Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015
Η μπαλάντα του οδοιπόρου
Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012
Ο Ποιητής
Δεν είσαι συ το αίμα της φωτιάς
εσύ που ανοίγεις τη πληγή
με το μαχαίρι την αυγή
Ο ποιητής είναι παράθυρο ανοιχτό
στην εξουσία των καιρών
κι έχει τη μνήμη των νεκρών…
Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012
Μαλαματένια λόγια
Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές
τ' αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές
Τ' αηδόνια σεχτηκιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ' έλεγαν Μαρία
και να 'σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ' αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ' άστρο του φονιά
Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ' του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή
Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ' το παλιό μαρτύριο να 'χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ' ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά
Και στ' ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το 'φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή
Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του ʼδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά
Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας μέρα κακή[Παρασκευή]
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς
Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011
Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες
και 'κείνο το 'μαθες μισό
να συλλαβίζεις τα όνειρά σου
στο Άργος και στον Ιλισό
Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες
τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς
και τσικουδιά στους καφενέδες
τα παλικάρια να κερνάς
Του κόσμου το στενό γεφύρι
θα το περάσουμε μαζί
θα 'ναι η καρδιά σου παραθύρι
τα λόγια σου παλιό κρασί
Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες
τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς
και τσικουδιά στους καφενέδες
τα παλικάρια να κερνάς
Ήρθαν οι ανθρώποι με τα μαύρα
τον άλλον τόνε πήρε ο δρόμος κι έγινε η πίκρα καθενός.
Ήρθαν οι ανθρώποι με τα μαύρα, που έχουν σκοτάδι στα μαλλιά τους
κι αυτοί που έχουν βροχή στα χέρια
και κεραυνό στο κοίταγμά τους.
Και πήραν τα όνειρά μας νόμοι και τα τραγούδια μας καπνός
και πήραν τη ζωή μας δρόμοι και την αγάπη καθενός.
Ψάχνουν στα δέντρα και στο χώμα κι ύστερα ψάχνουν στην καρδιά μου
μα βρίσκουν την πληγή μου ακόμα
στα μάτια και στα δάκρυά μου.
η κιβωτός
θα βρεις την κιβωτό σου.
Τέσσερις τοίχοι στις φωτιές
θα ταξιδέψουν τις νυχτιές
και το παράπονό σου.
Πάρε μια λέξη για να ζεις
και στρώσε τη ζωή σου.
Και φώναζε ολονυχτίς
που βρίσκει ο βασανιστής
νερό του παραδείσου.
Και πάρε χάντρες του Μαγιού,
πηλό της Ρωμιοσύνης
τάμα δεκαπενταύγουστου,
την όψη την κρυφή σπαθιού
και της δικαιοσύνης.
Και πάρε δεντρολιβανιά,
μυρτιά και πικροδάφνη.
Του Μακρυγιάννη τον καημό
και δεκαπεντασύλλαβο
να βρεις αρχή και άκρη.
Και πες τα λόγια τα παλιά
κι απ' όλους τους αγώνες.
Και πες αυτά που είναι θηλιά
κι ήταν μαράζι και σκαλιά
στους δίκοπους αιώνες.
Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011
η δίκοπη ζωή
κι όπως ενήστευες τη δίκοπη ζωή,
σε βρήκα ξαφνικά σημαδεμένο
να σ' έχει ο κάτω κόσμος ξεγραμμένο
κι ο πάνω κόσμος να 'ναι οι τροχοί
που σ' έχουν στα στενά κυνηγημένο...
Και πήρες του καιρού τ' αλφαβητάρι
και της αγάπης λόγια φυλαχτό,
για να βρει πάλι ρίζα το χορτάρι
και πήρες την ελπίδα και τη χάρη,
ψηλά να πας να χτίσεις κιβωτό
με την ελπίδα μόνο και τη χάρη...
Μα πως να μην ξεχάσεις την αυλή σου
και την παλιά τη γνώμη καθενός,
όσους κρυφά περπάτησαν μαζί σου
να σημαδεύουν πάλι τη ζωή σου
και να σαι το πουλί κι ο κυνηγός
στις μαύρες λαγκαδιές του παραδείσου...
Κρυφά και φανερά σ' ακολουθούνε
οι συμμορίες κι οι βασανιστές
και ψάχνουν μέρα - νύχτα να σε βρούνε,
μα δεν υπάρχει δρόμος να διαβούνε
γιατί ποτέ δεν ήταν ποιητές,
το χώμα που πατούν να προσκυνούνε..
