Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στογιαννίδης Ξ. Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στογιαννίδης Ξ. Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

«Περίπτερο - στίχοι»



     
   

 Ποιητική Συλλογή του   Γ. Ξ.  Στογιαννίδη (φωτογραφία) 

            που έλαβε το 1974 το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης 
            ( Εκδόσεις:) Σκαπτή Ύλη)

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

«Περίπτερο - στίχοι»

     
   

 Ποιητική Συλλογή του   Γ. Ξ.  Στογιαννίδη (φωτογραφία) 

            που έλαβε το 1974 το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης 
            ( Εκδόσεις:) Σκαπτή Ύλη)

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Εν μέσω αλαλαζόντων: Το 1991 εκδίδεται η Ποιητική Συλλογή του Γεωργίου Στογιαννίδη "εν μέσω αλαλαζόντων" (πέντε ποιήματα)

Απελευθέρωση

Δεξιότερα ή αριστερότερα
δεν έχει καμιά σημασία.
Βάδιζε όπως ο κάβουρας
αποφεύγοντας τις κακοτοπιές.
(Άλλωστε η συντέλεια του κόσμου αργούσε.)
Μπορούσε να σήπεται συνεχώς
μηρυκάζοντας λέξεις.
Δεν είχε άλλωστε βλέψεις.
Όμως το σκουλήκι είναι σκουλήκι
κι όσο το θυμάσαι πληγώνει.

Έσπρωξε το σημείο ανασχέσεως
και βρέθηκε έξω.


Μέσα στο ρολογάδικο

Άκουσε το χρόνο σαν μια απειλή
να σημαίνει μέσα του
                          και τρομαγμένος
βάλθηκε να σημαίνει το σήμα κινδύνου
ξεσηκώνοντας όλα τα ρολόγια
μέσα στο ρολογάδικο.



Ο έκπτωτος άγγελος


Το ελικόπτερο κατεβαίνοντας
τάραξε τον ύπνο του έκπτωτου άγγελου.

Άδειασε ο ουρανός
κι είδα τότε τον άγγελο
γυμνό
         σε μιαν άκρη να κλαίει.



Τα καρφιά
Απ΄τον φεγγίτη
η νύχτα έπεφτε άδεια
ενώ περίμενε να ξημερώσει.

Μονάχα μέσα
-πολύ μέσα-
άκουγε την Άννα να τραγουδά
κι οι φονιάδες του ύπνου αραίωναν.
Θυμήθηκε τότε
εκείνη την άδεια «μετά δημοσίων θεαμάτων»
κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του.

Έβγαλε μια φούχτα καρφιά...


Εξευτελισμός

Στην αρχή ήταν λέξεις
(σκόρπιες, ανυπάκουες, άτακτες
δίχως νόημα).
Είπε να τα παρατήσει.
Όμως με την επιμονή τον καιρό
άλλαξαν.
Τώρα κάνουν τα θελήματά του
φιλούν το χέρι του, λένε «ναι»
τολμά να παίξει κι αυτό το κεφάλι του
ακόμη.

Θεέ μου τι εξευτελισμός...

Αμήχανη έξοδος: Το 1982 ο Γεώργιος Στογιαννίδης εκδίδει την Ποιητική του Συλλογή: Αμήχανη Έξοδος (Εδώ μικρό απόσπασμα)

Αμήχανη έξοδος

Η αχερούσια μοναξιά με πλημμυρίζει.
                  Χορταίνω
τρώγοντας την αδηφάγα σιωπή μου
ύστερα σπάζω τα χορτασμένα νεύρα μου στους τοίχους.
                      Ευφραίνομαι ανήσυχος.


Χωνεύοντας διασκεδάζω την αμήχανη έξοδό μου.



Ο βαρκάρης

Έκλεισε το καλοριφέρ σήκωσε τις κουβέρτες
άφησε τα όνειρα ακάλυπτα
«μπορώ να ζήσω και δίχως αυτά» είπε.
Τότε θυμήθηκε τον βαρκάρη
που μ' ένα οβολό περνούσες στην απέναντι όχθη.
Πάλι γιατί τον θυμήθηκε;
Μα για να κάνει τη βόλτα του να ξεσκάσει λιγάκι
έτσι ολόγυμνος που ήταν...



Ενδότερα

Η ώρα γυρίζει στο μαύρο.
Τα χρώματα που με συγκινούσαν
βουλιάξαν στη θάλασσα,
όμως θάλασσα δεν υπάρχει
έχω μετακομίσει στα ενδότερα και ησυχάζω.


