Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021

ΠΑΡΑΠΟΝΟ / Ζαμπαθά-Παγουλάτου Φαίδρα

Έκρυψε το χαμόγελο

πίσω από τις εικόνες
οι άγιοι ξενυχτούν
σιωπηλοί
τα λόγια πνίγηκαν
πικρό παράπονο
θάνατος
κι οι μέρες κι οι νύχτες.

Ντροπή / Ζαμπαθά-Παγουλάτου Φαίδρα

 Οι ρόδινες παρειές

Οι γυαλιστεροί κόμποι
Των ματιών μου
Έδειχναν την ντροπή
Και τον πόνο μου
Κοιτάζοντας
Το μικρούλη Σύριο
Να κοιμάται
Μες στη λάσπη.

ΣΤΑ ΞΕΝΑ / Ζαμπαθά-Παγουλάτου Φαίδρα


Οι μεγάλες γκρίζες μουτζούρες
Σαν βρόμικα σκορπισμένα
Μπαμπάκια να ταξιδεύουν
Αργά αργά στο άγνωστο
Σε ξένους κόσμους που θα 'θελε
Να ζήσει η μικρή Ζεχρά.
Με τα σκοτεινά μάτια και


Το ξεθωριασμένο χαμόγελο
Να βλέπει τις θάλασσες
Να παφλάζουν τα πρωινά
Πριν ανοίξει τα μάτια του ο ήλιος.
Αχόρταγα τα χέρια τους να
Ψαχουλεύουν τις ρόδινες αυγές
Των φθινοπωρινών εναλλαγών.
Κι ίσως, κάπου σ' εκείνον το φαρδύ δρόμο
Με τα πεύκα και τις ροδοδάφνες
Να βρεθούν τα όνειρα και οι σκέψεις
Μιας ολόκληρης ζωής.
Να βρεθούν οι προσδοκίες
Της παιδικής της ηλικίας
Μέσ' από ένα παράθυρο
Χωρίς τζάμια και ψιθυρίσματα
Σαπισμένο από το θυμό
Του χρόνου και του Κόσμου.

ΕΙΚΟΝΕΣ / Ζαμπαθά-Παγουλάτου Φαίδρα


Ι

Τα μικρά αποξηραμένα
κρινάκια
θυμίζουν
τις καλοκαιριάτικες μέρες
οι προσευχές για βροχή
εισακούστηκαν
και το ιερό νερό
τρέχει γλύφοντας
τους δρόμους!
Μόνο εκείνο το φαγωμένο
ψάθινο καπέλο
αποξεχάστκε
και παρασύρθηκε
από τα ερωτόλογα της βροχής!

ΙΙ

Ο χτύπος στην πόρτα
με ξαφνιάζει
δεν περιμένω
κανένα
εγώ απουσιάζω
ένα ρεύμα
και τα χαρτιά
σκορπίζονται
εγώ εξακολουθώ
ν’ απουσιάζω
κρυμμένη μέσα
στα μάτια σου!

ΦΑΙΔΡΑ ΖΑΜΠΑΘΑ - ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ [βιογραφικό σημείωμα]



Η Φαίδρα Ζαμπαθά – Παγουλάτου, κόρη του λογοτέχνη Κούλη Ζαμπαθά, γεννήθηκε στην Αθήνα και το όνομα της το χρωστάει στους Μενέλαο Λουντέμη και Γιάννη Σκαρίμπα. Σπούδασε Γαλλική και Ιταλική Λογοτεχνία.
Το πρώτο της ποιητικό βιβλίο κυκλοφόρησε το 1962 με τίτλο «Σταγόνες από φως» και από τότε έχει εκδώσει τρία Δοκίμια, δύο πεζά και δεκαοκτώ ποιητικές συλλογές. Έχει ανθολογηθεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και τα ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Ισπανικά και Ρώσικα.
 Έχει ασχοληθεί με την ξένη λογοτεχνία και έχει μεταφράσει έργα και ποιητικές συλλογές, όπως των Ντιντερό, Ζάλλερ, Λεοπάρντι και άλλων. Πήρε μέρος σε Λογοτεχνικά Συνέδρια στο Βερολίνο και στη Φλωρεντία και παρουσίασε τα έργα πολλών Λογοτεχνών, όπως του Νίκου Καββαδία, Γιάννη Ρίτσου, Νικηφόρου Βρεττάκου, κ. ά.
Συνεργάστηκε για χρόνια με τον Ημερήσιο και Περιοδικό τύπο.
Το 1964 γίνεται μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και εκλέγεται Γενική Γραμματέας ανελλιπώς μετά την μεταπολίτευση ως το 1982 όπου και αποσύρεται.
Την ίδια εποχή γίνεται μέλος του Δ.Σ. της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων του Υπουργείου Πολιτισμού.
Το 1984 τιμήθηκε με το Μετάλλιο της πόλης του Δήμου Αθηναίων. Το 2003 για το έργο της «Ποίηση και Δοκίμιο» της απονέμεται τιμητική πλακέτα, ενώ το 2009 για το σύνολο του έργου της και την συνδικαλιστική της δράση ως Γενική Γραμματέας  επί 10ετία στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, το Δ.Σ της απένειμε τιμητική πλακέτα.

