Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουτσούνης Στάθης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουτσούνης Στάθης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

τοκετός



         συνήθως ωριμάζω στο συρτάρι
         όπως το έμβρυο στην κοιλιά

         προτού διψάσω για οξυγόνο
         ανασαίνω τα νερά
         του αμνιακού μου σάκου

         τρέφομαι με τις σάρκες μου
         καταβροχθίζω τις ασχήμιες
         τα περιττά κιλά
         ώσπου η όρασή μου
         να ευφρανθεί στον καθρέφτη
         της αυταρέσκειάς μου

         μεστώνω στο σκοτάδι

         έτοιμος να γεννηθώ
         στο φως των ματιών σου

η ανιατη

Είμαι αναγκασμένος χρόνια
να συζώ με μιαν αρρώστια
ανίατη μου συστήθηκε με το επίθετό της
κι εγώ τη μίσησα αμέσως
ωστόσο κατά τις οδηγίες του ιατρού
της έκανα όλα τα χατίρια
την έβγαζα βόλτα –χωρίς να την προσέχω διόλου–
την κουβαλούσα στα γυμναστήρια
την ευχαριστεί να γυμνάζεται μου είχε επισημάνει
κι ας μου την έσπαγε εμένα
την πήγαινα στη θάλασσα
και για μπάνια τρελαινόταν
εδώ κάπως τα βρίσκαμε
μου αρέσανε κι εμένα οι παραλίες
για την ακρίβεια
γούσταρα να κοιτάζω τα ωραία ημίγυμνα κορμιά
ορθογραφίες του πελάγους
(ανάμεσα σε ανορθογραφίες είναι αλήθεια)
αλλά ζήλευε τρομερά η άτιμη
κι εκεί που γύριζα εντέχνως
μέσ’ απ’ τα μαύρα μου γυαλιά να απολαύσω
μ’ έπιανε ξαφνικά ο σφάχτης της
και μου ’κοβε μαχαίρι
ανάσα και κέφι

μια μέρα εξοργίστηκα πολύ
πρόστυχη ή θα μ’ αφήσεις ήσυχο
ή θα σε τσακίσω την απείλησα
κουνούσε το κεφάλι και γελούσε
με την έπαρση του άτρωτου

είδα κι απόειδα κι άρχισα να την καλοπιάνω
είσαι η ωραιότερη απ’ όλες την κολάκευα
τις ανίατες έστω
καθαρή καθόλου δύσοσμη δίχως αίματα
αξιοπρεπής ασφαλώς
κι αν με ξυπνάς τις νύχτες με πόνους
γίνεται για να βασανίζομαι και να γράφω
επιπλέον είσαι η προσωπική μου αλάνθαστη
μετεωρολογική υπηρεσία
με τα σήματά σου δηλαδή προτού βγω έξω
καταλαβαίνω αν έχει υγρασία ή καλό καιρό
ή αν θα βρέξει για να πάρω την ομπρέλα μου

κι έπειτα κορίτσι μου μαζί σου
κάνω κι εγώ γυμναστική
είχα κυρτώσει τόσα χρόνια
θυμάσαι πώς ήμουν όταν ήρθες
νους υγιής εν σώματι μη υγιεί
ενώ τώρα περπατάω ντούρος
και μεταξύ μας
έχω αυξήσει και τις κατακτήσεις μου

και τ’ όνομά σου τι τρομερό
σ π ο ν δ υ λ α ρ θ ρ ί τ ι δ α
το λες και γεμίζει το στόμα σου
γλυκαίνει ταυτόχρονα κι αγριεύει

μα και συ πια δεν πρέπει να ’χεις παράπονο
λίγες βραδιές ξενυχτάω μαζί σου
για να σου κάνω παρέα
λίγες φορές αφήνω τη σύντροφό μου να κοιμάται
κι εγώ από δίπλα να σε θωπεύω
να σου κάνω μασάζ
να κουλουριάζομαι στις άκαμπτες καμπύλες σου
να σου βογκάω ερωτικά σχεδόν
λίγες φορές με πρόσχημα το φυσιοθεραπευτήριο
ξεφεύγουμε απ’ το σπίτι πίνοντας
στα μπαρ οι δυο μας σαν ζευγάρι
κι εξάλλου ξέρεις πως αν δεν ήμουν
πουριτανός και φοβητσιάρης
θα κυλιόμαστε παθιασμένα κάθε βράδυ στο πάτωμα
αψηφώντας τη γυναίκα μου

νομίζω μωρό μου πως
την έχω πατήσει μαζί σου
έτσι όπως με οδηγείς ανεπαίσθητα
σε βάθη άγνωστα του εαυτού μου 


(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)

