Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσερκεζης Πέτρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσερκεζης Πέτρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΩ ΣΕ ΧΡΟΝΟΥΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ / Πέτρος Τσερκέζης

 


Αυτό το πουλί μου πρόσφερε
Κελαηδήματα ανθών
Από το δέντρο της άνοιξης
Αυτό το κύμα κρύβει χίλια πρόσωπα
Πώς να διακρίνω
Το πνιγμένο πρόσωπό μου;
Ο καθρέτης πήρε φωτιά
Και ο καθρέφτης της θάλασσας
Είναι οι ταραχές του χρόνου
Με παλυροίες στεναγμών
Που ανεβαίνουν στο στέρνο του κόσμου
Ένα καράβι σήκωσε άγκυρα
Ένα χαντζάρι αστραπής
Έκοψε τους γάτζους του τρόμου
Αλλά έχω ακόμα τα σημάδια
Στη σάρκα μου σφραγίδα βαρβαρότητας
Τώρα απ’ τις ρωγμές
Φυτρώνουν άνθη και αστέρια
Στις γέφυρες που προσπάθησα να υψώσω
Θυσίασα τα άκρα μου
Ο καιρός με κυνηγούσε με φωτιές
βελούδα μιας πεταλούδας
Τύλιξα την αγάπη μου
Και τη χάρισα
Να μαλακώσω κάπως τις βασανισμένες ψυχές
Ο ήλιος στη δύση
Καίει της προφητείες του μέλλοντος
Με γάρζες από φεγγαρένιες νύχτες
Προσπαθώ να θεραπέψω τις πληγές μου
Ταξιδεύω στο άπειρο
Ταξιδεύω στη χώρα του πουθενά
Μεταναστεύω σε χρόνους αποτυχίας

Από την ανέκδοτη συλλογή «ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ»
Από τον κύκλο «ΠΑΓΙΔΕΣ»

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

ΜΕ ΔΙΔΑΞΑΝ / Πέτρος Τσερκέζης


Στη ζωή με δίδαξαν οι σοφοί και οι τρελοί
Μου δίδαξαν την πίστη οι ονειροπόλοι και οι άπιστοι
Αυτοί που κατεβάζουν τη σελήνη στα μπαλκόνια
Κι αυτοί που χτίζουν γέφυρες στον αέρα
Η γιαγιά μου η σοφία του ιδρώτα που φύτευε εύοσμο βασιλικό
Στις γλάστρες των ονείρων και στα παρτέρια του φεγγαριού
Και οι παππούδες μου που καλλιεργούσαν αμπελώνες
Κλάδευαν την ασημένια κληματαριά των άστρων
Και έστρωναν το τραπέζι του γλεντιού
Με τη φλόγα του οίνου και το μπαρούτι της ψυχής τους
Με γέννησε η ευκαρπία στο έδαφος των χεριών
Και θήλασα το ρόδινο φως στα μάτια της αγάπης.
Με δίδαξαν εκείνοι που μαχαίρωναν την ελπίδα
Εκείνοι που έσπειραν το σπόρο του μίσους
Και δεν πίστευαν πως θα ήμουν τόσο δύσπεπτος
Και από το αθώο αίμα
Θα άνθιζαν οι μαργαρίτες και τα τριαντάφυλλα της άνοιξής μου
Μου φυλάκισαν την πατρίδα, με φίμωσαν
Και μου στέρησαν τη θάλασσα των ταξιδιών
Ωστόσο εγώ είχα δημιουργήσει μια περίλαμπρη Αργώ
Ήμουν ο σωτήρας και ο ναυαγός
Στα μεγάλα ναυάγια του αιώνα
Με δίδαξαν το κομμένο αυτί του Βαν Γκογκ
Και μια Αφροδίτη με σπασμένα άκρα
Με δίδαξε το σκληρό ψωμί του πόνου
Η σπασμένη λύρα του Ορφέα και οι κεραυνοί του Δία
Με δίδαξε η μυθολογία της πέτρας και η περηφάνια του όρους
Πάνω στην οποία βλάστησαν τα κύτταρα μου
Με δίδαξαν τα πουλιά της θύελλας κι ένα λουλούδι στο βράχο
Βράχο το βράχο σκαρφάλωσα
Στα κακοτράχαλα μονοπάτια του χρόνου
Σκαλί το σκαλί έφτασα στο βάθρο της παλικαριάς
Ν’ αγκαλιάσω τον ήλιο.
Μ’ ένα ξύλινο άροτρο από την ιερά φηγό
Όργωσα τα χωράφια μου
Και με κονδύλι πίσω από την αμπαρωμένη πύλη
Έγραψα το τραγούδι μου
Στις αέρινες πεδιάδες του κλαρίνου
Με δίδαξαν εκείνοι που τους πλήγωσαν τα πόδια του χορού
Που είχαν λαμπάδα την ψυχή
Και λαμποκοπούν με την ευρύνοια του πνεύματος
Σπαθί στις καταιγίδες
Με δίδαξε η ευοίωνη ευγένεια του θεού της καλοσύνης
Με δίδαξαν το άλογο και ο σκύλος, η αλεπού και ο λύκος
Με δίδαξαν…
Πέτρος Τσερκέζης
Από τη συλλογή «ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ»

Σάββατο 22 Μαΐου 2021

ΣΕ ΠΡΟΣΚΥΝΩ ΓΛΩΣΣΑ, ΘΗΣΑΥΡΕ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ! / ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ



Κάθε προσπάθεια στο χώρο των τεχνών και των γραμμάτων είναι μια πέτρα στο παραδοσιακό κτήριο του πολιτισμού μας, είναι γιορτή για τον δημιουργό του και χωρίς αμφιβολία και για όλους εμάς τους φίλους και τους αναγνώστες του.
Τον τελευταίο καιρό είχα την τιμή και τη χαρά να κρατώ στα χέρια μου δυο πολύτιμα εργαλεία γλώσσας και δημιουργίας σταλμένα από τον αξιόλογο φίλο συγχωριανό Κώστα Α. Ίσο το «Γλωσσάρι των ιδιωματικών λέξεων Πολύτσανης-Πωγωνίου» και «Φράσεις της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας» αρχαϊκές που χρησιμοποιούνται και στην Πολύτσανη – Πωγωνίου. Είναι πραγματικά δυο ρόδα από τον κήπο της πνευματικής Πολύτσανης και τον ευχαριστώ θερμά για το δώρο που μου έκανε. Εγώ θα τα κρατώ πάντα στο τραπέζι της δημιουργίας μου γιατί θα μου φέρνουν κοντά την γλυκομίλητη λαλιά που θηλάστηκα με το γάλα της μάνας σαν αύρα αγάπης λατρεμένων προσώπων και της Μεγαλόχαρης προγονικής Πολύτσανης της ανεκτίμητης κληρονομιάς της.
Ωστόσο πιστεύω ακράδαντα πως αυτά είναι πολύτιμα εγχειρίδια όχι μόνο για πνευματικούς ανθρώπους αλλά για κάθε απλό πολυτσανίτη όπου γης είναι φορέας μιας ελληνικότητας, που το χαρακτηριστικό γνώρισμα της δεν καθορίζεται μόνο από την καταγωγή ή την κρατική υπηκοότητα. Ως ελληνικότητα νοείται «η συνείδηση του πολίτη, η συνείδηση μιας αρχοντιάς η οποία συνιστά πολιτισμό και αυτή η αρχοντιά είναι ένσαρκη στη γλώσσα, μια γλώσσα ομηρική τριών χιλιάδων χρόνων, στην ιστορική συνείδηση και μνήμη, στην αίσθηση, στην ευαισθησία, στον πολιτισμό και στην τέχνη, στο κάλλος, στον πνευματικό κόσμο, στα ήθη στα έθιμα, στο πολυφωνικό τραγούδι, στην παράδοση. «Γι αυτό τον κοσμοπολιτικό χαρακτήρα της ελληνικότητας επιμένω γιατί νομίζω πως μας χρειάζεται σήμερα…» επισημαίνει ο συγγραφέας φιλόσοφος Χρήστος Γιανναράς.
Στην παρουσίαση του μυθιστορήματός μου «Η Μεγάλη Έξοδος» στα Ιωάννινα τον Μάιο του 2018 παραξενεύτηκα πολύ όταν ένας από τους ομιλητές ο φιλόλογος-ερευνητής Μιχάλης Παντούλας αράδιασε αρκετές πολυτσανήτικες λέξεις που είχαν μπει στο μυθιστόρημα μου ασυνείδητα, χωρίς να το επιδιώξω. Πιστεύω πως αυτό συμβαίνει γιατί η μητρική γλώσσα ρέει στο αίμα μας, είναι τρόπος σκέψεις και τρόπος ζωής.
Στο αρχείο της μνήμης μας υπάρχουν πολλές λέξεις, πολύτιμα ακούσματα, σαν πολύτιμοι λίθοι τις ντοπιολαλιάς μας από τα αγαπημένα μας πρόσωπο, συνήθως από τους παππούδες και γιαγιάδες, αφηγήματα και παραμύθια γύρω από το τζάκι της χειμωνιάτικες νύχτες, κουβέντες από τα γλέντια, τους γάμους, τις κηδείες, όταν ξενυχτούσαμε το νεκρό, από τη σπορά, το θέρο και το αλώνισμα και από όλες τις δραστηριότητες του ανθρώπινου βίου. Το κεφαλοχώρι Πολύτσανη ήταν ένα σταυροδρόμι που συνέδεε όλα τα χωριά της περιοχής, αλλά και το Πωγώνι με τη Ζαγοριά, το Αργυρόκαστρο, την Πρεμετή, τα Γιωάννινα, ωστόσο ήταν πάντα μια πολίχνη που έσφυζε από κοινωνική ζωή, του μολυβιού και του ταξιδιού, του εμπορικού μυαλού με πολλά μαγαζιά, με εμπόριο, τεχνίτες και βιοτέχνες και με ξενιτεμένους σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης, δημιουργώντας εκεί όπου ξενιτευτήκαν αξιόλογες παροικίες που δεν διέκοψαν ποτέ τη σχέση με τη γενέτειρα, τη γλώσσα και πάντα τα μάτια της ψυχής τους ζούσαν με την πατρίδα και το νόστο. Έτσι που δεν διακόπηκαν ποτέ οι σχέσεις των έξω, των μεταναστών με τους συντοπίτες τους συγχωριανούς υπήρχε πάντα μια αλληλοεπίδραση και στις πιο σκοτεινές εποχές της σαρανταπεντάχρονης δικτατορίας του αποκλεισμού και του διωγμού.
Μολονότι ο Κώστα Ίσος προέρχεται από έναν επαγγελματικό χώρο όπως η κτηνιατρική, που μοιάζει σαν να έχει καμιά σχέση με τα γράμματα, μολαταύτα ήταν πάντα παρόν στα γράμματα και στην τέχνη, στον πολυφωνικό όμιλο και στις πολιτιστικές εκδηλώσεις με την πολύτιμη προσφορά του, όχι μόνο στον δημοσιογραφικό τύπο, αλλά και με εκδόσεις, με έργα που αφήνουν τη σφραγίδα τους στα πολιτιστικά δρώμενα του χωριού μας, αλλά και πιο πέρα ακόμα του Βορειοηπειρωτικού και του Ελληνικού χώρου. Ο Κώστας είναι πρωτίστως ένας πατριδολάτρης, ερωτευμένος με το χωριό του την Πολύτσανη Πωγωνίου, με την παράδοση, το πολυφωνικό τραγούδι και με τις καλύτερες αξίες του. Αυτό το πόνημά του είναι ένα γλωσσικό εργαλείο χρήσιμο από το νήπιο ως το πιο γηραλέο, είναι ένα ντοκουμέντο έρευνας, ταυτότητας και κληρονομιάς, είναι ένα ιερό προσκύνημα στο θησαυρό της γλώσσας μας, είναι το γάλα της μάνας με το νανουρίσματα της αγάπης, το κρυστάλλινο νερό που ρέει από την καρδιά της Νεμέρτσκας και από τα γάργαρα πηγάδια της ψυχής της. Ας κάνομε ωστόσο ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο για το ιδιωματικό πολτσανίτικο γλωσσάριο. Οι πρώτοι που έκαναν την μεγάλη προσπάθεια και ύψωσαν τη ντοπιολαλιά της κωμόπολης σε λογοτεχνικό επίπεδο είναι οι λόγιοι πατέρας και γιός Αθανάσιος και Μιλτιάδης Οικονομίδης. Είναι αξιοζήλευτο πως από την «Κούλα του Θανασάκη» αυτή η ντοπιολαλιά δημιούργησε πιστικούς χαρακτήρες που αγαπήθηκαν σε όλη την Ήπειρο αραδιάζοντας το έργο τους πλάι σε φημισμένες φυσιογνωμίες των γραμμάτων όπως ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Κώστα Κρυστάλλης, ο Χρήστος Χρηστοβασίλης και άλλοι.
Η γλώσσα είναι καθρέφτης ζωής, προόδου και δραστηριότητας μια κοινωνίας. Και η Πολύτσανη ήταν μια κωμόπολη που έσφυζε από ζωή και σκαρφάλωνε τα σκαλιά της εξέλιξης και της προόδου με σίγουρα βήματα. Την δυναμική της ζωής ακολουθεί και η δυναμική της γλώσσας. Η γλώσσα δεν είναι ένα πείραμα, είναι αντίκτυπος της δυναμικότητας του βίου μας. Είναι αυθεντικός καθρέφτης που αντανακλά σημαντικές αλλαγές στη ζωή των ανθρώπων και της κοινωνίας. Αυτό το εργαλείο επικοινωνίας φανερώνει τις άπειρες προοπτικές και πιθανότητες που προέρχονται από τον εσωτερικό κόσμο μιας κοινωνίας ανθρώπων μπολιασμένο και επηρεασμένο από τις εξωτερικές επεμβάσεις. Στα τέλη του δέκατου ένατου και στα μισά του εικοστού αιώνα για την πολτσανίτικη κοινότητα η δημογραφική κίνηση και εξέλιξη ήταν πολύ έντονη με τα απαραίτητα συστατικά μιας πολιτισμικής κουλτούρας.
Αυτές τις αλλαγές τις συναντούμε έντονες σ’ αυτά τα δυο εργαλεία γλώσσας. Μολονότι δεν έχει σπουδάσει γλωσσολογία αυτά τα δυο έργα είναι πρότυπα θάρρους και ευγενικής προσπάθειας να ερευνήσει και ν’ ανοίξει ένα παράθυρο για τις μελλούμενες γενιές. Αγαπητέ συνάδελφε Κώστα Ίσο! Δράττω την ευκαιρία την ημέρα της ονομαστικής εορτής να σου εκφράσω τις πιο θερμές ευχές για το Πολτσανίτικο λεξιλόγιο και για όλο το αξιόλογο έργο σου και την ακούραστη πολιτισμική σου δραστηριότητα. Σου εύχομαι χρόνια πολλά με υγεία και δημιουργία για να μας χαρίσεις κι άλλα πολύτιμα ρόδα του πνεύματος. Αυτή η απόπειρα είναι μεγάλη προσφορά για την πνευματική Πολίτσανη. Και όπως μου έγραφε σ’ ένα τελευταίο μήνυμα αυτό το λεξιλόγιο έχει αυξηθεί. Σημαίνει πως συνεχίζει να ψάχνει, να ερευνά και να εμπλουτίζει αυτό το έργο και αυτό μας χαροποιεί. Όπως αναφέρθηκα πιο πάνω η πρώτη καλή προσπάθεια σ’ αυτό τον τομέα είναι εκείνη του Μιλτιάδη Οικονομίδη. Στον τέταρτο τόμο του έργου του «Λαογραφικά και ιστορικά της πατρίδας» έχει ενσωματωμένο στο τέλος του βιβλίου ένα γλωσσάριο πάνω από 600 λέξεις και άλλες 150 στη συλλογή διηγημάτων: «Άνθρωποι από τη Βόρειο Ήπειρο». Μια καλή προσπάθεια είναι επίσης και του Χριστόφορου Γιάνναρου στην «ΠΟΛΙΤΗΑΝΗ, Νύφη του Πωγωνίου!» πάνω από 600 λέξεις κι αυτό. Ο Θεοδόσης Μάντζαρης στο πρώτο του μυθιστόρημα «Στον καθρέφτη του χρόνου» μας φέρνει πάνω από 300 λέξεις της πολτσανίτικης ντοπιολαλιάς. Μελετώντας εκ βαθέως τα έργα του Αθανάσιου Οικονομίδη (μολονότι είναι στην καθαρεύουσα και δύσκολο να βρεθούν) όπως την συλλογή διηγημάτων «Ηπειρωτικές εικόνες ή Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας», τα έργα «Ο Βρικόλακας», «Ο Κυρ Κιχλάς» «Η καστανιά της νύφης», «Η μάγισσα» το δράμα του Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός» η ιλαροτραγωδία «Αι Αρκευφίδες» με ηπειρώτικες υποθέσεις και άλλα έργα των λογίων μας σίγουρα θα βρεθούν πολλές άλλες λέξεις της πολτσανίτικης ντοπιολαλιάς. Τελευταία διάβασα μονορούφι το πρόσφατο σου έργο «Χειροπέδες στο γάμο» (κοινωνικό αφήγημα) και μου άρεσε για όχι απλώς για το παράλογο γεγονός της χειροπέδες στο γάμο, αλλά για τη διάσταση που έχεις δώσει στα πρόσωπα και στα δρώμενα του χωριού, στα ήθη και έθιμα και στα τραγούδια. Ωστόσο για αυτό θα γράψω σε κάποια άλλη φορά. Ό, τι αφορά το Γλωσσάρι πιστεύω ακράδαντα πως αυτή η προσπάθεια σου είναι αξιόλογη και η καλύτερη. Και μια φορά τα θερμά μου συγχαρητήρια και πάντα επιτυχίες στο έργο σου!
Πέτρος Τσερκέζης

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

ΝΑΥΑΓΙΟ / Τσερκεζης Πέτρος


Από τον κύκλο «ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑΤΑ»
Το πλοίο σήκωσε άγκυρα στο τρικυμισμένο πέλαγος του μεσονυκτίου μαζί με της σειρήνες της σελήνης
και γκρεμοτσακίστηκε στις Συμπληγάδες πέτρες
μιας Κυκλώπειας μυθικής βεντέτας που κρατάει 3000 χρόνια
όμορφη Αργό σαν το ταξίδι, σαν το όνειρο, σαν την Ιθάκη
οι πνιγμένοι πουλιά της λευτεριάς κρατιόνται στο σπασμένο κατάρτι
λευκά χέρια, φτερούγες γλάρων θωπεύουν τα άψυχα κορμιά
χτυπάει ο μπρούντζος τ’ ουρανού άχρηστη τυμπανοκρουσία
η δύση μελάνιασε σαν νεκρός αρπαγμένος απ’ τα σκοτάδια
και η αγάπη έκαψε το τελευταίο της φτερό στα σωθικά της καταιγίδας
στη λιπόψυχη θυσία της προδομένης υπόσχεσης
οι πνιγμένοι κρατιόνται από τα φύκια των μαλλιών τους
η θεριεμένη θάλασσα ουρλιάζει με χίλια στόματα
πανηγυρίζουν οι φλόγες με χίλια πρόσωπα χαροκαμένα
αυταπάτες τ’ αστέρια στην παρηγοριά του απόβραδου
η μέρα με τα ηδονικά της μάτια γρατζουνισμένος φλοιός
στάζει αθώο αίμα στο γαλανό τραπέζι απ’ τα ποτήρια του κρασιού που γλεντοκοπούν οι καρχαρίες
τ’ αγκαλιάσματα της μέδουσας νεφελώματα σε παγωμένες κλίνες
το αγκυροβολημένο φεγγάρι στα κυπαρίσσια της προκυμαίας
μετράει τα πρόσωπα της συμφοράς και του περισσεύει η λύπη
η θάλασσα μελάνιασε, χτυπιέται, μουγκρίζει ξεψυχώντας την πίκρα στο κατώφλι της χαραυγής ρόχθος μοιρολογιών
κρατιέται απ’ τα μαλλιά της και ταξιδεύει μαύρη στα ύδατα του Άδη
μαύρα ναυάγια καταποντισμοί σε πελάγη ψυχών
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
Από τον κύκλο: «ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑΤΑ»

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Πέτρος Τσερκέζης: Η αράχνη της μοναξιάς έχει παγιδέψει τις μέρες




Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΥΨΩΝΕ ΤΑ ΤΟΙΧΗ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ

Το μονοπάτι της απόδρασης ήταν φίδι : ο βράχος της υπομονής
είχε γίνει συντρίμμια; Βούιζε το βουνό, σπάραζε η θάλασσα
Ο δρόμος ήταν φραγμένος, συρματόπλεγμα στη σάρκα
φραγμένο το στόμα, χαραγμένο το σώμα της σελήνης
Μόνο το σύνορο ούρλιαζε σαν εφιάλτης και τα εφτά παράθυρα.
Φιλόστοργο φιλί, τραυλισμός με νυχτιάτικες ντουφεκιές
στα φιλόφρονα μονοπάτια της προσδοκίας
δεν μπορούσε να σπάσει τον άλικο κλοιό της σιωπής
Το πιο γλυκό χαμόγελο κρεμάλα ενός άστρου
στη μεταγενέστερη μετοικεσία του πάθους
ποδοπατημένες μαργαρίτες, δακρυσμένοι οφθαλμοί της άνοιξης
Πού είναι το ευλογημένο μονοπάτι; ρωτούσαν τα μάτια;
Σιωπή. Χόρευαν οι πόθοι μέσα στις αλυσίδες της απόγνωσης
Με άρπαξες από το χέρι τότε που η προδοσία ξεψάχνιζε με μανία
το δέντρο της γενεαλογίας μου και με τραβολογούσατε μια εσύ,
μια η λύκαινα της αντάρας. Τυφλά μάτια, φραγμένο ποτάμι
Πού είναι ο δρόμος; βούιζε το ποτάμι νερόφιδο
Άβυσσος, ξηροφθαλμία του εδάφους που σκάβει τάφους.
Πού είσαι; Φώναζα, που είσαι; Το ξυλοκρέβατο της χαραυγής σέρνονταν ματωμένο.
Σιωπή με κεραυνοβολημένα δέντρα.
Η μέρα δάκρυζε. Η μοναξιά ύψωνε τα τοίχη της φυλακής!


ΜΥΡΙΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΡΟΔΟ

Ο ουρανός άναψε τα κεριά του
Και οι απόντες, οι δικοί μας νεκροί
Μας έρχονται κοντά, τι μυστικό θα μας εμπιστευτούν;
Σαν να τους ντύνει η άνοιξη με φτερά πεταλούδας
Σαν να μας ντύνει η λύπη με φτερά χελιδονιών
Δυσκολεύεται να αναπνεύσει ο Μάης μέσα στο σκούρο
Σκονισμένη οδός χωρίς βήματα
Σκονισμένο φως σκοντάφτει στα μάτια μας
Και η αθωότητα πατημένη χλόη
Η πόλη καλυμμένη από γκρίζα λήθη
Λυκόφως αναστεναγμών.
Αγνοώ το φόβο και βγαίνω
Φόρεσα μάσκα στην άνοιξη και γουρλώνει
Κι ένας ουρανός μασκοφόρος με κυνηγάει καταπόδι.
Μαράθηκε η ματιά μου σαν το τριαντάφυλλο
Που το ‘κλεψα στη γειτονική αυλή
Για να το χαρίσω σε κάποιον
Το χάρισα στον αέρα για τις απώλειες.
Μαράθηκε ο Μάης με βλέμμα άχαρο
Περνάει ο χάρος πλάι μας δρεπανηφόρος
Και τραγουδάει ταπεινώνοντας την αρχοντιά
Και οι αόρατες αρβύλες του βαραίνουν
Στης υφηλίου το στέρνο.
Η αράχνη της μοναξιά έχει παγιδέψει τις μέρες.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

ΤΟ ΡΑΠΙΣΜΑ ή Η ΑΚΑΝΘΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ / Πέτρος Τσερκέζης


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα
1.
«ΤΕΛΕΙΩΣΕ, ΤΟ ΠΟΥΛΗΣΑΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ», ΕΙΠΕ ο πατέρας εκείνο το βράδυ. Η βροχή είχε σταματήσει και ο Μάης ευωδίαζε λες και ήθελε να χαρίσει μια ανάπαυλα, ν’ απαλύνει κάπως τα βάσανα των ανθρώπων. Η μητέρα μάζεψε τα ταψιά με της σταλαγματιές της βροχής από τον οντά κι έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό λες και έσπασε κάτι πολύτιμο. Έκατσε στο μιντέρι κοιτάζοντας τον πατέρα με ερωτηματικό βλέμμα. Ένα μεγάλο φεγγάρι σαν ένα γανωμένο σινί ανέβαινε πίσω από τα δέντρα του κήπου. Ένα λυπημένο, άδειο σινί που αντανακλά απατηλές εκλάμψεις. Η μητέρα έκλαψε. Έκλαιγε σιωπηρά. Η προσωποποίηση της καλοσύνης έμοιαζε καταβεβλημένη. Τα κρινένια, λευκά της χέρια έμοιαζαν εύθραυστα σταυρωμένα στο στέρνο σε μια στάση θλιμμένης Παναγιάς.
«Να είχαμε κρατήσει τουλάχιστον το σπίτι. Πώς θα τα βολέψουμε εκεί πέρα στην πόλη χωρίς συγγενείς και φίλους;»
Η φωνή της ήταν λυπημένη σαν να της είχαν αναγγείλει ένα μαντάτο, μια απώλεια. Είχε έρθει ο ξεριζωμός. Θα φεύγαμε τελικά από το χωριό. Αυτή την πικρή αλήθεια και αμετάκλητη απόφαση δε μπορούσα να την χωνέψω ούτε να την ανατρέψω. Είχαμε πουλήσει τα πρόβατα, την αγελάδα, το άλογο και νιώθαμε ορφανοί. Είχε καιρό που ο πατέρας διαπραγματευόταν την πώληση του σπιτιού. Το μεγάλο φεγγάρι έρχονταν να μου κάμει παρέα στο παράθυρο της σκάλας. Έκανα σχέδια να σκαρφαλώσω από εκεί στην κερασιά. (Τα κλαριά της πλησίαζαν καθημερινά σαν να ήθελαν να με αγκαλιάσουν. Τ’ άγγιζα και σούφρωνα αρκετές φορές δοκιμάζοντας τ’ άγουρα κεράσια). Τώρα άκουγα τον πατέρα να λέει πικραμένος κι αυτός:
«Ευτυχώς ήταν πολύ καλή ευκαιρία για το σπίτι. Βρήκαμε γρήγορα αγοραστή και σε καλή τιμή. Τα χωράφια σύντομα θα τα πάρει ο συνεταιρισμός και δε θα ‘χουμε πια καμιά περιουσία σ’ αυτό τον κόσμο. Και είναι άξιον απορίας πώς στέκει ακόμα στο πόδι αυτό το σπίτι μετά από τόσες ρωγμές. Κάθε καλοκαίρι πρέπει να φτιάξομε κάτι, αλλά δεν κρατιέται με μπαλώματα. Τώρα είναι ετοιμόρροπη η μπροστινή μπάλα, εκείνη από την πλευρά του μαγειρειού. Το μαγειρειό είναι αταβάνωτο σαν αχούρι με χωμάτινο πάτωμα και το τζάκι όχι μόνο δεν χορταίνει ξύλα, αλλά ξεπαγιάζομε όλο το χειμώνα. Μας περονιάζει το κρύο. Ο οντάς στάζει και οι τοίχοι του έχουν γίνει σαν ο χάρτης του κόσμου. Πρέπει να το ισοπεδώσουμε και να το χτίσομε από τα θεμέλια, ωστόσο δεν κρατάει το πουγκί μας τόσα λεφτά. Μην το αφήνεις να καταρρεύσει αυτό το σπίτι. Κρατά τις ψυχές πολλών γενναίων, έλεγε ο πατέρας μου. Όσο ζούσαν οι γονείς ήταν δικαιολογημένο να ζούμε εδώ, γιατί ο ηλικιωμένος δεν εγκαταλείπει εύκολα το καταφύγιο του. Η μνήμες ωστόσο δεν μπορούν να το κρατήσουν πια στο πόδι ένα βομβαρδισμένο σπίτι. Σίγουρα στην πόλη θα βρούμε κάτι καλύτερο, θα κάνομε μια νέα αρχή. Δεν μας κρατάει πια αυτός ο τόπος. Δίνομε σεβασμό και αγάπη και θερίζομε αχαριστία».
«Μη κλαις τώρα», είπε ο πατέρας, «ήταν η μοναδική λύση, όλα θα πάνε καλά, στο υπόσχομαι. Κι εγώ νιώθω πικρή απογοήτευση, γιατί προσφέρω με καλοσύνη και μου την ανταποδίδουν με αδικία. Εκεί θα γλιτώσουμε από την κακία, τη ζηλοφθονία και την μικροπρέπεια κάποιων μίζερων ανθρώπων που τους ήμαστε αγκάθι στο μάτι».
Το στόμα μου σούφρωσε σαν από αγριοκέρασα. Ένας κόμπος δέθηκε στο λαιμό μου. Το κεφάλι μου βούιζε. Τα μάτια μου θόλωσαν, βούρκωσαν. Άφησα το παράθυρο κατρακύλησα τη σκάλα σαν τρελός, κι έτρεξα μέσα στη νύχτα. Πού πήγαινα; Ήθελα να ουρλιάξω από την οργή μου. Ήθελα να εξαφανιστώ, να χαθώ. Δεν είχαμε πια σπίτι, ούτε άλογο που το σπιρούνιζα και με πήγαινε καλπάζοντας στους αγρούς και στα δάση. (Ένα βράδυ το είχα κλέψει κιόλας από το αχούρι του νέου ιδιοκτήτη και είχα περιπλανηθεί για ώρες). Άλλοι θα μόνιαζαν τώρα στο σπίτι μας. Βγήκα από τη θυροπούλα, έτρεξα στον κήπο και βρέθηκα στον Αϊ Θανάση. Ήταν η διαδρομή που έκανα συνήθως για το σπίτι της γιαγιάς. Η γιαγιά ήταν η Παναγιά μου, η μοναδική που θα μπορούσα να της εμπιστευτώ τον καημό και τι δυσφορία μου βρίσκοντας παρηγοριά στην αγκαλιά της. Στη μέση του δρόμου μετάνιωσα. Γύρισα. Έτρεξα και σκαρφάλωσα στη συκαμιά με τον φουντωτό κισσό που ήταν ο κρυψώνας μου και έκλαψα οδυνηρά. Τα μάτια τα κρατούσα στα χαλάσματα του βομβαρδισμένου σπιτιού. Έβλεπα με τα μάτια της φαντασίας εκείνο το μοναδικό κανάτι του παράθυρου που το κουνούσε ο αέρας σαν ένα ρεφρέν παντοτινής κραυγής πόνου. Και σκηνοθετούσε ιστορίες που είχα ακούσει από τους άλλους. Γιατί, πατέρα; Έλεγα. Ήταν ένα γιατί κατηγορώ. Ποιον κατηγορούσα;! Ο βομβαρδισμός των γερμανών είχε κομματιάσει την καρδιά μου, είχε πάρει τη ζωή της γιαγιά μου από τον πατέρα. Δεν την είχα γνωρίσει, δεν είχα γεννηθεί τότε. Αλλά τι σημασία είχε. Ήταν μια μαυρομαντιλούσα πονεμένη γιαγιά που ήξερε να χαρίζει αγάπη γενναιόδωρα όπως όλες. Την παίνευαν όλοι. Δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ ποτέ με το γεγονός του άδικου χαμού της. Κάνοντας σύγκριση με την άλλη μου γιαγιά που με αγαπούσε πολύ σκεφτόμουν πόσο ευτυχής θα ήμουν αν ζούσε κι εκείνη. Θα διπλασιάζονταν η αγάπη.
Τυλιγμένος με το πέπλο της νύχτας και της λύπησης ούτε καν κατάλαβα πως με πήρε ο ύπνος,. Τον τελευταίο θόρυβο που άκουσα ήταν της εξώπορτας που ανοιγόκλεινε δυνατά. Δεν μου περνούσε καν από το μυαλό πως οι γονείς είχαν αναστατωθεί και μ’ έψαχναν απεγνωσμένα. Ένας ύπουλος ύπνος με είχε αρπάξει εφιαλτικά και με βασάνιζε, εκεί στη φωλιά μου, στο θρόνο μου που τον είχα δημιουργήσει σιγά-σιγά για μέρες κι εβδομάδες ολόκληρες πελεκώντας με το πελέκι και κόβοντας με το κλαδευτήρι του παππού τις φιδωτές κλάρες του κισσού ριζωμένες σαν φλέβες στον κορμό του δέντρου. Δε θυμάμαι τους εφιάλτες. Ωστόσο και το πιο λαμπρό όνειρο δε μπορούσε να μαλακώσει τη μαύρη σκιά εκείνου του εφιάλτη της φυγής που μου ξερίζωνε την ψυχή.
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΤΟ ΡΑΠΙΣΜΑ
ή
Η ΑΚΑΝΘΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ – μυθιστόρημα / Τσερκεζης Πέτρος