Απεβίωσε τον Ιούνιο του 2021


ΠΟΙΗΣΗ

  • Σταγόνες από φως, Μαυρίδης, 1962
  • Τ’ ανοιχτά παράθυρα, Μαυρίδης, 1963
  • Κι εσύ, Ιωλκός, 1965
  • Πριν το τέλος, Μαυρίδης, 1966
  • Κτερίσματα, Μαυρίδης, 1972
  • Ερωτικά, Μαυρίδης, 1974
  • Επιτάφια, Μαυρίδης, 1976
  • Ανεπίδοτες επιστολές, Μαυρίδης, 1978
  • Η πολιτεία πεθαίνει κι απόψε, Μαυρίδης, 1981
  • Πλωτές συνοικίες, Δωρικός, 1983
  • Διψασμένο φεγγάρι, Μαυρίδης, 1986
  • Στις αποχρώσεις του αύριο, Θεμέλιο, 1988
  • Εις μνήμην Γιάννη Ρίτσου, 1992
  • Κλειστή πόρτα, Λωτός, 1994
  • Ο Νοέμβρης της σιωπής, Ιωλκός, 1999
  • Η Αγάπη ξεχάστηκε σ’ ένα ποίημα, Μαυρίδης, 2001
  • Πικρό Μέλι, Ιωλκός, 2002
  • Η Ανάσα της Σιωπής, Ιωλκός 2008 ΠΕΖΑ
  • Ξημέρωσε Νύχτα, Εξάντας, 2001
  • Στοίχημα Ζωής, Ιωλκός, 2005 ΔΟΚΙΜΙΑ
  • Τζιάκομο Λεπάρντι, Μαυρίδης, 1977
  • Ιστορικές μνήμες Ε. Ε. Λ. 1934–1984, Μαυρίδης, 1987

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

  • Denis Diderot, «Η καλόγρια», Σιδερής, 1967
  • Robert Zaller, «TO ΕΤΟΣ ΕΝΑ», 1968
  • Eric Hobsbawm, «Οι ληστές», Βέργος, 1975

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2021

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης : πέντε [5] ποιήματα

 


Εὐαγγελισμός - Ἑλληνισμός

Μὲ μιᾶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός, τὰ σύγνεφα μεριάζουν,
οἱ κόσμοι ἐμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μία φλόγα ἀστράφτει... ἀκούονται ψαλμοὶ καὶ μελῳδία...
Πετάει ἕν᾿ ἄστρο... σταματᾶ ἐμπρὸς εἰς τὴ Μαρία...
«Χαῖρε τῆς λέει ἀειπάρθενε, εὐλογημένη χαῖρε!
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ. Χαῖρε Μαρία, Χαῖρε!»

Ἐπέρασαν χρόνοι πολλοί... Μία μέρα σὰν ἐκείνη
ἀστράφτει πάλι ὁ οὐρανός... Στὴν ἔρμη της τὴν κλίνη
λησμονημένη, ὁλόρφανη, χλωμὴ κι ἀπελπισμένη,
μία κόρη πάντα τήκεται, στενάζει ἁλυσωμένη.
Τὰ σιδερὰ εἶναι ἀτάραγα, σκοτάδι ὁλόγυρά της.
Ἡ καταφρόνια, ἡ δυστυχιὰ σέπουν τὰ κόκαλά της.
Τρέμει μὲ μιᾶς ἡ φυλακὴ καὶ διάπλατη ἡ θυρίδα
φέγγει κι ἀφήνει καὶ περνᾶ ἕν᾿ ἄστρο, μίαν ἀχτίδα.
Ὁ Ἄγγελος ἐστάθηκε, διπλώνει τὰ φτερά του...

«Ξύπνα, ταράζου, μὴ φοβοῦ, χαῖρε, Παρθένε, χαῖρε.
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ, Ἑλλὰς ἀνάστα, χαῖρε».

