Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψούχλος Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψούχλος Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

λευκό ημερολόγιο

Θα νικήσω και αυτή την σελίδα, θα νικήσω και εσένα που θα την διαβάσεις προσπαθώντας να πω κάτι παραπάνω όχι λιγότερο από αυτό που πιστεύω, μεγαλύτερο από αυτό που ζω. Θα μπω στην πόλη σαν κουρσάρος ή σαν άγριος κατακτητής έτοιμος να αλώσω την μουσική της, τις συνήθειες και τα πεζοδρόμια της. Θέλω να γίνω ένα με τον καπνό των εκατομμυρίων απεγνωσμένων κατοίκων της, με τα αγχωμένα τηλεφωνικά τους μυνήματα, αυτές τις σονάτες της κοινοτοπίας και του ψεύτικου και εφήμερου μοντέλου επικοινωνίας τους.
Θα αλλάξω την δομή που συντρέχει τις πλατείες όνειρα και επιθυμίες τόσο μικρά σε αναλογία με τις δυνατότητες που μας δόθηκαν. Θα μετατρέψω τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας σε εστίες μετακίνησης ελπίδων και μάλιστα τόσο φρούδων που η κίνηση θα γίνεται ακινησία. Το πρωί θα γίνεται ένα συνεχόμενο βράδυ – καρναβάλι και τα παιδιά θα βασιλεύουν χωρίς σταματημό.
Είσαι εσύ μέσα στο όνειρο μου. Για σένα γράφω που καμιά φορά νομίζω ότι κάπου υπάρχεις. Με κοιτάς με ένα φοβισμένο βλέμμα και οι λέξεις μου δεν μπορούν να σε τρυπήσουν…δεν μπόρεσα ποτέ να κάνω το βλέμμα σου κτήμα μου, ανήκει πάντα σε σένα. Μόνο σε σένα που τα πουλιά έρχονται στο παράθυρο σου και μπλέκονται μέσα στα μαλλιά σου ψιθυρίζοντας ήχους και φθόγγους που δεν υπάρχουν και προσπάθησα όλη μου την μικρή ζωή να μεταφράσω για να μιλήσω στη γλώσσα σου, τη γλώσσα του Παραδείσου. Σκυμμένος στην μικρή ιδιωτική μου Κόλαση πάλεψα να κάνω τον φόβο προσευχή και την προσευχή ουρλιαχτό. Να μπορέσω να δώσω βαρύτητα στις λέξεις μου να τις κάνω αιώνιες χωρίς να τραυματίσω ποτέ την αλήθεια, την υπομονή και το θαύμα. Να δώσω στην σιωπή τον λόγο, στο λόγο αυτό που ένιωσα για σένα. Όταν σε πρωτοείδα πίστευα ότι δεν υπάρχουν θαύματα και αυτός είναι ο μοναδικός μου κανόνας και εσύ η λαμπρή του εξαίρεση.
