Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάλασσα: Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάλασσα: Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

Η Στωική Θάλασσα



Το κύμα
μανιασμένο κι αλλοπαρμένο,
και συνάμα παρορμητικό,
δεν άντεξε τη σισύφεια τιμωρία του
κι έλυσε τη σιωπή του:
γιατί πρέπει να πηγαινοέρχομαι
μάταια κι ανώφελα;
Η θάλασσα,
που εδώ και αιώνες ανέμενε την ερώτηση,
χωρίς πολλά πολλά απάντησε:
και πώς θα εκτονώνομαι
από τις ανομίες και τα ανθρώπινα παραστρατήματα;



του Χριστόδουλου Κατσούρη

Η Ονειροπόλα Θάλασσα


του Χριστόδουλου Κατσούρη


Η ονειροπόλα Θάλασσα
κι ο ακάματος Ουρανός,
κατέληξαν σε συμφωνία.
Μετά από συζητήσεις, παζάρια
διαβουλεύσεις, κι ασφαλώς διαμεσολαβήσεις,
θα άλλαζαν ρόλους.
Έτσι κι έγινε.
Κι όμως, μετά από τρεις χειμώνες,
και δύο καλοκαίρια
η ονειροπόλα Θάλασσα ήταν δυστυχέστατη.
Μπορεί η παρέα του ήλιου να'ταν υπέρλαμπρη
μπορεί τα άστρα να την υπηρετούσαν δουλικά
μπορεί οι κομήτες κι οι δορυφόροι να ερωτοτροπούσαν
ασύστολα κι αδιάντροπα μαζί της
μπορεί ακόμα και η θέα να'ταν εξαίσια από κει ψηλά
αλλά της έλειπε η ανθρώπινη συνεύρεση και παρουσία!
Κι έτσι, έλυσε τη συμφωνία...

Η Θάλασσα εκδικείται...


του Χριστόδουλου Κατσούρη



Η θάλασσα ήταν έξαλλη
με το αρμόδιο υπουργείο.
Οι κυματοθραύστες, οι μαρίνες,
οι λιμένες και οι ΄΄βραχίονές΄΄ τους,
που ΄΄αριστοτεχνικά΄΄
εισέβαλαν στα σωθικά της,
της στερούσαν τον ζωτικό της χώρο.
Και παρά να αρχινίσει
τις ατέρμονες συζητήσεις,
άρπαξε τη γνωστή τρίαινα
και ανακάτεψε τους ωκεανούς!
Έτσι απλά,
για να υπενθυμίσει ότι
αυτή καθορίζει την πολιτική
στα του οίκου της
κι όχι κάθε κατεργάρης υπουργός
που θέλει να πλανέψει τους ανθρώπους...

Η Αυτάρεσκη Θάλασσα


του Χριστόδουλου Κατσούρη

Η θάλασσα θαύμαζε
τον εαυτό της στον καθρέφτη,
όταν διαπίστωσε πως
δεν μπορούσε να αντικρίσει
τα όριά της.
Και σκέφτηκε
μειδιώντας πονηρά, και κυρίως αυτάρεσκα,
πως μπορεί να μην χωρούσε στο γυαλί
αλλά όλοι και όλα
συνωστίζονταν μέσα της...

Η θάλασσα



Η θάλασσα διψάει μυστικό νερό, μιλάει με φωνές
πνιγμένων, πλέει στην άβυσσο του ατέλειωτου καιρού
μ' ένα μεγάλο φέρετρο στη ράχη της από κρύσταλλο
μαργαριτάρι και σελήνη.
Κάθε Κυριακή ξεντύνεται τα ψάρια και βουλιάζει στον εαυτό της.
Η θάλασσα πεινάει ναυαγούς, με αρίφνητα νερένια χέρια
τους χαιρετά και τους καταβροχθίζει.
Συχνά όταν τραβιούνται τα νερά, εγκαταλείποντας ξεριζωμένα
φύκια και σπασμένα κουπιά, μας ξεγελάει συντριμμένη
ανάμεσα σε διαδοχικούς ροδόκηπους από κοράλλια νηνεμίας
και πίδακες πουλιών. Τότε όλα σαλεύουν,
λάμπουν και φλοισβίζουν στον ατλαζένιο κόρφο της.
Η θάλασσα ζυμώνει το θαλασσινό ψωμί μ' αλεύρι φεγγαρίσιο,
ταΐζει αστερισμούς αιμόφυρτους
γλάρους με αμάραντες φτερούγες.

