Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαράκης Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαράκης Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

Σωτήρης Σαράκης (βιογραφικό)

O Σωτήρης Σαράκης γεννήθηκε το 1949 στο χωριό Αμπέλια Αγρινίου. Σπούδασε Πολιτικές
Επιστήμες και από το 1976 εργάζεται στο Δημόσιο. 
Το 1994 κυκλοφόρησε απ' τις εκδόσεις Γκοβόστη το βιβλίο του Το Δέρας με ποιήματα της περιόδου 1971-1985, 
το 1997 απ' τις εκδόσεις Καστανιώτη το βιβλίο του Τα αιφνίδια άστρα με ποιήματα της περιόδου 1985-1992, 
το 2000 απ' τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα η Αγγειογραφία με ποιήματα των ετών 1992-1998 και 
το 2003 απ' τις εκδόσεις Νεφέλη το βιβλίο του Ψηφιδωτό από άφαντες ψηφίδες με ποιήματα της περιόδου 1999-2001. 
To 2006 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη η συλλογή Η τελετή με ποιήματα των ετών 2000-2005, από τις ίδιες εκδόσεις
το 2009 η συλλογή Πάθη των φθόγγων και 
τέλος το 2010 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιγαίον η συλλογή Νυχτερινά δρομολόγια.

Εκείνος ο Κύπριος

Αν ήξερα ποιον σκυθρωπό Κύπριο του ΙΓ΄ π.Χ. αιώνα αντιπροσωπεύω,
ποιος ανόητος με κυοφορούσε το ΙΓ΄π.Χ. αιώνα.
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ
Για ν’ ακριβολογούμε, σεβαστέ ποιητή
μόνο για ν’ ακριβολογούμε:
Κυοφορούσε δυνατότητες
εκείνος ο Κύπριος
όπως –άλλωστε– όλοι
σχεδόν οι άνθρωποι, κυοφορούσε
έναν ασύλληπτο αριθμό δυνατοτήτων
τώρα πια το γνωρίζουμε, ανάμεσά τους
ανάμεσά τους μια κι εσείς, τύχη αγαθή
μεγάλη τύχη
το ’φερε εν τέλει εδώ ν’ απολαμβάνουμε
τριάντα τρεις αιώνες από τότε
αυτές τις έξοχες Στιγμές σας.

Μακριά

«Πολύτιμες πληροφορίες» απεφάνθησαν
οι ανασκαφείς∙ ποιες ήταν
οι πολύτιμες πληροφορίες;
πήλινα αγγεία, λίθινα εργαλεία,
φούρνοι, κοντολογίς
ολόκληρο ένα σπιτικό
της έκτης προ ημών χιλιετίας
γι’ ακούστε να σας πω, ανασκαφείς
της έκτης ή δεν ξέρω ποιας μελλοντικής
χιλιετίας, για κοιτάξτε με καλά, ετούτη δω
η ξύλινη καρέκλα ή πολυθρόνα, πώς τη λένε
μη σας περάσει απ’ το μυαλό πως είναι
πολύτιμη ή άχρηστη πληροφορία, μη
διανοηθείτε
είναι η καρέκλα μου και μόνο αυτό
πέφτω απάνω της το κουρασμένο
μου κορμί, διαβάζω
την εφημερίδα μου όπως τώρα, ετούτη
τη στιγμή, εγώ που σας μιλώ
άνθρωπος ζωντανός τής τρέχουσας
χιλιετίας, χάνω
τα λόγια μου, θυμώνω
ανασκαφείς, πού ζείτε
σε ποιον κόσμο;
ποιον αιώνα τής πληροφορίας; ποια
διαστροφή, ποιαν αποστείρωση, θύματα
οικτρών συγχύσεων
και μιας και το ’φερε η κουβέντα, ούτε
τον υπολογιστή μου μην
τολμήσετε, μην πιάσετε στο στόμα σας, τι άλλο
πια να περιμένουμε, μην είναι
και τα κόκαλά μας
πολύτιμες πληροφορίες;
λοιπόν μακριά!
μακριά απ’ τον αργαλειό τής μάνας μου, μακριά
απ’ το λίκνο τού εγγονού μου
μακριά απ’ τη ζωή μας κι απ’ τα ίχνη της
καινούργιους
καμαρώνετε θεούς, πλην έχω
για σας μιαν εμπιστευτική
πληροφορία, η ὕβρις
ήταν εδώ απ’ την αρχή τού κόσμου και ποτέ
ποτέ δεν άλλαξε τη ρότα της.

