στο τελευταίο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου.
Λευκομάλιος ο ιερέας καιρός
έψαλλε την ακολουθία της αγαθής ανάμνησης
και λιτάνευσε παλιές εικόνες
από τις νεανικές πρώτες χαρές.
Παιδιά σφήνες έτρεχαν χαρούμενα
ανάμεσα στα χαμόγελα της αγνής ψυχής
και του καλόκαρδου χαιρετισμού της αντάμωσης.
Χαρούμενες καμπάνες
διαλαλούσαν τη γιορτή της Δέσποινας Ελπίδας
και χρύσωναν με ύμνους
τα δυο του Αυγούστου φεγγάρια
στέλνοντας θυσίες θυμιάματος
ευχαριστίας και εξιλασμού στον ουρανό.
Κι ύστερα ένας λεβέντης τσάμικος
έστρωσε το τραπέζι της γιορτής.
Τα ποτήρια υψώνονταν
και καθρέφτιζαν καρδιές καθαρές και ανέμελες
σε μια προσωρινή ανακωχή
που είχαν κάνει με την αδυσώπητη μάχη της ζωής.
Κλέφτικοι ήχοι
λόγια στερνά πολεμιστών
παρόντες και εκλιπόντες
παλιοί χειμώνες στάχυα αθέριστα
άνθρωποι κι Άγγελοι
δίπλα από το ηρώο της πλατείας
έπαιρναν τη σκυτάλη της σύναξης και του γλεντιού.
Κι ανάμεσά τους πετούσε ο φτερωτός τοξότης
περιμένοντας να ξανασαϊτέψει
τις νιες καρδιές που κάποτε τον πίστεψαν.
Ο γέρο Πλάτανος ίσκιωνε
και αγνάντευε με την παλιά του περηφάνια
τις νέες γενιές να διαβαίνουν
μα στη σιωπή του
τα παλιά τα καριοφίλια έψαχνε και τον τίμιο λόγο
τον τροχισμένο από την πίστη
την τιμή την αξιοπρέπεια την ανθρωπιά.
Και με μια συγκρατημένη αλλά βαθιά σοφία
έβλεπε το σύγχρονο γρήγορο πάντρεμα των γενεών
με μέρες που έρχονταν και χάνονταν γρήγορα
και κάτι έσφιγγε την καρδιά του.
Κατά το απόγευμα πιάνονταν στο χορό
και των σκιών τα απόσκια
κι αλλού μακριά σε ελατιάδες χόρευαν
μοναχικές κορφόβουνες ηλιαχτίδες
Αλλά δεν κρατάν πολύ οι γιορτές.
Γρήγορο είναι πάντα το πεπρωμένο της χαράς.
Σε κάθε γιορτινή ανατολή
έρχεται ένα ηλιοβασίλεμα και η γιορτή τελειώνει
κι ότι απομένει απ’ τη χαρά της
δε γίνεται νύχτα αλλά προσμονή
για έναν καινούριο Δεκαπενταύγουστο που θα ’ρθει
για να ξανανταμώσουν οι γενιές
κάτω απ’ τη Σκέπη της Δέσποινας Ελπίδας
και τον ήχο του άχρονου μέσα στις καθαρές ψυχές
λεβέντη μαντηλοκράτη τσάμικου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου