Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Περί της αυτοχειρίας των Ελλήνων Λογοτεχνών /Δημήτριος Γκόγκας

 

    Η αυτοχειρία των Ελλήνων λογοτεχνών αποτελεί ένα σύνθετο υπαρξιακό και κοινωνικό φαινόμενο, όπου η δοκιμαζόμενη ακραία ευαισθησία του δημιουργού, συγκρούεται βίαια με τα πολλαπλά αδιέξοδα της εποχής του. Το έργο και το τέλος σημαντικότατων ποιητών/τριών, όπως ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, η Κατερίνα Γώγου και ο Νικόλας Άσιμος, αποδεικνύουν ότι η πράξη τους δεν ήταν μια απλή προσωπική παρόρμηση. Αντίθετα, ήταν το αποτέλεσμα μιας βαθιάς και παρατεταμένης ρήξης με την στυγνή, σκληρή πραγματικότητα.

    Ποιοι είναι όμως εκείνοι οι παράγοντες που οδήγησαν τους διάφορους λογοτέχνες στην αυτοχειρία. Το Υπαρξιακό Κενό, η Ευαισθησία ή η ανία της ύπαρξής τους; Η ποιητική φύση χαρακτηρίζεται από μια οξύτατη αντίληψη του κόσμου, η οποία συχνά μετατρέπεται σε ποιητική και όχι μόνο κατάρα. Οι αυτόχειρες ποιητές βίωναν αυτό που ονομάζουμε «υπαρξιακό βάρος». Η καθημερινότητα τους φάνταζε στα μάτια τους πεζή, μάταιη και ανυπόφορη. Η αδυναμία τους να συμβιβαστούν με τα ανθρώπινα όρια τους οδηγούσε σε μια απόλυτη πνευματική απομόνωση και σε συχνές εκρήξεις. Ηφαίστεια που έβραζαν.

    Πολλοί από τους δημιουργούς αυτούς υπήρξαν βαθιά πολιτικοποιημένα ή αντισυμβατικά άτομα που αρνήθηκαν να μπουν στα καλούπια της εποχής τους. π.χ Ο Κώστας Καρυωτάκης, ως δημόσιος υπάλληλος, ένιωθε τη γραφειοκρατία και την επαρχιακή μετάθεση ως πνευματικό θάνατο, ενώ η Κατερίνα Γώγου και ο Νικόλας Άσιμος ταυτίστηκαν με τον αναρχικό και αντισυμβατικό χώρο. Η συνεχής καταδίωξη, η αστυνομική βία και η αδυναμία τους να ενταχθούν σε ένα καπιταλιστικό κατευθυνόμενο σύστημα που εμπορευματοποιούσε την τέχνη, τους εξάντλησαν ψυχικά.

   Για άλλους η ιστορική πραγματικότητα λειτούργησε συχνά ως ο τελικός καταλύτης. Οι ποιητές δεν ζούσαν σε γυάλινο πύργο, αλλά εισέπρατταν το δράμα της κοινωνίας τους. Η γενιά του Μεσοπολέμου (Καρυωτάκης) σημαδεύτηκε από τη Μικρασιατική Καταστροφή και την απώλεια κάθε συλλογικού οράματος. Υπήρχαν έντονα τα σημάδια σε όλους της εξαθλίωσης που επέβαλλε η Γερμανική κατοχή. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης οδηγήθηκε στο τέλος κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, μέσα στη φτώχεια και την απόλυτη στέρηση. Για άλλους η εθνική υποδούλωση λειτούργησε ως θηλιά στο λαιμό. Η Πηνελόπη Δέλτα επέλεξε τον θάνατο ως πράξη ύστατης αντίστασης και αξιοπρέπειας την ημέρα που οι Ναζί μπήκαν στην Αθήνα.