Είμαι μικρός μπροστά σου, ένα αδύναμο πιόνι στα χέρια σου. Όταν με παίζεις βγάζω την καλύτερη μουσική, όταν με αφήνεις μένω ένα άφωνο φάλτσο και κατεστραμμένο μουσικό όργανο. Παρατημένο σε άλλον αιώνα. Ακούω το παραλήρημα μου και μου φαίνεται τόσο αδύναμο στο βλέμμα σου. Είναι αδύνατα και τα λόγια μου μπροστά σε αυτή τη μοναδική λέξη που τόσο περίμενα και ποτέ δεν μου έδωσες. Θα ήταν σαν νερό στην έρημο, σαν χάδι στη φυλακή σαν ομολογία μετά από χρόνια.
Δεν είμαι εδώ τώρα που σου γράφω και χωρίς να ανήκω αλλού βλέπω τα βήματα σου στην άμμο το καλοκαίρι που η θάλασσα τα σκέπαζε και εγώ τα ακολουθούσα σαν τυφλό μαλωμένο σκυλί. Βαρέθηκα να ψάχνω στις σκιές την υπόσχεση σου, καλύτερα μάλλον την τέλεια εικόνα που έφτιαξα για σένα. Και όμως θα μπορούσα να αναποδογυρίσω ολόκληρη τη γη και όμως με κρατάς καθηλωμένο σε έναν ύπνο χωρίς ηρεμία και χωρίς όνειρα.
Υπάρχεις μέσα στην γλώσσα μου σε αυτά που είπα και σε αυτά που χωρίς να το ξέρω θα πω. Λόγια χρωματισμένα από την υπόσχεση του τι θα σου άρεσε και τι δεν θα έπρεπε να πω. Υπάρχεις στα παλιά μεσαιωνικά παραμύθια, στους τροβαδούρους ή τους τρελούς που κοιτάζουν την ομορφιά κατάματα, στα ταξίδια που δεν άρχισαν. Στην πρώτη νότα του Μότσαρτ, στα ειπωμένα ξανά και ξανά λόγια των παππούδων, υπάρχεις μέσα μου χωρίς όνομα σαν ένα παλιό κουδούνι που ξυπνά τις αισθήσεις. Ένα πηγάδι που όταν το κατεβαίνεις αντικρίσεις τον εαυτό σου όπως είναι και μέσα στα νερά του πνίγονται η κακία, το μίσος και η φαυλότητα αυτών που μας κοιτάνε. Ακόμη και η δικιά μας ξιπασιά πεθαίνει εκεί κάθε νύχτα. Μαζί της γεννιέμαι όταν σε βλέπω, μαζί της πεθαίνω όταν φεύγεις