το κουκούτσι

Είσαι ο καρπός που ανοίγει
και θαμπίζει άγριο
στο βάθος το κουκούτσι

ρετσίνι δακρύζει από μέσα
σταγόνα σταγόνα
στην αχόρταστη γλώσσα μου

τρίβομαι σκουλήκι
ανάμεσα σε φλούδα και πυρήνα
χώνομαι στη λάσπη τεντώνομαι

ώσπου να γίνω άσπιλο λευκό
στα σπλάχνα σου ν’ ανέβω


(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)

τα δόκανα

Στο απέναντι μπαλκόνι
απλώνει χυμώδης τα εσώρουχά της

μεσάνυχτα σκαρφαλώνω
τους τοίχους και τα κλέβω

κοιμάμαι μαζί τους τα διακορεύω
πασχίζω να ξεγελάσω το κενό
πληρώνοντας κίβδηλα νομίσματα

εθίστηκα κι ορεγόμουν
ολοένα φρεσκοπλυμένα
κι όταν την έβλεπα
να καθαρίζει την απλώστρα
αλλόφρων πρόσμενα τη νύχτα

κάποτε εκείνη παραφύλαξε
κι αντί για μανταλάκια
έβαλε δόκανα
πιαστήκανε τα δάχτυλά μου κι έμεινα
κρεμασμένος από τα σκοινιά

με μπάζει μέσα λαβωμένο
μ’ έδεσε στα κάγκελα του κρεβατιού της
και με χάραζε αργά
με μετάξι δαντέλες βελούδα σατέν
κύμα το αίμα ανέβαινε

ώσπου σε μια στιγμή
βγάζει απ’ το μπούστο αναπάντεχα
το ερεθισμένο της βυζί
και μ’ αποτελειώνει με το μυτερό

καρφί της ρώγας 

(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)

η Καλλιόπη

Για να γίνω ερωμένη σου
πρέπει μερόνυχτα σαράντα
δίχως ανασασμό
την πέτρα να οργώνεις
και να σπέρνεις λέξεις
κι ύστερα να περιμένεις άλλο τόσο
να δεις αν έδεσε καμιά
όποιες καρπίσουνε με φως
του φεγγαριού θα τις τρυγάς
χωρίς ανθρώπου μάτι να κοιτάζει
κι έπειτα θα τις πηγαίνεις
σε βάθη άδυτα υδάτων
ογδόντα μέρες για να μαλακώσουν
μετά θα τις μαζεύεις
όσες δεν έχαψαν τα ψάρια
και θα τις λιάζεις σε κορυφές
που ούτε πετούμενα άγρια
δεν δύνανται να φτάσουν
ώστε να στραγγίξουν
τα περιττά υγρά
κι αν στο τέλος δεν αρκούν
θα ξαναρχίζεις από την αρχή

πηδάει ένα βράδυ στο γραφείο μου
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
και με φαρμακερή ματιά
γιατί μου λέει
γυρνάς εδώ κι εκεί και κοκορεύεσαι
πως είμαι τάχα ερωμένη σου

για να γίνω εγώ ερωμένη σου
πρέπει σαν δούλος να με υπηρετείς
δίχως φαΐ δίχως νερό
να γδέρνεις όλη νύχτα το πετσί σου
και κάθε αυγή να το κρεμάς στον ήλιο
να σφυροκοπάς τα σπλάχνα σου
ξίδι κι αλάτι να τους βάζεις
κι ωστόσο αυτό δεν φτάνει
πρέπει να ’χεις και δύναμη
να με κομματιάζεις
όταν ασχημίζω
και να με καις
αδιάκοπα χωνεύοντας
τις στάχτες που απόμειναν
εγκυμονώντας με ξανά
χωρίς κανένα βογκητό
χωρίς καμιάν ελπίδα

και τότε πάλι βλέπουμε 

(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)

το φαγοπότι

Τρέχω σαν κυνηγημένος
για να προλάβω
και τελειωμό δεν έχουν οι δρόμοι

ώσπου κάποτε σε μια στενωπό
πετάγεται μπροστά
φριχτά μακιγιαρισμένη
η Χοντρή με τα μαύρα φτερά

βγάζει μια τσιριχτή κραυγή
κι αρχίζει να με τρώει

στο στομάχι της κυλούν
οι μέρες και πεινάω
και χάφτω τα συκώτια της

κατόπι με ξερνάει συρρικνωμένο
δεν πέρασε αρκετός καιρός
κι έρχεται πάλι

καταβροχθίζω τα φρέσκα
λαχταριστά σωθικά της
και με ξερνάει ξανά
πιο πολύ συρρικνωμένο

και πάλι απ’ την αρχή
και κάθε φορά
που βγαίνω απομέσα της
είμαι όλο και περισσότερο
συρρικνωμένος


(Παραλλαγές του μαύρου, 1998)

Ενόραμα

Αποβραδίς στον ύπνο της η αγελάδα
είδε όνειρο να χτυπά η πόρτα του στάβλου
και να μπαίνει ο Χασάπης