Οἱ τοῖχοι εὐθὺς σωριάζονται. Ἡ μαύρ᾿ ἡ πεθαμένη
νοιώθει τὰ πόδια φτερωτά. Στὴ μέση της δεμένη
χτυπάει ἡ σπάθα φοβερή. Τὸ κάθε πάτημά της
ἀνοίγει μνῆμ᾿ ἀχόρταγο. Ρωτᾶ γιὰ τὰ παιδιά της...
Κανεὶς δὲν ἀποκρένεται... Βγαίνει, πετᾶ στὰ ὄρη...
Λιώνουν τὰ χιόνια ὅθε διαβεῖ, ὅθε περάσει ἡ Κόρη.

«Ξυπνᾶτε ἐσεῖς ποὺ κοίτεστε, ξυπνᾶτε ὅσοι κοιμᾶστε,
τὸ θάνατο ὅσοι ἐγεύτητε, τώρα ζωὴ χορτάστε».

Οἱ χρόνοι φεύγουνε, πετοῦν καὶ πάντα ἐκείνη ἡ μέρα
εἶναι γραμμένο ἐκεῖ ψηλὰ νὰ λάμπει στὸν αἰθέρα
μ᾿ ὅλα τὰ κάλλη τ᾿ οὐρανοῦ. Στολίζεται ὅλη ἡ φύση
μὲ χίλια μύρια λούλουδα γιὰ νὰ τὴ χαιρετήσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθεὶς ἂς μεταλάβει
ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ σεῖς καὶ σεῖς οἱ σκλάβοι,
ὅσοι τὴ δάφνη στὴ καρδιὰ νὰ φέρετε φοβᾶστε,
ἀφορεσμένοι νἆστε.


**

Ὁ βράχος καὶ τὸ κύμα

Στὸ συμβολισμὸ τοῦ ποιήματος, βράχος εἶναι ὁ κατακτητὴς
Τοῦρκος καὶ κῦμα ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισμός.

«Μέριασε βράχε νὰ διαβῶ!» τὸ κύμα ἀνδρειωμένο
λέγει στὴν πέτρα τοῦ γυαλοῦ θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μὲς στὰ στήθη μου, ποὖσαν νεκρὰ καὶ κρύα,
μαῦρος βοριὰς ἐφώλιασε καὶ μαύρη τρικυμία.

Ἀφροὺς δὲν ἔχω γι᾿ ἄρματα, κούφια βοὴ γι᾿ ἀντάρα,
ἔχω ποτάμι αἵματα, μὲ θέριεψε ἡ κατάρα
τοῦ κόσμου, ποὺ βαρέθηκε, τοῦ κόσμου, πού ῾πε τώρα,
βράχε, θὰ πέσης, ἔφτασεν ἡ φοβερή σου ἡ ὥρα!

Ὅταν ἐρχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
καὶ σὄγλυφα καὶ σὄπλενα τὰ πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ᾿ ἐκύτταζες καὶ φώναζες τοῦ κόσμου
νὰ δεῖ τὴν καταφρόνεση, ποὺ πάθαινε ὁ ἀφρός μου.

Κι ἀντὶς ἐγὼ κρυφὰ κρυφά, ἐκεῖ ποὺ σ᾿ ἐφιλοῦσα
μέρα καὶ νύχτα σ᾿ ἔσκαφτα, τὴ σάρκα σου ἐδαγκοῦσα
καὶ τὴν πληγὴ ποὺ σ᾿ ἄνοιγα, τὸ λάκκο πού ῾θε κάμω
μὲ φύκη τὸν ἐπλάκωνα, τὸν ἔκρυβα στὴν ἄμμο.

Σκύψε νὰ ἰδῆς τὴ ρίζα σου στῆς θάλασσας τὰ βύθη,
τὰ θέμελά σου τά ῾φαγα, σ᾿ ἔκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ! Τοῦ δούλου τὸ ποδάρι
θὰ σὲ πατήσῃ στὸ λαιμό... Ἐξύπνησα λιοντάρι!»

Ὁ βράχος ἐκοιμότουνε. Στην καταχνιὰ κρυμμένος,
ἀναίσθητος σοῦ φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Τοῦ φώτιζαν τὸ μέτωπο, σχισμένο ἀπὸ ρυτίδες,
τοῦ φεγγαριοῦ, ποὖταν χλωμό, μισόσβηστες ἀχτίδες.
Ὁλόγυρά του ὀνείρατα, κατάρες ἀνεμίζουν
καὶ στὸν ἀνεμοστρόβιλο φαντάσματα ἀρμενίζουν,
καθὼς ἀνεμοδέρνουνε καὶ φτεροθορυβοῦνε
τὴ δυσωδία τοῦ νεκροῦ τὰ ὄρνια ἂν μυριστοῦνε.

