Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαχτούρης Μίλτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαχτούρης Μίλτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2023

Τα χελιδόνια / Σαχτούρης Μίλτος



Δε σας γνωρίζω εφέτος
καημένα χελιδόνια μου
πετάτε άραγε όπως άλλοτε
ή μήπως σε ρόδες πάνω να κυλάτε
όμως το μάτι σας γιατί έτσι μεγάλωσε
τεράστιο
τεράστιο και πορφυρό
μονάχα ο ουρανός σάς έχει απομείνει
μα να 'ναι για σας τάχα Ουρανός;

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

«Τα στίγματα», Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1963 : Μίλτος Σαχτούρης (απόσπασμα)



Ὁ καθρέφτης

Στὴ Νόρα Ἀναγνωστάκη
Σὰ γύρισε ὁ καθρέφτης μου
στὸν οὐρανὸ
φάνηκε
ἕνα φεγγάρι μισοφαγωμένο
ἀπὸ τὰ κόκκινα μυρμήγκια
τῆς φωτιᾶς
κι ἕνα κεφάλι πλάι του
νὰ καίει κι αὐτὸ μέσα σε πύρινη
βροχὴ
νὰ λάμπει τὸ κεφάλι
νὰ φέγγει
καθὼς τὸ ἔπαιρνε τὸ ἔκανε κάρβουνο
ἡ φωτιὰ
νὰ ψιθυρίζει:
-Τὰ δέντρα καῖνε φεύγουνε σὰν τὰ μαλλιὰ
ὁ ἄγγελος χάνεται μὲ καψαλισμένα
τὰ φτερὰ
κι ὁ πόνος
σκύλος μὲ σπασμένο πόδι
μένει
μένει

Ὁ ποιητής

Σὰ θὰ μὲ βροῦνε πάνω στὸ ξύλο τοῦ θανάτου μου
γύρω θά ῾χει κοκκινίσει πέρα γιὰ πέρα ὁ οὐρανὸς
μιὰ ὑποψία θάλασσας θὰ ὑπάρχει
κι ἕν᾿ ἄσπρο πουλί, ἀπὸ πάνω, θ᾿ ἀπαγγέλλει μέσα
σ᾿ ἕνα τρομακτικὸ τώρα σκοτάδι, τὰ τραγούδια μου.

Τὸ χρυσάφι

Κάποτε
θὰ σταματήσουμε
σὰ μιὰ γαλάζια ἅμαξα
μέσ᾿ στὸ χρυσάφι
δὲ θὰ μετρήσουμε τὰ μαῦρα
ἄλογα
δὲ θά ῾χουμε τίποτα ν᾿ ἀθροίσουμε
δὲ θά ῾χουμε πιὰ τίποτα
γιὰ νὰ μοιράσουμε

κρατώντας
ἕνα ξύλο
θὰ περάσουμε
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὴ μαύρη τρύπα
τοῦ ἥλιου
ποῦ θὰ καίει


ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ


Με το μπαμπάκι του θανάτου
αχόρταγο

Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα
στο φεγγάρι

Ένα παιδί πεθαίνει

Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια
μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι
Εν’ άλλο παιδί
ρίχνει μια πέτρα
και σπάζει το φεγγάρι

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

«Εκτοπλάσματα» / Ποιητική Συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη. Έλαβε το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1987.



ΟΤΑΝ

Όταν κλείνω τα μάτια
ξεκινάει από  μακριά
η  αγαπημένη έρχεται
και με κοιτάζει
όταν σβήνω το φως
έρχεται ο θάνατος και
μου φιλά τα χέρια.

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ

στον Χρήστο Μπράβο                                   το ποίημα
                                                                   κάθεσαι και το ξενυχτάς
                                                                   σαν τον νεκρό


Στις δώδεκα και μισή
τη νύχτα
την ίδια ώρα και συγχρόνως
φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και
                                                                   στο παράθυρό μου
ο Ντύλαν Τόμας μ’ ένα αναμμένο κόκκινο κερί
                                                                    στο στόμα

νεκρός βέβαια
κι άγιος
και τρελός
όπως το έχω ξαναπεί

—Έλα αδερφέ, μου λέει, μαζί μου
σάπισες εδώ πέρα
έλα στα βορινά φαράγγια της πατρίδας μου
εδώ ζεις σ’ ένα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν
εκεί χαιρετάνε τους τρελούς και οι παπάδες
κι η πάπια δε γεννάει πια πάγο
γεννάει κόκκινο αβγό

Αυτά τα λίγα μού είπε ο μεγάλος ποιητής
όχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου
αλλά μέσα από τα ψηλά χορτάρια του θανάτου του
μισός από τη μέση κι απάνω στο φως, έξω από το
            χορτάρι
μισός από τη μέση και κάτω στο σκοτάδι
κάτω απ’ το φως.