σε θέλω της είπε αποφασισμένος
και της πρόσφερε ανθοδέσμη από τριφύλλι

αυτή ξαφνιάστηκε
μισό λεπτό καθίστε ψέλλισε
κι έσπευσε στο λουτρό κολακευμένη
για να βάλει λίγο κραγιόν

αμέσως έπειτα τον άκουσε να λέει
λόγια τρυφερά και παθιασμένα
για την ξεχωριστή περπατησιά της
το συνεσταλμένο βλέμμα της
για το χνότο της που ονειρευόταν μήνες
να τον ζεσταίνει τις νύχτες του χειμώνα
της εξομολογήθηκε πως γούσταρε
ν’ αρμέγει με το στόμα τα μαστάρια της
πως λύσσαγε να γλείφει σαν λουκούμι
τα πλούσια πισινά και τα λαγόνια της
ή να ρουφάει από τα πόδια της το κότσι

προς τα χαράματα την είχε καταφέρει
έπεσαν και παλέψανε άγρια στον αχυρώνα
λιγωμένη εκείνη από τη γλύκα της γλώσσας

σε λίγο ένιωσε μέσα της το μόριο του
μαχαίρι ακονισμένο να τρυγάει τα σωθικά της
να την κόβει αλύπητα ως το κόκαλο

όταν ξημέρωσε κρεμόταν κομματιασμένη
στη βιτρίνα του κρεοπωλείου
και στο βάθος του αίματός της
άκουγε τον Χασάπη να την κολακεύει ακόμη
στους λιμασμένους του πελάτες


(Παραλλαγές του μαύρου, 1998)

βρηχυθμός

Θηρίο που με παραμονεύεις
θηρίο που κολυμπάς στο μυαλό μου
σε ώρες υστερικές
θηρίο που σπέρνεις πανικό
τις νύχτες στην ψυχή μου
θηρίο που ανεβάζεις την κακία μου
θηρίο που φουντώνεις τη ζήλια μου
θηρίο που χύνεσαι απ’ τις φλέβες
στο υποσυνείδητό μου αφρίζοντας
θηρίο που κατάμουτρα με φτύνεις και ξερνάς
του τρόμου τα πικρά εξαμβλώματα
τις νευρώσεις μου και τις λεπίδες
της ομορφιάς
θηρίο με μάτια ηλεκτρονικά
γεννήτρια του άγχους μου
της οργής και του πάθους
της αδυναμίας
της δύναμής μου

θηρίο θηρίο λαχτάρα μου
έρωτα
θηρίο


(Τρύγος αιμάτων, 1991)

Παραλλαγή

Ήρθε με δανεικό
φως από τα μάτια σου
ο θάνατος
χρώματα ιδρωμένα λαχτάραγαν
στα πληγιασμένα δάχτυλα
κι είχες ολόκληρη σχεδόν
μετακομίσει μέσα του
το ’βλεπα που στον αφαλό
γάλα κόκκινο ανάβλυζε
φεγγάρια πέφτανε απ’ τα βλέφαρα
κι ανάμεσα στα σκέλη ένα κουτάβι
έσκουζε βουρκωμένο
δείχνοντας τα μαύρα δόντια του



(Τρύγος αιμάτων, 1991)

Αγωι

Ένας γύφτος κατοικεί μέσα μου
τα σωθικά μου εργάζεται τ’ απλήρωτα
στριφώνει το πετσί με σύρμα
ακάματα σφυρηλατεί το κρέας
ατσαλώνει τα οστά

κι όταν πεινάει τρώει το συκώτι μου
κι όταν διψάει πίνει το αίμα μου
κι όταν κουράζεται στα νεύρα μου τεντώνεται

άγριο πάντοτε το γύφτο κουβαλώ
φορτίο βαρύ

ατίμητο



(Τρύγος αιμάτων, 1991)

Αφιέρωση

Για να μπορείς να βλέπεις με νηφάλιο μάτι
Την τρικυμία του πρωιού
Για να μπορείς ν’ ακούς με ήσυχο αυτί
Τη νηνεμία του πελάγου των οχτώ μποφόρ
Για να μπορείς να εξαργυρώνεις
Τις τύψεις σου με μαχαίρι
Για να μπορείς να διακλαδίζεις την αγάπη σου
Ως την εσχάτη προδοσία



(Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, 1987)

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Έμοιαζες με το κύμα



Τα μαλλιά σου μαύρα σπειρωτά φίδια

Κροταλίζανε στο φύσημα του αγέρα
Εκτελεστές ορχήστρας στη συναυλία της θάλασσας

Τα μάτια σου λεπίδες
Τα χείλη σου φωτός φουσκώματα

Κι όταν ερχότανε το σούρουπο
Κι εστέκοσουν μπροστά στον ήλιο που έφευγε
Το σώμα σου
Έπαιρνε γεύση απ' το θεό
Καθώς απάνω του
Χίλια σκυλιά
Μαζί με τρεις αγγέλους
Ανάδευαν του δέρματος την ταραχή

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.