Τὸ μούγκρισμα τοῦ κύματος, τὴν ἄσπλαγχνη φοβέρα,
χίλιες φορὲς τὴν ἄκουσεν ὁ βράχος στὸν ἀθέρα
ν᾿ ἀντιβοᾶ τρομαχτικὰ χωρὶς κὰν νὰ ξυπνήσει,
καὶ σήμερα ἀνατρίχιασε, λὲς θὰ λιγοψυχήσει.
«Κῦμα, τὶ θέλεις ἀπὸ μὲ καὶ τὶ μὲ φοβερίζεις;
Ποιὸς εἶσαι σὺ κι ἐτόλμησες, ἀντὶ νὰ μὲ δροσίζεις,
ἀντὶ μὲ τὸ τραγούδι σου τὸν ὕπνο μου νὰ εὐφραίνεις,
καὶ μὲ τὰ κρύα σου νερὰ τὴ φτέρνα μου νὰ πλένεις,
ἐμπρός μου στέκεις φοβερό, μ᾿ ἀφροὺς στεφανωμένο;
Ὅποιος κι ἂν εἶσαι μάθε το, εὔκολα δὲν πεθαίνω!»

«Βράχε, μὲ λένε Ἐκδίκηση. Μ᾿ ἐπότισεν ὁ χρόνος
χολὴ καὶ καταφρόνεση. Μ᾿ ἀνάθρεψεν ὁ πόνος.
Ἤμουνα δάκρυ μιὰ φορὰ καὶ τώρα κοίταξέ με,
ἔγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Ἐδῶ μέσα στὰ σπλάγχνα μου, βλέπεις, δὲν ἔχω φύκη,
σέρνω ἕνα σύγνεφο ψυχές, ἐρμιὰ καὶ καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σὲ ζητοῦν τοῦ ἄδη μου τ᾿ ἀχνάρια...
Μ᾿ ἔκαμες ξυλοκρέβατο... Μὲ φόρτωσες κουφάρια...
Σὲ ξένους μ᾿ ἔριξες γιαλούς... Τὸ ψυχομάχημά μου
τὸ περιγέλασαν πολλοὶ καὶ τὰ πατήματά μου
τὰ φαρμακέψανε κρυφὰ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, νὰ διαβῶ, ἐπέρασε ἡ γαλήνη,
καταποτήρας εἶμαι ἐγώ, ὁ ἄσπονδος ἐχθρός σου,
γίγαντας στέκω ἐμπρός σου!»

Ὁ βράχος ἐβουβάθηκε. Τὸ κῦμα στὴν ὁρμή του
ἐκαταπόντησε μεμιᾶς τὸ κούφιο τὸ κορμί του.
Χάνεται μὲς τὴν ἄβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σὰ νἆταν ἀπὸ χιόνι.
Ἐπάνωθέ του ἐβόγγιζε γιὰ λίγο ἀγριεμένη
ἡ θάλασσα κι ἐκλείστηκε. Τώρα δὲν ἀπομένει
στὸν τόπο ποὖταν τὸ στοιχειό, κανεὶς παρὰ τὸ κῦμα,
ποὺ παίζει γαλανόλευκο ἐπάνω ἀπὸ τὸ μνῆμα.

 **

Ἡ Ξανθούλα

«Μ᾿ ἀρέσ᾿ ἡ θάλασσα, γιατὶ μοῦ μοιάζει,
μ᾿ ἀρέσει, σ᾿ ἄκουσα νὰ λὲς κρυφά,
πότε ἀγριεύεται, βόγγει, στενάζει,
καὶ πότε ὁλόχαρη παίζει γελᾷ.
Δὲν εἶν᾿ ὁλόξανθη σὰν τὰ μαλλιά μου;
Δὲν εἶν᾿ ὁ κόρφος μου σὰν τὸν ἀφρό;
Μέσα στὰ μάτια μου τὰ γαλανά μου
δὲν ἔχω κύματα, τάφο, οὐρανό;
Μ᾿ ἀρέσ᾿ ἡ θάλασσα, γιατὶ μοῦ μοιάζει,
κι ἂς ἔχῃ μέσα της κόσμο θεριά...
Μὴ στὴν καρδούλα μου μὴ δὲ φωλιάζει
ἀγάπη ἀχόρταγη, σκληρὴ φωτιά;»
Κ᾿ ἐγὼ ἐχαιρόμουνα ποὺ χολιασμένη
φαρμάκι μὤσταζες μὲς στὴν ψυχή,
τὴ ζήλειά σου ἔβλεπα ξαγριωμένη,
στὰ χείλη σου ἔβραζε κάθε πνοή.
Τότ᾿ ἐκρεμάστηκα στὴν τραχηλιά σου
τὴ φλόγα σὤσβυσα μὲ δυὸ φιλιά,
τὴν ὄψι ἐβύθισα μὲς στὰ μαλλιά σου,
στὸν κόρφο σου ἔστησα κρυφὴ φωλιά.
«Κῦμα μου ἀνήμερο, ψυχή μου, φθάνει.
Μὴ μ᾿ ἀγριεύεσαι,πλάγιασ᾿ ἐδῶ...
Θἆμαι γιὰ σένανε γλυκὸ λιμάνι...
Τί ἀξίζει ἡ θάλασσα χωρὶς γιαλό;»