                                                                          15 Αυγούστου ’81
                                                                              της Παναγίας




ΟΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ

                                                                                  στη Γιάννα

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του

στο κέντρο της καρδιάς
τους σημαδεύει.

άλλα ποιήματα της συλλογής μπορείτε να διαβάσετε στον ιστότοπο: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltos_saxtoyrhs_poems.htm

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

«Εκτοπλάσματα» / Ποιητική Συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη. Έλαβε το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1987.

ΟΤΑΝ

Όταν κλείνω τα μάτια
ξεκινάει από  μακριά
η  αγαπημένη έρχεται
και με κοιτάζει

όταν σβήνω το φως
έρχεται ο θάνατος και
μου φιλά τα χέρια.



Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ

στον Χρήστο Μπράβο                                   το ποίημα
                                                                   κάθεσαι και το ξενυχτάς
                                                                   σαν τον νεκρό


Στις δώδεκα και μισή
τη νύχτα
την ίδια ώρα και συγχρόνως
φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και
                                                                   στο παράθυρό μου
ο Ντύλαν Τόμας μ’ ένα αναμμένο κόκκινο κερί
                                                                    στο στόμα

νεκρός βέβαια
κι άγιος
και τρελός
όπως το έχω ξαναπεί

—Έλα αδερφέ, μου λέει, μαζί μου
σάπισες εδώ πέρα
έλα στα βορινά φαράγγια της πατρίδας μου
εδώ ζεις σ’ ένα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν
εκεί χαιρετάνε τους τρελούς και οι παπάδες
κι η πάπια δε γεννάει πια πάγο
γεννάει κόκκινο αβγό

Αυτά τα λίγα μού είπε ο μεγάλος ποιητής
όχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου
αλλά μέσα από τα ψηλά χορτάρια του θανάτου του
μισός από τη μέση κι απάνω στο φως, έξω από το
            χορτάρι
μισός από τη μέση και κάτω στο σκοτάδι
κάτω απ’ το φως.

                                                                          15 Αυγούστου ’81
                                                                              της Παναγίας




ΟΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ

                                                                                  στη Γιάννα

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του

στο κέντρο της καρδιάς
τους σημαδεύει.

άλλα ποιήματα της συλλογής μπορείτε να διαβάσετε στον ιστότοπο: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltos_saxtoyrhs_poems.htm

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Ο στρατιώτης ποιητής / Μίλτος Σαχτούρης

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου

Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου

Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω

Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Η Αποκριά / Μίλτος Σαχτούρης

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
                                                που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι
γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                η αποκριά.

Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

«Τα στίγματα», Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1963 : Μίλτος Σαχτούρης (απόσπασμα)

Ὁ καθρέφτης

Στὴ Νόρα Ἀναγνωστάκη
Σὰ γύρισε ὁ καθρέφτης μου
στὸν οὐρανὸ
φάνηκε
ἕνα φεγγάρι μισοφαγωμένο
ἀπὸ τὰ κόκκινα μυρμήγκια
τῆς φωτιᾶς
κι ἕνα κεφάλι πλάι του
νὰ καίει κι αὐτὸ μέσα σε πύρινη
βροχὴ
νὰ λάμπει τὸ κεφάλι
νὰ φέγγει
καθὼς τὸ ἔπαιρνε τὸ ἔκανε κάρβουνο
ἡ φωτιὰ
νὰ ψιθυρίζει:
-Τὰ δέντρα καῖνε φεύγουνε σὰν τὰ μαλλιὰ
ὁ ἄγγελος χάνεται μὲ καψαλισμένα
τὰ φτερὰ
κι ὁ πόνος
σκύλος μὲ σπασμένο πόδι
μένει
μένει

Ὁ ποιητής

Σὰ θὰ μὲ βροῦνε πάνω στὸ ξύλο τοῦ θανάτου μου
γύρω θά ῾χει κοκκινίσει πέρα γιὰ πέρα ὁ οὐρανὸς
μιὰ ὑποψία θάλασσας θὰ ὑπάρχει
κι ἕν᾿ ἄσπρο πουλί, ἀπὸ πάνω, θ᾿ ἀπαγγέλλει μέσα
σ᾿ ἕνα τρομακτικὸ τώρα σκοτάδι, τὰ τραγούδια μου.