η διαθήκη
και το μερίδιο δοθεί του καθενός
εμένα αφήστε μου το δρόμο που μου ανήκει
αυτόν που διάλεξα να πάρω μοναχός
Σε διαθήκη με σημαίες και συνθήματα
εγώ είμαι ελεύθερος αέρας που φυσά
εγώ έχω φίλους τα βουνά κι όλα τα κύματα
εγώ έχω αδέλφια τα ποτάμια τα πουλιά
Στη διαθήκη σας εγώ δεν έχω θέση
σαν το μυρμήγκι με είχατε όλοι από καιρό
και εγώ που έχω με το τίποτα πονέσει
και μ' ένα ψίχουλο συνήθισα να ζω
η αυλή
σε παίρνουν και σε πάνε στην αυλή
ξωκλήσια και νησιά χωρίς αρμύρα
δε θα θυμάσαι πια μεσ' τη ζωή
Κλειστό και χαμηλό το καμαράκι
πριν από χρόνια θα 'ταν πλυσταριό
μα συ μικρό παιδί, παλικαράκι,
φαρμάκωσες ετούτο τον καιρό
μ' ένα καρφί και μ' ένα καθρεφτάκι
τις φλέβες όταν έκοψες θαρρώ
Μιλώ στη Παναγιά και τον Κριτή σου
τα χρόνια σου μετρώ με τον καημό
μα πες μου αν έχει ο βασανιστής σου
αν έχει μάτια, στόμα και λαιμό
Κλειστό και χαμηλό το καμαράκι
πριν από χρόνια θα 'ταν πλυσταριό
μα συ μικρό παιδί, παλικαράκι,
φαρμάκωσες ετούτο τον καιρό
μ' ένα καρφί και μ' ένα καθρεφτάκι
τις φλέβες όταν έκοψες θαρρώ
Έχεις μάτια το φεγγάρι
κι είναι η νύχτα σπιτικό σου
μα από αυτά που μου ’χεις πάρει
τίποτα δεν είν’ δικό σου.
Έχεις δάκρυα την αγάπη
με φωτιά και με μαχαίρι
κι έχεις για κρασί φαρμάκι
και το χωρισμό στο χέρι.
έχει ο Θεός
μήτε χαρά για ν' ακουστεί
σα μια φωνή ο κόσμος σου με φτάνει
από παλιά κι αξέχαστη γιορτή.
Μου λες πως πέρασε ο καιρός
κι όλο πως έχει, πως έχει ο Θεός,
πως έχει και δε μας ξεχνάει
την κάθε πρώτη του μηνός.
Εδώ δεν έχει πόρτα να χτυπήσεις
μήτε κορίτσια να μιλάς
κι ο δρόμος που σε λίγο θα γνωρίσεις
θέλει κι αυτόν να τον παρακαλάς.
Ευαγγελία Πίσσα.
πέρασες και συ μέσα στη ζωή μου
τώρα που κάθομαι να λογαριάσω
πόσοι χαθήκαν
πόσοι μας άφησαν
και ποιοι σκορπίσανε
τώρα που κάθε μέρα λιγοστεύουν
εκείνοι που μας πόνεσαν
όσοι μας βρήκανε στη νύχτα του θανάτου
εγώ σε ονομάζω καταφυγή μου,
Ευαγγελία Πίσσα.
Έρημοι σταθμοί
δίπλα οι σκουριασμένες οι γραμμές
μοιάζουν με τις νύχτες κάποιων πόνων
στων ερώτων τις διαδρομές.
Έρημοι σταθμοί σαν τα τραγούδια
που δεν τα τραγούδησε κανείς
σαν στενά παπούτσια και κοστούμια
μιας ζωής που εσύ καταφρονείς.
Κάτω απ το υπόστεγο βαγόνια
δίχως μνήμη, δίχως εποχές
Μοιάζουν με τα αμίλητα σεντόνια
που κορμιά σκεπάσαν και ψυχές.
Έρημοι σταθμοί μέσα στ αγκάθια
-συναντήσεις κι αποχωρισμοί-
σε θυμάμαι απ τα σπασμένα τζάμια
να φωτογραφίζεις τη σιωπή.
Ένας ζητιάνος στα χρυσά
εκλιπαρεί για λίγο μπλε και νοσταλγία.
Μοιράζει αρώματα και φώτα από τη μοίρα του
και στους ναούς σε ανακήρυξε αγία.
Με την Ελλάδα στο κεφάλι σαν αιμάτωμα
και κρεμασμένοι τόσα χρόνια στον αέρα
παραμιλάμε αυτά που γράψανε στο πάτωμα
όσοι καρφώθηκαν στον τοίχο με μια σφαίρα.
Κάποτε θα 'ρθει άλλος καιρός. Θα 'ρθει ένας άγγελος.
Θα 'σαι ντυμένη μουσικές κι όλο θα φεύγεις.
Ένα μαστίγιο θα κρατάς, ίδιος αρχάγγελος,
αφού σ' αρέσει διαρκώς να μ' αρρωσταίνεις.
Με την Ελλάδα στο κεφάλι σαν αιμάτωμα
σε μια βιτρίνα μ' ένα στέμμα από διαμάντια.
Βιογραφία μας γραμμένη σ' ένα πάτωμα.
Στα χειρουργεία την αγγίζουν μ' άσπρα γάντια.
