προζύμι – το χάραμα, ψωμί αφράτο να
φουσκώσει. Να το πλανέψεις το κορμί, να σε
ταΐσει. Κι όπως θα ρέει το κρασί σε στόμα
λαίμαργο, της μάνας το βυζί να καταργεί.
το σχίζει.
μεσ’ στο μέλι, δώσε πλευρό αριστερό
να σε κλαδέψω –
πλαγιές να σπείρω με μαστίχι.
χρυσό μενταγιόν, πυρωμένο
Καίει το στήθος σου
αφήνει σημάδι
μαρτυράει τα γραφτά
δεν αντέχει άλλα αστέρια
δίνει όρκο·
ανάβουμε το φως απ’ το πρωί
οι φίλοι μας κοιτάνε τ’ άσπρα μας μαλλιά
μα δε ρωτούν·
ξυπνάμε τα χαράματα
ευαισθητοκράτωρ ο καιρός
συγκίνηση και ηττοπάθεια
όσο μας σκεπάζει μια κουβέρτα είμαστε καλά
για περισσότερα δεν είμαστε·
η σκέψη μας γύρω απ’ τον χρόνο
―πόσα οχτάωρα έχει μια μέρα;―
κάποτε και γύρω απ’ τον έρωτα
ανάγκη για γενόσημα αισθήματα
ευνουχιστήκαμε αρκετά, τα χέρια μας δεν αγκαλιάζουν
πια δε ζηλεύουμε την άγνοια των παιδιών
ντρεπόμαστε να τ’ αντικρίσουμε
πώς να τους πούμε ότι θα γίνουν σαν εμάς;
ξεσκεπάστηκαν
μονάχα η αλήθεια πρέπει τώρα
ο θάνατος δεν είναι από μόνος του ένα άκρο
μα ούτε η ζωή αρκεί όπως το βλέπω.
ΧΑΡΜΑΝΙΑ ΤΡΟΠΙΚΑ / ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
διαυγή σαν καλοκαίρι
υγρά σαν δάκρυα
ελαφρά σαν τη χαρά
απαλά σαν το χεράκι σου
μεγάλα και μικρά σαν στιγμές
ιριδίζοντα σαν επιθυμίες
υποσωματίδια εκρηκτικά
εφήμερα σαν εσένα κι εμένα
ΚΟΡΜΙ ΑΦΟΡΕΤΟ / ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΑΜΑΛΗ
από το σκοροφαγωμένο στάρι
χτυπούσε τα πόδια μου
σήμαντρο άλλης εποχής
μα τ’ αγνοούσα
μήτε ο χρόνος
αφού μες στο δωμάτιο
μόνο το σώμα άφηνα.