Από τη συλλογή Τα παραλειπόμενα (1985) του Γιώργου Καφταντζή

Θάλασσα

του Γιώργου Μανέτα

Δεν ξέρω, πού είσαι θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
να ξεπηδήσω απ’ τα νωθρά νερά του ποταμού,
να φύγω, από το μόλο αυτό, που με κρατούν οι κάβοι,
και να βρεθώ σε χάλασμα θαλασσινού καιρού!

- Με το καράβι, εξώθησε και φτάσε απ’ τη μεριά μου
και στα δαρμένα κύματα, θε να σ’ αναζητώ!
Κι όταν σε ντύσω θάλασσα μετά, με τα σκουτιά μου,
ως θα’σαι κι αξελόγιαστος, θα σ’ αρραβωνιστώ.

- Αν είναι αλήθεια, θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
φτερά να βάλω πάνω του, κοντά σου να βρεθώ!
Μα ξέρεις … κάπου, κάποτε, στου ποταμού τη χάρη,
κάποια καλόμορφη γοργό μ’ έσυρε στο βυθό.

- Θα νοσταλγώ στα κύματα, εγώ, το ακροθαλάσσι,
κι όταν θα ‘ρθείς την άμπωτη, κρώξε φωνή του γλάρου.
– Στις Ατλαντίδες μήνυσα, έχει ο καιρός χαλάσει,
και με γραφίδα σου ιστορώ: Είναι θαμπό του φάρου.

- Στέκουν δυο κόσμοι ανάμεσα, κοχύλια και κοράλλια.
Θα περιμένω πάντοτε, παιδί, του ποταμού.
- Καταμεσής σου, θάλασσα, κοιτώντας με τα κιάλια,
θα λογαριάζω εσένανε στ’ αστέρια τ’ ουρανού.

- Το γλυκερό μου, πάνωθε στα χείλη σου και πάλι!
Αρχέγονη γεύση γλυκιά, κι αν θέλεις τη παντρεύω.
- Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού μοιάζεις θάλασσα, ζάλη,
άγνωρος τόπος μακρινός που μέσα ταξιδεύω.

Το τραγούδι της θάλασσας

F. de Brito



Βγήκα να χορέψω με τη βάρκα μου
έξω, στην άσπλαχνη θάλασσα
κι η θάλασσα με βρυχηθμό
λέει ότι πήγα να κλέψω
το δίχως ταίρι
φως των τόσο όμορφων ματιών σου
Έλα, να μάθεις αν έχει δίκιο η θάλασσα
Έλα, να δεις την καρδιά μου να χορεύει
Αν χορέψω στη βάρκα μου
Δε θα βγω στην άσπλαχνη θάλασσα
κι ούτε θα της πώ πού πήγα να τραγουδήσω,
να χαμογελάσω, να χορέψω, να ονειρευτώ μαζί σου.

Ἡ θάλασσα καὶ τὰ ποτάμια

του Γεωργίου Δροσίνη

Πῆγαν τὰ ποτάμια
παραπονεμένα
κι εἶπαν τῆς θαλάσσης:
Φέρνομε σ᾿ ἐσένα
ὅλα μας τὰ πλούτη,
ὅλη τη χαρά μας,
ὅλη τη ζωή μας,
ὅλα τὰ νερά μας.
Καὶ γιὰ πληρωμή μας
σὺ τί μᾶς χαρίζεις;
Παίρνεις τὰ νερά μας
καὶ μᾶς τ᾿ ἁρμυρίζεις!