χρονικό

Δεν είναι φώτα, και τριγμοί
είναι η ζωή μου
—κρωγμοί, λυγμοί, στιγμή
τρέχουν οι ρίμες μα θα δείξουμε πυγμή—
είναι η ζωή μου αυτό το θάμπωμα
ψάχνω τα χέρια μου, τις μέρες που περνούν
μέσα σε φώτα και σκοτάδια μουσικές
υπόγεια δίχως μιαν αυγή
ψάχνω τα χέρια μου· το πρόσωπό μου.
Λοιπόν
(τώρα μιλάμε ακόμα πιο σιγά)
ετούτα τα παράξενα σημάδια
που θα μπορούσες, ίσως, φώτα να τα πεις
αλλά μονάχα τις φορές που σβήνουν
είναι η ζωή μου η ίδια σκορπισμένη
σ' όλους μα σ' όλους τους ανέμους
που φύσηξαν πάνω στη γη
απ' τον καιρόν οπού 'γραψε
το πρώτο της μηδενικό
γύρω απ' το φως του ήλιου.
(Εδώ
δε λένε
μήτε
καληνύχτα).

Στο δάσος

Οι κίνδυνοι στο δάσος δεν τελειώνουν.
Αίφνης πετάγεται μπροστά σου ένας σκίουρος
πέφτεις με δύναμη στα φρένα, σβήνει ο κινητήρας
βγαίνεις και χάνεσαι στο δάσος
 
άλλη φορά
βρίσκεις ρυάκι δροσερό, σκύβεις να πιεις, το ξαναβλέπεις
που ’ναι ποτάμι αγριωπό, θολό κατεβασμένο
σέρνει λιθάρια ριζιμιά, δέντρα ξεριζωμένα
σέρνει και μια γλυκομηλιά τα μήλα
φορτωμένη
δεν είναι αυτό ρυάκι δροσερό να πιεις
να ξεδιψάσεις, είν’ ένας κίνδυνος
του δάσους και φυλάξου
 
φυλάξου την κακή στιγμή, τις ατραπούς, φυλάξου
τ’ αδιέξοδα
κι όσο βαθαίνει ο δρόμος σου στο δάσος τόσο
κινδυνεύεις
να βγουν ληστές να σε
κυκλώσουν ή να δεις
νεράιδες να χορεύουν, ξωτικά
να πεις κουβέντα και σου πήραν
τη φωνή, μπορεί να βγεις
σε δρακολίμνη ή σε λιβάδι
μ’ ανεμώνες
κι όσο το μάτι βλέπει όλο ανεμώνες
φυσάει
ένας αγέρας ελαφρός, τις γέρνει
αλλάζουν χρώματα
εκεί ξεχνιέσαι, δεν υπάρχει
επιστροφή
 
κι αλλού τα μονοπάτια κόβονται κι αλλού
χωρίζουν δυο και τρεις κι αμέτρητες
φορές, δεν ξέρεις ποιο
να πάρεις, ποιο ν’ αφήσεις
μένεις, τα κοιτάζεις
κάποτε όσο βαδίζεις νιώθεις που ψηλώνουν
τα δέντρα, όλο ψηλώνουν, δεν υπάρχει
ουρανός
ίσκιος βαρύς κι όλο βυθίζεσαι
στο δάσος, κι αν ακούσεις
πουλιά κρυφά να κελαηδούν
μ’ ανθρωπινή
λαλίτσα, να μην πεις
πουλάκια είναι κι ας λαλούν, πουλάκια
είναι κι ας λένε, να μην πεις
μην ησυχάσεις
το ’πανε κι άλλοι, δεν τους βγήκε
σε καλό, κανείς
δεν τους πιστεύει
βυθίζεσαι
στο δάσος και φυλάξου
φυλάξου απ’ τις παγίδες
στημένες αμνημόνευτο
καιρό σε περιμένουν
κι άγρια θηρία
σαρκοβόρα, κι αλεπούδες
σε βλέπουνε
παντού, πώς να ξεφύγεις
 
κι αν βγεις σε μέγα ξέφωτο και δεις
μεγάλες πόλεις και χωριά και κάστρα
μη γελαστείς, δεν πέρασες το δάσος
πέρασες μόνο στην απέναντι πλευρά του
μεσ’ από ίσκιους και σκοτάδια και σκιές
βγήκες στην άλλη του πλευρά και συνεχίζεις
 