   Βέβαια πίσω από τον δημόσιο λόγο υπήρχε πάντα η εύθραυστη ανθρώπινη φύση, η οποία συχνά λύγιζε κάτω από το βάρος ψυχικών ασθενειών ή ουσιών. Η κλινική μελαγχολία ήταν διάχυτη στα κείμενα και τη ζωή τους. Για ποιητές,  όπως ο Λαπαθιώτης (ναρκωτικά) και η Γώγου (αλκοόλ και χάπια), οι ουσίες ξεκίνησαν ως καταφύγιο από τον πόνο, αλλά κατέληξαν να επιταχύνουν την ψυχική και σωματική τους κατάρρευση.

   Η αυτοχειρία των Ελλήνων ποιητών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια πράξη δειλίας, αλλά ως μια ύστατη, τραγική κραυγή διαμαρτυρίας. Πολλοί επιστημονικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι η αυτοχειρία είναι πράξη ανδρείας! Είναι  η τελική άρνηση να συνθηκολογήσουν κάποιοι με έναν κόσμο που θεωρούν άσχημο, άδικο και πνευματικά νεκρό.

    Όπως έγραψε και ο ίδιος ο Καρυωτάκης, η πράξη αυτή ήταν το αποτέλεσμα μιας «απελπισίας» που δεν έβρισκε πλέον άλλη διέξοδο, μετατρέποντας τον θάνατό τους στην τελευταία, πιο σκληρή τους ποιητική πράξη.

Οι αυτόχειρες ποιητές και λογοτέχνες του Ελληνισμού

 


γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας

   

 Η ιστορία των ελληνικών γραμμάτων περιλαμβάνει σπουδαίους λογοτέχνες, ποιητές και πεζογράφους, που επέλεξαν να τερματίσουν τη ζωή τους, με το έργο τους συχνά να καθρεφτίζει τη βαθιά υπαρξιακή, κοινωνική ή οικονομική τους πίεση.







1.       Κώστας Καρυωτάκης (1896–1928): Ο κατεξοχήν εκφραστής του νεοελληνικού υπαρξιακού μαρασμού, ο οποίος αυτοκτόνησε με περίστροφο στην Πρέβεζα. Το ποίημά του «Ιδανικοί Αυτόχειρες» έμεινε εμβληματικό.
2.       Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888–1944): Ιδιαίτερος αισθητής και νεορομαντικός ποιητής, που έδωσε τέλος στη ζωή του με πιστόλι μέσα στην κατοχική Αθήνα, εξαντλημένος από τη φτώχεια και τις εξαρτήσεις.
3.       Περικλής Γιαννόπουλος (1869–1910): Λογοτέχνης και ποιητής με έντονο ελληνοκεντρικό και αισθητικό όραμα, ο οποίος επέλεξε έναν άκρως δραματικό θάνατο, πέφτοντας έφιππος στη θάλασσα του Σκαραμαγκά.
4.       Μίνos Ζώτος (1905–1932): Λυρικός ποιητής της μεσοπολεμικής γενιάς, στενός φίλος της Μαρίας Πολυδούρη, που οδηγήθηκε στην αυτοκτονία σε νεαρή ηλικία.
5.       Κατερίνα Γώγου (1940–1993): Η σπουδαιότερη «αναρχική» ποιήτρια και ηθοποιός της Αθήνας, της οποίας ο γεμάτος κοινωνική οργή στίχος συνδέθηκε με τα Εξάρχεια. Έφυγε με λήψη υπερβολικής δόσης χαπιών και αλκοόλ.
6.       Νικόλας Άσιμος (1949–1988): Αντισυμβατικός τραγουδοποιός, λογοτέχνης και ποιητής. Έβαλε τέλος στη ζωή του δι' αγχόνης στο θρυλικό «Χώρο Προετοιμασίας» του στα Εξάρχεια.
7.       Αλέξης Ασλάνογλου (1931–1996): Σημαντικός ποιητής της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης με έντονα εσωτερική και μελαγχολική γραφή, ο οποίος έδωσε τέλος στη ζωή του στην Αθήνα.
8.       Κώστας Μίχος (1938–1974): Ποιητής και θεατρικός συγγραφέας της μεταπολεμικής περιόδου, αυτοκτόνησε.
9.       Ιωάννης Συκουτρής (1901–1937): Κορυφαίος κλασικός φιλόλογος και δοκιμιογράφος, που αυτοκτόνησε σε ξενοδοχείο της Κορίνθου μετά από άγριο πόλεμο που δέχθηκε από το πανεπιστημιακό κατεστημένο.
10.   Πηνελόπη Δέλτα (1874–1941): Η σπουδαία Ελληνίδα πεζογράφος, η οποία πήρε δηλητήριο την ημέρα που τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Αθήνα.
 