Δέκατο τέταρτο απόσπασμα
ΧΕΙΡΟΔΙΚΙΑ

Την θάλασσα την είχαμε αφήσει πίσω. Δεν ακούγονταν πια. Η γυναίκα με διαβεβαίωσε πως ήμασταν σε σωστό δρόμο.
«Τον θυμάμαι καλά αυτό το μονοπάτι. Από δω περάσαμε για να φτάσουμε στις παράγκες. Εκεί θα περίμεναν κάποιον να δώσουν το παιδί αντί αμοιβής. Δεν γνωρίζω με ποιον είχαν κλείσει τη συμφωνία και πόσο θα το πουλούσαν».
«Πως σε λένε;» ρώτησα.
«Σάρα».
«Γνωριστήκαμε σε δύσκολες συνθήκες, Σάρα, ελπίζω να είναι καλό οιωνός αυτό. Και που σε βρήκαν οι απαγωγείς;»
«Εργάζομαι σε φάρμα. Μόλις είχα τελειώσει τη βάρδιά μου και πήγαινα για το σπίτι. Ξαφνικά ένα αυτοκίνητο έτρεχε πίσω μου. Δεν πρόλαβα να βγω από το δρόμο. Εκείνο έρχονταν καταπάνω μου με ταχύτητα κόλασης. Ο τροχός άρπαξε το αριστερό μου παπούτσι και κατρακύλησα στο κανάλι, ουρλιάζοντας δεν ξέρω από φόβο ή από πόνο. Δυο άντρες κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και έτρεξαν κοντά μου ζητώντας συγνώμη. Με ρωτούσαν αν χτύπησα. Ένιωθα πόνο στα δάχτυλα του ποδιού και στη μέση. Με άρπαξαν από τα μπράτσα και με τοποθέτησαν στο αυτοκίνητο. Γρήγορα να την πάμε στο νοσοκομείο, είπαν. Αυτό ήταν όλο. Τρέξε, είπαν στον οδηγό. Όταν είδα πως το αυτοκίνητο έκαμε τρεις τρελές πισινές και βγήκε από την πόλη έβαλα τα ουρλιαχτά. Που με πάτε, φώναζα, που με πάτε; Λούφαξε, είπε ο ένας από τους άντρες. Αν δεν κάμεις ό,τι σου πούμε σε περιμένει αυτό, είπε ο άλλος, κουνώντας ένα μαχαίρι μπροστά στη μούρη μου. Ο πρώτος μου τοποθέτησε ένα μωρό στα χέρια. Γούρλωσα. Τι ήταν άραγε αυτό το αγγελούδι; Ήταν ξεκάθαρο. Το είχαν απαγάγει. Τι θα το έκαναν; Δεν γνώριζα τις προθέσεις τους. Κάποια στιγμή το μωρό ξύπνησε και άρχισε να κλαίει. Ησύχασε το, φώναζαν εκείνοι. Το μωρό έβλεπε άγνωστα πρόσωπα τριγύρω του και ήταν αδύνατο να ηρεμίσει. Θα το ησυχάσεις ή να σε πετάξουμε στη θάλασσα μαζί με αυτό το μπάσταρδο; Όσο πιο άγρια απειλούσαν εκείνοι, τόσο περισσότερο δυνάμωνε το κλάμα του μωρού. Χα, χα εσύ το τσιμπάς, μωρή πουτάνα που δεν παύει είπε ο μαχαιροβγάλτης μ’ ένα κλαυσίγελο τρελού και μ’ έπιασε από το λαιμό έτοιμος να μου μπήξει το μαχαίρι. Ευτυχώς το αυτοκίνητο έκαμε έναν κρότο, με μια κλίση από την πλευρά του οδηγού και σταμάτησε. Ο οδηγός βγήκε έξω φτύνοντας και βρίζοντας. Το λάστιχο, είπε. Τι γίνεται τώρα; Εκείνοι κατέβηκαν και τον κοίταζαν έτοιμοι να τον φάνε ζωντανό. Να το φτιάξεις το γρηγορότερο. Αν δεν φτάσουμε στην ώρα μας εκεί, φίδι που σ’ έφαγε. Με κατέβασαν από το αυτοκίνητο μαζί με το μωρό και προσπαθούσαν και οι τρεις να αλλάξουν το λάστιχο. Το έρεβος είχε δόντια. Αυτά τα πεύκα μπορεί να μας σώσουν, ψιθύρισα στο μωρό και έτρεξα προς το δάσος. Αν δεν έκλεγε το μωρό ίσως να τους είχα ξεφύγει!»
Άκουγα την γυναίκα και περπατούσα σαν το λαγωνικό που οσφραίνεται το θήραμα. Εγώ οσφραινόμουν το άγριο θεριό. Τα θεριά είναι απρόβλεπτα. Με είχε αφήσει άναυδο η εξαφάνιση του τραυματία. Τώρα μετάνιωνα πικρά που είχα αποδειχτεί τόσο αφελής. Είχα μπει σε αυτό το παιχνίδι σαν ερασιτέχνης χωρίς καμιά προετοιμασία, μ’ έναν εφηβικό ρομαντισμό λες και ήμουν πολυκέφαλος και θα μπορούσα να θυσιάσω κανένα. Είχα ρίξει καταγής έναν μαφιόζο και τον είχα αφήσει να φύγει ατιμώρητο. Θα έπρεπε να τα είχα συντονίσει σαν επαγγελματίας όλα τα πράγματα, να τον είχα δέσει και να τον είχα βάλει μπροστά. Προχώρα, είπα, στον εαυτό. Ως εδώ τα πήγαμε άριστα. Ξέρεις ν’ αντιμετωπίζεις τους πειρασμούς και τις προκλήσεις. Ξαφνικά έφτασαν στα αυτιά μας ζωηρές φωνές. Κάθε φωνή μέσα στο σκοτάδι γίνετε ένα μεγάφωνο φόβου. Κάθε ήχος είναι μια νότα παραπλάνησης στο πεντάγραμμο της παράφωνης νύχτας και κόβει τον χρόνο σαν μαχαίρι. Ωστόσο το ένστικτο της επίθεσης με είχε κατακτήσει εξ ολοκλήρου.
«Σβήσε το λυχνάρι. Δεν μου αρέσουν αυτές οι φωνές. Ακούγεται αυτοκίνητο εκεί κάτω. Τρέξε να κρυφτούμε μέσα στα δέντρα».
Οι προβολείς του αυτοκινήτου είχαν στραφεί προς τα πάνω. Μια λεωφόρος φωτός έσπαγε το κέλυφος της νύχτας.
Τρεις άντρες και μια γυναίκα πήραν το μονοπάτι με λυχνάρια στα χέρια. Ο πρώτος κρατούσε πιστόλι. Η γυναίκα δεν κρατούσε τίποτα.
«Σοφία εγώ λέγω να γυρίσεις πίσω εσύ. Το καλό που σου θέλω. Έχεις δύσπνοια και θα σε μπλοκάρει ο ανήφορος και το κρύο της νύχτας. Μόλις βγήκες από το νοσοκομείο και είσαι εξαντλημένη. Μείνε στο αυτοκίνητο, σε παρακαλώ».
«Όχι, ας πεθάνω στο δρόμο. Δεν πρόκειται να μείνω στο αμάξι και να περιμένω με σταυρωμένα χέρια. Θέλω να τρέξω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Με τρώει η αγωνία. Θέλω να βρω το παιδί μου. Να το αρπάξω στην αγκαλιά μου. Το παιδί μου κινδυνεύει. Όχι, όχι, όχι», είπε ξεσπώντας στα κλάματα σαν να την έσφαζαν. Ένα βραχνό ουρλιαχτό που μας έσφαξε κι εμάς.
«Άναψε το φακό γρήγορα», είπε η γυναίκα, «από την αντίδρασή της καταλαβαίνω πως είναι η μητέρα του παιδιού. Να τους δώσουμε σήμα να σταματήσουν. Σταματήστε. Είναι σε σίγουρα χέρια το παιδί σας», φώναξε η Σάρα.
Εκείνοι μαρμάρωσαν. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτή την παράλογη φωνή που έβγαινε από τα σπλάχνα της νύχτας. Η φωνή της Σάρας ξύπνησε το παιδί που άρχισε το κλάμα τρομαγμένο.
«Το παιδί μου, ή ψυχή μου», ακούστηκε ο σπαραγμός της γυναίκας. Ήταν κραυγή πόνου, ήταν λυγμός, ήταν δάκρυα, ήταν η λαχτάρα της μητέρα που έτρεξε πρώτη προς την κατεύθυνση μας. Ν’ αρπάξεις το μωρό από την αγκαλιά μιας μητέρας δεν είναι ένα βόλι, είναι μια τρομερή ριπή που κομματιάζει την καρδιά της. Αποτρόπαιο έγκλημα. Το αγκάλιαζε, το φιλούσε με θέρμη, όσο κατάρρευσε.
«Πάρτε το παιδί», είπε και έπεσε στην αγκαλιά του άλλου άντρα, που από όσα κατάλαβα ήταν ο αδερφός της. Η χαρά σου δίνει δύναμη και σε λυγίζει όπως και ο πόνος. Δεν χόρταιναν το μωρό. Δεν έκρυβαν τα δάκρυα τους. Τους εξήγησα τι είχε συμβεί και δεν έβρισκαν λόγια να με ευγνωμονούν.
«Στην επιστροφή πρέπει να καταγγείλουμε την απαγωγή στην αστυνομία για να πάρει άμεσα μέτρα, να συλληφθούν και να τιμωρηθούν οι κακοποιοί».
«Τι, τι είπες;» φώναξε με εκρηκτικό ύφος ο άνδρας που κρατούσε ακόμα το πιστόλι στο χέρι, «καμιά αστυνομία δεν θα φωνάξω, δεν μου τα ανέχεται το στομάχι μου εκείνα τα γουρούνια. Το βλέπεις αυτό το πιστόλι;»
«Ναι, το βλέπω».
«Ξέρεις γιατί το κρατώ;»
«Για προστασία».
«Όχι, καλέ μου άνθρωπε! Για χειροδικία. Θα μου το πληρώσουν ακριβά αυτοί που απήγαγαν το παιδί μου. Αυτό ζητάει εκδίκηση και θα του την χαρίσω. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σε προστατέψει σ’ αυτόν τον τόπο. Είναι η ώρα να πάρουμε τον νόμο στα χέρια μας. Δεν θα είμαστε εμείς πάντα οι ορφανοί της μοίρας. Εσένα λόγω χάρη σου άρπαξαν την μνηστή από την αγκαλιά σου και την οδηγούν εκτός συνόρων, κανείς δεν ξέρει που. Ίσως σε κανένα πορνείο. Ποιος θα το προστατέψει αυτό το άτυχο κορίτσι οι δικηγόροι του διαβόλου; Δεν γίνεται, κράτος με ληστές και φονιάδες, αδερφέ».
«Η δημοκρατία είναι ιερή», είπα, «βλέπεις απόψε ήμαστε τέσσερις που παλεύομε με το σκοτάδι για το δίκιο. Αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας ενάντια στο κακό, ίσως...»
«Δεν υπάρχει ίσως. Το κακό και η αδικία σήμερα γίνετε κάτω από την ασπίδα του νόμου. Μη το ξεχνάς μόνο αυτό, μπορεί να επιφέρει την τάξη. Πάμε. Να σας συνοδέψουμε ως το Μερσεντές κι εμείς οι τρεις θα συνεχίσουμε το δρόμο μας. Ένας λαβωμένος δεν μπορεί να πάει μακριά. Όπου να ‘ναι θα πέσει στα χέρια μας. Ίσως πιάσουμε και το μεγάλο ψάρι».