Καὶ τοὺς εἶπ᾿ ἐκείνη:
Πῶς μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω;
Τὰ γλυκὰ νερά σας
πῶς νὰ τὰ φυλάξω;
Εἶμ᾿ ἀπὸ τὴ φύση
ἁρμυρὴ πλασμένη
Κι ἁρμυρὸ κοντά μου
κάθε τί θὰ γένει.
Τὰ παράπονά σας
πάνε στὰ χαμένα.
Θέτε τὸ καλὸ σάς;
φεύγετ᾿ ἀπὸ μένα.

Η δικιά μας θάλασσα

Σαν μια ήσυχη θάλασσα
σε τοπίο γαλήνης και άφατης ομορφιάς
ο βυθός της ψυχής σου
καθρεφτίζεται με την βοήθεια ενός ήλιου
Ένα φως που λάμπει και λάμπεις μαζί του
Ένα μπλε που χάνεται και χάνεσαι κι εσύ
Και βράχια περήφανα υψώνονται
αξίες που βάλθηκαν να σ’ οδηγήσουν.
Μια πορεία μοναχική που σκίζει τα νερά στα δύο
και ύστερα τα φέρνει και τα κάνει ένα πάλι
Και ο ουρανός · ο μεγάλος, ο γαλανός
μυστηριώδης κι ανοιχτός για να πετάξεις
Ν' ανοίξεις τα φτερά σου, να νιώσεις ελεύθερος,
ταξίδι απέραντο, όμορφο, γλυκό.

Ένας γλάρος λευκός φτερουγίζει, κόβει τον ορίζοντα
-μα και τον ενώνει
Και σαν χάνεται μαζί του γίνεται κουκίδα
Ένα στίγμα μαύρο μες την λαμπερή φυγή του
Μια φωνή βουβή που δείχνει την πορεία
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Όσο σε ζηλεύω θα σ' αναζητώ
Κι αν μου λείπεις ή μου φτάνεις εγώ θα σε κοιτώ
μες στα μπλε σου μάτια τα θαλάσσια, τα ουράνια
Μ' ένα γλυκό ευχαριστώ και πίκρα.

Την πίκρα που μου χάρισε η απουσία
και που την φορώ σα φυλαχτό
Έτσι, για να διώχνω το κακό
Κι Αγάπη. Κόκκινη, στερνή, ωραία
Έτσι θέλω να την νιώθω
Καθώς φεύγει._
Θωμάς Σπυρίδης

Κύματα


Κουρασμένος, ο πλοηγός ταξιδεύει.
Και μια μέρα θα βρει τη στροφή.
Αν ποτέ ανασαίνει με τόλμη, δίχως άλμη,
στην σκηνή θα εισβάλλει ο πόλεμος.

Την αιτία δεν θυμάμαι,
μα ωστόσο σού γράφω.
Για συντροφιά μου,
έχω έναν ορίζοντα που καίει,
μα που δεν νιώθω κοντά μου.
Σπαρταράει μελαγχολικά
και παραδέρνει στα κύματα. Μιας θάλασσας,
που δεν ξέρει. Κι αποζητά,
πράγματα θνητά. Που δεν γνώρισε.

Πελαγίζει η στροφή,
σαν ν' αστειεύεται.
Θέλω να βγάλω από πάνω μου τη σκόνη,
μα δεν βγαίνει· κι ούτε πρέπει.
Πρέπει εκεί, ασάλευτη να μείνει.
Κι όσο ακίνητη αυτή,
τόσο αεικίνητη, η άλλη να κινεί.

Πά' στο καράβι που μας ζαλίζει,
πάνω στο κύμα που μας θρηνεί,
στη θάλασσα που μας κοιμίζει
και νανουρίζει, εμάς, η στροφή.

Και το μαχαίρι,
που καίγεται σιγά-σιγά απ' τ' οξυγόνο,
ακόμα επιμένει,
τις παλιές πληγές να ξανανοίγει.

Αυτή την στροφή τι θα την κάνεις;
Θα την πιεί το πέλαγος.
Κροκάλες στην ακτή,
τις ξεχωρίζεις και τις πετάς στα νερά.
Κάποιο Μάη θα 'ταν ή Απρίλη.
Και ύστερα ήρθαν οι άλλοι·
και φύγατε μαζί.
Εσείς γι' αλλού... κι άλλοι για πάντα.