       Σημείωση: Πίνακας: https://www.tate.org.uk/art/artworks/wallis-chatterton-n01685


Σ

8 ποιήματα, 8 αυτοχείρων Ποιητών και Ποιητριών του Ελληνισμού

 

Ιδανικοί αυτόχειρες/ Κώστας Καρυωτάκης

 
Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.
 
Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.
 
Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.
 
Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα νά το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.
 
Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.
 
**

Αποχαιρετισμός /Ναπολέων Λαπαθιώτης

 
Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ, κι ήσαν όλοι γύρω, μόνοι,
κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μες στη νύχτα που σιμώνει.
 
Κι όσο ζω, κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλλοίμονό μου,
το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου.
 
Τη στιγμή του σταυρωμού μου, και για μόνη συντροφιά μου,
μόλις ένιωσα τα χέρια που σταυρώσαν τα καρφιά μου...
 
Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,
μόνος έζησα του κάκου - κι όπως ήρθα και θα φύγω.
 
Τ' είναι τάχα για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;
- Κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου...
**
 
Ὁ τραγουδιστής / Περικλής Γιαννόπουλος
 

Ἡ πόλις εἶνε λευκή. Ἡ πόλις εἶνε ὡραία. Ἡ πόλις εἶνε γεμάτη παλάτια. Παραδίσεια στολισμένα κάθονται γύρω της ὅλα τὰ βουνά, νυμφικὰ λάμπουν τὰ μαρμαρένια της παλάτια. Καὶ ὁ Ἥλιος κατάχρυσος περιπατεῖ μόνος εἰς τοὺς ἐρήμους της δρόμους καὶ κλαίει. Κατάκλεισται εἶνε ὅλαι αἱ θύραι, κατάκλειστα εἶνε ὅλα τὰ παράθυρα, ἡ πόλις εἶνε νεκρά. Ἡ πόλις ἄλλοτε ἦτο ὅλο ζωὴ καὶ ἑώρταζε λαμπρὰς ἑορτὰς καὶ ἕνα Κακὸν Πνεῦμα ἐπέρασε καὶ ἐμαρμάρωσε τὴν χαράν. Οἱ ἄνθρωποι εἶνε κλεισμένοι εἰς τὸ σκότος, αἱ ψυχαὶ δεμέναι εἰς σώματα νεκρά.
 
Ἀλλὰ τώρα τὴν πάμφωτον ἐρημίαν ἕνα ἆσμα ταράζει. Εἶνε ἕνας τραγουδιστής, ἕνας τραγουσιστὴς ποὺ περνᾶ. Ὁ Ἔρως τοῦ ἔδωκε τὴν δύναμιν, ποὺ τίποτε δὲν τὴν νικᾶ, ὁ Ἔρως τοῦ ἔδωκεν ἕνα θαυμάσιον σπαθὶ ποὺ κόβει ὅλα τὰ δεσμά. Ὁ Ἔρως ποὺ ἐρωτεύθη τὴν ὡραίαν πόλιν, ὁ Ἔρως ποὺ ἐρωτεύεται ὅλας τὰς ψυχάς, τὸν ἔστειλλε νὰ ἐξυπνήσῃ τὴν πόλιν, νὰ ἐξυπνήσῃ ὅλας τὰ ψυχάς. Ὁ Τραγουδιστὴς περνᾶ καὶ τραγουδεῖ «ὦ λιγερὸν καὶ κοπτερὸν σπαθί μου», διαμαντένιο σπαθὶ τῆς Εὐμορφιᾶς. Καὶ γελᾷ καὶ περνᾷ τραγουδῶν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐρήμους δρόμους μαζὶ μὲ τὸν Ἥλιον ποὺ κλαίει.
 
Τραγουδεῖ, τραγουδεῖ καὶ ὅλαι αἱ κλεισμέναι ψυχαὶ εἰς τὰ νεκρὰ σώματα, αἰσθάνονται εἰς τὰ σπλάγχνα των τὰ ἡδονικὰ ἀναταράγματα τῆς ὡραίας Σουλαμίτιδος. Καὶ ὁ Τραγουδιστὴς θὰ τραγουδῇ, θὰ τραγουδῇ, μὲ τὴν ὑψηλοτέραν καὶ γλυκυτέραν του φωνήν, θὰ τραγουδῇ ἕως ὅτου αἱ ψυχαὶ πεταχθοῦν καὶ ἀνοίξουν ὅλας τὰς θύρας, ὅλα τὰ παράθυρα, ἕως ὅτου προβάλλουν ὅλαι ἐρωτευμέναι εἰς τὸ φῶς, διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν τραγουδιστήν, ἀλλ᾿ ὁ τραγουδιστὴς δὲν θὰ εἶνε πλέον. Δὲν θὰ εἶνε ὁ τραγουδιστής, ἀλλὰ θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ξυπνημέναι, ὅλαι αἱ θύραι καὶ τὰ παράθυρα ἀνοικτά, ἀλλὰ θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐλευθερωμέναι, θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐρωτευμέναι, ἐρωτευμέναι εἰς τὸ Φῶς.
 
**
Δύο άγνωστοι / Μίνος Ζώτος
 

Στην αίθουσα, που λίγο πριν το γέλιο αντιλαλούσε,
χώρια καθένας, έμειναν στερνοί μονάχα δύο·
εκείνη τάχα εδιάβαζε σκυμμένη ένα βιβλίο
κι αυτός βαριά στα χέρια του την κεφαλή ακουμπούσε.
Μίλημα δεν εξύπνησε τη σιγαλιά κανένα·
μα ενώ ήταν ξένοι και κοινό δεν είχαν τίποτε άλλο
παρά, ο καθένας άλλονε, τον πόνο τον μεγάλο
στραφήκαν και κοιτάχτηκαν βουβά κι απελπισμένα.
Ώρα πολλή κοιτάζονταν βουβά, κατάματα έως
που υψώσανε με απόγνωση τα χέρια ξάφνου αντάμα·
τότε κι οι δύο αναλύθηκαν στα δάκρυα και στο κλάμα·
Κι αυτή ήταν νέα κι ωραία κι αυτός επίσης νέος κι ωραίος.
 





**
 

Πώς με κοιτάζει έτσι / Κατερίνα Γώγου

 
Πώς με κοιτάζει έτσι
Πώς με κοιτάζει έτσι
αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί
πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι…
Πώς θροΐζει μέσα μου
αυτό τον παγωμένο χάρτη στο βυθό
πώς με κοιτάει έτσι το φεγγάρι…
Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο
κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά
δείχνει παντού και πουθενά
τι θέλει το φεγγάρι…
Ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα
κάνει τόση αντήχηση μέσα μου
μου διογκώνει το Εγώ μου…
Ποιανής σελήνης έκλειψη
ποιου φεγγαριού η χάση
μαζί σηκώνει μέσα μου
άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου…
πώς με κοιτά…
Πώς σκύβει έτσι πάνω στο στόμα μου να δει
αν ανασαίνω ο Καρυωτάκης…
 
**
 

Εγώ με τις ιδέες μου / Νικόλας Άσιμος

 
Εγώ με τις ιδέες μου
κι εσείς με τα λεφτά σας,
νομίζω πως τα θέλετε μονά ζυγά δικά σας,
δε θέλω την κουβέντα σας
ούτε τη γνωριμιά σας.
 
