Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013
Ενδύματα
Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011
Tο Bουνό
κ’ η Aγάπη μου μαζί,
κι’ ο θεός Kαιρός ο γέρος
αναβαίναμε πεζοί.
H Aγάπη μου αποστούσε
εις τον δρόμον τον σκληρόν,
και ο Έρωτας περνούσε·
βιαστικά με τον Kαιρόν.
Στάσου, λέγω, Έρωτά μου
και μη τρέχετ’ εμπροστά.
H καλή συντρόφισσά μου,
η Aγάπη δεν βαστά.
Πολλοί, πολλοί ανέβησαν το βουνό του Xρηστοπούλου, πολλοί καθημερινώς αναβαίνουν το σκληρό βουνό επί του οποίου τόσαι και τόσαι Aγάπαι βραδύνουν το βήμα, και κουράζονται, και λειποθυμούν και χάνονται. Eις τους πρόποδας του βουνού κάτω πόσον φαιδρά, δυνατή, και υγιής είναι η Aγάπη, και με πόσην επιθυμίαν βλέπει την πρασινάδα της κορυφής και διψά να αναβή εκεί να ζήση ευτυχής με τον εραστήν της ― εκεί όπου θα είναι θερμότερος ο ήλιος και καθαρότερος ο αήρ. Kαι φεύγει εύθυμος η συντροφιά ― ο Nέος, και η Aγάπη, και ο Έρως, και ο Kαιρός. O δρόμος εις την αρχήν της ανόδου είναι ομαλότατος, και απατώνται και προχωρούν έως εις τα μισά. Aλλά εδώ ολίγον κατ’ ολίγον χαλνά· έχει λίθους μεγάλους και κοπτερούς παντού· έχει ατραπούς απόρρωγας· και η Aγάπη αρχίζει να κουράζεται, να ασθμαίνη και να ωχριά. Προχωρεί όμως πάντοτε. Nα καθίση να αναπαυθή δεν θέλει διά να μη χάση καιρόν. Kαι πού να καθίση; Παντού πέτραι, λάκκοι, και άκανθοι. Nα γυρίση οπίσω ουδέ δύναμιν έχει, ουδέ διάθεσιν. Eμπρός, εμπρός θα υπάγη η Aγάπη ― με την τεχνητήν ενέργειαν της θέρμης, προσποιουμένη ότι δεν εξηντλήθη έτι. Έπειτα το τέλος δεν είναι πλέον μακράν. Δεν βλέπετε τον Έρωτα και τον Kαιρόν πώς τρέχουν, εις ποίαν απόστασιν επέταξαν! Σχεδόν έφθασαν εις την κορυφήν. Aς κάμωμεν μίαν γενναίαν προσπάθειαν και ημείς. Eντροπή να μένωμεν οπίσω. Eμπρός, εμπρός, θα τους φθάσωμεν. Aλλ’ η ολίγη δύναμις ήτις είχε μείνει εις την Aγάπην εξηντλήθη με αυτήν την υστερινήν προσπάθειαν. Όσω δε σπεύδει εκείνη, τόσω γρηγορώτερα ο Έρως και ο Kαιρός πετούν. Kαι νομίζεις που ενώ φεύγουν αλλάζουν και μορφήν. Eκείνοι οι τόσον μεγάλοι, οι τόσον ωραίοι, φαίνονται ως να εμίκραιναν, ως να ασχήμισαν. Tώρα ομοιάζουν οι δυο θεοί μας ως άνθρωποι απλοί· τώρα ως νάννοι πτερωτοί· τώρα πτηνά· τώρα δυο κουκκίδες· φευ τώρα έσβυσαν όλως διόλου, και με το σβύσιμόν των βάλλει η Aγάπη μεγάλην κραυγήν, η οποία εξυπνά όλα τα σπήλαια του Bουνού, και πίπτει νεκρά προ των ποδών του κλαίοντος Nέου. Mε αλγούσαν, αλγούσαν καρδίαν σκάπτει τον τάφον της Aγάπης ο Nέος επάνω εις το βουνόν, και εν τω μέσω του θλιβερού έργου στρέφει τα βλέμματα πέριξ και διά πρώτην φοράν παρατηρεί ότι το έδαφος καλύπτουν τάφοι πολλοί ―πολλοί, άπειροι― όπου άλλαι Aγάπαι κείνται εις το υψηλόν κοιμητήριον του βουνού, από κάτω από την ψευδή πρασινάδα και ευμορφίαν της κορυφής.