στο δάσος όταν μπεις ποτέ δε βγαίνεις
ανοίγονται
βαθιές σπηλιές, πλέκουν οι ρίζες
τόσων δέντρων δίχτυ
αδιάβατο, κι όλο ρωτάς
όλο ρωτάς πώς βρέθηκες στο δάσος
και κανείς
κανείς δεν αποκρίνεται, κανείς
δε σου μιλά, άλλωστε εκεί
εκεί συνδυό δεν περπατούν, συντρείς
δεν κουβεντιάζουν
παρά ένας ένας μοναχός και πάλι
φόβον έχει
 
μην παίζεις μες στο δάσος, μην παίζεις
με το δάσος
καμιά φορά σαρώνουν πυρκαγιές
καμιά φορά
η στάχτη αποκαλύπτεται
 
βήμα το βήμα και πληθαίνουν
τ’ αδιέξοδα
βήμα το βήμα και πληθαίνουν
οι σιωπές
στο δάσος μπλέκει η λογική σε βάτους, σε πουρνάρια
μπλέκει, κι εσύ τόσον καιρό
τόσον αδιάβατο καιρό τι θέλεις
τι θέλεις και μπερδεύεσαι, τι θες
και καταγράφεις
άφες τα κοντοπούρναρα, ξόρκισ’ αυτούς τους βάτους
 
μεγάλος κίνδυνος κι εδώ
μεγάλος, πώς τον αψηφάς, μπορεί
να πέσεις πάνω στον Καλλίμαχο
να ’τος, σε λοιδορεί, πώς να ξεφύγεις
πώς να ξεφύγεις απ’ αυτή την αλεπού
 
χρόνια βυθίζεσαι στο δάσος και μετράς
μετράς αμέτρητους κινδύνους και κανείς
κανείς δεν άκουσε για σένα, ποιος
ν’ ακούσει, ποιος
να θυμηθεί
χρόνια βυθίζεσαι στο δάσος σιωπηλά
χρόνια βυθίζεσαι στο δάσος ξεχασμένος.
 

Το παραμύθι

Ποιος θα μου πει ένα παραμύθι;
Ποιος έχει μύθο και φωνή, ποιος έχει αλήθεια
να μου πει ένα παραμύθι;
Καλά ν' ακούσω τα βαθιά κρυμμένα,
αυτά που κάθε παιδί φέρνει μαζί του
όταν γεννιέται
γνωρίζοντας και μη γνωρίζοντας που υπάρχουν
γνωρίζοντας και μη γνωρίζοντας
που είναι και ξένα και δικά του.


Ποιος να μου πει ένα παραμύθι,
πώς πίσω από τόσα φίλτρα να τ' ακούσω;
Μάγισσες, δράκοι, βασιλιάδες, άλλο
δε μου μένει παρά μνήμη
μνήμη και μάταια ερωτήματα.

Μύθος και διακείμενα ως συνθετικά στοιχεία της ποιητικής ταυτότητας του Σωτήρη Σαράκη

