Μια σέλλα ποδηλάτου πεταμένη
Σε παλιο-πράγματα, ένα
Τζην σου κουβάρι νοτισμένο
Από την αφορεσιά, μια
Αρβύλα που ξέμεινε απ’ όσα τέλειωσαν
Άδοξα
Και μια σιωπή που σπάει κόκκαλα καθώς
Πλανιέται ανάμεσα σε σκιές,
Ότι απόμεινε από εμάς
Μια σέλλα ποδηλάτου πεταμένη
Σε παλιο-πράγματα, ένα
Τζην σου κουβάρι νοτισμένο
Από την αφορεσιά, μια
Αρβύλα που ξέμεινε απ’ όσα τέλειωσαν
Άδοξα
Και μια σιωπή που σπάει κόκκαλα καθώς
Πλανιέται ανάμεσα σε σκιές,
Ότι απόμεινε από εμάς
Δεκαοχτώ χρονώ παιδί, κάθεται στην ακρογιαλιά
Τη θάλασσα αγναντεύει, να δει τι θα του φέρει
Στ’ ανύποπτά του μάτια πύργοι τρανοί οι πόθοι
Κι οι γλάροι μπρος του,που πετούν και που στα μάτια το κοιτούν
Μοιάζουν να το ρωτάνε γιατί ’ναι λυπημένο
Μα εκείνο δε μιλάει, δάκρυ θολό κυλάει
Μεσ’ στη ζωή του την πεζή, βρήκ’ ένα όνειρο και ζει
Η μοίρα τ’ αλαργεύει μα εκείνο ζητιανεύει
Μια θέση για να πάρει στο πλοίο που σαλπάρει
Δεκαοχτώ χρονώ παιδί, πάντα στη θάλασσα κοιτά
Το πλοίο που διαβαίνει και έτσι πάντα μένει
Μη κάποιος το καλέσει: «Έλα, υπάρχει θέση…»
την όψη της μοναξιάς φόρεσε το πρόσωπο
ήταν το μόνο ρούχο που ταίριαζε στην ψυχή
ωραίο χρώμα το σκοτάδι
πηγαίνει με τις κόρες των ματιών
κάτω απ’ τα κλειστά βλέφαρα ζωντανεύουν οι στιγμές
τώρα που θ’ ακουμπήσουν οι ζωές
σε ποιο αίμα να γευτούν τις αλήθειες
νίκησε με αγάπη μου, του φώναξε
Νοέμβρης είναι γιορτάζεις
και μου λείπεις
τα παιδικά μου χρόνια σε περιμένουν
μια ξεχασμένη ανάσα έξω απ’ την πόρτα
στο άγνωστο πλέον σπίτι μπήκε
άνοιξε την ντουλάπα
σκόνη ξεχύθηκε ο φυλαγμένος χρόνος
το παλιό πάτωμα
έπαψε να τρίζει στο ανάλαφρο πάτημα
σιωπές φορέσανε τα πολύχρωμα φουστάνια
αισχρά τα παγωμένα λόγια
γδάρανε τον πράσινο τοίχο
παράξενα που γίνανε τα βράδια
μπλέχτηκαν στα μαλλιά να σβήσουνε μνήμες
ακόμη και οι προφυλάξεις δίχως αιδώ
φορέσανε σκοτάδια να σωπάσουν τα ονόματα
στα άσπρα σώματα
η ζάχαρη έσταζε κόκκους δηλητήριο στην κουζίνα
τι παράξενο
πόσο γρήγορα παλιώσανε όλα
σαν να μην υπήρξαν ζωές
Η αυτοχειρία
των Ελλήνων λογοτεχνών αποτελεί ένα σύνθετο υπαρξιακό και κοινωνικό φαινόμενο,
όπου η δοκιμαζόμενη ακραία ευαισθησία του δημιουργού, συγκρούεται βίαια με τα πολλαπλά
αδιέξοδα της εποχής του. Το έργο και το τέλος σημαντικότατων ποιητών/τριών, όπως
ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, η Κατερίνα Γώγου και ο Νικόλας
Άσιμος, αποδεικνύουν ότι η πράξη τους δεν ήταν μια απλή προσωπική παρόρμηση.