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

κίτρινο ημερολόγιο

Είναι μια κίτρινη σελίδα πεταμένη σε ένα δωμάτιο που το τυλίγει το σκοτάδι και η σιωπή. Είναι οι λέξεις που κλείδωσε το συναίσθημα αλλά δεν δόθηκαν ποτέ. Έμειναν να αιωρούνται στο διάστημα των χρόνων που έφυγαν. Είναι το μίσος που έσταζε αργά – αργά πάνω στο χαρτί διαβρώνοντας την αγάπη εξορίζοντας την από το βασίλειο της ευγένειας και καθηλώνοντας την σε ένα κύκλο αέναου μίσους.
Φωνές έρχονται από τα διπλανά δωμάτια, αστεία και κραυγές ψίθυροι και υποσχέσεις βιαστικά φιλιά και σύντομα ταξίδια όμως η σελίδα αυτό το κίτρινο άθλιο χαρτί αρνείται να μιλήσει. Τι θα μπορούσαν να πουν εκατό, διακόσιες λέξεις στριμωγμένες από ότι σαράντα πενήντα χρόνια; Εγώ πιστεύω τα πάντα και ο ήρωας μου τίποτε. Τις έγραψε σε μια αδυναμία που την ακολούθησε μια δεύτερη όταν αποφάσισε να τις κρατήσει για τον εαυτό του. Τον γνώρισα στην ακμή του όταν πάλευε να ξεχωρίσει από τον κόσμο διαφέροντας στην αρχή πιο λίγο και αργότερα τόσο πολύ που έπαψε πλέον να ανήκει στις τάξεις του. Απόμεινε μόνος με τα φαντάσματα του σε μια πλήρη ερημιά όπου οι επαφές με τους άλλους δηλητηρίαζαν την θέληση του για ζωή και υπονόμευσαν σταδιακά την πίστη του σε οποιαδήποτε σύστημα αξιών που τόσο μόχθησε ο Δυτικός πολιτισμός να καθιερώσει και τόσο εύκολα ισοπέδωσε μέσα στο διάστημα του προηγουμένου αιώνα.
Ο φίλος μου είχε μια τεράστια βιβλιοθήκη που την δημιούργησε με τεράστια έξοδα και που κύκλωνε τους διάδρομους του σπιτιού του εμποδίζοντας την εύκολη διέλευση και προκαλώντας την απορία και πολλές φορές την γκρίνια των επισκεπτών του. Συνήθιζε τότε να λέει ότι μια βιβλιοθήκη δεν είναι ένας σωρός από βιβλία, σελίδες, ιδέες και συστήματα αλλά αποτελεί το προσωπικό μνημείο του ιδιοκτήτη της και ταυτόχρονα διατηρεί την αίσθηση της συλλογικής μνήμης των συγγραφέων – δημιουργών της. Δεν παρατούσε ποτέ κανένα βιβλίο και φρόντιζε η επιλογή του να έχει αυστηρά αισθητικά και ιδεολογικά κριτήρια. Για παράδειγμα ποτέ δεν θα έπαιρνε ένα άγνωστο συγγραφέα αν δεν είχε τα άπαντα του Σαίξπηρ, όπως ποτέ δεν θα είχε εκφράσει γνώμη για τον ναζισμό αν δεν είχε διαβάσει το «Αγών μου» του Χίτλερ. Ήταν προσεκτικός στις κρίσεις του και δεν υιοθετούσε εύκολες και διαδομένες γνώμες όπως ότι ο ρατσισμός είναι υπόθεση των αμαθών αλλά έκρινε πως αποτελεί σύνθετο φαινόμενο που καταλαμβάνει και τους μορφωμένους.
Θυμάμαι όταν ερωτευόταν είχε το πιο μεγάλο «οπλοστάσιο», που του το παρείχε αφειδώς η ποίηση, φλογερούς στίχους από το «Άσμα Ασμάτων», τον Λόρκα, τον Ντύλαν Τόμας και τον Ρεμπώ. Έτσι οι γυναίκες της ζωής του γέμιζαν τα κρεβάτια τους με δάκρυα αιώνων, την ελπίδα που δίνει η ποίηση ότι όλα μπορούν να πραγματοποιηθούν και την βεβαιότητα της δύναμης του έρωτα. Όταν χώριζε για τον φίλο μου οι δυνατότητες φαινόντουσαν τόσο λίγες και ο κόσμος ξαναγυρνούσε στις πραγματικές του διαστάσεις μίκραινε, γινόταν ένα σαφές γεωμετρικό σχήμα ενώ ο υπόλοιποι τον βλέπαμε πάντα στις ίδιες διαστάσεις.
Ο φίλος μου πέθανε ήρεμος στον ύπνο του και κάτω από το κρεβάτι του βρέθηκε αυτή η κίτρινη σελίδα. Τι ήταν; Ερωτικό γράμμα, ημερολόγιο, αποχαιρετιστήριο γράμμα; Τίποτε από όλα αυτά. Περιείχε τα επόμενα βιβλία που ήθελε να αγοράσει και που δεν πρόλαβε ποτέ να διαβάσει. Όμως όταν έσφιξα στο χέρι μου αυτή την τελευταία σελίδα ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Την κράτησα και απέκτησα τα βιβλία. Απέμεινα να διαβάζω αργά τις νύχτες και μερικές φορές ένιωθα ότι συνομιλούσα μαζί του. Άκουγα τα σχόλια του και νόμιζα ότι συνέχιζα κάτι. Ακόμη το νομίζω.