η φωτογραφία

Κι εκεί που γύριζα παλιές
φωτογραφίες στο σκονισμένο
άλμπουμ πέφτω απάνω
σ’ ένα μωρό που γύριζε
στραβό το πρόσωπό του, αρνιόταν
τη φωτογραφία, με κλάματα, με γοερές
κραυγές αντιστεκόταν
ήμουν εγώ, θυμήθηκα
καλά την ιστορία, πως ένας
φωτογράφος έτυχε στ’ αποκλεισμένα
μέρη μας κι αδράξαν οι γονείς την ευκαιρία
να με φωτογραφίσουν, όμως …
ήμουν αρνητικός, για να το πούμε
όσο γίνεται κομψά, και μ’ όλο
το έκτοτε γνωστό μου πείσμα
τα στύλωσα θα λέγαμε αν είχα
προλάβει να σταθώ στα δυο μου
πόδια, κράτησα
με νύχια και με δόντια
θα λέγαμε αν δεν ήταν απαλά
τα νύχια μου κι ανύπαρχτα
τα δόντια, κράτησα ανόθευτη
την ορισμένη μου προσωρινότητα
έφυγε άπρακτος ο φωτογράφος, δεν
τραβήχτηκε η φωτογραφία, όμως γιατί
γιατί τόσες φορές τη συναντώ
μες στις κανονικές φωτογραφίες, γιατί
τη βλέπω τόσο καθαρή, πιο καθαρή
απ’ τις κανονικές, κι αρχίζει τότε
μια μακρόσυρτη κουβέντα
με τους νεκρούς γονείς μου, να τους εξηγώ
μ’ ένα σωρό επιχειρήματα πως τίποτα
δε χάσαν, να μου λένε
πως θέλαν να τη στείλουν στον
νουνό μου, εδώ σαρκάζω πως αυτός
δεν είχε κι άλλη έγνοια με τα δεκάδες
βαφτιστήρια, το γνωρίζουν, δυσκολεύονται
να το παραδεχτούν και μου επιμένουν
πως θα ’μενε η φωτογραφία κι έχω κάθε λόγο
να υποστηρίζω πως μυριάδες
άνθρωποι που ποτέ τους δεν
φωτογραφήθηκαν τίποτα περισσότερο
δεν πάθαν απ’ τους φωτογραφημένους,
γελούν, κι ευθύνες δε μου ρίχνουν
γιατί ήμουν νήπιο (κάποια φορά
να τους ρωτήσω πόσων ακριβώς
μηνών) και συνεχίζω, τίποτα
κανένας φωτογράφος δε μας σώζει, σίγουρη
η μοίρα μας κι είναι γενναίο
να την αποδεχτούμε, μου θυμίζουν
πόσες φορές να ’χω στηθεί κι ακόμα στήνομαι
με ύφος μπρος στον μάταιο
φακό, εδώ σκοντάφτω, τι να πω
τι να τους πω που λεν
αλήθεια και σαν να μη φτάνει
αυτό κάθομαι τώρα
εδώ κι εξιστορώ με κίνδυνο
μικρόν, βεβαίως, πλην
κίνδυνο ν’ αναιρέσω
πράξη του βίου μου νηπιακή που ωστόσο
σοφή κι ολόσωστη την κρίνω και περήφανο
περήφανο με κάνει ακόμα τώρα.

Γένεσις

Ποιος ξέρει πόσους ζοφερούς
αιώνες των αιώνων
χαμένος μέσα στη φρικτή του καθημερινότητα
δέσμιος ανελέητου βιοπορισμού
σπαταλημένος σε φθοροποιές δουλειές βαρβαρικές
–μπορεί σε κάτεργο ή σε λατομείο
έρποντας ίσως μέσα σε χαμηλές στοές
ή και πνιγμένος σε χαρτιά, λογαριασμούς και προθεσμίες
μπορεί και να ’τανε τελώνης ή φοροεισπράκτορας
μπορεί ακόμα και δακτυλογράφος ή και δάσκαλος
σε κακομαθημένους μαθητές ή γεωργός
σ’ άγονα πετροχώραφα· δεν έχουν τελειωμό
τα απαίσια ενδεχόμενα – το βέβαιο
είναι πως κάποτε με αγώνες σκληρούς κι αιματηρούς
με απεργίες κι εξεγέρσεις εξασφάλισε
ένα επταήμερο διακοπών
τότε ακριβώς
σήμανε η πρώτη μέρα της Δημιουργίας.
(Κύριε,
γνωρίζω την εξωπραγματική θεολογία που σε θέλει
αιώνες των αιώνων για χαμένον μέσα
σ’ εκείνη τη μακάρια ακινησία του απείρου
σε ιδανική απραξία κι ύστερα ξαφνικά να σε τσιμπούσε
μια μύγα και ν’ αρχίσεις να φωνάζεις «γενηθήτω»
Κύριε,
συγχώρεσέ τους δε γνωρίζουν
τι λένε – όχι τι ποιούσι
διότι τίποτε ποτέ τους δεν εποίησαν).