**

Ἡ Φυγή [απόσπασμα]

«Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! Ὁμὲρ Βριόνη,
τὸ Σούλι ἐχούμησε καὶ μᾶς πλακώνει.
Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! ἀκοῦς, σουρίζουν
ζεστὰ τὰ βόλια τους, μᾶς φοβερίζουν.

»Γιὰ ἰδές, σὰ δαίμονες μᾶς πελεκᾶνε!
Κάτου ἀπ᾿ τὸ βράχο τους πῶς ροβολᾶνε!
Δὲς τὰ κεφάλια μας, δὲς τὰ κουφάρια
κυλᾶνε ἀνάκατα σὰν νά ῾ν᾿ λιθάρια.

»Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! Ἀκοῦς πῶς σκούζουν!
Οἱ λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Ἄνοιξ᾿ ἡ κόλαση καὶ μοῦ ξερνάει
τὸν μαῦρον κόσμο της γιὰ νὰ μὲ φάει.

»Βριόνη, πρόφθασε· ἀκόμη ὀλίγο,
κι ἀπὸ τὰ νύχια τους δὲ θὰ ξεφύγω.
Τ᾿ ἄλογο!... Γνώρισα τὴ φουστανέλα
τοῦ ἐχθροῦ μου τ᾿ ἄσπονδου Λάμπρου Τζαβέλα.

»Δὲν τόνε βλέπετε, σὰ Χάρος φθάνει
ψηλ᾿ ἀνεμίζοντας τὸ γιαταγάνι.
Νιώθω τὸ χέρι του μὲς στὴν καρδιά,
ποὺ πάει σπαράζοντας τὰ σωθικά.

»Ἀνεμοστρόβιλος, θεοποντή,
ὅλα σὰ σίφουνας θὰ καταπιεῖ.
Τὸ μάτι ἐπάνω μου ἄγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.


**

Νάνι νάνι

Φύσ᾿, ἀγεράκι δροσερό,
μὲς στῶν δενδρῶν τὰ φύλλα.
Πάρ᾿ ἀπ᾿ τὰ ρόδα τὸν ἀνθὸ
ἀπ᾿ τὴ μηλιὰ τὰ μῆλα
καὶ φέρ᾿ τα στὸ παιδάκι μου.
Εἶναι καλὸ καὶ κάνει,
ἥσυχο, νάνι, νάνι.

Ἀρχίνησε τὸ λάλημα,
ἀηδόνι ἐρωτεμένο,
νανάρισέ το, τὸ φτωχὸ
εἶν᾿ ἀποκοιμημένο
σὰν τὴ γλυκιά σου συντροφιὰ
μὲς στὴ φωλιὰ σὰν κάνει,
τὴ νύχτα, νάνι, νάνι.

Ἄνοιξε, νυχτολούλουδο,
ἄνοιξε καὶ μὴν κλείσεις,
τὴν ὄμορφή σου μυρωδιὰ
ὡσότου νὰ τὴ χύσεις
ὅλη μὲς στὰ μαλλάκια του.
Τὸ μαῦρο, ἰδὲς πῶς κάνει
μαζί μου νάνι, νάνι.

Παίζει τ᾿ ἀγέρι τοῦ Μαγιοῦ
μέσα στὸν καλαμιῶνα,
γελοῦνε τ᾿ ἄνθη, τὰ νερά,
λαλεῖ ἡ νεροχελώνα.
Εὐτυχισμένη εἶμαι κι ἐγὼ
στὰ στήθια μου σὰν κάνει,
τὸ μαῦρο, νάνι, νάνι.