Γαλάζιο ημερολόγιο

Όταν η θάλασσα επέστρεψε στη θέση της τα βράχια ηρέμησαν από το σφυροκόπημα της και της τραγούδησαν μια σιγανή μελωδία σπαραχτική σαν προσευχή φυλακισμένου. Ίσως έτσι την ξεγέλασαν γιατί την νύχτα δεν τα πείραξε και τα άφησε χωρίς αγωνία να βλέπουν αμέριμνα το φως του φεγγαριού. Η μουσική ήταν πολύ όμορφη γιατί παρά την έντονη ψύχρα μια κοπέλα έσκυβε στις σκέψεις της χωρίς φυσικά να ακούει την μουσική των βράχων αλλά ούτε και βλέποντας την απότομη ηρεμία της θάλασσας. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να βάλει σε τάξη το χάος που την είχε περικυκλώσει και να του δώσει μια πιο απλή μορφή. Ένιωθε ότι ήταν πολύ κοντά σε μια λύση που βρισκόταν μπροστά στα μάτια της και σύντομα θα κατάφερνε να την αγγίξει όπως όταν την αναρριγούσε ο αέρας και όπως όταν ανατρίχιαζε όταν ακουμπούσε στα βράχια.
Οι κινήσεις των άστρων πάντα με άφηναν αδιάφορο: η τελειότητα του Θεού, το μακρινό τους περίβλημα, η λάμψη και η συντριβή τους μοιάζουν τόσο δυνατά σε αντίθεση με την προσωπικότητά μου που δεν έχει ούτε τελειότητα ούτε κοντινό ή μακρινό περίβλημα μόνο σπάνιες λάμψεις και ανυπόφορες συντριβές. Έτσι όταν στήθηκα με το τηλεσκόπιο μου μπροστά στο παράθυρο μου έμοιαζε όλο επιτηδευμένο ή παράλογο.
Η εφηβεία μου πέρασε σαν κερί δέκα εκατοστών. Έσβησε σαν τις φράσεις μου σε μεθυσμένα δωμάτια που επηρέασαν ετοιμοθάνατους φίλους και άγνωστους. Τα ποιήματα μου ποδοπατήθηκαν, αγνοηθήκαν. Τα ημερολόγια και τα γράμματά μου διαβάστηκαν παρά τη θέληση μου από συγγενικές σκιές, στη συνέχεια αναλύθηκαν πέρασαν στην σφαίρα του ευάλωτου ταξινομήθηκαν και αναμφίβολα «διασκέδασαν» με τον τρόπο τους την εποχή τους. Η μουσική αυτών των χρόνων μπορεί να παρομοιαστεί με γρήγορο πέρασμα από μια ενότητα σε μια άλλη και αν θα ήθελε κανείς να την φωτογραφίσει θα δυσκολευόταν αφάνταστα γιατί δεν θα ήταν τα μοντέλα του ποτέ όρθια. Όχι από ακκισμό αλλά από αδυναμία.....................

πράσινο ημερολόγιο

«Πώς να αρχίσω; Να ξεράσω ιστορίες πέρα για πέρα ψεύτικες ή να σας πω την αλήθεια; Ω! αφού σας αρέσουν τα ψέματα μου, ζω απ’ αυτά όπως όλοι, όπως ενδεχομένως και εσείς – τι έλεγα; για κάτι που φεύγει… ο χρόνος περνάει όχι αργά ή γρήγορα, έχει τον «χρόνο» του, είναι αντίφαση και αυτή όπως οι υπόλοιπες…Γιατί μιλάμε; Για να μην αισθανόμαστε μόνοι, για να αντικρίζουμε τον εαυτό μας με λιγότερη απέχθεια. Τα δάκρυα είναι σαν τα κύματα σε τσακίζουν, σε δυναμώνουν σε οπλίζουν για την επόμενη κίνηση. Οι φίλοι μου: το πάθος, η ανάμνηση, ο καπνός του τσιγάρου, ο καφές, τι ξέρετε για εμένα τι ξέρω από εσάς; Είστε μια ανάμνηση σε μια σελίδα που έχω σχίσει εδώ και πολλούς μήνες…»
Κοιτάζω τον άγνωστο που φτύνει αυτές τις λέξεις χωρίς σκοπό, αλλά αναμφίβολα με κάποιο πάθος. Αναρωτιέμαι ποια γραμμή μας χωρίζει και τι θα μπορούσε να τον βοηθήσει τώρα, μια λέξη, μια αγκαλιά, μια σιωπηλή αποδοχή. Το παιδικό του παιχνίδι μοιάζει χαμένο σε ένα κόσμο που δεν τον αγάπησε και τον απόρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν μπορείτε να τον δείτε…τώρα τρέμει… κανείς δεν του δίνει σημασία, οι περισσότεροι γέρνουν μεθυσμένοι στα τραπέζια τους και ατενίζουν το απόλυτο κενό. Το φως είναι αδύνατο, εξάλλου θα έμοιαζε ειρωνεία ή προσβολή η παραμικρή αχτίδα στον κόσμο μας. Σε λίγο έφυγα, περπάτησα χωρίς σκοπό άλλωστε πολλά την εποχή εκείνη δεν είχαν κανένα νόημα για εμένα. Ξέχασα τον άγνωστο γραφικό που μου χάλασε την ηρεμία μου.