οι λέξεις

Η μέρα σου ’φτανε ως τον ώμο
πάλευες τα στρυφνά σημάδια
να ξεδιαλύνεις
– σκοτεινές γραφές μπλεγμένες στην ουρά του χρόνου
παίζοντας με τον ύπνο μας τις νύχτες
και με το λιγοστό μας γέλιο
τα δειλινά που οι αδρές γραμμές των λόφων
μερεύουν σαν τις έγνοιες και τις θύμησες
τις ώρες που η ζωή βρίσκει το πρώτο πείσμα της.
Η μέρα σου ’φτανε ως τον ώμο
δυο λέξεις γύρευες να συνταιριάξεις
όμως εδώ
οι στίχοι φτάνουν με τον ήλιο
γι’ αυτό και φέρνουνε μαζί τους
όλο το φως του κι όλο μας τον πόνο
γι’ αυτούς που δεν μπορούνε να τον αντικρίσουν
όμως εδώ
χιλιάδες χρόνια η κάθε λέξη
παλεύει με τα νοήματά της
παλεύει με τον ήχο της, παλεύει
με τα γράμματά της τα ίδια·
και πώς να δαμάσεις
δυο ολόκληρες λέξεις
καθώς
η μέρα σου ’φτανε ως τον ώμο
καθώς
τα σκοτεινά σημάδια πλήθαιναν
καθώς
ο χρόνος πήρε ν’ αφηνιάζει
χτυπώντας την ουρά του δυνατά
και τρέχοντας –τρελά– στο σκονισμένο κάμπο
σαν άγριος Μινώταυρος που ξέφυγε
απ’ το σοφό λαβύρινθο
–τάχα ποιοι ν’ άνοιξαν τις πόρτες–
δείχνοντας καθαρά πως η ώρα πλησιάζει
που οι λέξεις θ’ απομείνουν ορφανές.

Θάνατος

Όντως λαμπρά, μεγάλα ονόματα
Λυκούργου και Σωκράτους
Αναξαγόρα, Ικτίνου, πιο πέρα η Σοφοκλέους, δεν τελειώνουν
λεροί, πλην πολυσύχναστοι
κι οι τοίχοι μαυρισμένοι αν τους κοιτάξεις
οι τοίχοι μαυρισμένοι από καπνούς
αδιάκοπων αυτοκινήτων, τ’ άλλα
πέφτουνε κάπως μακριά, δε φαίνονται από δω
ποιος Ελαιώνας και ποια θάλασσα, μα ωστόσο
νιώθεις αχνά την παρουσία τους κι ο ήλιος
περνάει, κανείς μας δεν τον βλέπει, στάζουν
τα κλιματιστικά στα μισοπεζοδρόμια, όλοι
καιγόμαστε μεγάλα καλοκαίρια, οι κάργες
έχουνε μεταμορφωθεί σε περιστέρια
κοπάδια τα βαριά τα περιστέρια στη γυμνή πλατεία
πλήθουσα η αγορά, πλούσιες όλες οι μερίδες, πάνοπλοι
οι αστυνόμοι, πρεζόνια, τσιγαρούδες, μετανάστες
πάγκοι, περίπτερα μ’ εφημερίδες, βιαστικοί αναγνώστες
αγνώστου επαγγέλματος, κι όσο για κείνα τα κρεμμύδια
πάει καιρός που απάλυναν, σχεδόν δεν καίνε
φρουρές και μπάντες ξεχασμένα, οι τράπεζες πυκνώνουν
δεν έχει εδώ μπαλκόνια και ζουμπούλια, μόνο απλώνεται
ένα μεγάλο δάσος διασπασμένο, είναι φυτά εσωτερικού
χώρου και χρόνου, όλο θεριεύουν
να μη σου τα πολυλογώ, πες μου αν μπορείς
πες μου εσύ που ξέρεις απ’ αυτά, τώρα τι κάνουμε
μ’ αυτήν εδώ την Πρέβεζα στο κέντρο της Αθήνας;

Επαγγελματικά

Τέλος, σε ερώτησή μας σχετική
με τις ποικίλες του –κατά καιρούς– επαγγελματικές ενασχολήσεις
απάντησε ως εξής:
Ναι, αυτό είν’ αλήθεια, έχω ασκήσει
στου βίου μου τη μακρά διάρκεια
κάμποσα επαγγέλματα
για να τα βγάλω πέρα, όπως λέμε, για να ζήσω.
Υπήρξα γεωργός, διαλογέας στα προγνωστικά του ποδοσφαίρου,
βοηθός φυσικοθεραπευτή, υπάλληλος σε διάφορα γραφεία
κι έκανα βέβαια κι αυτό το επάγγελμα του ποιητή.
Έβγαινε κάπως ένα μεροκάματο, μπορώ να πω
πως τα απαραίτητα καλύπτονταν.
Μόνο γι’ αυτή την έρημη δουλειά του ποιητή
κανένας δε με πλήρωσε ποτέ, όμως να ξέρεις:
εγώ κι αυτή την έκανα
μονάχα για να ζήσω.