Θα χτυπήσω εκεί που σας πονάει,
κανένα δε θα αφήσω εμένα να κερνάει.
θα με χρίσω ιππότη και τζεντάι
και άμα ξεμεθύσω
σας λέω και γκοντμπάι.
 
Και οι θεοί σαν πείθονται
εάν υπάρχει ανάγκα,
για πόλεμο δεν έκανα
ποτέ εγώ το μάγκα
και ούτε νεροπίστολο
δεν έχω στην παράγκα.
 
Θα τραβήξω το δρόμο μου όσο πάει
κανένα δε θα αφήσω
εμένα να κερνάει,
Θα απολύσω κι όποιον με περιγελάει,
χιλιάδες δυο αλήθειες
ο πόνος μου γεννάει.
 
Εγώ στα δίνω έτοιμα
κι εσύ τα θες δικά σου
λιγούρα που σε έδερνε
παρ' όλα τα λεφτά σου
και ούτε στο νυχάκι μου
δε φτάνει η αφεντιά σου.
 
Δε σε παίρνει εμένα να κοιτάξεις
χωρίς καμιά ουσία εσύ
θα τα τινάξεις.
Είσαι θύμα του νόμου και της τάξης
δεν ξέρεις καν το λόγο
για να με υποτάξεις
 
**
 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ / Νίκος Ασλάνογλου

 
Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ’ αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια
 
Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει
 
Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω
τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
σαν τα παράθυρα σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσης
και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου
 
**
 
Κώστας Μίχος, «644 Τ.Τ.Π.- Αύγουστος ’62 ( παρά την Ελληνο- Γοιυγκ. μεθόριον)»
 
( Του Γιώργου Τσιρόγκα)
 
Το τραίνο των 12, το AUSTRIA’ EXPRESS θαρρώ,
σφύριζε… μιά, δυό, τρεις, ίσως τέσσαρες φορές μέσα στη νύχτα…
όταν έμπαινε στο θάλαμο ο “Γραφεύς της ημερισίας Διαταγής”
-Σέρνοντας μιαν απορία…
κάτι…
σαν αποτυχημένο “Επ’ ώμου”
ή τραγούδι.
 
Ο ” Γραφεύς της Ημερισίας Διαταγής”
με τα βαρειά βλέφαρα
και τα εικοσιτρία χρόνια.
Με το πακέτο των τσιγάρων στο χέρι
…σαν πρόφαση
ή αιτιολογικό αιτήσεως.
 
Ο Γραφεύς της Ημερισίας Διαταγής
με παγωμένο το χαμόγελο στα χείλη,
και το πεντακάθαρο,
το “αστράπτον”, το “τέλειον” όπλο,
(όπως έλεγε ο λοχαγός…)
-Σαρκαστικό προσωπείο στην αδιακρισία μας-
 
…( Κείνη την εποχή η μανία του Βαρδάρη έδιωχνε τα σύννεφα.
Κι ήταν ακόμη Αύγουστος μήνας…)
 
(… Ο Αύγουστος του Γραφέα της Ημερισίας Διαταγής
έλεγαν οι φιλολογίζοντες του 644 Τ. Τ. Π.)

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ΣΤΟΝ ΗΧΟ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ / Χριστοδούλου Δήμητρα

 


Κάποιος που δεν μπορώ ν’ αναγνωρίσω
Περπατά πάνω κάτω στο σπίτι μου.
Με μάτια κόκκινα απ’ την κούραση
Και κάτι σαν κελάηδισμα στον λόγο
Μου εξηγεί ότι διέσχισε την πόλη
Και την βρήκε σχεδόν ακατοίκητη.
Είδε το φως στο παράθυρό μου
Και ήξερε ότι θα τον δεχτώ.