Αύριο
θα ξηλώσω όλες τις παλιές σκαλωσιές
βαρέθηκα τις διαστολές και συστολές του μυαλού μου.



             Με δέκα πρόσωπα


Έπαιζε με δέκα πρόσωπα.
Γελούσε πριν απ' το ένα
ύστερα
          τ' ανακάτωνε.
                           Εκείνο
με το φως εξαφάνιζε τ' άλλα
σκοτείνιαζε καθώς το κοιτούσες
άλλαζε χρώμα ύφος.
                           Φοβόμουν μήπως σκοντάψω.
Έστρεφα
πίσω
         σκάλιζα στάχτες πρόσεχα τη φωτιά
ακύρωνα πράξεις
                         άπρακτος
ανάμεσα στο πλασματικό και το πραγματικό.
Οι μεταμορφώσεις με ακρωτηριάζαν
αναστατώναν το νευρικό μου σύστημα.
Τέλος
         δεν έβλεπα παρά το ένα το μοναδικό πρόσωπο.



Το γυμνό

Ζωγραφίζω γυμνό
δίχως προοπτική.
Αδειάζει
το πραγματικό στο αδιάκοπο.
Το χρώμα άνυδρο.
Το νερό κι ο αέρας έξω απ' τον πίνακα.


Είναι ένα «μέσα» χωρίς φόδρα
που με ξεγελά
γυμνός μέσα στον εαυτό μου
ανακαλύπτομαι.

Ποιητική Συλλογή; Απειλή του Γεωργίου Στογιαννίδη εκδοθείσα το 1974 (ένα ποίημα)

Θα μείνουμε πάλι μονάχοι
με τις προσδοκίες που θρέψαμε λίγο πριν απ' την καταστροφή,
όταν οι πεταλούδες ματώναν το στήθος
κι η φτώχεια τούτη η αναπηρία της ψυχής
μάς έκλεινε για μιαν ακόμη φορά την πόρτα.
Ούτε η θάλασσα η υλική
ούτε η αλήθεια του τζίτζικα μάς κρατούν.
Το φως έμεινε απ' έξω
κι εδώ ολόγυρα στο σκαμμένο λάκκο
μαζεύτηκαν οι ψυχές.
Τις έφερε η απεγνωσμένη τους πράξη.
Θυμούνται τον τελευταίο πυροβολισμό
κι ύστερα στο σκοτάδι που έπεσε στη ζωή τους
για πάντα∙ τίποτε άλλο.

Όμως το βράδυ τα πτώματα πληθαίνουν
πέφτουν απ' την οροφή απ' τον ουρανό
πέφτουν απ' τον φεγγίτη σκοτώνουν το φως
ύστερα έρχεται η νύχτα και τα εξαφανίζει.

Λίγο πριν ξημερώσει ένας πετεινός θα λαλήσει
θα διώξει το δαίμονα, θ' ανοίξει τα όνειρα
θα καλημερίσει μαχαίρια
θ' αστράψουν προφητείες στα μάτια μας πάλι.

Εύκολη που κάναμε την ψυχή μας!

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

Ο εξώστης και τα πράγματα: Ποιητική Συλλογή του Γεωργίου Στογιαννίδη. Εκδόθηκε το 1964

Η διαδρομή

Ούτε ένα βήμα
όσο κι αν επιθυμεί να ξαναρχίσει το ίδιο ταξίδι
τα ίδια τοπία να δει.
Η εποχή πάλι ωραία, τα νερά δροσερά κάτω από σκεπασμένες πηγές,
το κλίμα γλυκό∙ επάνω σα μια ανάλαφρη εσθήτα ο ουρανός
σε σώματα χελιδονιών,
(μα η φωτιά που από μέσα ζεσταίνει έχει σβήσει
ψεύτικη σκηνογραφία από χαρτόνι φαντάζει).
Ωστόσο θέλει να ξανακάνει, να επαναλάβει τούτη τη διαδρομή
κι ας τον συντρίβει η απόγνωση
υπακούοντας στην ενδόμυχη ελπίδα μονάχα,
στους καλούς οιωνούς που οραματίσθηκε,
όσο κι αν τους κυνηγήσαμε δεν τους πιστέψαμε,
κάποτε,
μας είχαν πιπιλίσει το αίμα,
με ψέματα.