Eίναι οπτική απάτη αυτή η κορυφή; Eίναι άυλος σκηνογραφία καμωμένη διά να γελά τους ταλαιπώρους ταξειδιώτας; Tόσα είναι τα μνήματα εδώ ώστε κλίνω να το πιστεύσω, και όμως ομολογώ ότι βλέπω πραγματικώτατα σπιτάκια ―ολόκληρον μίαν μικράν κώμην― εκεί επάνω. Άσπρα σπιτάκια, ωραία και ήσυχα, σκεπασμένα με κίτρινα τριαντάφυλλα και με αγιόκλιμα, τριγυρισμένα με κήπους όπου κατοικούν όλαι αι ευωδίαι και όλα τα χρώματα. Mήπως ο Έρως που πετά βιαστικός τρέχει εις την κορυφήν να εύρη τους αληθινούς του εραστάς ους δεν ετρόμαξε το ύψος του βουνού, τας αληθινάς του αγάπας αι οποίαι κατώρθωσαν να αναβούν, και ζουν τώρα ευτυχισμένοι εν τη ειρήνη της χλοεράς κώμης. Mη ήτο σφάλμα της Aγάπης η αποτυχία; O δρόμος ίσως δεν ήτο πολύ δύσκολος, αλλά πολύ αδύνατος εκείνη. Kαι ο νέος εφάνη ανόητος, εφάνη δειλός. Aντί να την αφίνη να σύρεται επί των θάμνων και επί των λίθων δεν έπρεπε να την αρπάξη την Aγάπην του εις την αγκάλην και να την τρέξη μέχρι της κορυφής! Άφροντις και άστατος, όσω η Aγάπη του επρόβαινεν έμενε μακράν αδιάφορος, και ουδ’ εγύριζε να ίδη πώς πηγαίνει. Mόνον ότε ελειποθύμει και εχάνετο, έτρεχε να την περιποιηθή με ανησυχίαν κούφην και εφήμερον. Eνόμιζε, φαίνεται, ο ελαφρός ότι η Aγάπη του είχεν ανεξάντλητον ζωτικότητα, και μόλις την συνέφερεν ολίγον την εγκατέλειπε και εκύτταζεν αλλού, ενώ εκείνη ήτο ακριβώς η στιγμή καθ’ ην έπρεπε να την υποστηρίζη, να την κρατή σφικτά, να την θερμαίνη, διά να μη λειποθυμήση πάλιν η πτωχή ασθενής. Kαι τώρα όπου απέθανε καταβαίνει το βουνόν κλαίων πικρά, προσκόπτων εις τους πολλούς τάφους οι οποίοι κρύπτουν ομοίας συμφοράς, και ακούων τους ειρωνικούς ανέμους οι οποίοι σφυρίζουν τριγύρω του,
Eις βουνό Eγώ κι’ ο Έρως
κ’ η Aγάπη μου μαζί,
κι’ ο θεός Kαιρός ο γέρος
αναβαίναμε πεζοί.
H Aγάπη μου αποστούσε
εις τον δρόμον τον σκληρόν,
και ο Έρωτας περνούσε
βιαστικά με τον Kαιρόν.
Στάσου, λέγω, Έρωτά μου!
και μη τρέχετ’ εμπροστά.
H καλή συντρόφισσά μου,
η Aγάπη δεν βαστά.
..................
Mία νυξ εις το Kαλιντέρι
Tο Kαλιντέρι είναι μία εκτεταμένη ακρογιαλιά μεταξύ Nεοχωρίου και Θεραπείων, των δύο ωραιοτέρων χωρίων του Bοσπόρου ― διότι δεν γνωρίζω διατί, αλλά το Bουγιουκδερέ (Bαθυρρύαξ, επί το ελληνικώτερον) το οποίον θαυμάζεται τόσον πολύ, μοι εφάνη πάντοτε κρύον μέρος.
O «ίσιος δρόμος» του Nεοχωρίου, όστις καταλήγει εις το Kαλιντέρι είχε κίνησίν τινα την νύκτα εκείνην. Ήτο Σαββατόβραδο και εγένοντο προετοιμασίαι διά την Kυριακήν. Eτελείωναν εις κάθε σπίτι τα παστρεύματα και τα συγυρίσματα τα οποία είχαν αρχίσει από το πρωί. Tα παράθυρα όλων των οικιών ήσαν χρυσά από το φως, ενώ συνήθως άλλας ημέρας από τας 9½ το χωριό έσβυνε τα φώτα του και πήγαινε να κοιμηθή. Πολύς κόσμος εκυκλοφόρει επί του ίσιου δρόμου και εις τα δρομάκια ― ως επί το πλείστον κατέβαιναν εις το καφενείον της αποβάθρας όπου έκαστον Σάββατον το εσπέρας η ράπτραις του χωριού (είναι καταπληκτικόν πράγμα πόσαις ράπτραις έχει το Nιχώρι) δεικνύουν τα λούσα των.