Εληγεννής Αλεξανδρινός - Αλήθειες και Ψέματα (2005)

Του Αιγαιου

Οδ.Ελύτη

1.
Ο έρωτας.
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι.

Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι.

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησιά των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ενα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.

2.
Παιχνίδια τα νερά
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας-

Και τ'αγριοπερίστερα ήχο
Δονούνε στη σπηλιά τους
Ξύπνημα γαλανό μέσ' στην πηγή
Της μέρας
Ήλιος-

Δίνει ο μάϊστρος το πανί
Στη θάλασσα
Τα χάδια των μαλλιών
Στην ξεγνοισιά του ονείρου του
Δροσιά-

Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ' αγνάντεμα
Ζωή-

3.
Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη του άμμο - Έρωτας
Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος
Δίνει στον ορίζοντα
Κύματα φεύγουν έρχονται
Αφρισμένη απόκριση στ' αυτιά των κοχυλιών

Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη?
Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
Γέρνει πανί του ονείρου
Μακριά
Έρωτας την υπόσχεση του μουρμουρίζει - Φλοίσβος.

Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

(Για τον Ωκεανό που γίνεται θάλασσα.)

Ανδρέας Εμπειρίκος

Για τον Ωκεανό που γίνεται θάλασσα.

Έλα απόψε αγάπη μου, Έλα τουλάχιστο στον ύπνο μου απόψε,
Να μου απαλύνης τον καϋμό που με παιδεύει

Έλα απόψε αγάπη μου
Και στάσου λίγο δίπλα μου και άγγιξέ με
Έτσι με το απαλό το χέρι σου στο χέρι μου
Και τα μαλλάκια σου στο πρόσωπό μου επάνω
Έτσι όπως μια μέρα με άγγιξες στο θέατρο -
θυμάσαι;


Έτσι κι απόψε αγάπη μου άγγιξέ με
Να νιώσω κι εγώ για μια στιγμή
Έστω για μια στιγμή μονάχα,
Ότι δεν είμαι πάντα Ωκεανός που συνεχώς βογγά
Αλλά και θάλασσα αυγουστιάτικη
που σπαρταρά
στον ήλιο.

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ


Σαρλ Μπωντλέρ
Μετάφραση:Α. Μπάρας

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί,
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τα κουρασμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πως κοίτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός
τ' ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει
ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πως πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μεσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.

ΑΡΜΙΔΑ

του Ν.Καβαδία

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ'αυτό θα φύγεται κι εσείς,
είναι φορτωμένο με χασίς
κ' έχει τα φανάρια του στην πρύμη.

Μήνες τώρα που 'χουμε κινήσει
και με τη βοήθεια του καιρού
όσο που να πάμε στο Περού
το φορτίο θα το χουμε καπνίσει.

Πλέμε σε μια θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένας γέρος ήλιος μας κοιτά
και μας κλείνει πού και πού το μάτι.

Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,
-πού να ξοδευτίκαν τόνοι χίλιοι;
Μάς προσμένουν πίπες αδειανές
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.

Ξεχεσμένο τ' άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες στη σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Η πλωριά γοργόνα μια βραδιά
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά
του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

Κ' έπειτα στις ξέρες του Ακορά
τσούρμο τ' άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο καφάλι.

Gabrielle Didot

του Ν.Καβαδία

Από τη συλλογή "Mαραμπού" (Άγρα, 1990)

Το βράδυ ετούτο κάρφωσε μ' επιμονή το νου μου

κάποια γυναίκα που άλλοτες εγνώρισα , κοινή

που ωστόσο αυτή ξεχώριζεν από τις αδελφές της,

γιατί ήταν πάντα σοβαρή , θλιμμένη και στυγνή.



Θυμάμαι που την πείραζαν συχνά τ' άλλα κορίτσια,

γελώντας την για το ύφος της το τόσο σοβαρό,

και μεταξύ τους έλεγαν , αισχρό κάνοντας σχήμα,

πώς θα συνήθιζε κι αυτή σιγά με τον καιρό.