Την άλλη μέρα δύο λουλούδια ήταν στην θέση του, είχε αυτοκτονήσει την νύχτα που τον πρωτοείδα. Δεν έμαθα πολλά για τη ζωή του περισσότερα από αυτά που υποθέταμε όλοι. Ήταν μοναχικός, του άρεσε η μουσική και μόνο αυτό τίποτε άλλο. Μια ζωή χωρίς φίλους, γνωστούς, σε μια πλήρη απομόνωση που σίγουρα δεν τη επιδίωξε αλλά κανείς δεν τον νοιάστηκε και κανείς δεν λυπήθηκε πραγματικά από τον αδόκητο θάνατό του. Πήγα στη θάλασσα και πίνοντας συνέχεια προσπαθούσα να εξηγήσω τι έφταιξε. Η ζωή του ήταν δύο – τρία περιστατικά που αφηγήθηκαν διάφοροι που τους είχα δει εκείνη τη νύχτα.
Με πήρε ο ύπνος και ξύπνησα από το κρύο. Σκέφτηκα με τρόμο ότι ήμουνα άδειος, ούτε εγώ είχα λυπηθεί πραγματικά για τον αυτόχειρα και η βροχή που έπεφτε ήταν η μόνη ειλικρινής παρουσία εκείνη τη στιγμή. Τα λόγια του λοιπόν έλεγαν την αλήθεια από την πρώτη ώρα που τον άκουσα, ήμουνα και εγώ μια ανάμνηση από μια σκισμένη σελίδα από ένα βιβλίο τόσο πραγματικό όσο τα άδεια συναισθήματα μου.
Είμαστε αναμνήσεις άλλων και απομένει ο φίλος που θα μας κρίνει αν θα χρειαστεί να δώσουμε αγώνα για να κρατηθούμε στην μεγάλη μητέρα την Μνήμη ζωντανοί ή αν θα έχουμε πεθάνει πριν από την ώρα μας.