Καὶ σεῖς μὲ τὰ χρυσὰ φτερά,
ὀνείρατά μου, ἐλᾶτε
στὸ ἔρμο τὸ καλύβι μας,
ἀγάλια ἀγάλια ἐμβᾶτε,
σιγὰ μὴν τὸ ξυπνήσετε·
κοιτάξετε πῶς κάνει
ἄγγελος νάνι, νάνι.

Ὀνείρατα εἶναι τοῦ φτωχοῦ
ἡ συντροφιά, ἡ ἐλπίδα·
τῆς χήρας ἡ παρηγοριά,
ὁ ἥλιος, ἡ ἀχτίδα.
Ἐλᾶτε, μὴν ἀφήσετε
τὴ μάνα του ποὺ κάνει
μαζί του νάνι, νάνι.

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2021

Μιά παλιά τηλεόραση / Κική Ματέρη



Η ημέρα τούτη κύλησε αδιάφορα .
Τίποτε το νέον, τίποτε ιδιαίτερο. 
Σερνόταν από καναπέ σε καναπέ.

Κλειστή  η τηλεόραση στο σαλόνι,
δίχως πια μάνα ή πατέρα να μαλλώνει.
Έμειναν μόνον οι συμβουλές, ωσάν διατάγες
Τι να έγινε άραγε στον κοσμο ψες;

Ολοιν είμαστε μικροί για να γνωρίζουμε..
Μα ήμαρτον!!
Ένα κουμπί στην τηλεόραση ξέρουμε να γυρίζουμε.
Οι μεγάλοι κατάκοποι στον καναπέ .
Τρώγανε κουλουράκια και πίνανε καφέ.


Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2021

Χρήστος Κουκουσούρης: Τρία [3] ποιήματα

Κάποτε παρακολουθώντας παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής ο ομιλητής είχε υποστηρίξει ότι για να είναι ο ποιητής αληθινός θα πρέπει να γράφει ποίηση στη παλαιά φόρμα...την ομοιοκατάληκτη. Θεωρώ λοιπόν πως στη περίπτωση του Χρήστου Κουκουσούρη επαληθεύεται αυτή η ρήση. Η ποίησή του έχει ρυθμό , μέτρο και ομοιοκαταληξία. Τα θέματά του περιστρέφονται γύρω από την καθημερινότητα των ανθρώπων, τα προβλήματά τους. Χρησιμοποιεί πολύ εύστοχα τις λέξεις μέσα στα ποιήματά του και το πλούσιο λεξιλόγιο λειτουργεί ως ιστός αράχνης για τον αναγνώστη. 

                                                                                                          Δημήτριος Γκόγκας





 MΑΙΡΗ

Σου γράφω δυο λόγια, να… βιάζομαι ξέρεις
με τρέχουν οι μέρες κι οι ώρες καιρό
σου αφήνω κλειδί στο πιατάκι της φτέρης
για όποτε θέλεις… Πολύ θα χαρώ…
Προτιμώ Κυριακή για μια βόλτα με Φέρρυ
ως την Αίγινα θα ‘λεγα, που είναι κοντά
να έχουμε χρόνο να μιλήσουμε Μαίρη,
κουράστηκα που όλα τα βράδια μουντά.
Το κλείνω γιατί με κυνηγάνε διαβόλοι
θα πάρω καινούργιο να το ‘χω κρυφό
με ξέρουν κι οι πέτρες σε όλη την πόλη
στο παιγνίδι του ‘’κρύβεστε ‘’ γοργά εντρυφώ.
Προσδοκώ να φανεί κάποια ήρεμη μέρα
να μ’ έχουν ξεχάσει και να ξεχαστώ
να βγω ν’ αναπνεύσω απρόσκοπτα αγέρα
να πιω καφεδάκι στου Βλάση ζεστό,
να μην ψάχνω γύρο μ’ ανήσυχο βλέμμα
δεν έκανα φόνο, χρωστάω λεφτά
κουράστηκα αλήθεια να ζω με το ψέμα
κοντά ξεχρεώνω και όλα ρευστά.
Η κρίση έχει αλώσει χρηστών συνειδήσεις
και κρέμασε αξίες κι αρχές στα σχοινιά
ακούω τα λόγια που λεν στις ειδήσεις
θα φύγει το άλγος, μένει η ρετσινιά.