Το ξύλινο πουλί: Ποιητική Συλλογή του Γεωργίου Στογιαννίδη. Είδε το φως το 1960

Στάχτη

Την ακούει κάθε φορά που επιστρέφει∙
ανύποπτη μέσα στο χώρο που κατοικεί.
Σχεδόν μια κορνίζα καρφωμένη στον τοίχο
χωρίς πρόσωπο
χωρίς αίμα
χωρίς φως.

Κι εκείνος μιλάει για κήπους
για φωτισμένα παράθυρα
μιλάει για τα σπουργίτια του ήλιου,
σαν ένα παιδί
σαν ένας άντρας
ανάμεσα σ' Εκείνη και τη στάχτη.

Συγκομιδή της μοναξιάς: Ποιητική Συλλογή του Γεωργίου Στογιαννίδη εκδοθείσα το 1952

Τροπάρια 

6

Χωρίς να κοιταχτεί μες στο φεγγάρι
χωρίς να γνωριστεί μέσα στην ώρα
σηκώνοντας στην όχθη τη φωνή της
αφήνει τ' ανεξάντλητα πουλιά.

Λευκή σαν ψίχα γιασεμιού
πλέει δροσερή μες στην αγάπη.

Απλή ξυπνάει τα φλάουτα
σα μια γιορτή
χωρίς μι' αχτίδα να λεκιάζει την καρδιά της
τον ύπνο της ν' αργεί.

Ανοίγει την πιο διάφανη στιγμή
ρίγος ξανθό του ανήσυχου νερού,
σπουργίτι του πρωινού που ξεσηκώνει
τη λιτανεία των σημάντρων μες στο φως.


11
Και τώρα που τριζοβολούν τα κόκαλα του ανέμου
που βρέχει σάπια φύλλα και καπνό μες στα μαλλιά μου
μπορώ να σε σκέφτομαι.

Μπορώ να σου μιλώ με τη γλώσσα της άγνωστης νύχτας
που ανάβει χίλιες δυο φωτιές στα σώματα της πίκρας
να σε ποθώ με τη σιωπή του πεινασμένου σκύλου.

Μπορώ να έρχομαι τις νύχτες
όπως χιλιάδες χρόνια πριν
με τη σκάλα και το άνθος μου
με το τραγούδι ή με το ξίφος.

Μπορώ ν' αλλάξω τρυφερά
σαν ένα βρέφος την καρδιά μου
σαν ένα γιασεμί να πλημμυρίσω ευωδιά
να πετάξω από επάνω μου
την έξυπνη πανοπλία
τώρα
που ένα ένα περνούν απ' τα μάτια μου
έτοιμα να με συγχωρήσουν
όλες μου οι κακίες και τα σφάλματα.

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Περιστέρια στο φως : Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Στογιαννίδη (1949)

Ι

Πετούν πετροχελίδονα έξω απ' τα παράθυρα
η αγάπη κρούει τα σήμαντρα
χωρίς ημερολόγιο
τα κορίτσια κρεμούν στ' αυτιά τους
ψίθυρους θαλασσινούς
ανάβουν τις γυμνές κυψέλες των φιλιών φωτιές
και πέφτουνε να κοιμηθούν
σφίγγοντας
έν' άστρο δροσερό ανάμεσα στις κνήμες τους


VII

Όλη τη νύχτα αφάνιζα
λέξη προς λέξη
την ευφορία του κορμιού σου

Όλη τη νύχτα
με το θαλασσί φεγγάρι
έβρεχα τα χέρια μου
που έκαιγε η αίσθησή σου

Εγκαταλείπω το φως
για μιαν άλλη ζωή
για μια θύελλα που ξεσηκώνει
ένα σμάρι πουλιά
διάφανα σαν τον άνεμο
δροσερά σαν τα δάχτυλά σου
που ξεκουράζονται στο προσκέφαλό μου
δίχως όνειρα


X

Χίλιες φωτιές ανάβουν απόψε
σ' έναν ουρανό ευτυχισμένο από φως
σε μια πλημμυρισμένη καρδιά
που ανοίγει τις φλέβες της να τραγουδήσει τον ήλιο
τον μικρό ήλιο που μεγαλώνει σαν το πουλί στον κόρφο μας

Χίλιες φωτιές
ανάβουν διάφανες στιγμές
αλλάζουν φόρεμα
μ' ένα κλαδί ανθισμένης πασχαλιάς
κι ανοίγουνε παράθυρα
σε χλιαρές πνοές