Ισπανικό όνειρο 39

Είναι ένα όνειρο που κοιμάμαι μαζί του τα τελευταία βράδια.
Είμαι με μερικούς συντρόφους λίγο μετά την διάσπαση του μετώπου. Είμαστε εννιά μεταξύ αυτών και δύο γυναίκες. Δε πολυμιλάμε μεταξύ μας, η ήττα έχει σκεβρώσει τις λίγες ελπίδες που είχαμε όλα αυτά τα χρόνια. Η γλώσσα δεν στάθηκε εμπόδιο, λίγα ιταλικά, λίγα ισπανικά, λίγα αγγλικά και πολλά νοήματα έκαναν τις λέξεις μας να φαντάζουν σαν το αλφάβητο μιας νέας εποχής. Κοντά στα σύνορα με Γαλλία πέφτουμε σε μια άτιμη ενέδρα, μένουμε τέσσερις: δύο άντρες και δύο γυναίκες. Το βράδυ κρυβόμαστε σε μια σπηλιά και φυλάω πρώτος σκοπιά. Τα τσιγάρα έχουν τελειώσει εδώ και δύο ημέρες, εξάλλου αμφιβάλλω αν θα μπορούσα να καπνίσω μέσα στη νύχτα, εύκολα θα μας εντόπιζαν. Με το χέρι στο όπλο βλέπω πίσω από κάθε περίεργο θόρυβο και προσπαθώ να μη με παρασύρει αυτό το βράδυ να αφαιρεθώ και με πάρει ο ύπνος οι ζωές των υπόλοιπων κρέμονται πάνω μου. Είμαι πολύ κουρασμένος και πρέπει να συγκεντρώνομαι αλλά δεν μπορώ να μην σκέφτομαι τις πορείες μας, τους χορούς στην Βαρκελώνη, τα πιτσιρίκια που μας έκρυβαν, τον ρουφιάνο που σκότωσα πρίν δεκαπέντε βράδυα, αφού γλυτώσαμε από του Χάρου τα δόντια. Θυμάμαι την Εκκλησία που καιγόταν και την αγαλλίαση των αναρχικών που μουρμούριζαν «Επιτέλους!». Τον Πέδρο που μου δάνεισε τον Μπακούνιν πριν σκοτωθεί στην μάχη και που τον κουβαλάω πάντα στην τσέπη του αμπέχωνου. Δεν ξυπνάω καθόλου τον Ενρίκο και περνάω τη νύχτα αφημένος σε σκέψεις και προαισθήματα. Η Σόνια κοιμάται πιο ήρεμα από όλους. Η Ελέν και ο Ενρίκο στρφογυρνάνε και σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να είναι μια εφηβική σχολική εκδρομή. Τη Σόνια τη ξέρω εδώ και δύο χρόνια, είδε τον άντρα της πληγωμένο στην οπισθοχώρηση πρίν τον εγκαταλείψουμε, όσο για τους άλλους δύο τους γνώρισα τον τελευταίο μήνα τότε που δεν μιλούσε κανείς μας. Έτσι ξέρω λίγα και υποθέτω διάφορα για εκείνους: ότι κάποτε ήταν ζευγάρι και οι συνεχόμενες ήττες τους έκαναν πιο ξένους σε αντίθεση με εμένα και τη Σόνια. Πώς άρχισαν όλα; Σημασία έχει πώς θα τελειώσουν, με ανείπωτες επιθυμίες, αμφίβολους στίχους της κατάρρευσης, οβίδες και αεροπλάνα να μας κυνηγάνε…
Μας περικύκλωσαν! Είναι πολλοί και κάνουν θόρυβο για να μας σπάσουν το ηθικό. Σηκώνω τους άλλους και ετοιμαζόμαστε για τη μάχη. Σφίγγω τη χειροβομβίδα και αγκαλιάζω την Ελέν, οι σφαίρες σαρώνουν τα πάντα.
Είμαστε σε μια παλιά πλατεία, οι παλιοί φίλοι αυτοί που δεν τα κατάφεραν και αυτοί που παράλυτοι από προσδοκίες νίκησαν για λίγο την ιστορία: Η Σόνια που έπεσε πρώτη, ο Ενρίκο που μου ζήτησε να τον αποτελειώσω για να μην πέσει στα χέρια τους, η Ελέν που τράβηξε την περόνη της χειροβομβίδας και έπεσε στους πρώτους τρείς που μπούκαραν στην σπηλιά. Εμένα δεν με βρήκαν. Με θεώρησαν νεκρό και με άφησαν. Σε αυτό πάντως είχαν δίκιο. Εκείνο το ξημέρωμα πέθανα και εγώ μαζί με τους φίλους μου. Και όποτε ρωτάνε εμένα ένα τρελό να ξαναπεί τις ιστορίες του και όποτε ονειρεύομαι ένα πράγμα σχεδόν μονότονα επαναλαμβάνω: θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε, λίγα χιλιόμετρα ακόμη λίγα γαμημένα χιλιόμετρα. Και στο όνειρο η Ελέν, ο Πέδρο και η Σόνια και ο Ενρίκο μου λένε πάντα τα ίδια λόγια: θα μπορούσαμε να είχαμε νικήσει