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ - μυθιστόρημα

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

ΗΡΘΕ Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΑΠΡΙΛΗΣ / ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ


Ήρθε η αγάπη και ήτανε Απρίλης μαγεμένος
Πετάριζε και ήτανε Μάης με τις δροσιές.
Είχε αηδόνια στα μαλλιά και πέταλα στα χείλη
Και η μορφή της έλαμπε Μάης μεθυστικός.
Οι μαργαρίτες χόρευαν με μάτια από ήλιο
Μας έστρωναν το δρόμο Μάης ανθοστόλιστος.
Με τα φτερά τους τα πουλιά μας σήκωναν ψηλά
Γλεντούσε Απρίλης στα λαούτα και Μάης ήτανε.
Μας έντυναν μας έγδυναν οι μεταξένιες αύρες
Μες την καρδιά της νιότης Απριλομάη μου.
Κρίνα ήταν τα μάτια της, φλάμπουρα ονείρων,
Και ίριδας χαμόγελα Απριλομάη ερωτικέ.
Κρήνες του πόθου πορφυρές, χείμαρροι τρελοί
Φιλιά και άνθη και πουλιά Απριλομάη μου.
Δεν έφτανε η μέρα μας για της χαράς τα μάτια
Και η νύχτα για τις αγκαλιές τρελέ Απριλομάη.

Από τη συλλογή: «Φλωροκαπνισμένο δαχτυλίδι μιας παλιάς θλίψης»

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2019

ΕΔΩ ΠΟΛΛΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ. . . / ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ


Τον κήπο τον ξύπνησαν τα πουλιά,
τα δέντρα τα ξύπνησε ο αέρας,
το αστροπελέκι έλαμψε τον ουρανό
ένα τριαντάφυλλο στον αιθέρα.
Τα δέντρα έριχναν τα κίτρινα φύλλα
επιστολές που δε στείλαμε ποτέ,
τα πουλιά φόρτωναν τον ουρανό στα φτερά τους
με μηνύματα για χώρες μακρινές.
Ξαφνικά έπαψαν το κελάηδημα τα πουλιά,
η βροχή μελετούσε τα πεσμένα φύλλα,
αλυχτούσε το σκυλί εκεί κοντά,
έβηχε ο παππούς στην καλύβα.
Ο ουρανός προετοίμαζε τα σάβανα
για να πάρει τους νεκρούς μακριά.
Ταξίδευα εγώ προς τον ποθητό νότο,
έφευγαν τα σύννεφα προς το βορά.
Εδώ λίγα γεννιούνται και πολλά πεθαίνουν,
τον πολύ θάνατο δεν αντέχει η καρδιά.
Φώναξα τους ανέμους να με πάρουν
να πάμε με τα πουλιά μακριά.
Εδώ είδα να γεννιούνται οι αγάπες μου
και να πεθαίνουν νωρίς, και να πεθαίνουν νωρίς.
Εσύ μη κλαις για την μεγάλη απώλεια,
ας κλάψει καλύτερα αν θέλει η βροχή.
Μαύρο βελούδο φόρεσε η γης μου,
μαύρο πένθος και ψυχρή παγωνιά,
τα βουνά τριγύρω σαν γίγαντες ουρλιάζουν
και η ψυχή μου πονά και η ψυχή μου πονά.
Ο κήπος χαλάστρα ανεμοδαρμένος
μισός στον ήλιο, μίσος στη βροχή.
Φοράω πουκάμισο το ουράνιο τόξο
ποδοπατώντας των νεφών την οργή.
Ο κεραυνός σαν οχιά με κομμένο κεφάλι
πέφτει στα πόδια μου και ξεψυχάει.
Που να βρω ένα μαγικό άλογο, πείτε μου,
σε μια χώρα του ήλιου να με πάει;
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
Από τη συλλογή:
«ΦΛΩΡΟΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΜΙΑΣ ΠΑΛΙΑΣ ΘΛΙΨΗΣ»

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

«ΣΟΝΑΤΑ ΓΙΑ ΒΙΟΛΙ ΚΑΟ ΘΡΗΝΟ»Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα / ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ




ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Αυτό το μυθιστόρημα άρχισε να γράφετε στα άγρια μεσάνυχτα της δικτατορίας, στη δεκαετία του ‘70, σε είκοσι κωδικοποιημένα φύλλα χαρτιού, που υπήρχε μόνο η ερωτική διάσταση σαν μια σονάτα στο βιολί της νιότης. Το θέμα με προσέλκυε με σαγηνευτικές νότες και τρομερή ταχυπαλμία. Δυο μάτια με κοιτούν επίμονα. Ένα βιολί ελκύει ηδονικά, πρωτοστατεί προσπαθώντας να υποτάξει την υλακή χορωδία των αγριμιών που σμπαράλιαζαν τον ύπνο μου. Ένα βραχύκαννο όπλο στροβιλίζεται πλησιάζονταν τον κρόταφό μου. Αυτές οι εικόνες με κυνηγούσαν μερόνυχτα γράφοντας και σκίζοντας. Μια θυελλώδης αγάπη. Ποιητική έξαρση, αστραπιαίο φιλί. Ανάβλυζαν οι κρυστάλλινοι κρουνοί του Γιεσένιν και οι πληγές του Λόρκα, ενώ η ποίηση μας φορούσε χακί, αρβύλες και δίκοχο. Κεραυνοβόλο όνειρο και εφιάλτης συνάμα. Όσες μεταμορφώσεις και χειρουργικές επεμβάσεις αν έκανα, έβλεπα απεγνωσμένος πως δεν υπήρχε ελπίδα να ολοκληρωθεί και να δει το φως της δημοσιότητας. 
Μια πιθανή παρουσίαση στον Εκδοτικό Οίκο, σίγουρα θα έδινε την πιο οδυνηρή διάσταση. Θ’ άνοιγε τις πύλες της φυλακής. Το υγρό και ζοφερό μπουντρούμι παραμόνευε παρέα με τα ποντίκια και τον χάρο. Οι παγίδες και η απειλή ήταν ο αέρας που ανασαίναμε. Τα καταχώνιασα στην πιο κρυφή γωνιά της βιβλιοθήκης πλάι στις κρυμμένες εικόνες και τη σύνοψη της μητέρας. Όταν εκείνη άναβε την καντήλα, έλεγε την προσευχή κι έκανε τον σταυρό της, κάτι λαμπύριζε μέσα μου, άναβε και τρεμόσβηνε μέσα στη νύχτα, κάτι σαν ελπίδα ανάστασης. Αλλά δεν τα έβγαλα ποτέ από τον κρυψώνα. Ήταν θαμμένα στο πουθενά της λήθης και της πίκρας. Χρόνια αργότερα όταν έχει κοπάσει η θεομηνία, ο θελξικάρδιος αέρας ξύπνησε ξανά κι εκείνα τα κιτρινισμένα και τσαλακωμένα χαρτιά βγήκαν από την τρώγλη τους. Τα ξεφύλλισα με τρεμάμενο χέρι. Εκείνο το λαμπροφόρο όνειρο των φοιτητικών χρόνων είναι ακόμα εκεί. Εκρηκτικά κομμάτια νεότητας, πέταλα ονείρου σαν από αμάραντα λουλούδια στην πιο λαμπρή βουνοκορφή του φιλόδοξου χρόνου και απειλούμενα θανάσιμα. Είναι τα κρίνα της αγάπης σου ή μια ανθοδέσμη για μελλοθάνατο; Άντεξαν άρα; Ο χρόνος είναι αμείλικτος. Αλωνίζει και αλέθει τα πάντα με τρομερούς μυλόλιθους. Ακόμα νιώθω τη γεύση του πικρού κοκτέιλ σαν ένα διαζύγιο την ημέρα του γάμου, σαν το πρώτο ερωτικό φιλί, που στο κόβει στη μέση ένας πυροβολισμός. Ο ερωτικός ψίθυρος συνεχίζετε για χρόνια με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Τα αποθέματα ψυχής ίσως να είναι τα ιερά του χρόνου, ιζηματογενείς πετρώματα που δεν τ’ αγγίζει η φθορά του. Ίσως... Ας δει το φως.