Ω, εσείς, συνηθισμένα μου ενδύματα,
Φτερά καρφιτσωμένης πεταλούδας,
Εσείς, που αφήνετε το χνούδι
Της χαμένης σας υγείας στην ντουλάπα,
Εσείς, κουμπιά μου που κυλήσατε στο πάτωμα
Κι αφήσατε στην κρυφή ντροπή τους
Τόσα ξηλωμένα πουκάμισα,
Ακούτε αυτό το βήμα, αυτό το τραύλισμα;
Θα ντύσουμε έτσι φτωχικά τον θάνατο;

Όχι. Θα εφεύρω την κομψότητα.
Ένα άρωμα σιδερωμένων σεντονιών
Μπορεί να ντύσει έναν επισκέπτη
Όπως ντύνουν παραδείσιο πουλί τα χρώματα.
Έξω ο κόσμος εξακολουθεί να συντρίβεται.
Εδώ το φως σκυμμένο πάνω μας
Ρίχνει στους ώμους ένδυμα σωστό.

ΟΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ / Χριστοδούλου Δήμητρα


Σαν κεφαλή ταριχευμένου λύκου,
Μακάβριο τρόπαιο κυνηγού
Που κάπου ασπρίζουν πια τα κόκαλά του
(Κανείς δεν είναι πάντα τυχερός
Όταν αναμετριέται με τ’ αγρίμια),
Στον τοίχο κρέμεται ο λεκές της υγρασίας,
Δόξα της οικογενειακής ιστορίας μου.
Μα τα δικά μου κόκαλα ανθούν
Καλά θαμμένα κάτω από τα χάχανα
Τόσης, στ’ αλήθεια, καρτερίας κι ευσέβειας
Που έχει κάθε πόνο απελπίσει.

Έξω η σκόνη από την Αφρική
Ταριχεύει πολίτες και μπάτσους.
Κορνάρουν με τα κυνηγετικά τους βούκινα
Κάτι φιλότιμα ασθενοφόρα.
Μες στα μεγάλα, μαύρα τους φτερά
Γιατροί διασχίζουν πάρκα και πλατείες
Κι αφήνουν στον γαλαξία τον γέρικο
Τ’ απόβλητα των χειρουργείων.
Μόνο το αηδόνι που ακόμη θυμάμαι
Ξηλώνει κλαίγοντας το σάβανο
Γύρω από ανθρώπους και λύκους
Και τυφλό από της φωνής του τ’ αρώματα
Φέρνει ως εδώ το φως της νύχτας.

ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ / Σταυραετός / Β.Α

 


 
Τα καλοκαίρια στέκονταν
πάνω από τα μαύρα σου μαλλιά πιτσιρίκα μου.
Μέρες φτιαγμένες από χαρά
περίμεναν τα θαύματα του ερωτικού απείρου.
Με το σακίδιο στην πλάτη γεμάτο ελπίδες
σχεδιάζαμε πάντα να ταξιδέψουμε
σε αθάνατους της φαντασίας κόσμους μαγικούς
χωρίς ποτέ να ξεκινάμε.
Η πεζή ζωή έστελνε δίπλα μας
κηδείες παλιών ερώτων ζευγαρωτές λευκόμαλλες
κουτσές και σφιχτά αγκαλιασμένες.
Φοβόμουν το χρόνο και προσπαθούσα
να κερδίσω στιγμές λίγης εξώχρονης χαράς.
Σου έλεγα φίλησέ με αλλά μη με σκοτώσεις!
Και συ έλεγες όχι ακόμα!
Ώσπου οι αγαλμάτινες στιγμές
στους ερειπωμένους του έρωτα ναούς
ξεμείνανε από πιστούς και ιεροφάντες.
Οι λευκοί ερωδιοί ψηλά
συνέχιζαν των ταξιδιών τους κύκλους τους.
Πετροχελίδονα τριγύρω
την πρώτη μέρα της Δημιουργίας
είχαν φορτωμένη στα αιθέρια τα φτερά τους.
Φωτιές ανάβαν με πόνο και κουφαλιασμένα ξύλα
μέσα στις κρύες νύχτες της συνήθειας
για να ζεστάνουν την ψευτόδετη συμβίωση.
Τα κάρβουνα τα κόκκινα προφήτευαν την τελική τη στάχτη.
Και συ έλεγες όχι ακόμα!
Γερμένος πάνω  στης μνήμης τους εξώστες
σε βιβλιοθήκες πέρα από το χρόνο
ανεβασμένος στης πνευματικές της φύσης τις κορφές
στις δόξες και στις καταβάσεις των μάταιων  ανθρώπων
δίπλα μου σε είχα να μου λες !
Όχι ακόμα!
Στις τελευταίες του  κόσμου τις στιγμές
όταν οι ήχοι ετοιμάζονταν να βγουν
μιας πένθιμης και αναστάσιμης καμπάνας
δίπλα εκεί ήσουν και συ
την ώρα που κρατούσα μες τα χέρια ένα γράμμα.
Όχι δεν ήτανε δικό σου
μα ήταν κάποιας που ήταν πάντα αληθινή
κι αληθινή αγάπη είχε στην καρδιά της.
Κι ως σύζυγος ιδανική
απ’ τη φονοκτονία σου την αργή με είχε γλυτώσει.
Και τότε είπες!
Να τώρα είναι η κατάλληλη η ώρα
και με ότι ήσουνα παντοτινά ταυτίστηκες.
Του είναι σου την ιδιότητα αποκάλυψες.
Ο χάρος ήσουν κάθε αγάπης αληθινής.
Και μια εκδίκηση βαθιά του  εαυτού σου.
 