Κι αυτή , ψυχρή και σιωπηλή , καθόταν στη γωνιά της,

ενώ μια γάτα χάιδευε με αυτάκια μυτερά

κι ένα σκυλί που δίπλα της στεκόταν λυπημένο -

ένα σκυλί οπού ποτέ δεν κούναε την ουρά.



Κι έμοιαζ' η γάτα , που αυστηρή την κοίταζε στα μάτια,

η πλήξη ως νά 'ταν , που με μάτια κοίταε ζοφερά,

και το σκυλί που εδάγκωνε το κάτασπρό της χέρι,

η τύψη ως νά 'ταν έμοιαζε , που εδάγκωνε σκληρά.



Πολλές φορές περίεργες την εκυκλώναν σκέψεις

και προσπαθούσε - μου ΄λεγε - συχνά να θυμηθεί,

το νου της βασανίζοντας τις ώρες της ανίας,

όσους μαζί της είχανε μια νύχτα κοιμηθεί.



Ώρες πολλές εκοίταζα τα σκοτεινά της μάτια

κι ενόμιζα πως έβλεπα βαθιά μέσα σ' αυτά

τρικυμισμένες θάλασσες , νησιά του αρχιπελάγους

και καραβάκια που έφευγαν με τα πανιά ανοιχτά.



Απόψε αναθυμήθηκα κάποια κοινή γυναίκα

κι ένα τραγούδι εσκάρωσα σε στυλ μπωντλαιρικό,

που ως το διαβάζεις , σιωπηλέ , παράξενε αναγνώστη,

γελάς γι' αυτόν που τό 'γραψε , με γέλιο ειρωνικό.

A Bord de l' "ASPASIA"

Νίκος Καββαδίας:


Από τη συλλογή "Μαραμπού" (Άγρα, 1990)

Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
για την κατάλευκη μα πένθημη Ελβετία ,
πάντα στο deck , σε μιά σαίζ-λόγκ πεσμένη , κάτωχρη
απ' την γνωστή και θλιβερότατην αιτία.

Πάντοτε ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν ,
μα εσύ κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσες.
Σ' ό,τι σου λεγαν πικρογέλαγες , γιατί ένιωθες
πως για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες.

Κάποια βραδιά , που από το Στρόπμπολι περνούσαμε ,
είπες σε κάποιον γελαστή , σε τόνο αστείου:
"Πώς μοιάζει τ' άρρωστο κορμί μου , καθώς καίγεται ,
με την κορφή τη φλεγομένη του ηφαιστείου!"

Ύστερα σ' είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.
Κ' εγώ , που την υγρή έκταση αγάπησα ,
λέω : πώς εσένα θα μπορούσα ν' αγαπήσω...

Γράμμα ενός αρρώστου

Νίκος Καββαδίας:

(Από τη συλλογή "Μαραμπού" (Άγρα, 1990) )

Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
-σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε-
και τ' άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: Το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
"Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!"
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ' ένα φορτηγό -πες της- μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ' εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ' έκαμα να κλάψεις.
Δε θα 'βρεις, βέβαια, λόγια για μι' απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...

(Σ’ ένα φεγγάρι πέλαγο)

Σ’ ένα φεγγάρι πέλαγο
απόψε ν’ ανοιχτούμε,
χίλια κρυμμένα μυστικά
στα κύματα να βρούμε.

Μην κλαις γοργόνα, στα παλιά
μη ψάχνεις στα ναυάγια.
Πες, πως με λένε Αλέξανδρο
Και λύσε μου τα μάγια.

Ένα φεγγάρι ζωγραφιά
στη θάλασσα αγκαλιά σου,
είναι η πανσέληνη βραδιά
που μοιάζει στη ματιά σου.

Μην κλαις γοργόνα, στα παλιά
μη ψάχνεις στα ναυάγια.
Πες, πως με λένε Αλέξανδρο
Και λύσε μου τα μάγια.


του Χρυσόστομου Γελαγώτη

Γυναίκα

του Ν.Καβαδία

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ'' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες του Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.