μια νύχτα

Είδα τις λέξεις μου ανάποδα στον βυθό της θάλασσας, έμοιαζε η αγωνία σαν λουλούδι κομμένο στα μέτρα ενός άσπλαχνου καρτερικού Θεού, είδα να σπαρταράει η νύχτα στα χέρια μου,
Είδα τις υπερβολές έτοιμες να νικήσουν, τις σελίδες να μας καλούν σε έναν μάταιο αγώνα, την αλήθεια να φέγγει σαν λυχνάρι καιρό τώρα έτοιμο να σβήσει,
Είδα τις επιθυμίες τα ταξίδια και τα όνειρα να γίνονται ότι ήταν πραγματικά: μια ατέλειωτη άμμος που δεν χωρούσε τίποτε,
Είδα το ποτό να γίνεται σπασμός νερού κύμα που τα έσβηνε όλα ότι υπήρξε και ότι έμελλε να έρθει,
Είδα τους αιώνες αδύναμους και τα έργα των ανθρώπων πυγολαμπίδες που χάνονταν στο άπειρο,
Είδα την μουσική να μην ακούγεται ναυάγιο οι νότες στα χέρια σειρήνων που γυμνόστηθες προσπαθούσαν να πνίξουν τον Οδυσσέα και αυτή την φορά το κατάφεραν
Είδα τον θάνατο να μην υπάρχει και τότε ξύπνησα.
Άνοιξα τα μάτια και είδα ότι βρισκόμουν κάπου που δεν είχα ξαναπάει, αχνές φωνές που όταν τις άκουγες χανόντουσαν με κάποια βιασύνη. Συνέχιζα να περπατάω και βρέθηκα σε ένα πίνακα όπου με μια κιμωλία είχε γραφτεί: «Αυτή είναι η κατάρρευση σου» και σιωπηλός αντιμετώπισα αυτή την πρόταση με μια ανεξήγητη χαρά και μια αναπάντεχη ανακούφιση. Ποτέ δεν νόμιζα ότι θα έρθει μια στιγμή που θα εμπεριέχει όλες τις άλλες, και τι άλλο είναι μια επερχόμενη κατάρρευση παρά μια στιγμή που σε συνοψίζει κατά κάποιο τρόπο και έτσι συνέχιζα να ζω με την ψευδαίσθηση πως δεν είχε συμβεί και τίποτε διαφορετικό από ένα κακό όνειρο όχι όμως χωρίς φόβο. Αλλά τι πειράζει λίγο περισσότερη αγωνία ή λίγο περισσότερος φόβος όταν ο κόσμος σου είναι πλήρης από αυτά; Ένας από τους βασικούς κανόνες μου είναι η υπομονή και συνέχιζα να προσπερνάω διάφορα παράξενα σημάδια, όπως η κούραση που αυξανόταν, η σιωπή των άλλων που μεγάλωνε όταν τους ανέλυα διάφορα θέματα που στην πραγματικότητα δεν με ενδιέφεραν, αλλά τα χρησιμοποιούσα για να κρύβομαι από τους ακροατές μου.
Είδα μαύρα και άσπρα άλογα να με κυκλώνουν έμοιαζαν αφηνιασμένα και τρομαγμένα
Είδα την άβυσσο να με προτρέπει να πέσω μέσα της
Είδα τον χορό των παιδιών που έκλαιγαν ουρλιάζοντας σχεδόν
Είδα τον ουρανό μαύρο και τον ήλιο πεθαμένο
Είδα τις πομπές και τις τελετές φρικτών μαυροντυμένων σκιών που γελώντας επέμειναν ότι πίστευαν κάπου
Είδα πιάνα χωρίς πλήκτρα για πάντα άψυχα
Είδα βιβλία χωρίς λέξεις
Είδα εσένα να μην υπάρχεις, μόνο τότε φοβήθηκα γιατί σκέφτηκα ότι μπορεί μόνο να σε ονειρεύτηκα και συνειδητοποίησα ότι έτσι ήταν, δεν υπήρχες, εγώ σε συντηρούσα με προσπάθεια και επιμονή μια ολόκληρη ζωή γεμάτη ψέματα και ελπίδα σε ένα άδειο δωμάτιο με κόσμους από αόρατα βιβλία μουσικές και τέλειες φράσεις. Και όμως έμπαινα με μια τρελή χαρά τις νύχτες στο δωμάτιο μας, όπου κάποτε μου είπες ένα «αγαπώ», διαφορετικά από τα άλλα.
Όταν δεν υπάρχει κάτι γίνεται πιο επίμονη η ανάγκη να το συναντήσεις, έτσι φαίνεται φυσική η ανάγκη για όνειρα, ενώ στην πραγματικότητα είναι παράλογη.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.