                                                                    Β.Α.

ΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ / Γιώργος Αλεξανδρής


Πολύπλευρη και πολυσύνθετη της κοινωνίας η δομή
ευδόκιμη συστέγαση ομοφροσύνης και διαφωνίας
με σεβασμό και αποδοχή στη διαφορετικότητα,
από τον οίστρο και τη διάκριση της ατομικότητας
στο μεγαλείο της επώνυμης και οργανωμένης τάξης
με την παράλληλη αποζήτηση και την κοινή διαδρομή.

Θολό τοπίο το συμβατό γίγνεσθαι και οι προσδοκίες
με την επίκληση της ιστορίας και της διδαχής,
απεμπόληση δικαιωμάτων και αποξένωση ευθυνών
η καταφυγή σε είδωλα, δόγματα και κοσμοθεωρίες
με πλήρη ταύτιση στα γνωστά και πεπραγμένα
και χωρίς στόχευση σε νέα οράματα και αναφορές.

Αρμονίας στέγασμα η συμπαιγνία και η σιωπή
με τις ιδεολογίες πρόσχημα κι επίταξη  αναγκαία,
σε έπαρση οι αυθεντίες και οι δοκησίσοφοι ταγοί
να είναι η καθημερινότητα θρησκειολόγημα βαθύ,
σύναψη εμπειριών, γνώσης και κριτικής σκέψης,
άνθισμα ομολογιών, παραδοχών και βουλεύσεων.

Και πίσω από αυτή τη σύσταση και λειτουργία,
αυτομολούν ομάδες σύμπτυξης και προσηλυτισμού
με βεβαιότητες προσωποπαγείς και οδηγισμούς
απέναντι στην απάθεια, την απογοήτευση και τη φυγή
την ανένταχτη συμπεριφορά σε ασπασμούς και εκκλήσεις
επισκοπώντας σκόπιμα επί παντός θέματος και βαθμού.

Η επί παντός θέματος γνωμάτευση και κρίση
στον καθημερινό ορυμαγδό βέβηλων, ιερών και οσίων
να πλέκεται η ευθύνη σύνδρομο της άγνοιας και του χρέους,
αποτελεί σκοταδισμό, επίδειξη και αλλοφροσύνη
βόλεμα προσωπικό στης εξάρτησης την ανάγκη,
συνέχεια και συνέπεια ιερόσυλης αυθεντίας.

                                              Γιώργος  Αλεξανδρής

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.