Ένας άπονος αέρας
μ' έχει φέρει ως εδώ
και στο γύρισμα της μέρας
είπα να σε ξαναδώ
Μου 'πες κάποτε μια λέξη
όταν ζούσα μοναχός
κι ήτανε σαν να 'χε βρέξει
δύο μερόνυχτα ο θεός
Όλη νύχτα η βρύση στάζει
φλέβα που έχει πια κοπεί
σαν βροχή και σαν μαράζι
σε μια τσίγκινη σκεπή
Εγώ ένα γράμμα δεν περιμένω
από κανένα και πουθενά
σ' αυτό τον κόσμο το σκοτωμένο
θαρρείς πηγαίνω στα σκοτεινά
Για μένα γράμμα ποτέ δε θα ρθει
έστω κι αν γράφει "Χρόνια Πολλά"
κι είν' η καρδιά μου σαν πικροδάφνη
γονατισμένη απ' το βοριά
Εμάλωσα με τη ζωή
που ήταν για μένα αληθινή
κι ας ήταν μητριά μου.
Κι αυτό γιατί πολλές φορές
δυο λέξεις μού 'πες τρυφερές
κι έχασα τη σειρά μου.
Εμάλωσα με τη ζωή
που δεν καθότανε στιγμή
για να τη ζωγραφίσω.
Κι άλλαζε ρούχα και μορφές
κι έβαζε μάσκες και μπογιές
για να μην τη γνωρίσω.
Εμάλωσα με τη ζωή
που μ' έβλεπε σαν την ντροπή
κι άσκημα μου μιλούσε.
Εγώ που είχα ένα κορμί
και καφενές δεν τό 'χε δει
και κείνη το γελούσε.
Έκλαιγες
λέγοντας πως όλα συγχωρούνται
πώς να ξέρω κάποιες μας πληγές
ούτε κλείνουν ούτε που ξεχνιούνται
έκλαιγες και σου 'λεγα μην κλαις
Έκλαιγες και σου 'λεγα μην κλαις
και μου λες "δεν κλαίμε τα δικά μας
τις αιτίες κλαίμε τις πολλές
κι όχι πάντα τα προσωπικά μας"
έκλαιγες και σου 'λεγα μην κλαις
Έκλαιγες κρυφά να μη σε δω
κι έκλαιγες θαρρώ μόνο για μένα
κι απ' της γης την άκρη ως εδώ
κλαίγανε όλα παραπονεμένα
έκλαιγες κρυφά να μη σε δω
Έκλαιγες και σου 'λεγα μην κλαις
και μου λες "δεν κλαίμε τα δικά μας
τις αιτίες κλαίμε τις πολλές
κι όχι πάντα τα προσωπικά μας"
έκλαιγες και σου 'λεγα μην κλαις
Έκλαιγες και σου 'λεγα μην κλαις
και μου λες "δεν κλαίμε τα δικά μας
τις αιτίες κλαίμε τις πολλές
κι όχι πάντα τα προσωπικά μας"
έκλαιγες και σου 'λεγα μην κλαις,
μην κλαις..
Είσαι μια χώρα
για ξένα βάσανα, για ξένες αμαρτίες
σκιές να βλέπεις στα χαρτιά σου απατηλές
και στον καφέ τους έρωτές σου τραυματίες, τραυματίες
Είσαι μια χώρα που δεν έφτασε κανείς
που μόνο σ' ένα μυθιστόρημα υπάρχει
μοιάζεις μ' ανάμνηση μιας νύχτας μακρινής
για ένα τίποτα, μικρή χαμένη μάχη
Σ' άρεσε πάντα το σκοτάδι της σκηνής
και λόγια του έρωτα να λες πάντα μονάχη
Ποτέ δεν ήξερα τι θα 'θελες να πεις
πόσα πολλά είχες κρυφά, πόσα κρυμμένα
χανόσουν μέσα στα τοπία της σιωπής
σε μιαν ομίχλη με ταξίδια μεθυσμένα, μεθυσμένα
Είσαι μια χώρα που δεν έφτασε κανείς
που μόνο σ' ένα μυθιστόρημα υπάρχει
μοιάζεις μ' ανάμνηση μιας νύχτας μακρινής
για ένα τίποτα, μικρή χαμένη μάχη
Σ' άρεσε πάντα το σκοτάδι της σκηνής
και λόγια του έρωτα να λες πάντα μονάχη
για ένα τίποτα, μικρή χαμένη μάχη
Σ' άρεσε πάντα το σκοτάδι της σκηνής
και λόγια του έρωτα να λες πάντα μονάχη
Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς
κι αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
αυτές οι μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
κι αυτά τα κύματα που φεύγουν και ξαναγυρνούν
αυτά τα πεύκα με τα χαραγμένα λόγια
κι ο Κωνσταντίνος, ο καημός που πέταξε σαν το πουλί
κι εκείνα που δεν πρόφτασαν οι κήρυκες,
παρά μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι,
Ω! πολιτεία με το βράδιασμα κοντά στους ταρσανάδες
στην αγορά,στον καφενέ και στο ποδόσφαιρο
είσαι η Πρέβεζα,τα Γιάννενα και το Κιλκίς,
το Μεσολόγγι,ο Πόντος κι η Ερμούπολις
Ω! πολιτεία του αμανέ στα τουρκοχώρια
μ' αυτές τις ρεματιές κι αυτά τα βράχια
μ' αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
μ' αυτές τις μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
θα 'ρθει ο καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.