**
Το Νησί ( Ουτοπία )
Μέσα στη χούφτα μου έχτισα ένα μικρό νησί,
στέρεοι βράχοι οι ρόζοι μου κι απάνω του εσύ,
ν’ αγνάντευες τα πέλαγα απ’ τις άκρες των δακτύλων μου
να χαίρεσαι και να γελάς και να ‘δινες ζωή.
Με στην παλάμη μου έχτισα ένα μικρό παλάτι,
μ’ αισθήματα οι τοίχοι του, και χρώματα της γης,
κι απάνω στη γραμμή ζωής, άφησα μονοπάτι
πνιγμένο με ‘σε γιασεμιά και φως μιας αστραπής.
Στην άκρη της παλάμης μου, έφτιαξα λιμανάκι
ανάμεσα σ’ αντίχειρα και δείκτη ασφαλισμένο
έναν προβλήτα από καημούς και βράχους κοφτερούς
να σταματάει τον άνεμο, το κύμα το αγριεμένο.
Με στην ψυχή μου έσπειρα το όνειρο μιας πατρίδας,
ψηλά παραθυρόφυλλα, μπρούντζινες κλειδαριές,
από τις γρίλιες έμπαινε το φως μιας ηλιαχτίδας,
και στην κουζίνα σκόρπιζαν άρωμα οι λιχουδιές.
Με στην καρδιά μου έκλεισα ποτάμια από ελπίδες
στόχους ζωής που χάθηκαν και δεν θα ξαναβρώ
μέρες γεμάτες όνειρα, στιγμές σαν καταιγίδες
με μάχες πάντα αμφίβολες, και κόντρα τον καιρό.
Στις προσευχές μου ζήτησα ν’ ακούσεις τη φωνή μου
μέσα απ’ τις αχανείς γραμμές της τηλεφωνικής,
να νοιώσεις την ανάσα μου, να δεις την αντοχή μου,
φάρο της νύχτας, σύμβολο, σκοπό μιας νέας αρχής.
Η ομίχλη τούτων των καιρών σαν πέπλο φαντασίας,
σκέπασε ότι είχαμε κερδίσει απ’ τη ζωή,
σε θέλω με την λάμψη σου το χάος της απουσίας,
να σβήσεις απ’ τη σκέψη μου, για μια μικρή στιγμή.
Καράβι αρμάτωσα για σε μ’ άσπρο πανί ανοιγμένο
και κωπηλάτες ικανούς για τρυφερά ταξίδια,
το λιμανάκι το μικρό λαμπαδοφωτισμένο
κι εγώ φιγούρα γραφική να καρτερώ τα ίδια.
Το πέλαγος απλώνεται ως τη γραμμή του ορίζοντα
κι απάνω του συμμετρικά, μικρές λευκές κουκίδες,
άσπρο πανί δεν φαίνεται, μόνο χρώματα ιριδίζοντα
απ’ τ’ αφρισμένα κύματα που φτιάχνουν οι ηλιαχτίδες.
Άδικα όπως φαίνεται την καρτερώ στο μόλο,
χαμένες πήγαν οι ατέλειωτες ώρες της προσμονής
δεν θα ‘ρθει κι ας θυσίασα, ψυχή, το βιος μου όλο,
κρατώ για πάντα τ’ όνειρο και μην με λησμονείς…

**
ΡΕΚΛΑΜΑ ΤΑΙΝΙΑΣ
Των ακραίων συνειδήσεων θέση δεν παίρνω
ούτε ρούχα γιορτινά σαν μου πουν πως γιορτάζουν
Δημοκράτη ήμουν σπορά και μαζί μου το σέρνω
η εικόνα έχει αλλάξει, κι όλα αυτά με τρομάζουν.
Η Δημοκρατία στις μέρες μας είναι ασύστολο ψεύδος
σκιτσογράφου κακέκτυπο, σαν ρεκλάμα ταινίας
πόση δύναμη τάχα ν’ αποκτήσει και εύρος
πάν’ στις πλάτες λαού, θύμα αίσχιστης πενίας ;
Καπηλευτές κι επιβήτορες δίχως σπέρμα κι ουσία
σχέσεις νόθες κι ασήμαντες σαν το φλάς μιας στιγμής
πώς να πείσει, που οι φέροντες τον σεπτό της μανδύα
διακονίζουν, στοχεύοντας νίκες με ίχνος πυγμής;
Ψάχνω έναν, που νοιάζεται κι έχει πλούτο να δώσει
σε ιδέες κι οράματα για ένα μέλλον ολκής
για την χώρα, που ρήμαξαν εφιάλτες καμπόσοι,
για την χώρα πεδίο που είναι, αήθους διαπλοκής.
Δεν θα βρεις μου φωνάζουν μ‘ ένα πάθος που πάλλει
κρεμασμένοι στα κάγκελα οι των άκρων κραυγές
που ‘χουν στείρο υπόβαθρο και ο λόγος δεν θάλλει
και ξεσπούν σε πειράγματα και στριγκές οιμωγές.
……………………………………….Χρήστος Κουκουσούρης.

