Αποκοιμήθηκα και ονειρεύτηκα
πως βρέθηκα σ’ έναν κόσμο
χωρίς σύνορα και χάρτες,
χωρίς πλούσιους και φτωχούς,
χωρίς φυλακές, πολέμους και λοιμούς,
χωρίς αντιπάλους και φρουρούς.
Βρέθηκα σ’ έναν κόσμο
που οι άνθρωποι πατούν στην ίδια γη
και ζουν σα μια ψυχή.
Σ’ έναν κόσμο που τα παιδιά
παίζουν χαρούμενα και ανέμελα.
Παντού άνθρωποι
σαν να τους γέννησε η ίδια μάνα.
Τι κρίμα που ήταν όνειρο.
Τι κρίμα που ποτέ δεν θα βρεθώ
σ’ έναν κόσμο ιδεατό,
όσες φορές κι αν το ονειρευτώ!