Τὸ χρυσάφι

Κάποτε
θὰ σταματήσουμε
σὰ μιὰ γαλάζια ἅμαξα
μέσ᾿ στὸ χρυσάφι
δὲ θὰ μετρήσουμε τὰ μαῦρα
ἄλογα
δὲ θά ῾χουμε τίποτα ν᾿ ἀθροίσουμε
δὲ θά ῾χουμε πιὰ τίποτα
γιὰ νὰ μοιράσουμε

κρατώντας
ἕνα ξύλο
θὰ περάσουμε
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὴ μαύρη τρύπα
τοῦ ἥλιου
ποῦ θὰ καίει


ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ


Με το μπαμπάκι του θανάτου
αχόρταγο

Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα
στο φεγγάρι

Ένα παιδί πεθαίνει

Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια
μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι
Εν’ άλλο παιδί
ρίχνει μια πέτρα
και σπάζει το φεγγάρι

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

O ναύτης

Μίλτος Σαχτούρης
Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μες στο φεγγάρι.


Κι η κοπέλα απ`τη γη
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη.


Φτάνει ως το λιμάνι.
Φτάνει ως το καράβι.
Φτάνει ως τα κατάρτια.
Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


 Στὴν Ἑλένη Θ. Κωνσταντινίδη

Εἶναι τὰ λυπημένα Χριστούγεννα 1987
εἶναι τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναί, τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Ἄ! ναὶ εἶναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
                                                   ὁ Διονύσιος Σολωμὸς
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
                                                 ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
                                                 ὁ Μπουζιάνης
πόσα ὁ Σκλάβος
πόσα ὁ Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
                                               πέρασε ὁ Σκαλκώτας
πόσα
πόσα

Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητῶν.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ


Γυναῖκα μ’ ἄσπρες γάμπες βάφει τὴν καρδιά μου
Εἶναι ἕνα πρωτόϊδωτο τοπεῖο
μὲ δάση ἀπὸ ἀνατριχίλες
εἶναι ἕνα δέντρο μὲ ξερὰ κλαδιὰ
πάνω του συσπάζεται ἕνας ἄθλιος δαίμονας
ἕνας κατατρομαγμένος πόθος
καὶ φτύνει σάπια φύλλα
στάζει
ἔπειτα κατεβαίνει
γυναῖκα
πλανιέται στὰ δωμάτια τοῦ δάσου
μαστιγώνει αγρίμια βρίζει τὰ πουλιὰ
φτάνει στὸ κρεβάτι πατώντας σὲ χελῶνες
τινάζει πάνωθέ του τὴ βροχὴ
Ἐδῶ μοσκοβολάει τὸ κορμί της
Ἐδῶ βογγάει ἀκριβὸς ὁ τόπος τῆς θυσίας
Ἐδῶ ἀναδύονται χιλιάδες πεταλούδες
Ἐδῶ θρονιάστηκε ὁ ἄγγελος τοῦ φόβου
Χαμογελάει
Ἐδῶ φίλη μου εἶναι
ἂν μπορῶ νὰ σὲ πῶ φίλη

ἡ στιλπνὴ θέση τοῦ φόβου σου.

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Κύριε

- Κύριε. είναι μεσημέρι κι ακόμα 
                              δεν ξυπνήσατε
- Κύριε, δεν πήρατε το πρωινό σας
- Κύριε, ήπιατε πολλούς καφέδες
- Κύριε, ο ήλιος λάμπει λάμπει, αστράφτει
                              βρέχει και χιονίζει
- Κύριε, ένα κόκκινο πουλί έχει κολλήσει 
                              στο παράθυρό σας
- Κύριε, μι αμαύρη πεταλούδα φάνηκε
                             πάνω στο στήθος σας
- Κύριε, πως τρέχετε με το ποδήλατο!
- Κύριε, είστε παγωμένος
- Κύριε, έχετε πυρετό

- Κύριε, είσαστε νεκρός;

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (1919-2005) [Βιογραφικό Σημείωμα]


Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του δικαστικού και κρατικού νομικού συμβούλου Δημητρίου Σαχτούρη και δισέγγονος του ναυάρχου και αγωνιστή του ’21 Γεωργίου Σαχτούρη από την Ύδρα. Το 1937 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του στο τέταρτο έτος και αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, ζώντας από την πατρική του περιουσία. Το 1944 δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Η λησμονημένη. Ακολούθησαν οχτώ ποιητικές συλλογές που εκδόθηκαν και στο συγκεντρωτικό τόμο Ποιήματα (1945-1971) του 1977, καθώς επίσης τα Χρωμοτραύματα (1980) και τα Εκτοπλάσματα (1986). Η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια κυκλοφόρησε από τον Κέδρο το 1998. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση έργων του Μπέρτολντ Μπρεχτ και του Φραντς Κάφκα και συνεργάστηκε με περιοδικά όπως Τα Νέα Γράμματα, Το Τετράδιο, Τα Νέα Ελληνικά, Το τράμ, Η λέξη. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό ποίησης της ιταλικής ραδιοφωνίας (1956), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1962), τη χορηγεία του ιδρύματος Φορντ (1972), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1987 για τη συλλογή Εκτοπλάσματα). Ο Μίλτος Σαχτούρης ξεκίνησε να γράφει ποιήματα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όταν ακόμη ήταν φοιτητής στη Νομική. Τότε γνωρίστηκε με το Νίκο Εγγονόπουλο και ήρθε σε επαφή με το καλλιτεχνικό ρεύμα του υπερρεαλισμού, τα μηνύματα του οποίου αφομοίωσε δημιουργικά στην πορεία του προσδιορισμού της προσωπικής του ποιητικής έκφρασης. Η ποίησή του κυριαρχείται από συμβολικά και αρχετυπικά στοιχεία και κινείται στα εφιαλτικά πλαίσια του κλειστού ποιητικού του κόσμου, παρουσιάζοντας χαρακτηριστικές θεματολογικές, γλωσσικές και εκφραστικές εμμονές, πάντα όμως με μια βαθύτερη, αν και έμμεση, πολιτική αγωνία.
Πέθανε στις 29 Μαρτίου 2005.



το αντιγράψαμε από: 
www.ekebi.gr

LYNNE

Θυμάστε τότε ποὺ ἔγραφα γιὰ τὰ δαιμονισμένα
πορτοκάλια;

στὸν Πόρο
βρέθηκε
ἡ Lynne
ἕνα κορίτσι
ἀπὸ τὴν γηραιὰ Ἀλβιόνα
ὅμως ξαφνικὰ ἔκλεισε τὸ μπὰρ
βλέπω ὄνειρα φριχτὰ
στὸν Πόρο
μπὰρ καὶ μπαράκια
καὶ τὰ κουμπαράκια.
Ἂν δὲν βρεῖ ἀλλοῦ δουλειὰ
ἡ Lynne
θὰ γυρίσει πίσω
στὰ ζῷα καὶ τὰ θηρία της
καὶ τὴν ἀγαπῶ
Lynne, Lynne,
πῶς ἔτσι ἀναποδογύρισε ὁ κόσμος
Πόρος, θερμοκρασία 43°
κάτι τὸ πρωτοφανές!

καὶ τότε καληνύχτα σας.

ἀπὸ τὴ συλλογή
ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)

Ὁ σωτήρας

 ( Συλλογή : Η Λησμονημένη )



Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι

Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη

Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου

Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία

Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ

Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους

Τὰ δῶρα

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό

Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής


   (συλλογή: Πληγωμένη Ανοιξη)

Ἡ δύσκολη Κυριακή

ἀπὸ τὴ συλλογή
Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ


Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά

Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο

Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ

Ὀρυχεῖο

Σοῦ γράφω γεμάτη τρόμο μέσα ἀπὸ μιὰ στοὰ
νυχτερινὴ
φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἐλάχιστη λάμπα σὰ δαχτυλίθρα
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπὸ πάνω μου προσεχτικὰ
ψάχνει τὶς ἀποστάσεις του μὴ μὲ χτυπήσει
ἐγὼ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιὲς
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει

Στὸ σπίτι
χτὲς
καθὼς ἄνοιξα τὴ ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τὰ ροῦχα της μαζὶ
τὰ πιάτα σπάζουν μόλις κανεὶς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τὰ πηρούνια καὶ τὰ
μαχαίρια
τὰ μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τὸ στόμα μου ἄσπρισε καὶ μὲ πονάει
τὰ χέρια μου εἶναι πέτρινα
τὰ πόδια μου εἶναι ξύλινα
μὲ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρὰ παιδιὰ
δὲν ξέρω πῶς γίνηκε καὶ μὲ φωνάζουν μ ά ν α

Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα

Νὰ μὲ θυμᾶσαι





 (συλλογη: Πληγωμένη Ανοιξη)

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.