Η Εκάβη δεν μιλούσε Ελληνικά,
χρειάζονταν να μεταφράζουμε τον πόνο της.
Μόλις όμως γράψαμε τις κραυγές,
τις βάλαμε στη σειρά,
αρμόσαμε στη σειρά και τα οστά,
σε σχήμα σώματος,
σε σχήμα τραγωδίας
όπου το παρελθόν προηγείται,
το παρόν αιωρείται
και το μέλλον κατευθύνεται επάνω μας ουρλιάζοντας
καθώς πετάγεται ολόφωτο κι ασταμάτητο
μέσα από τις στοές του μετρό,
μόλις μας ένιωσε
πως το σκισμένο όνομά της
το βάζαμε σε φωνήεντα εύηχα ελληνικά,
αγρίεψε, έβγαλε νύχια
κι όρθωσε το μαλλί το κοντοκουρεμένο
σαν τρίχωμα στριμωγμένης γάτας.
Έφτυνε, γρύλιζε κι αρνήθηκε πια να μιλάει.
ΔΕΝ ΜΕ ΛΕΝΕ ΕΚΑΒΗ, ΔΕΝ ΜΕ ΛΕΝΕ,
έλεγαν τα γρυλίσματα, τα φτυσίματα κι οι υλακές,
δεν θα με κάνετε Ελληνίδα, άθλιοι,
δεν θα με βγάλετε στα λογικά πανηγύρια σας,
δεν θα με κάνετε σεμνή θεατρική τελετή
για να σκουπίσετε τα ματωμένα σας χέρια,
δεν θα μιλήσω Ελληνικά,
τη γλώσσα των φονιάδων.