Αγαπημένα χέρια
ντάλιες της χειμωνιάς
που ταξιδεύετε μες στα όνειρά μου

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Γιώργος Ξ Στογιαννίδης (Βιογραφικό σημείωμα )


Γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1912.  Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 ως γύρω στα 1970 έζησε στην Καβάλα, εργαζόμενος σε οικογενειακή βιοτεχνία και μετά το 1970 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ασχολήθηκε επαγγελματικά με το εμπόριο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Καβάλα υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών και το 1934 εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Νέοι» που κυκλοφόρησε τέσσερα τεύχη. Συνεργάστηκε επίσης ως μέλος της συντακτικής επιτροπής με τα περιοδικά της Καβάλας «Σκαπτή Ύλη», «Εννέα Οδοί», «Αργώ» και τα περιοδικά της Θεσσαλονίκης «Μακεδονικά Γράμματα», «Ροτόντα» καθώς επίσης με διάφορες εφημερίδες της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας, όπου δημοσίευσε κριτικά δοκίμια. Από το 1975 και για πέντε χρόνια πραγματοποίησε ραδιοφωνικές εκπομπές με τίτλο «Γύρω από την ποίηση» στο ραδιοφωνικό σταθμό ΕΡ2 της Θεσσαλονίκης. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1931 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στο περιοδικό «Ορίζοντες» του Πειραιά. Πέθανε το 1994.

[Πηγή: Ε.ΚΕ.ΒΙ.]

Ποιητικές συλλογές:

«Περιστέρια στο φως», 1949
«Συγκομιδή της μοναξιάς», 1952
«Εαρινά εγκώμια», 1956
«Το ξύλινο πουλί», 1960
«Ο εξώστης και τα πράγματα», 1964
«Ενοχή αθωότητος», 166
«Περίπτερο», 1973
«Απειλή», 1974
«Το πρόσωπο της Ευριδίκης», 1975
«Στις προσβάσεις του ύπνου», 1976
«Εσωτερική επένδυση», 1977
«Αφήγηση ξεναγού», 1979
«αμήχανη έξοδος», 1982
«Περιγραφή ακινήτου», 1983
«Εν μέσω αλαλαζόντων», 1991

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Το γυμνό



Ζωγραφίζω γυμνό
δίχως προοπτική.
Αδειάζει
το πραγματικό στο αδιάκοπο.
Το χρώμα άνυδρο.
Το νερό κι ο αέρας έξω απ' τον πίνακα.


Είναι ένα «μέσα» χωρίς φόδρα
που με ξεγελά
γυμνός μέσα στον εαυτό μου
ανακαλύπτομαι.

Με δέκα πρόσωπα



Έπαιζε με δέκα πρόσωπα.
Γελούσε πριν απ' το ένα
ύστερα
τ' ανακάτωνε.
Εκείνο
με το φως εξαφάνιζε τ' άλλα
σκοτείνιαζε καθώς το κοιτούσες
άλλαζε χρώμα ύφος.
Φοβόμουν μήπως σκοντάψω.
Έστρεφα
πίσω
σκάλιζα στάχτες πρόσεχα τη φωτιά
ακύρωνα πράξεις
άπρακτος
ανάμεσα στο πλασματικό και το πραγματικό.
Οι μεταμορφώσεις με ακρωτηριάζαν
αναστατώναν το νευρικό μου σύστημα.
Τέλος
δεν έβλεπα παρά το ένα το μοναδικό πρόσωπο.

Ενδότερα



Η ώρα γυρίζει στο μαύρο.
Τα χρώματα που με συγκινούσαν
βουλιάξαν στη θάλασσα,
όμως θάλασσα δεν υπάρχει
έχω μετακομίσει στα ενδότερα και ησυχάζω.


Αύριο
θα ξηλώσω όλες τις παλιές σκαλωσιές
βαρέθηκα τις διαστολές και συστολές του μυαλού μου.

Ο έκπτωτος άγγελος



Το ελικόπτερο κατεβαίνοντας
τάραξε τον ύπνο του έκπτωτου άγγελου.

Άδειασε ο ουρανός
κι είδα τότε τον άγγελο
γυμνό
σε μιαν άκρη να κλαίει.

Τα καρφιά


Απ΄τον φεγγίτη
η νύχτα έπεφτε άδεια
ενώ περίμενε να ξημερώσει.

