λαγήνι;
Η οδύνη πλανερή αγρυπνά με σκοτεινιασμένα
τα μάτια,
κι οι κρίνοι του κήπου μας με ευλαβική ομορφιά
χλευάζουν το φεγγάρι στο αρυτίδωτο πέλαγος.
Τίποτε δε σαλεύει.
Μονάχα η νύχτα,απλοϊκή, με τα τριαντάφυλλα
στην αισθήτα αλητεύει.
Πιο πέρα στη θάλασσα, το φανάρι της βάρκας
θυμιατίζει τη θλίψη και ο κάβουρας χασμουριέται
στην έναστρη νύχτα.
Κύριε συ που στίλβεις πάνω από το γαλάζιο
των ουρανών δώσε στην ανέστια ελπίδα μας
μία κατοικία,ανάμεσα στούς βράχους και στους
ειρηνικούς αμπελώνες,κάτω από το γεγγάρι
που ψάλλει στα πρόβατα που κουδουνίζουν.
Μείναμε στο μικρό σπίτι, με τη καρδιά χιλιόφυλλη,
ανάμεσα στη θύελλα που φρουμάζει με κραυγή
αγωνίας, και τη μοναξιά που χτυπά θριαμβικά
με οπλή αλόγου,κι ύστερα το βράδυ ολομόναχη
κείτεται με τη πέτρα.
Την άλλη μέρα,βγήκαμε στο φώς όλο αγρύπνια
κρεμασμένοι απ΄ τα κάγκελλα των αχτίνων,
δίπλα στη μυγδαλιά π΄ ανάσαινε την άνοιξη
καθώς ο ήλιος έβαφε τριανταφυλλένια
τα ουράνια βαμβάκια.
Το πουλί ενεδρεύει κάτω από τα άνθη, πέρα η βοή
στο ποτάμι με τις πλεξούδες τ΄αγριοστάφυλα στα
πλατάνια,πιο κει στα χωράφια βατοπλεγμένοι
οι καημοί του έρωτα, στίγμα στην οδοιπορία.
Θα σε περιμένουμε αυγή με τη θαλπωρή σου
ανάμεσα στην άμπωτη και την πλημμυρίδα
να μας ξαναγεννήσεις.
Γιατί η ζωή γεννήθηκε για να περιστρέφεται
και να αγρυπνά, για να ανθίζει και να παλεύει,
ή πάλι να τρέχει ανάμεσα σε φύλλα χλόης
και να στοχάζεται.
Στο δρόμο πλατάγισμα από φώς.
Σήμερα στείλαμε μήνυμα με το περιστέρι.



Από την συλλογή: "Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι"

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.