Τα σκυλιά / Γιώργος Παπασταθόπουλος

                     


                             

 

                           Τα σκυλιά, λένε, δεν έχουνε μιλιά,  

                           μα θαρρώ πως είναι αυτό μεγάλο ψέμα,  

                           γιατί ξέρω πως ο πλάστης τη λαλιά,  

                           τους την έχει βάλει όλη μες στο βλέμμα!  

 

                           Και μια μέρα μια σκυλίτσα κανελιά,  

                           που δεν είχα ξαναδεί, σαν ξένο θρέμμα,  

                           αγουριόταν στου σπιτιού μου τα σκαλιά  

                           με σπασμένο ένα πόδι μες στο αίμα!  

 

                           Αγκαλιά την πήρα τότε σαν παιδί  

                           κι όσο κλαίει το σκυλί και θρηνωδεί  

                           τόσο τρέχω στο γιατρό της με βιασύνη,  

 

                           που της έκανε το πόδι της καλά  

                           κι από τότε η σκυλίτσα μου μιλά  

                           με το βλέμμα της γεμάτο ευγνωμοσύνη!  


                               

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021

Συνειρμικό παιχνίδι η συμπεριφορά του σύμπαντος απόψε! / Γιολτζίδου Αγαθή


Φορώ λευκό ένδυμα.
Δαντέλες αγγίζουν τους ώμους μου.
Ξέφτια χαϊδεύουν τους αστραγάλους μου.
Βαμβακερό με διάφανη μεταξωτή κλωστή κεντημένο.
Οι άγγελοι κοιτούν απόψε το ένδυμα μου , μα δεν αγγίζουν.
Μεταμορφώνω τις αποστάσεις σε θαύματα.
Απόψε γίνομαι αναχωρήτρια!
Στην πόρτα ακούγεται ένας ήχος.
Θόρυβος πνοής.
Χτυπούν και τα ξύλινα παράθυρα της ζωής μου.
Συνειρμικό παιχνίδι η συμπεριφορά του σύμπαντος απόψε!
Τι να σημαίνει άραγε ο λόγος της σιωπής σου?
Ανα _ κοινωνώ.
Επι_ κοινωνώ.
Κοινωνώ.
Κοινωνία.
Θεία κοινωνία.
Κοινώς.
Κοινό.
Κοινή.
Κυνός σπέρμα ,κύων που φρουρεί μα δεν συν_κοινωνεί με ουδέναν άνθρωπο μα με χώμα.
Τελικά,
Είμαι συνεχώς βυθισμένη στην αμάθεια μα φυλάτω το κέρας της αμάλθειας!!!
Αρετή γαρ.
Να μεταλάβουμε ευγνωμοσύνη?
Κι ας μειδιάς.
Ευτελείς πόθοι άνευ αἰδοῦς .
Τεχνητά ή Τεχνικά προβλήματα υπάρχουν τελικά?
Δόθηκε η εντολή.
Πεινασμένη από την έλλειψη της αγάπης ,ξυπνώ δακρυσμένη.
Μην αγγίζεται αναγραφόμενο post στην ψυχή μου.
Ασάλευτη ύπαρξη του καιρού.
Και των ακολουθιών.
Έκλαψες όμως στον ώμο μου κάποτε, θυμάσαι?
Έλα σκύψε να σε ξεδιψάσω , σου είπα, νέκταρ σεβασμού από την χούφτα μου.
Απρόσμενα.
Ξαφνικών.
Αιφνιδίως.
Χώρισες το νου μου ,ποτάμι ερωτήσεων ξεχύθηκε από τον ώμο που άγγιξες,
ώμος της συναίσθησης.
Κοίτες λασπωμένες στην σκιά σου, εξαγνισμός του χθες ,προχώρα με την ροή του ύδατος ,
σου είπα..
Με φθόνο και θυμό ήρθε το όνειρο.
Λαχτάρισα μα..Noli me tangere !!!!
Ακοίμητη η ελπίδα μου ως είθισται.
Το νανούρισμα άκουγε στο ρυθμό της ανάσας ,μελωδία καημού.
Θάμπωσε η πραγματικότητα.
Ορφάνεψες τις αισθήσεις μου.
Η πηγή της πληρότητας , στέρεψε ,αγκάθινος ο φράχτης της μήτρας ,του γένους του
οίκου μου.
Αλλήλων υπάρξετε.
Καταλλήλων επιθυμιών.
Ακατάλληλων υπάρξεων.
Ψευδαίσθησης συνέχεια το όνειρο.
Αισχύνομαι ..
Αἰδοῦς συνέχεια …

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.