Αγρίνιο

Τρέμαν ωχρά τα φώτα μακρινά
μια αβέβαιη τομή σ’ αυτή τη νύχτα
τη νύχτα που ’ψαχνα να βρω αν είναι τωρινή
ή μήπως έβγαινε από μακρινούς βυθούς
μην έβγαινε και μ’ έφερνε μαζί της
μαζί της από κει που μ’ ήβρε ξεχασμένον

τρέμαν ωχρά τα φώτα μακρινά
έσβηνε η πόλη στα βαθιά της μνήμης
η πόλη που ήταν τα φτερά μου κι πληγή μου

η πόλη που ήταν κάποτε
χρυσή γραμμή στις νύχτες μου
στις νύχτες μου τις παιδικές μίλια μακριά της
δρόμος ανοιχτός, θύρα του κόσμου

τρέμαν απόψε πάλι αυτά τα φώτα μια γραμμή
μίλια μακριά μου όμως γνώριμα στενά
λαβύρινθοι, μακρόσυρτοι χειμώνες

φύγαν και μείναν και δε φεύγουνε ποτέ
σε ψάχνω πόλη
πίσω απ’ την υγρασία του ποτισμένου κάμπου
μια νύχτα απροσδιόριστη χωρίς
ελπίδα να σε βρω, ελπίδα να με βρεις
να σ’ έχω έξι χρόνια απ’ τη ζωή μου κατοικήσει.

Λαύριο

Ο ήλιος ανατέλλει απ’ τη Μακρόνησο
είναι σα μια μεγάλη κόκκινη πληγή
καράβια που ’χουν τ’ όνομά τους λησμονήσει
αναγελούνε τις ριπές του ανέμου
καπνοί σημαίνουν την ενταύθα παρουσία μας
και για όσους φύγαν μαρτυρούν
τόνοι σκουριάς.
Ο ήλιος ανατέλλει απ’ τη Μακρόνησο
τους δρόμους μελετά κάθε πρωί
που φτάνουν στο νησί του
όλοι περνούνε από τούτη τη γωνιά
–απέναντι είναι το Λαύριο–
εξόριστοι ποιητές
μας είδανε και το ’παν
στον αιώνα τους.
Ο ήλιος ανατέλλει απ’ τη Μακρόνησο.
Ο Ήφαιστος κουτσός και στριμωγμένος
ανάμεσα στον Ποσειδώνα και την Άρτεμη
οξειδωμένα όνειρα
η γη σκυμμένη μελετάει τα κενά της
κανένας ήλιος δεν τα φτάνει
βάθρα που αποτινάζουνε τ’ αγάλματά τους
γραμμές που χάσανε τα τρένα τους
πράγμα περίεργο
στο Λαύριο
κανείς δεν είναι απόψε ο τυχερός.

Πέρσες

Σου λέω λοιπόν πως άτυχοι σταθήκαμε.
Ζήσαμε βλέπεις τόσο πριν
απ’ τους Ρωμαίους και τις λαμπρές αρένες τους
απ’ τα μεγαλειώδη ιπποδρόμια των κραταιών Βυζαντινών
ή απ’ τα συγκλονιστικά εκείνα
παγκόσμια κύπελλα του ποδοσφαίρου
– ζήσαμε βλέπεις τόσο πριν
κι άγνωστα όλ’ αυτά μας ήταν.
Έτσι
βρέθηκε στην ανάγκη ο άνθρωπος
να κουβαλήσει και να στήσει το χρυσό του θρόνο
σ’ αυτές εδώ τις ξέρες
–χρόνων ετοιμασίες και πορεία χιλιάδες μίλια
και τρικυμίες και Θερμοπύλες κι Αρτεμίσια–
(τον είπανε κενόδοξο και υπερόπτη και μωρό
οι ανίδεοι
και κάποιος Αθηναίος του πρότεινε
τη νίκη πριν απ’ τον αγώνα
– λες ο πανούργος να ’χε καταλάβει;)
τέλος:
να παίξει και να χάσει τόση δόξα, τόσο βιος
και να μας δει
ράκη της Αυτοκρατορίας εμπρός του να σπαράζουμε
(όλ’ αυτά
για λίγο θέαμα, για λίγη αγωνία
για λίγο «ζήτω», λίγο «γιούχα»
κάτι που τέλος πάντων κάπως θα εποίκιλλε
την πληκτική ζωή του της Ασίας).
Σου λέω, άτυχοι πολύ.