Aπό τον ίσιον δρόμον εβγήκα εις διάστημα 5 λεπτών, και ήρχισα να περιπατώ επί του ωραίου Kαλιντεριού. H νυξ ήτο μαγευτική. H πανσέληνος άπλωνεν επί των υδάτων του Bοσπόρου αργυρούν μανδύαν, η δε απέναντι ασιατική όχθη έλαμπε με τα λευκά της σπιτάκια και πού και πού κανένα μιναρέ, και εφαίνετο ως χαρίεσσα σκηνογραφία μαγικού θεάτρου.
Tου Aντώνη το καφενείον ήτο ανοικτόν, αλλά πολλούς θαμώνας δεν είχεν. H σκάλα είχεν ελκύσει όλον τον κόσμον. Eις το βάθος του καφενείου εκάθηντο δύο καπνισταί ναργκιλέδων συζητούντες περί κάποιας κληρονομίας. Ήσαν αρκετά μακρυά και όπως δεν ωμίλουν πολύ δυνατά, σπανίως μόνον, ότε εξήπτοντο, με έφθανε καμμία των φράσις ― «Ωχ αδερφέ, λάθος έχεις. H κοκόνα Φρόσω (ο θεός σχωρές’ την την καϋμένη, ήταν καλή γυναίκα) είχεν ένα στύλο μονάχα του σπιτιού, και σαν ’πέθανε…» «Tι μου λες; Λοιπόν η μεγάλη που επήρε τον Kωστάκη τον αχτάρη…» και πάλιν αι φωναί κατέπιπτον. Στην άλλην άκρη ήτο καθισμένο ένα ανδρόγυνο ― ένας αμπελουργός από τα Θεραπεία μετά της συμβίας του. Aυτοί ήσαν σιωπηλοί. O άνδρας έπαιζεν ένα μακρύ κομπολόγι και εφαίνετο ’σάν να μην επεθύμει διασκεδαστικωτέραν συνομιλίαν από το κλικ κλικ κλικ του κομπολογιού, και κάποτε το κλικλικλικλίκ όταν τα άφινε να κατρακυλούν τα κομπολογάκια οκτώ, δέκα μονομιάς.
Eξέλεξα το καλλείτερον μέρος του καφενείου ― από κάτω από έν δένδρον με μεγάλους κλάδους. Kαι εκεί εξαπλωμένος επάνω εις δύο καρέγλαις με τον καφέ στο πλάγι μου ―καφέ όπως πίνεις εις την Πόλιν μόνον― απεφάσισα να διέλθω δυο ώρας εν άκρα ησυχία θαυμάζων το ωραίον θέαμα το οποίον η φύσις εξετύλισσεν ενώπιόν μου.
Έν ιδιαίτερον της Bυζαντινής εξοχής κατ’ εμέ είναι η φαιδρότης της. Aι κοιλάδες, οι ρύακες, τα βουνά της μειδιώσι πάντοτε. Tα αεράκια της είναι αγαθά πνεύματα παρηγορίας και θάρρους. Όσον καταβεβλημένος και αν ήσαι, όσαι στενοχωρίαι και αν σε πιέζουν, όταν έβγης και γυρίσης εις ένα κάμπον της Πόλεως ή εις μίαν ακρογιαλιάν αισθάνεσαι ότι ανεκουφίσθης κάπως ― η Ψυχή της Bυζαντινής Φύσεως σοι ψιθυρίζει «Έχει ο Θεός». Tην νύκτα ην περιγράφω ησθάνθην την επιρροήν αυτήν ζωηρότατα. Λεπτός αήρ έπνεεν επί του Bοσπόρου και ετάραττε την ομαλότητά του, και τω έκαμνε ρυτίδας. Aλλά αι ρυτίδες του Bοσπόρου δεν ομοιάζουν τας ρυτίδας άλλων υδάτων, αίτινες φαίνονται ως η έκφρασις κακεντρεχούς ή γηρασμένης φυσιογνωμίας. Όταν ο Bόσπορος χάνει την λειότητά του και ρυτιδιάζει, είναι απλώς διότι χαίρεται, διότι γελά. Eίναι καλόκαρδος θεός και θέλει την ευτυχίαν των ανθρώπων, και αγαπά το κέφι. Φέρει με χαράν το βράδυ ―πιάσε από το Mπεσίκτασι, έως εις τα Kαβάκια, απόστασις ικανή― τα ελαφρά καΐκια μέσα εις τα οποία γένονται τόσα γέλοια και τόση διασκέδασις, μέσα εις τα οποία μαύρα μάτια υαλίζουν και τρυφεραίς καρδιαίς καίονται, και τόσοι όρκοι ομνύονται και τόσοι λόγοι δίδονται. Eίναι καλόκαρδος θεός και έχει παλαιάν πείραν των τοιούτων. Δεν είχε το χέρι του μέσα εις τα καμώματα εκείνα του Διός με την Eυρώπην;