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΗ
Η δίφυλλη ξύλινη πόρτα έκλεισε πίσω μου. Δίστασα για ένα κλάσμα δευτερολέπτου. Που να πατήσω; Τ’ ακριβά περσικά χαλιά με θάμπωσαν. Φοβόμουν να πατήσω λες και θ’ άφηνα εκεί ανεξίτηλα ίχνη. Ένιωθα σαν τότε μικρό παιδί όταν πλημμύριζαν τα λιβάδια μαργαρίτες, μη τις ποδοπατήσω και δακρύσουν τα ματάκια τους. «Γιατί σταμάτησες; Προχώρα» είπε η Πέρσα. «Είμαστε εντελώς μόνοι». Την κοίταξα στα μάτια. Κωνσταντίνε, είπα μέσα μου, απόψε πέρασες το κατώφλι του πιο λαμπρού ιερού ναού. Το μέλλον σου βρίσκεται σ’ αυτό ακριβώς το σπίτι. Ας γίνει ο ναός του έρωτά σου, της δόξας και των ονείρων σου. Αμήν, θεέ μου, αμήν! «Καλωσόρισες!» είπε η Πέρσα και με φίλησε στα μάγουλα. «Αυτό είναι το σαλόνι μας. Μπορείς να καθίσεις όπου σου αρέσει. Ξέρω κρυώνεις. Εγώ φταίω, δεν σου εξήγησα λεπτομέρειες για το διπλανό σπίτι και την αυλή. Κάθισε κοντά στο τζάκι να σε περιτυλίξει η θαλπωρή». «Άλλη θαλπωρή επιθυμώ να με περιτυλίξει». Εκείνη γελάει χα, χα, χα και εξαφανίζεται πίσω από το παραβάν.
Καθόμουν στο μεγάλο σαλόνι του σπιτιού του πρέσβη, με το ποδάρι απανωτό σαν σημαντικός επισκέπτης ή οικοδεσπότης. Μετά από το ψυχρό κρύο και τον άδικο, τσουχτερό θυμό, ένιωθα μια προφητική δικαίωση και μια γαλήνη ευνοούμενου. Η Πέρσα πηγαινοέρχονταν από το σαλόνι στην κουζίνα με εαρινό βήμα, και γελούσε, ξεκαρδίζονταν με τις βρισιές μου. «Πες μου κι άλλες, πες μου κι άλλες, είναι τόσο ωραία όλα αυτά!» Τα ναζιάρικα χαχανητά της με άρπαζαν και με υποχρέωναν να πεταρίζω σαν πεταλούδα γύρο από έναν ανθό. Μετά τα πεταρίσματα έγιναν φανταστικά άλματα από το υπνοδωμάτιο της που θα εγκαινιάζαμε την πρώτη σεξουαλική επαφή, στην Πόλη του Φωτός και από κει σ’ ένα νησί που είχα τολμήσει να ονειρευτώ από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας μας. Δεν έβλεπα τι έκανε και ούτε μ’ ενδιέφερε. Μου αρκούσε που βρισκόμουν κοντά της, στο αριστοκρατικό σαλόνι, σε αυτή την ανονείρευτη και πολυτελέστατη οικεία. Δοκίμασες την ψάθα, τώρα δικαιούσαι να δοκιμάσεις κι ένα παλάτι που ούτε στο όνειρό σου δεν τόλμησες να δεις. Ξαφνικά άνοιξε μια πόρτα κι εγώ με την Πέρσα από το χέρι μπαίναμε στο φτωχικό μου. Η μάνα μου μας χαμογελούσε με ανοιχτή αγκαλιά: Καλωσόρισε η νύφη μου! Καλωσόρισε το παιδί μου. Γουρλίδικο το βήμα σ’ αυτό το φτωχικό, χρυσή μου. Καλωσόρισε η ομορφιά του σπιτιού μας! Σ’ αυτό το κατώφλι που δρασκέλησε το πόδι σου, να πέσουνε τα δόντια σου! Της εύχεται. Η Πέρσα δεν καλοκαταλαβαίνει και την κοιτάζει παραξενεμένη: Πού βρίσκομαι έτσι; Τι είναι εδώ; Που να κάτσω; Ανάψτε και κανένα φως, σας παρακαλώ. Για να ξέρεις, κορίτσι μου, δεν μπορείς να φτάσεις εκεί ψηλά στα παλάτια με βελούδινες πολυθρόνες, χρυσά και ασημένια σκεύη, κρύσταλλα, πορσελάνες, αν δεν περάσεις πρώτα από την ψάθα. Όλα αυτά από δω βγαίνουν, από το χώμα και τον ιδρώτα. Η Πέρσα μου πρόσφερε ποτό και με συνέφερε ξανά στο σαλόνι μ’ ένα λίκνισμα κι ένα φιλί που λίγο έλειψε να την αρπάξω, να την ρίξω στο ντιβάνι και να της ξεσκίσω το φουστάνι. «Πιες το ποτάκι σου, να κάμω ένα ντους κι έρχομαι. Δεν θ’ αργήσω. Κι εγώ ανυπομονώ την αγκαλιά σου».
Ρούφηξα μια γουλιά και με φίλησε για δεύτερη φορά, παίρνοντας την μισή δόση του ποτού από το στόμα μου. Αναστέναξε και απομακρύνθηκε κάνοντας έναν σκερτσόζο κύκλο μπαλαρίνας. Μου τοποθέτησε στο τραπέζι ένα μάτσο με γαλλικά περιοδικά λέγοντας: «Αν στενοχωρηθείς ξεφύλλισε και κανένα περιοδικό!» Την κοίταξα ξεκουμπώνοντας το μπουφάν. Το έβγαλα με μια αστραπιαία κίνηση, σαν να της έλεγα: «να λουστούμε μαζί!» Δεν τόλμησα ωστόσο. Ήπια με άσπρο πάτο το κρυστάλλινο πότο που μου γαργαλούσε το λαρύγγι κι έπιασα το βαθυπράσινο μπουκάλι. Το στριφογύρισα στα χέρια διαβάζοντας Glenfishddicsh – SCOTCH WHISKY. Δεν είχα δοκιμάσει ποτέ ουίσκι. Τα σωθικά μου έπαιρναν φωτιά. Είσαι καλοπίχερος, αγόρι μου, είπα στον εαυτό μου, είσαι γουρλίδικος. Κοπάνησα και το δεύτερο ποτήρι μονοκοπανιά. Γέμισα το τρίτο. Η πυρκαγιά επεκτείνονταν. Είχαν αρχίσει να πυρπολούνται τα πράγματα του σαλονιού και ο Φλεβάρης ξαφνικά είχε γίνει ένα καυτό καλοκαίρι. Ήταν πιο καυτό από εκείνα που είχα δοκιμάσει εκεί κάτω στα χωράφια του χωριού τον Αλωνάρη και τον Αύγουστο. Είχε πάρει φωτιά ο πλανήτης γης.
Είχε γίνει κόκκινος πλανήτης. Σίγα, Κωνσταντίνε μου, θα μεθύσεις, είπα στον εαυτό μου. Είδη είσαι μεθυσμένος, αν δεν λαθεύω; Δεν σε μεθάει το ρακί, ούτε το ουίσκι, η αγάπη σε μεθάει. Η αγάπη σε ανεβάζει στον ουρανό, σε πετάει και στην κόλαση. Σηκώθηκα με το ποτήρι στο χέρι. Πάνω στο μπουφέ του σαλονιού και στον τοίχο με το τεχνητό τζάκι υπήρχαν κάποιες φωτογραφίες. Πήρα στο χέρι μου μια. Οι γονείς σου μου χαμογελούν, Πέρσα, είπα. Ο πατέρας σου, μολονότι μόλις έχει σχηματίσει ένα αμυδρό χαμόγελο, με κοιτάζει με διπλωματική αυστηρότητα κατά πρόσωπο. Με ή χωρίς μυστικές αυστηρότητες εγώ είμαι εδώ, αξιότιμε πρέσβη. Δεν γνωρίζω πώς θα αντιμετώπιζες την κατάσταση αν γνώριζες τη σχέση μου με την κόρη σου; Όπως και να έχει εγώ βρίσκομαι εδώ, στον οίκο σου και θέλεις δεν θέλεις θα με αποδεχτείς, γιατί με διάλεξε η κόρη σου, η Περσίδα. Ίσως να είμαι απρόσκλητος και ανεπιθύμητος για σας. Ίσως με απορρίπτετε. Ίσως έχετε κάμει κάποια άλλα σχέδια και επιλογή για το ταίρι της κόρης σας, έναν δανδή γαμπρό, με κομψότητα και χάρη, μια εξέχουσα προσωπικότητα από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της ελίτ, ωστόσο θα σας απογοητεύσω, πρέσβη μου, ένα χωριατόπαιδο, κατώτερης καταγωγής, όπως θα με αποκαλέσετε, ένας ποιητής της ψάθας με τα λασπωμένα υποδήματα τόλμησε ν’ αφήσει τα ίχνη από το βούρκο του στο σαλόνι σου. Εσύ, κυρά μου, τι λες; Ρωτάω τη μητέρα της. Έχετε τα ίδια μάτια με την Πέρσα και το ίδιο χαμόγελο. Μου αρέσει το χαμόγελό σας. Είναι απόδειξη καλών προθέσεων. Μου μοιάζει με συγκατάθεση. Οι μητέρες είναι πιο μεγαλόψυχες και ευέλικτες, αποδέχονται θαρρετά τις σχέσεις των κοριτσιών τους. Μοιάζει χαριτωμένη η μητέρα σου, σαν κι εσένα, Πέρσα.
Δεν είναι τα μάτια εστία της ελπίδας ας με απορρίψει αν θέλει ένας πρέσβης κι ένα χαμόγελο ας με στείλει στην άβυσσο το γλυκό μαρτύριο της κλίνης λαχταρώ…
Με αυτή τη ζαλάδα ευφορίας επέστρεψα στο τραπέζι. Το τέταρτο ποτήρι με χτύπησε κατακέφαλα. Το κεφάλι μου είχε γίνει ένα ταμπούρλο: Σε θέλω Πέρσα! Καίγομαι, Περσίδα! Οι φλόγες μ’ έκαιγαν ολόκορμα. Σηκώθηκα. Φτάνει πια με αυτό το ποτό, είπα, μου τα έκανε κάρβουνο τα σωθικά μου. Τα πόδια με οδήγησαν ασυνείδητα στο διάδρομο, από κει που είχε εξαφανιστεί η Πέρσα. Άκουσα το έντονο πλατσούρισμα του νερού που κελάρυζε σαν χίλια πουλιά ονείρων. Σταμάτησα. Η πόρτα του μπάνιου ήταν μισάνοιχτη. Πλησίασα ακροπατώντας. Ω, θεέ μου! Η Πέρσα παρουσιάζονταν με όλη την ομορφιά της γύμνιας της. Πλησίασα κι άλλο. Η Πέρσα γυμνή. Η λευκή λάμψη του κορμιού της, μου θόλωνε το μυαλό περισσότερο από το ποτό. Το στήθος της έσταζε διαμάντια. Το χέρι της έτριβε το κατάμαυρο θάμνο της ήβης της μ’ έναν θαυμαστό τρόπο, ενώ εγώ είχα καυλώσει και ήμουν έτοιμος να μουγκρίσω. Δεν άντεχα πια. Έτρεμα. Η ηδονή ήταν ένας κεραυνός που με χτυπούσε σύγκορμα. Έσπρωξα την μισάνοιχτη πόρτα και μπήκα όπως μπαίνει η θύελλα από το ανοιχτό παράθυρο. Σίγουρα κάποιο ουράνιο χέρι μου άρπαξε το πουκάμισο, μου ξεκούμπωσε το παντελόνι. Φορούσα υποδήματα ή δεν φορούσα; Ένας ίλιγγος που δεν είχα ξαναζήσει ποτέ μ’ έσπρωξε και όρμησα ενστικτωδώς μέσα στην αφρισμένη μπανιέρα. Έμπαινα σε μια τρικυμισμένη θάλασσα, σ’ έναν αγνό ωκεανό. Το θελκτικό κορμί της σπαρταρούσε στην αγκαλιά μου. Το πάθος είχε γίνει λύσσα, η λύσσα άγαρμπες κινήσεις. Το διαμαντένιο της κορμί ήταν γραπωμένο στα χέρια μου, στους γλουτούς, στα στήθη με τις δυο γλυκές σταφίδες να στάζουν μέλι στο στόμα μου. Τα χέρια της στους ώμους μου και όλο κατέβαιναν όπως κατέβαινε το νερό. Μ’ έλουζε ένα λουτρό ανθέων, ροδόσταγμα του έρωτα. Τι αξία είχε το ελεφαντόδοντο, το χρυσάφι, τα ρουμπίνια, όλοι οι θησαυροί της γης μπροστά της;
Γοργόνα του ανθόνερου σε μια μπανιέρα θάλασσα πλημμυρισμένη μέλι.
Η θάλασσα άφριζε και οι θεά Αφροδίτη αναδύονταν από τους αφρούς. Κρατούσα μια Πέρσα από αφρούς. Αφρός μέσα στον αφρό. Και το σπέρμα μου ήταν από αφρό. «Αχ, μη τελειώνεις, μη! Θέλω να το μαζέψω όλο στην απαλάμη μου». Τελείωσα μ’ ένα μουγκρητό. Αλλά συνέχιζα να μπαινοβγαίνω μέσα της, κολυμπώντας στο πέλαγος της ηδονής σαν ένας θεός. Σε λίγο ένιωσα το φύλο μου να σπαθίζει ξανά. Όλος ο κόσμος ήταν από αφρό. Τώρα το μουγκρητό της Πέρσας ήταν ασταμάτητο. Σ’ ευχαριστώ, Πέρσα μου! Σ’ ευχαριστώ, Περσίδα μου, με ανέβασες στο ζενίθ της ευτυχίας σαν ένα θεό. Δεν ξέρω αν τις φώναξα μεγαλόφωνα αυτές τις λέξεις ή τις έλεγα μέσα μου. Δεν ξέρω επίσης πόσο συνεχίστηκε αυτό το αφρόλουτρο. Πιστεύω μια αιωνιότητα. Ξαφνικά κατάλαβα. Η αιωνιότητα είχε πάρει συμπαντικές διαστάσεις.
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
Από το μυθιστόρημα: «ΣΟΝΑΤΑ ΓΙΑ ΒΙΟΛΙ ΚΑΙ ΘΡΗΝΟ»