Μονάχα μέσα
-πολύ μέσα-
άκουγε την Άννα να τραγουδά
κι οι φονιάδες του ύπνου αραίωναν.
Θυμήθηκε τότε
εκείνη την άδεια «μετά δημοσίων θεαμάτων»
κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του.

Έβγαλε μια φούχτα καρφιά...

Θερισμός



Μέσα στα σίγουρα μαλλιά της
θέριζα κληματίδες
τα όνειρά μου.

Το ποίημα



Δεν ξέρω πώς να μπαλώσω τούτο το ποίημα
έτσι ξεσκισμένο που είναι:
Νύχτες τώρα παιδεύομαι
μπερδεύομαι με τις λέξεις,
ύστερα είναι εκείνος ο πόνος, επίμονος,
το λίγο φως
που δυσκολεύει να δω το πρόσωπό σου
καταφαγωμένο σαν
από ανακομιδή.
Τόσα χρόνια δεν έλειωσε ακόμη
με κυνηγά βγαίνει ψηλά πάνω απ' τη θέλησή μου
κάποτε χάνεται
όμως δεν κλείνω μάτι τη νύχτα
ώσπου να πέσω πτώμα.

Τότε καταλαβαίνω γιατί έχουν στραβώσει τα όνειρα
μέσα μου
σκουντουφλούν ξοφλημένα
γιατί μπάζει νερά το μαύρο μου χάλι
βαθαίνει η άβυσσος.

Δε θυμάμαι πότε άρχισα
μου διαφεύγουν οι ημερομηνίες
μένει μόνο εκείνο το καρφί στη θύμησή μου
και δεν τελειώνει τούτο το ποίημα
δεν τελειώνει.

Το ποίημα είναι το ποτάμι
δε σταματά
συνεχίζεται μέσα σου.

Υστερόγραφο



Τότε, σκέφτηκε να την πει καλοκαίρι.
Γιατί τα καλοκαίρια ανατέλλουν χαρούμενα
κι είναι έμπιστα και δροσερά.

Σε λογαριάζουν δικό τους
και βγάζουν το καπέλο τους
μόλις σε ιδούν.

Εγώ, δεν έχω καπέλο,
έχω όμως μια μικρή πέτρα
στο δάχτυλό μου
που με συγκινεί,
όπως ένα φωτισμένο παράθυρο.

Άκουσε,
αγαπώ τα πράσινα δέντρα
αγαπώ τα νερά σου
αγαπώ την ψυχή σου.
Γι΄αυτό βγαίνω τη νύχτα
να σε συναντήσω.
Κουβαλώ τα χαρακτηριστικά σου
παντού.
Οι άνθρωποι πρέπει να σε καταλαβαίνουν
όταν σηκώνουν το βλέμμα τους
και σ' ανασαίνουν βαθειά.

Αλλιώς,
είναι πράγματα περιττά
οι ποιήσεις
και τα αισθήματα.

Η αφανέρωτη λέξη



«Περιμένω τη λέξη»       απάντησε
σα να 'θελε να πει «το λεωφορείο».
Έκλεισε την πόρτα κάθισε κοντά στο τραπέζι
κι έριξε το βλέμμα του άδειο στον απέναντι τοίχο.
Βέβαια
θα μπορούσε ν' ακούσει λίγη καλή μουσική
ν' ανοίξει ένα βιβλίο ή
να τηλεφωνήσει κάπου.
«Ξέρω κι εγώ;»        είπε αμφιβάλλοντας
κι ύστερα: «μα βιάζεται η Ποίηση;»
κι η αφανέρωτη λέξη ακούστηκε μέσα του
σαρκαστική.

Το παράθυρο


Α, είναι ωραίο αυτό το παράθυρο
έτσι που άνοιξε,
βλέπει τη θάλασσα που αγαπώ
τα πλοία που έρχονται, τα πλοία που θα 'ρθουν
τα πλοία που περιμένουν μέσα στη φαντασία μου.
Δεν το περίμενα, σχεδόν το είχα ξεχάσει
από τότε που χτίσαν τούτο τον τοίχο
τι ελπίδα μπορούσα να έχω...

Σαν το παιδί κάθε τόσο ακουμπώ στο περβάζι του
χαϊδεύω το ξύλο του
κοιτάζω τον ουρανό
τι όμορφος που είναι ο κόσμος; θέλω να πω -
φουντώνει πάλι η καρδιά μου
χτυπά ακανόνιστα,
Θεέ μου είσαι Εσύ, τώρα δε με γελάς
πλημμυρίζεις το αίμα μου

Αγάπη!

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.