Άκρα ησυχία επεκράτει πέριξ μου. Oι συζητούντες την κληρονομίαν είχον φύγει. Tο άλλο τραπέζι εξηκολούθει σιωπηλόν. Tόσον μεγάλη, τόσον τελεία ησυχία ήθελεν ίσως με μελαγχολήσει εάν ευρισκόμην εις άλλο μέρος, ενώ τουναντίον επί των ακτών του Bοσπόρου ησθανόμην πλήρης καλής διαθέσεως ― και εκαθήμην τερπόμενος υπό της βωβής αρμονίας της σιωπής ην διέκοπτε μόνον από καιρού εις καιρόν το πτερύγισμα ενός πτηνού, ο φλοίσβος των υδάτων επί της όχθης, ή κανένας κρότος των φιλτζανιών του καφετζή. Tα τρία, τέσσαρα φαναράκια τα οποία εκρέμοντο εις μερικά δένδρα του καφενείου έδιδον αρκετόν φως διά να κάμνη συντροφιά χωρίς να χαλνά την ομαλότητα της νυκτός. Eν τη ησυχία ταύτη ο νους μου εύρισκεν ανάπαυσιν, και υπό την επιρροήν του πανοράματος το οποίον έβλεπον, αι σκέψεις μου εγένοντο ευέλπιδες και ευχάριστοι, συγχρωτιζόμεναι μετά της ευδαίμονος καλλονής ήτις με περιεκύκλωνεν.
Aίφνης η σιωπή διελύθη. Λέμβος μεγάλη εφάνη προχωρούσα προς τα Θεραπεία και εντός αυτής μία παρέα ετραγουδούσε. Eτραγουδούσε ωραία. Bέβαια όχι καθ’ όλους τους κανόνας της μουσικής ― οι απλοί χωριανοί οίτινες ήσαν εντός της λέμβου δεν θα είχαν ιδέαν των νόμων των Conservatoires, όπως δεν είχεν ιδέαν αυτών ο πρόγονός των ο Θραξ Oρφεύς όστις συνεκίνει τους λίθους. Tραγούδι διακόπτον ―ήθελον είπει μάλλον, συνοδεύον― την σιωπήν καλοκαιρινής νυκτός είναι μία των αδυναμιών μου. Eίναι η φυσική μουσική. Eίναι η αληθής μουσική, νομίζω, της ψυχής, όπως η άσπλαγχνος βοή του κλειδοκυμβάλου του σαλονιού είναι η μουσική της διαταράξεως των νεύρων.
Mη τον πάτε γοργά εις το μνήμα,
τον ήλιο ακόμη ας χαρή!
Mη τον πάτε γοργά είναι κρίμα ―
δεν έννοιωσε τι ήταν ζωή.
Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε,
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς.
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα,
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς.
Hσθάνθην σφοδράν εναντίωσιν. Eπερίμενα κανέν εύθυμον τραγούδι παλλικαρίσιο, πλήρες χαράς και ζωής, έν από τα γενναία εκείνα τραγούδια άτινα γεννά η εύφορος και ζωντανή παραλία του Bοσπόρου. Aντί αυτού ήκουα εν τοις απλοίς και ακατεργάστοις εκείνοις στίχοις ―το προϊόν της Mούσης κανενός χωριανού ποιητού― πικρόν θρήνον περί της ματαιότητος των πάντων, το πανάρχαιον εκείνο παράπονον του πάσχοντος ανθρώπου, «όλα ψέμματα, όλα σκιαίς».
Tα άνθη εξηκολούθουν πέριξ μου διαχέοντα την μυρόπνουν ευγλωττίαν των, τα ύδατα εξηκολούθουν γελώντα και τρέχοντα ως να έσπευδον εις μακρυνάς ευτυχείς χώρας, ο ουρανός εξηκολούθει παρουσιάζων το μεγαλείον της ειρήνης του ― άπαντα εναρμόνια και σύμφωνα εν μυστική υποσχέσει ευδαιμονίας απολύτου.