Αντίθετα, ήταν το αποτέλεσμα μιας βαθιάς και παρατεταμένης ρήξης με την στυγνή,
σκληρή πραγματικότητα.
Ποιοι είναι όμως εκείνοι οι παράγοντες που οδήγησαν τους διάφορους
λογοτέχνες στην αυτοχειρία. Το Υπαρξιακό Κενό, η Ευαισθησία ή η ανία της ύπαρξής
τους; Η ποιητική φύση χαρακτηρίζεται από μια οξύτατη αντίληψη του κόσμου, η
οποία συχνά μετατρέπεται σε ποιητική και όχι μόνο κατάρα. Οι αυτόχειρες ποιητές
βίωναν αυτό που ονομάζουμε «υπαρξιακό βάρος». Η καθημερινότητα τους φάνταζε στα
μάτια τους πεζή, μάταιη και ανυπόφορη. Η αδυναμία τους να συμβιβαστούν με τα
ανθρώπινα όρια τους οδηγούσε σε μια απόλυτη πνευματική απομόνωση και σε συχνές
εκρήξεις. Ηφαίστεια που έβραζαν.
Πολλοί από τους δημιουργούς αυτούς υπήρξαν βαθιά
πολιτικοποιημένα ή αντισυμβατικά άτομα που αρνήθηκαν να μπουν στα καλούπια της
εποχής τους. π.χ Ο Κώστας Καρυωτάκης, ως δημόσιος υπάλληλος, ένιωθε τη
γραφειοκρατία και την επαρχιακή μετάθεση ως πνευματικό θάνατο, ενώ η Κατερίνα
Γώγου και ο Νικόλας Άσιμος ταυτίστηκαν με τον αναρχικό και αντισυμβατικό χώρο.
Η συνεχής καταδίωξη, η αστυνομική βία και η αδυναμία τους να ενταχθούν σε ένα
καπιταλιστικό κατευθυνόμενο σύστημα που εμπορευματοποιούσε την τέχνη, τους
εξάντλησαν ψυχικά.
Για άλλους η ιστορική πραγματικότητα λειτούργησε συχνά ως
ο τελικός καταλύτης. Οι ποιητές δεν ζούσαν σε γυάλινο πύργο, αλλά εισέπρατταν
το δράμα της κοινωνίας τους. Η γενιά του Μεσοπολέμου (Καρυωτάκης) σημαδεύτηκε
από τη Μικρασιατική Καταστροφή και την απώλεια κάθε συλλογικού οράματος.
Υπήρχαν έντονα τα σημάδια σε όλους της εξαθλίωσης που επέβαλλε η Γερμανική
κατοχή. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης οδηγήθηκε στο τέλος κατά τη διάρκεια της
γερμανικής Κατοχής, μέσα στη φτώχεια και την απόλυτη στέρηση. Για άλλους η
εθνική υποδούλωση λειτούργησε ως θηλιά στο λαιμό. Η Πηνελόπη Δέλτα επέλεξε τον
θάνατο ως πράξη ύστατης αντίστασης και αξιοπρέπειας την ημέρα που οι Ναζί
μπήκαν στην Αθήνα.
Βέβαια πίσω από τον δημόσιο λόγο υπήρχε πάντα η εύθραυστη
ανθρώπινη φύση, η οποία συχνά λύγιζε κάτω από το βάρος ψυχικών ασθενειών ή
ουσιών. Η κλινική μελαγχολία ήταν διάχυτη στα κείμενα και τη ζωή τους. Για
ποιητές, όπως ο Λαπαθιώτης (ναρκωτικά)
και η Γώγου (αλκοόλ και χάπια), οι ουσίες ξεκίνησαν ως καταφύγιο από τον πόνο,
αλλά κατέληξαν να επιταχύνουν την ψυχική και σωματική τους κατάρρευση.