Πάλευε ακόμα

Πάλευε ακόμα εκείνο το πουλί
πάλευε να πετάξει, ορμητικά
απλωνόταν η φτερούγα
κάθε φορά που μια ριπή
ανέμου διέσχιζε το δρόμο
πάλευε ακόμα εκείνο το πουλί
λειωμένα κόκαλα, ιστοί, το δέρμα κολλημένα
στην άσφαλτο του δρόμου και μισή
μισή φτερούγα λαχταρώντας
πτήσεις ατέλειωτες ψηλά
ψηλά μες στον ατέλειωτον αγέρα.

το ανέφικυο

Του μίλησα
κάπως απότομα, μπορεί
λίγο σκληρά: μα τι μου λες
τώρα εδώ, ποιες εκκρεμότητες
και ποιον παλιό συμφοιτητή, εξηγήσεις
που δεν πρόλαβες να δώσεις, όλ’ αυτά
συνέβησαν κοντά εβδομήντα χρόνια
πριν πεθάνεις, ζήσατε
ο άνθρωπος αυτός κι εσύ
ως τα βαθιά γεράματά σας, είχες
αν ήθελες καιρό
να δώσεις κάθε εξήγηση
κατάλαβα, μιλούσα στο κενό, συνέχισε
να επιμένει σταθερά πως για όλα
έφταιγε ο ξαφνικός του θάνατος, ν’ αφήσει
τόσα πίσω του, ασυμμάζευτα, δεν το χωρούσε
ο νους του
θα ’πρεπε αλλιώς να γίνεται
κάποιος να ειδοποιεί, ίσως να υποχρεώνει
τον άφησα κι επέστρεψα
στον κόσμο εδώ των ζωντανών
βαρύς ξυπνώντας, ποιος
ν’ αντέξει αυτό το πάγωμα
όλα σ’ εκείνη τη στιγμή σταματημένα
σ’ εκείνη την αυθαίρετη στιγμή σταματημένα, πώς
που είχε γνωρίσει αυτός την πράξη και το χρόνο
πώς
ν’ αντέξει ετούτη την οριστική στιγμή.

η Επανάσταση

Άκουσα τις φωνές του δυνατές μέσα στον ύπνο
γνώριμες, τόσο μακρινές, ξύπνησα απορημένος
σήκω, με τράβαγε απ’ τα ρούχα, σήκω
τώρα θα κάνουμε
την επανάσταση
γνώριμες, τόσο ζωντανές μέσα στη μνήμη
νύχτες και νύχτες, παθιασμένες
αναλύσεις, έντονες
γραμμές κάτω από φράσεις, συμπεράσματα
στις αναρίθμητες σελίδες, διαφωνίες,
καινούργιοι φίλοι, ξαναμμένα πρόσωπα
ξύπνησα απορημένος, πώς
τώρα μιλούσαν όλοι ξαφνικά
πάλι γι’ αυτή την επανάσταση
τόσες βαριές δεκαετίες, κι αυτός
πώς είχε έρθει, από πού
τόσα χρόνια νεκρός
τόσα χρόνια νεκροί
αυτός, εγώ, η επανάσταση.