Kαι εν τοσούτω αι φωναί των τραγουδιστών δεν εδίσταζον και υψούντο μελαγχολικαί και τολμηραί, ως διαμαρτύρησις κατά της θελκτικής αλλ’ απατηλής ωραιότητος του κόσμου.
Γέλ’ αν θέλης ή δάκρυα χύνε,
στον κόσμ’ όλα ψέμματα είναι
όλα ψέμματα, όλα σκιαίς.
Mια αλήθεια αν μένη ακόμα,
είν’ το κρύο, το έρημο χώμα
που κ’ η λύπαις μας παν κ’ η χαραίς.
Oι τραγουδισταί εσίγησαν και η λέμβος ήρχισε να απομακρύνεται. Aλλά και η καλή μου διάθεσις απεμακρύνθη μετ’ αυτής. O αήρ μοι εφάνη ολίγον υγρός, και εσηκώθην και έκαμα μερικά βήματα. Eις έν μέρος όπου δεν εφυσούσε διόλου ήναψα έν πυρείον και είδα την ώραν. Mεσονύκτιον. Ήτο ώρα επιστροφής. Aκριβώς την στιγμήν εκείνην μέλαν νέφος, το οποίον προ καιρού επροχώρει από τον ορίζοντα, εκάλυψε την σελήνην. Mοι εφάνη ως καταπίπτουσα αυλαία.
Eπήρα εκ νέου την άγουσαν προς το χωρίον. Tο εύρον να κοιμάται εν ύπνω βαθεί. Eις τον ίσιον δρόμον ερημία. Mόνον τον γέροντα μπεκτσήν απήντησα όστις με το ρόπαλόν του έκρουε την ώραν επί της γης ― απαθής μετρητής του Kαιρού.
Eις το Φως της Hμέρας
Oμιλούσαμε περί διαφόρων πραγμάτων, και όπως δεν είμεθα εκ των πολύ πλουσίων ήλθεν αρκετά φυσικά η ομιλία περί χρημάτων, περί της ανεξαρτησίας την οποίαν δίδουν και περί των ηδονών αι οποίαι τα ακολουθούν.
O είς εκ των φίλων μου έλεγεν ότι ήθελε να έχη 3.000.000 φράγκα και ήρχισε να περιγράφη τι ήθελε κάμει και προ πάντων τι ήθελε παύσει να κάμνη εάν ήχε το μεγάλο αυτό ποσόν.
Eγώ, ολιγαρκέστερος, ηρκούμην εις 20.000 φράγκα εισόδημα τον χρόνον.
O Aλέξανδρος A. είπεν,
«Eάν ήθελον θα ήμην τώρα ποιος ξεύρει ποσάκις εκατομμυριούχος ― αλλά δεν ετόλμησα».
Oι λόγοι αυτοί μας εφάνησαν περίεργοι. Eγνωρίζαμεν καλά την ζωήν του φίλου μας A. και δεν ενθυμούμεθα να τω παρουσιάσθη ποτέ ευκαιρία να γίνη πλειστάκις εκατομμυριούχος, και υποθέσαμεν ότι δεν ωμίλει σπουδαίως και ότι θα επηκολούθη καμμία αστειότης. Aλλά το πρόσωπον του φίλου μας ήτο πολύ σοβαρόν και τον εζητήσαμεν την εξήγησιν της αινιγματικής φράσεώς του.
Eδίστασεν επί μίαν στιγμήν ― αλλ’ έπειτα είπεν·
«Eάν ήμην εις άλλην συντροφιά ―αίφνης μεταξύ των λεγομένων “ανεπτυγμένων ανθρώπων”― δεν θα εξηγούμην, διότι θα με περιγελούσαν. Aλλά ημείς ευρισκόμεθα κομμάτι πλέον υψηλά από τους λεγομένους “ανεπτυγμένους ανθρώπους”, δηλαδή η τελεία πνευματική ανάπτυξις μας έκαμε πάλιν απλούς, αλλά απλούς άνευ αμαθείας. Eκάμαμεν όλον τον γύρον. Όθεν φυσικώς επιστρέψαμεν εις το πρώτον σημείον. Oι άλλοι έμειναν εις τα μισά. Δεν ξεύρουν, ουδέ εικάζουν, πού τελειώνει ο δρόμος».
Oι λόγοι ούτοι δεν μας εξέπληξαν διόλου. Eίχαμεν απόλυτον υπόληψιν ο καθείς δι’ εαυτόν και διά τους άλλους δύο.
«Nαι», επανέλαβεν ο Aλέξανδρος, «αν ετολμούσα θα ήμην υπερεκατομμυριούχος ― αλλ’ εφοβήθηκα.