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΚΥΡΑΣ / ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ


Γεφύρι της Κυράς, γεφύρι της νύφης, 
Κομμένο γεφύρι ακρωτηριασμένο.
Πέρασα πάνω σου έναν χειμώνα, κατρακυλούσαν θολά νερά
Και άκουσα γυναικεία φωνή και μοιρολόι οδύνης
Κι έμεινα εκεί φωνάζοντας το όνομα σου
Στοιχειωμένη Κυρά των λουλουδιών, όνειρο της αγάπης.
Έφυγες τυλιγμένη με το λευκό νυφικό της ομίχλης
Και μέσα από τους θολούς ουρανούς και τους καθρέφτες του νερού
Αναδύεσαι όμορφη σαν αστροφεγγιά με χαραυγή ντυμένη.
Χτυπιέσαι μες τα κύματα, γδέρνεις τη σάρκα του απόβραδου
Και ματώνεις την αθωότητα των νιόπαντρων κοριτσιών.
Χαμένη Κυρά με χρυσά μαλλιά δεμένα με το πέπλο της σελήνης.
Κρατάς μαχαίρι και χτυπάς μες την καρδιά την άνοιξη.
Και τρέχει κόκκινο νερό με την κραυγή του πόνου
Και κορακιάζει, χάνεται το μαύρο χελιδόνι
Που δεν πρόλαβε να τιτιβίσει την ομορφιά της άνοιξης.
Λευκά φτερά το νυφικό σου, σκαρφαλωμένη στο κιγκλίδωμα
Αρπάζεσαι από τα νέφη, αρπάζεσαι από μια αστραπή και πετάς,
Για να σπάσεις τα σκληρά δεσμά από τα χέρια των Κυράδων
Και από τις πέτρινες καμάρες ανοίγεις πόρτες για να μπεις
Στην τρικυμισμένη μας καρδιά και στην κοίτη του θρύλου.
Τοξωτό γεφύρι της Κυράς, αιωρούμενα γεφύρια του τόπου μου
Σύννεφα που ρίχνουν βροχές, ουράνια τόξα με μορφές νυφάδων
Μέσα από τις σχισμάδες των καιρών μας ρίχνετε χαμόγελα
Για να ξυπνήσει η νοημοσύνη στα τυφλά μάτια,
Για να ξανακερδίσει το ρόδο την ευωδιά της αγάπης
Και ο άνεμος που χλιμιντράει αύρα χαδιού να γίνει.
Γεφύρια γκρεμισμένα ριγμένα σε ακτές ακρωτηριασμένων εποχών.
Αχ, πώς κράζει γοερά η ζωή από τις καμάρες της απόγνωσης!

Από τη συλλογή: «ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ»

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΟΣΕΣ ΑΓΑΠΕΣ! / ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ


Πόσες αγάπες με περιμένουν εκεί έξω
Πόσες αγάπες θα με κουβαλούν ζωντανό ή νεκρό;!
Κλείνω τα μάτια και σας ονειρεύομαι,
Ανοίγω τα μάτια
Και σας αγκαλιάζω με πάθος.
Πάρτε το στέρνο μου είναι ιερός βράχος
Μπορεί να κτίσετε πάνω του Ακροπόλεις.
Αχ, κόσμε, κόσμε θλιβερέ,
Εσύ με πληγώνεις κι εγώ σε προσκυνώ!
Προσκυνώ τις αγάπες που μου ξεσκίζουν τα σωθικά!
Μια με αρπάζει με τρικυμία θάλασσας,
Η άλλη με περιμένει στο ακρωτήρι ενός ονείρου.
Μια άλλη σαν Γοργώ με κυνηγάει σε στρεβλό μονοπάτι
Την απολίθωση να μου χαρίσει προίκα
Μόλις την αντικρίσω.
Πόσες αγάπες μου χαμογελούν
Πόσες γονατίζουν και πεινούν στις κάνουλες των ματιών μου,
Πόσες αγάπες ακονίζουν τα δόντια να με κομματιάσουν,
Πόσες αγάπες ψάχνουν την καρδιά μου!
Κι εγώ τους κλείνω το μάτι σαγηνευτικά,
Την ασπίδα του μου χάρισε ο Περσέας
Γυαλίζει σαν καθρέφτης καίγοντας όλες τις βεβαιότητες,
Της αλαζονείας του απρόβλεπτου.
Μη σας ξεγελάσει η αθωότητα της μορφής μου
Μου στήνουν καρτέρι οι ενοχές και τα μειδιάματα και χαμογελώ
Και από το σαρκοφάγο θα σας χαμογελώ.
Σαν περιμένω και ας μου ραμφίζεται το συκώτι
Με λαμπερά ράμφη από θέλγητρα
Έριξα όλες τις μάσκες της επιπολαιότητας
Και σας περιμένω να φορέσω το πρόσωπό σας αγάπες!
Και τους εφόδους με τα αδέσποτα βέλη της κακίας
Και τον θρίαμβο της ήττας.
Πόσες αγάπες με περιμένουν, πόσες αυταπάτες;!
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
Από τη συλλογή: «ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ»

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΟΥ ΑΛΥΧΤΑΕΙ Η ΣΕΛΗΝΗ / Τσερκεζης Πέτρος


Η σελήνη μου αλυχτάει και μου δαγκώνει την καρδιά
Και ξανά τρέχω πίσω από μια άπιαστη μορφή
Που μου ροκανίζει τα χρόνια σαν τρωκτικό.
Η βροχή με πρόλαβε στη μέση του δρόμου.
Και η θάλασσα έτρεχε στους δρόμους της πόλης.
Το στέρνο της ζωής βογκά από κεραυνοβολήματα
Καρφωμένο μαχαίρι στην καρδιά του φθινοπώρου.
Ξημεροβραδιάσου με το κεφάλι ακουμπισμένο
Στην υπομονή μου, λέει ο βράχος.
Μια κερασιά, παλιά μου φίλη, μου υπόσχεται
Να μου στρώσει την κλίνη με μνήμες.
Ξεσκισμένες υποσχέσεις τα κλαριά των δέντρων
Και τα κελαηδήματα των πουλιών
Ανόητη παρηγοριά. Δεν την επιθυμώ.
Στις νωπές ακρογιαλιές, σε ξένες αμμουδιές
Η σελήνη περπατάει ξυπόλητη,
Ενώ εσύ σβήνεις ένα-ένα τα ίχνη
Από τις πατημασιές της αγάπης
Και όλο με προσκαλείς στο σπίτι το θαλασσινό.
Ο ουρανός έγινε εύθραυστο γυαλί
Μπαίνω στα σεληνιακά τοπία και χάνομαι
Με σπινθηρίσματα πυρακτωμένης αμνησίας.
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
Από τη συλλογή: ΛΑΒΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΗ

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

ΑΧ, ΑΥΤΗ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ / Τσερκεζης Πέτρος


Αχ, αυτή η θάλασσα του Αυγούστου
Με κράζει με τραγουδιστές φωνές σειρήνων
Που το γαλάζιο κύμα μου τις φέρνει
Κι εγώ δεν είμαι Οδυσσέας, τις τρέχω πίσω
Σαν να έχω πάρει υποσχέσεις από μια ερωμένη!
Αχ, αυτή η θάλασσα του Αυγούστου
Με γαλάζια, καταγάλανα δεσμά με παγιδεύει.
Εψές κοιμήθηκα εκεί με την πανσέληνο αγκαλιά
Δεν είχε κλαρίνα,
Δεν είχε βιολιά
Και ξανά χόρευα πάνω στα κύματα
Σαν στο πιο απέραντο αλώνι του κόσμου.
Ο Ιούλης έφυγε με την καυτή του αναπνοή
Και μου άφησε το καταϊδρωμένο πουκάμισο σαν συμφορά.
Και ήρθε ο Αύγουστος με δυο πανσέληνους.
Έμπαινε η πανσέληνος
Έμπαινε και οι θάλασσα
Από όλα τα παράθυρα, πλημμύριζε από όλα τα όνειρα.
Η νύχτα αναστέναζε ζητώντας τα φιλιά σου, αγάπη μου.
Εκεί έξω γλεντούσαν ή μάλωναν; Έσκουζε η θάλασσα
Καίγονταν η πανσέληνος και κρύβονταν πίσω από τα πεύκα
Ποιος ήθελε να μου την κλέψει
Είχα ακουμπήσει στο περβάζι μιας υποψίας
Και είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου
Σαν να περιπλανιόμουν σε μια σκοτεινή λαβύρινθο.
Και έξω, αχ, εκεί έξω ο κόσμος ξημέρωνε
Με το φιλί μιας πανσέληνου
Ποιος έπλεκε τα μαλλιά σου με τα φύκια
Και προσπαθούσε να μουντζουρώσει την πανσέληνο.
Αχ, αυτός ο Αύγουστος με δυο πανσέληνους!
Βάλθηκε να χαλάσει τη ισορροπία του κόσμου.
Έστρωσε τις αμμουδιές με χρυσή άμμο
Έκαμε τη θάλασσα πλατινένια
Και ρουθουνίζει μπροστά στα πρόσωπά μας.
Βρήκε μια κρυφή φλέβα
Και χύθηκε όλη στην καρδιά μου.
Α, τι ευλογημένες νύχτες
Που προτιμάς να εγκαταλείψεις το σπίτι σου
Και να βουλιάξεις σ’ ένα πλατινένιο σπίτι.
Εψές η θάλασσα βγήκε από τα ρούχα της
Και ανταλλάξαμε φιλιά, ανταλλάξαμε δέρμα
Και μάτια και καρδιά.
Αυγουστιάτικο φεγγάρι για πού ανοίγεις τα πανιά;
Θρυψάλιασα την πανσέληνο της συμφοράς
Και ταξιδεύω με την πανσέληνο της αγάπης
Η πανσέληνος σαν να έριχνε λάδι στη φωτιά
Για χατίρι σου αγάπη μου, μάλωσα με τη θάλασσα
Μάλωσα και με μια μακρινή φίλη
Λες και ήθελε να σου κλέψει τα μαργαριτάρια,
Να κλέψει τους πολύτιμους λίθους της ψυχής μου.
Αχ, αυτή θάλασσα του Αυγούστου
Παφλάζει, γαληνεύει με χρυσές ρανίδες
Κατασταλαγμένη από το μέλι του ήλιου
Λες και θέλει να μου κολλήσει ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού
Λες και θέλει να μου ψιθυρίσει μια συγγνώμη ή έχε γεια!
Πότε με δελεάζει με φωνές σειρήνων, πότε στραβοκοιτάζει
Λες και θα της κλέψω την παρθενιά.
Λες και θα της κλέψω τα μεγάλα της μυστικά.
Λες και ψάχνω κομμάτια από ήλιους ξεχασμένων καλοκαιριών
Και χαμένα φεγγάρια στις ανηφοριές του χρόνου.
Αχ, αυτή η θάλασσα του Αυγούστου!
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
Από τη συλλογή: ΛΑΒΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΗ
Κύκλος: ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΥ

ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΑΤΕ… / ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ


Μη με ρωτάτε για την καταγωγή μου;
Είμαι ένα δάκρυ απόδημου ουρανού 
κι ένα φιλί αποθυμιάς
στη φουρτουνιασμένη θάλασσα του νόστου.
Φιλί του Ιούδα μ’ έσφαξε,
φιλί αγάπης δίνω.
Και αν με βρείτε να μαζεύω θρυμματισμένα φεγγάρια
στην έρημη αμμουδιά της Πηνελόπης,
είναι γιατί ψάχνω μια πατρίδα για τους μελλοθάνατους!

Από τη συλλογή: «ΛΑΒΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»

Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ, ΟΥΡΑΝΕ ΜΟΥ! / Τσερκεζης Πέτρος


Σέρνει η αγάπη μου χορό
Σε αλώνια νοσταλγίας
Μέσα σε τέσσερα βουνά
Είναι μια χούφτα τόπος
Άνοιξη αηδονολαλεί
Κούνια της γέννησης μου.
Πάνω στην πέτρα έγραψα,
Πάνω στο βράχο γράφω,
Με το αετίσιο βήμα μου
Μπήκα στο χοροστάσι.
Εκεί κοιμάμαι, εκεί ξυπνώ,
Εκεί με βγάζει ο δρόμος.
Εκεί η αγάπη και η χαρά
Στήνουνε πανηγύρι.
Από το ράμφος αηδονιού
Μ’ άρπαξε το τραγούδι,
Δάκρυ ματιού με λάβωσε
Καημός κλαρίνου καίει,
Μες το πηγάδι έπεσα
Απ’ των ματιών τα μάγια,
Και από χείλη φλογερά
Με ανάστησε η αγάπη.
Μέσα σε τέσσερα βουνά
Είναι μια χούφτα τόπος,
Ο γαλαξίας της καρδιάς
Ο αυγερινός του χρόνου.
Η κάνουλα του φεγγαριού
Με νέκταρ με φιλεύει,
Πέρδικα τρώω και γλεντώ
Σε ανθηρό τραπέζι.
Παίξε κλαρίνο, μέθυσε
Να μου διαβούν οι πόνοι
Κέρνα φιλί, κέρνα κρασί
Κέρνα λεβεντογέννα.
Παπίγκο μου ψηλή κορφή
Θρονιάζεις την καρδιάς μου,
Ε λάτρεψα τον ήλιο σου,
Λατρεύω τους θεούς σου.
Πλάι σου είμαι ημίθεος
Μακριά σου κόκκος άμμου,
Κοντά σου πίνω και γλεντώ
Μεθάω με γαλανάδα.
Βάλτε κλαρίνα και βιολιά
Να με χαρεί η αγάπη,
Και ας ειναι ύστατο φιλί
‘πο χείλη μαργαρίτας.
Πέτρος Τσερκέζης
Από τη συλλογή: "ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΙΑΣ ΗΤΤΑΣ"

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ… / ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ


Το σώμα μου είσαι εσύ, το μάτι μου είσαι εσύ
Η γεωγραφία του ανέκφραστου
Του ανεξερεύνητου και εξαντλητικού.
Κοιλάδα, έρημος και ζούγκλα
Που εξάπτει την περιέργεια, τη φαντασία και το πάθος.
Τριαντάφυλλα του πρωινού βγαίνουν από το κρύσταλλο
Μιας πεινασμένης νύχτας
Και γίνονται ομίχλη στην άπιστη πελαγοδρομία
Μιας ανεπίβουλης ημέρας από ανεπαρκής ψυχικά αποθέματα.
Έσπασε η ραχοκοκαλιά του χρόνου στην ύποπτη διαχυτικότητα
Στο φιλήδονο τρυφηλό της ανεπάρκειας.
Μίλησέ μου σώμα μου, πριν ξεσκίσω το νυφικό της παρθενιάς,
σώμα στο λευκό σταυρό του μαρτυρίου
ρίξε μου θάλασσα τα λευκά σου πέταλα να τα βάψω κόκκινα.
Φέρτε μου μια βάρκα, παρθένα σελήνη
Της θαλασσοταραχής και των συλλογισμών
Να θεραπέψω τα τραύματα από τα ναυάγια του χρόνου.
Φέρτε μου δυο κουπιά να σπάσω συμπληγάδες.
Σκιά και σώμα, ανατριχίλες ηδονής
Πεταλούδα στην αυτανάφλεξη του πάθους
Αυταρχία μιας προϊστορίας που σβήνει τις αναμνήσεις
Και αφήνει τα σώματα να φλέγονται
Στη βάρβαρη πυρκαγιά μιας λεηλατημένης χώρας.
Σώμα και ψυχή, πέπλα και σάβανα
Και η λησμονιά να παγιδεύει το πράσινο δάσος
Στις δαγκάνες μιας χειμωνιάτικες θλίψης
Από θανατηφόρα κρύσταλλα, μαχαίρια λαμπερά
Που ξεσκίζουν τα σωθικά του ασυμβίβαστου.
Το σώμα μου είσαι εσύ, είσαι εσύ η καρδιά μου
Η πεταλούδα που δίπλωσε τα φτερά της
Και ανέβηκε στο βάθρο του χρόνου
Να ζωντανέψει, να φωτίσει και να φτεριάσει
Στο φαιόχρωμο διάστημα του ανέλπιδου.
Σώμα, σώμα, κράτα και λίγο ακόμα
Να φαιδρύνεις την ατμόσφαιρα
Να με ντύνεις με άλικο
Στον αναστεναγμό μιας παπαρούνας.
Σώμα μου τραγούδησε μου τώρα
Μέσα από τα κοχύλια των αστεριών
Να κατασπαράξω τις μνησικακίες
Και θα σου φτιάξω ένα σπίτι από ρόδα,
μια ορχήστρα από μεθυσμένα αηδόνια
και ένα καθρέφτη αθανασίας
για να καθρεφτίζεις την ομορφιά
και να βάζεις φωτιά στις απογοητεύσεις.
Το σώμα μου είσαι εσύ, σώμα θηλυκό
Δήμητρα, θεά της ευφορίας
Tο δέμα σου από στάχυα μου χρυσώνει τα καλοκαίρια,
Και τους κάμπους της ψυχής μου. Στο καλάθι με τους καρπούς
Tο ανοιχτό ρόδι είναι το φλεγόμενο σου στόμα
Που καίει τους θνητούς ιστούς στις φλόγες της αιωνιότητας.

Από την ποιητική συλλογή:
«Τ’ ΑΝΟΜΟΛΟΓΗΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ»

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΤΕ ΜΕ...


Πυροβολήστε με μ’ ένα τριαντάφυλλο
Χαστουκίστε με μ’ ένα γιασεμί
Και με τα βλήματα των φιλιών
Σταυρώστε με και στείλτε με στον ουρανό
Κι εγώ θα σας το ανταποδώσω
Με μια ριπή από ανθισμένα γέλια
Μ’ ένα καθρεφτάκι που να χαμογελούν
Τα μάτια σας στα βλέφαρα του Απρίλη
Με μια ανθοδέσμη αθώες μαργαρίτες
Από τα παιδικά περιβόλια του ήλιου
Με τα πιο αμάραντα ρόδα της αιωνιότητας
Ν’ απορφανίσω τον άρχοντα του σκοταδιού.
Με αυτά πυροβόλησα και τον αράθυμο Μινώταυρο
Κι ακόμα βολοδέρνετε στην αρθραλγία του χρόνου
Αυτόχειρας με μαρμαρωμένη κόμη
Μέσα στο λαβύρινθο της λησμονιάς
Από τις οσμές και τα ανθοβολήματα
Πυροβολήστε με σας λέω, πυροβολήστε με!


Από τον κύκλο: «ΟΙ ΟΡΦΑΝΕΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ»

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.