ψηφίδες

Σαν όνειρο που βλέπεις
αμέτρητες χιλιάδες χρόνια ύστερα απ’ το θάνατό σου.
Κι όλο ρωτιέσαι
μες στο βαθύ σου ύπνο
ποιαν εποχή συμβαίνουν όλ’ αυτά
πότε, σε ποιον άραγε κόσμο βλέποντας
ο Αχελώος κατέβαζε αργά τ’ ατέλειωτα νερά του
ο Άσπρος, φίδι μακρινό
σε ποιους καιρούς, ποιοι τους μετρούσαν
πώς;
αστράφταν τα νησιά καταμεσής στο πέλαγος
ήχοι της μουσικής, ήχοι της νύχτας
ο Διονύσιος Σολωμός ευλαβικά σκυμμένος πάνω σ’ έν’ άγριο κρίνο
ακούς
ο Όλυμπος κι ο Κίσαβος –τα δυο βουνά–
μαλώνουν· δε θυμάσαι το γιατί
ποιο μεσημέρι παιδικό
χαμένοι αριθμοί καταγραμμένοι ανώφελα
στα σκορπισμένα μόρια της αχανούς μας ύλης
άσκοπα ταξιδεύοντας μαζί της
εκείνος –ο γνωστός– πεσσεύων
και κάποιος άλλος ζωηρός κι αδέξιος
χτυπάει την μπάλα δυνατά, τρέχει ο πιο πρόθυμος
να τη μαζέψει· δεν τον ξαναβλέπεις
σαν όνειρο
κι έχουν περάσει χρόνια αμέτρητες χιλιάδες
η Μήδεια σ’ ένα ρεματάκι κάτω απ’ την Κουκουράβα
ορμούσε ξαφνικά ο Ευβοϊκός λες θα κατέκλυζε τον κόσμο
παλινδρομούσε
το ίδιο αστείο χρόνια και χρόνια
ισορροπία ακριβοδίκαιη
γλάροι που ακολουθούνε το καΐκι
δυο δελφίνια, οι φίλοι
φεγγάρι πάνω απ’ την Επίδαυρο
οι σκιές
μια απειλή αιωρείται μα κανείς δε φεύγει
τι άβυσσος που ανοίγει, στρογγυλό στόμα του Άδη! οι σκιές
φαρμακερά κινούνται παίζοντας παιγνίδια
τι να ’γιναν, αλήθεια, αυτά που θα ’παιρνες μαζί σου
έλεγες «μικροπράγματα» και δεν τελειώναν
και πού να πήγαν όλοι αυτοί
μετά από τόσα καλοκαίρια, τόσες συζητήσεις
σε ποιες αβύσσους σκόρπισαν γυρεύοντας
άλλος μια μπάλα, άλλος την αλήθεια
άλλος –ο πιο πικρός– δυο στίχους
τα χρώματα, το φως
πού πήγαν τόσα χρώματα
ο Υμηττός το δειλινό, ο κάμπος
ψηλά κοιτώντας απ’ το Δομοκό, η φευγαλέα εικόνα
η στροφή
όλα ψηφίδες σ’ άνεμο τυφλό
χιλιάδες χρώματα στη Θεσσαλία των ματιών σου
ψηλά κοιτώντας απ’ το Δομοκό κανένας Όλυμπος
κανένας Πηνειός, κρίμα τις Γεωγραφίες
τον κόσμο που θα γνώριζες
γιατί μαλώνανε παππού τα δυο βουνά;
βρίζονταν άγρια σαν Έλληνες των εμφυλίων
ποιο κέντρο;
ποιο κέντρο βάρους μου γυρεύεις σ’ ένα όνειρο;
ένα όνειρο που βλέπεις κι ύστερα δεν ξυπνάς
να βάλεις κάπως, πες, τα πράγματα στη θέση τους
σε ξέρω, σε γνωρίζω με βασάνισες
μια ολόκληρη ζωή
επίμονα γυρεύοντας αρχή, μέση και τέλος
όμως ο κόσμος είν’ αλλιώς
και η ζωή
ένα όνειρο που βλέπεις σκοτεινό
αμέτρητες χιλιάδες χρόνια ύστερα απ’ το θάνατό σου.

Απόψε



Απόψε γύρισε ο καιρός.
Απόψε γύρισε ο καιρός, φυσάει
ένας δυνατός βοριάς
δεν τον ακούς
φυσάει, βουίζουν τα πλατάνια ανταρεμένα
δεν ακούς
απόψε γύρισε ο καιρός, τελειώσαν
ξαφνικά οι γαλήνιες μέρες
τις βλέπεις, φύλλα πλατανιών
μέσα στον άγριο άνεμο
τις βλέπεις, φύλλα πλατανιών
δε στέκουν πουθενά
δε στέκουν πουθενά, πού να σταθούν
πώς να σταθούν
φύλλα στη δίνη τού καιρού, σκορπίζουν
χάνονται
ποιος ξέρει
ποιος ξέρει τι καιρούς, πόσον καιρό
ήσυχα οι γαλήνιες μέρες κυοφορούσαν
τη νύχτα την αποψινή
κανείς δεν ξέρει τίποτα, ποτέ
απόψε γύρισε ο καιρός, φυσάει
ένας δυνατός βοριάς
πού βρίσκεσαι, δεν τον ακούς
πού βρίσκεσαι, θα φέρει καταιγίδα
φύλλα
των πλατανιών οι μέρες μας
στη δίνη των καιρών.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.