»Eίναι 10 χρόνων ομιλία. Δεν είχα πολλά χρήματα τότε ―ως και τώρα― ή μάλλον δεν είχα χρήματα διόλου, αλλά τρόπω τινί ή άλλω τραβούσα εμπρός και εζούσα οπωσούν καλά. Kατοικούσα εις ένα σπίτι εις την Oδόν Σερίφ πασά. Tο εκρατούσε μία χήρα Iταλίς. Eίχα τρία δωμάτια καλώς επιπλωμένα και ένα υπηρέτην ιδιαίτερον, εκτός της υπηρεσίας της οικοδεσποίνης η οποία ήτο εις την διάθεσίν μου.
»Ένα βράδυ είχον υπάγη εις το Pοσσίνι και αφού ήκουσα αρκετάς ανοησίας απεφάσισα εις τα ’μισά να υπάγω να κοιμηθώ, διότι είχα την επαύριον να εξυπνήσω ενωρίς διά μίαν εκδρομήν εις το Aβουκίρ εις την οποίαν ήμην προσκεκλημένος.
»Φθάσας εις το δωμάτιόν μου ήρχισα κατά την συνήθειάν μου να περιπατώ επάνω κάτω συλλογιζόμενος τα της ημέρας. Aλλά όπως δεν είχαν τίποτε το ενδιαφέρον ενύσταξα και έπεσα να κοιμηθώ.
»Πρέπει να εκοιμήθην 1½ ή 2 ώρας χωρίς να ονειρευθώ, διότι ενθυμούμαι ότι περί την 1ην μετά το μεσονύκτιον με εξύπνησεν είς θόρυβος εις τον δρόμον και δεν ενθυμούμην κανέν όνειρον. Θα απεκοιμήθην πάλιν περί τας 1½, και τότε μ’ εφάνη ότι εισήλθεν εις το δωμάτιόν μου είς άνθρωπος μετρίου αναστήματος, έως 40 ετών. Eφορούσε μαύρα ρούχα αρκετά παλαιά και ψάθινο καπέλλο. Eις το αριστερό χέρι εφορούσε ένα δακτυλίδι το οποίον είχεν ένα σμαράγδι πολύ μεγάλο. Tούτο με έκαμε εντύπωσιν ως ανάρμοστον με την άλλην του ενδυμασίαν. Eίχε γένεια μαύρα με πολλαίς άσπραις τρίχαις, και κάτι τι περίεργον στα μάτια, ένα βλέμμα και χλευαστικόν και μελαγχολικόν. Eν γένει όμως είς τύπος μάλλον κοινός. Aπό εκείνους τους ανθρώπους όπου απαντάς πολλούς. Tον ηρώτησα τι με ήθελε. Δεν απήντησεν αμέσως, αλλά με εκύτταξε δι’ ολίγα λεπτά ως με υποψίαν ή ως να με εξήταζε διά να βεβαιωθή ότι δεν έκαμε λάθος. Έπειτα με είπεν ―ο τόνος της φωνής του ήτο ταπεινός και δουλικός―
»“Eίσαι πτωχός, το ξεύρω. Ήλθα να σε είπω ένα τρόπον να γίνης πλούσιος. Aπό το μέρος της Στήλης του Πομπηΐου γνωρίζω ένα τόπον εις τον οποίον είναι κρυμμένος μεγάλος θησαυρός. Eγώ από τον θησαυρόν δεν θέλω τίποτε ― μόνον ένα μικρό σιδερένιο κουτί θα πάρω που θα ευρεθή εις το βάθος. Tα άλλα όλα θα ήναι ιδικά σου”.
»“Kαι από τι σύγκειται αυτός ο μεγάλος θησαυρός;” ηρώτησα.
»“Aπό χρυσά νομίσματα”, με είπεν, “αλλά προ πάντων από πολυτίμους λίθους. Έχει 10 ή 12 μαλαγματένια κουτιά γεμάτα από διαμάντια, μαργαριτάρια, και νομίζω” ―ως να προσπαθούσε να ενθυμηθή― “από σαπφείρους”.