Η αυτοχειρία των Ελλήνων ποιητών δεν πρέπει να
αντιμετωπίζεται ως μια πράξη δειλίας, αλλά ως μια ύστατη, τραγική κραυγή
διαμαρτυρίας. Πολλοί επιστημονικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι η αυτοχειρία είναι
πράξη ανδρείας! Είναι η τελική άρνηση να
συνθηκολογήσουν κάποιοι με έναν κόσμο που θεωρούν άσχημο, άδικο και πνευματικά
νεκρό.
Όπως έγραψε και ο ίδιος ο Καρυωτάκης, η πράξη αυτή ήταν
το αποτέλεσμα μιας «απελπισίας» που δεν έβρισκε πλέον άλλη διέξοδο, μετατρέποντας
τον θάνατό τους στην τελευταία, πιο σκληρή τους ποιητική πράξη.
Κάποιος που δεν μπορώ ν’ αναγνωρίσω
Περπατά πάνω κάτω στο σπίτι μου.
Με μάτια κόκκινα απ’ την κούραση
Και κάτι σαν κελάηδισμα στον λόγο
Μου εξηγεί ότι διέσχισε την πόλη
Και την βρήκε σχεδόν ακατοίκητη.
Είδε το φως στο παράθυρό μου
Και ήξερε ότι θα τον δεχτώ.
Ω, εσείς, συνηθισμένα μου ενδύματα,
Φτερά καρφιτσωμένης πεταλούδας,
Εσείς, που αφήνετε το χνούδι
Της χαμένης σας υγείας στην ντουλάπα,
Εσείς, κουμπιά μου που κυλήσατε στο πάτωμα
Κι αφήσατε στην κρυφή ντροπή τους
Τόσα ξηλωμένα πουκάμισα,
Ακούτε αυτό το βήμα, αυτό το τραύλισμα;
Θα ντύσουμε έτσι φτωχικά τον θάνατο;
Όχι. Θα εφεύρω την κομψότητα.
Ένα άρωμα σιδερωμένων σεντονιών
Μπορεί να ντύσει έναν επισκέπτη
Όπως ντύνουν παραδείσιο πουλί τα χρώματα.
Έξω ο κόσμος εξακολουθεί να συντρίβεται.
Εδώ το φως σκυμμένο πάνω μας
Ρίχνει στους ώμους ένδυμα σωστό.
Σαν κεφαλή ταριχευμένου λύκου,
Μακάβριο τρόπαιο κυνηγού
Που κάπου ασπρίζουν πια τα κόκαλά του
(Κανείς δεν είναι πάντα τυχερός
Όταν αναμετριέται με τ’ αγρίμια),
Στον τοίχο κρέμεται ο λεκές της υγρασίας,
Δόξα της οικογενειακής ιστορίας μου.
Μα τα δικά μου κόκαλα ανθούν
Καλά θαμμένα κάτω από τα χάχανα
Τόσης, στ’ αλήθεια, καρτερίας κι ευσέβειας
Που έχει κάθε πόνο απελπίσει.
Έξω η σκόνη από την Αφρική
Ταριχεύει πολίτες και μπάτσους.
Κορνάρουν με τα κυνηγετικά τους βούκινα
Κάτι φιλότιμα ασθενοφόρα.
Μες στα μεγάλα, μαύρα τους φτερά
Γιατροί διασχίζουν πάρκα και πλατείες
Κι αφήνουν στον γαλαξία τον γέρικο
Τ’ απόβλητα των χειρουργείων.
Μόνο το αηδόνι που ακόμη θυμάμαι
Ξηλώνει κλαίγοντας το σάβανο
Γύρω από ανθρώπους και λύκους
Και τυφλό από της φωνής του τ’ αρώματα
Φέρνει ως εδώ το φως της νύχτας.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.