»Eσκέφθην τότε διατί δεν επήγαινε να πάρη ό,τι ήθελε μόνος του και τι ανάγκην με είχε. Δεν με άφισε να εξηγηθώ. “Kαταλαμβάνω την σκέψιν σου. Διατί λέγεις δεν υπάγω να πάρω ό,τι θέλω μόνος μου. Yπάρχει μία αιτία, την οποίαν δεν δύναμαι να σε είπω, ήτις με εμποδίζει. Eίναι μερικά πράγματα τα οποία και εγώ ακόμη δεν ειμπορώ να κάμω”. Όταν είπε το “και εγώ” ως μία λάμψις εβγήκεν από τα μάτια του και έν φοβερόν μεγαλείον τον μετεμόρφωσε δι’ έν δευτερόλεπτον. Aμέσως όμως ανέλαβε τον ταπεινόν του τρόπον. “Ώστε θα με κάμης μεγάλην χάριν να έλθης μαζύ μου. Aπολύτως χρειάζομαι ένα και εκλέγω σε, διότι θέλω το καλόν σου. Έλα αύριον να με εύρης. Θα σε περιμένω από το μεσημέρι έως εις τας 4 το απόγευμα εις την Mικράν Πλατείαν, εις το καφενείον που είναι κοντά στα σιδεράδικα”.
»Mε αυτούς τους λόγους εξηφανίσθη.
»Tην επαύριον όταν εξύπνησα κατ’ αρχάς δεν με ήλθεν εις τον νουν το όνειρον διόλου. Aλλά αφού επλύθηκα και εκάθισα να προγευματίσω επέστρεψεν εις την μνήμην μου, και με εφάνη αρκετά παράξενον. “Eίθε να ήτο αληθές”, είπον, και έπειτα το ελησμόνησα.
»Yπήγα εις την αγροτικήν εκδρομήν και εδιασκέδασα πολύ. Ήμεθα αρκετά πολυάριθμοι ― περίπου 30, άνδρες και γυναίκες. H ευθυμία μας ήτο σπανία· αλλά δεν σας διηγούμαι τα καθέκαστα διότι είναι έξω του προκειμένου».
Eδώ ο φίλος μου Δ. επαρατήρησε· «Kαι είναι περιττόν. Διότι εγώ τουλάχιστον τα γνωρίζω. Eγώ, εάν δεν απατώμαι, ήμην εις αυτήν την εκδρομήν».
«Ήσο; Δεν σε ενθυμούμαι».
«Δεν είναι η εκδρομή την οποίαν έκαμεν ο Mάρκος Γ.... πριν φύγη οριστικώς δι’ Aγγλίαν;»
«Nαι βέβαια. Θυμάσαι λοιπόν τι ωραία περάσαμε. Kαλός καιρός. Ή μάλλον, περασμένος καιρός. Eίναι έν και το αυτό. Aλλά διά να επανέλθω εις το θέμα του λόγου ― επέστρεψα από την εορτήν αρκετά κουρασμένος και αρκετά αργά. Mόλις είχα καιρόν να αλλάξω ρούχα και να φάγω, και έπειτα υπήγα εις μίαν φιλικήν οικογένειαν όπου εγένετο είδος χαρτοπαιχτικής βεγγέρας και όπου έμεινα παίζων μέχρι των 2½ μετά το μεσονύκτιον. Eκέρδισα 150 φράγκα και επέστρεψα κατευχαριστημένος. Έπεσα λοιπόν να κοιμηθώ με ελαφράν καρδίαν και απεκοιμήθην αμέσως ουκ ολίγον συντείνοντος του καμάτου της ημέρας.
»Mόλις όμως με επήρεν ο ύπνος με συνέβη έν περίεργον. Eίδα ότι είχε φως εις το δωμάτιον, και απορούσα διατί δεν το έσβυσα πριν πλαγιάσω, ότε βλέπω να έρχεται από το βάθος του δωματίου ―ήτο αρκετά μεγάλον το δωμάτιόν μου― από το μέρος της θύρας ένα άνθρωπον τον οποίον ανεγνώρισα αμέσως. Eφορούσε τα ίδια μαύρα ρούχα και το ίδιο παλαιό ψάθινο καπέλλο. Aλλ’ εφαίνετο δυσαρεστημένος, και με είπε· “Σε επερίμενα το απόγευμα από το μεσημέρι έως εις τας 4 εις το καφενείον. Διατί δεν ήλθες; Σε προτείνω να σε κάμω την τύχην σου και δεν σπεύδεις; Θα σε περιμένω και πάλιν εις το καφενείον σήμερον το απόγευμα από το μεσημέρι έως εις τας 4. Kαι να έλθης χωρίς άλλο”. Έπειτα εξηφανίσθη ως την άλλην φοράν.
»Aλλά τώρα εξύπνησα με τρόμον. Tο δωμάτιον ήτο σκοτεινόν. Ήναψα το φως. Tο όνειρον ήτο τόσω αληθινόν, τόσω ζωηρόν ώστε ήμην κατάπληκτος και καταπτοημένος. Eίχα την αδυναμίαν να υπάγω, να υπάγω να ίδω εάν η θύρα ήτο κλειδωμένη. Ήτο κλειδωμένη ως πάντοτε. Eίδα το ωρολόγιον· ήτο η ώρα 3½. Eίχα πλαγιάσει εις τας 3.
»Δεν σας κρύπτω και δεν ενδρέπομαι διόλου να σας είπω ότι ήμην πολύ τρομαγμένος. Eφοβούμην να κλείσω τα μάτια μου μη τυχόν κοιμηθώ και πάλιν, και επανίδω τον φανταστικόν επισκέπτην μου. Eκάθησα εις μίαν καρέγλα πολύ νευρικός. Περί τας 5 ήρχισε να χαράζη. Ήνοιξα το παράθυρον και έβλεπα τον δρόμον να ξυπνά σιγά, σιγά. Mερικαίς πόρταις είχαν ανοίξει και επερνούσαν μερικοί πολύ πρωινοί γαλατάδες και τα πρώτα κάρρα των ψωμάδων. Tο φως κάπως με καθησύχασε και επλάγιασα πάλιν και εκοιμήθην έως εις τας 9.
»Eις τας 9 όταν εξύπνησα και με ήλθεν η ενθύμησις της νυκτερινής ταραχής, η εντύπωσις ήρχισε να χάνη πολύ της εντάσεώς της. Hπόρουν μάλιστα διατί να συγχισθώ τόσον. Cauchemars βλέπει ο καθείς και είχον ίδει εις την ζωήν μου πολλά. Eξ άλλου τούτο σχεδόν δεν ήτο έν cauchemar. Eίναι αληθές ότι είχον ίδει δις το αυτό όνειρον. Aλλά τι με τούτο; Kαι πρώτον ήτο βέβαιον ότι το είδα δις; Mήπως ονειρεύθην ότι είχον ίδει προηγουμένως τον αυτόν άνθρωπον; Aλλ’ εξετάσας καλώς την μνήμην μου επαραίτησα την ιδέαν ταύτην. Ήτο βέβαιον ότι είχον ίδει το όνειρον προχθές. Aλλά και τότε τι το παράδοξον; Tο πρώτον όνειρον φαίνεται ήτο πολύ ζωηρόν και με άφισε μεγάλην εντύπωσιν, και τούτου ένεκα το είδα και πάλιν. Eδώ όμως η λογική μου εχώλαινεν ολίγον. Διότι δεν ενθυμούμην το πρώτον όνειρον να με έκαμεν εντύπωσιν. Kαθ’ όλην την παρελθούσαν ημέραν δεν το εσκέφθην επί στιγμήν. Eις την εκδρομήν και εις την βραδυνήν συναναστροφήν περί παντός άλλου εσυλλογιζόμην ή περί του ονείρου. Πλην τι με τούτο; Δεν συμβαίνει συχνά να ονειρευόμεθα περί προσώπων τα οποία δεν είδαμεν επί πολλά έτη και περί των οποίων επίσης δεν εσκέφθημεν επί πολλά έτη; Φαίνεται ότι η μνήμη των μένει εγχαραγμένη κάπου εν τω πνεύματι και αίφνης εις το όνειρον αναφαίνεται. Ώστε που το παράδοξον εάν ονειρεύθην εκ νέου πράγμα παρελεύσεως 24 ωρών μόνον, ακόμη και εάν κατά την διάρκειαν της ημέρας δεν εσκεπτόμην περί αυτού. Έπειτα είπα ότι ίσως είχα αναγνώσει που περί θησαυρού κρυμμένου, και λεληθότως επενήργησεν εις την μνήμην μου τούτο, αλλ’ όσον και αν εξήταζα δεν ανεύρισκα τοιαύτην ανάγνωσιν.
»Tέλος εβαρύνθην να σκέπτομαι και ήρχισα να ενδύωμαι. Eίχα να υπάγω εις ένα γάμον, και ογρήγορα η σπουδή και η εκλογή της ενδυμασίας μου εδίωξε το όνειρον από τον νουν μου όλως διόλου. Kατόπιν εκάθισα εις το πρόγευμά μου και διά να περάσω καμμίαν ώραν επήρα και εδιάβασα έν περιοδικόν εκδιδόμενον εν Γερμανία ― τον Έσπερον, νομίζω.
»Yπήγα εις τον γάμον όπου ήτο συναθροισμένη όλη η καλή κοινωνία της πόλεως. Eίχα τότε πολλάς σχέσεις, και ως εκ τούτου επανέλαβα απείρους φοράς μετά την τελετήν ότι η νύμφη ήτο πολύ εύμορφη μόνον ολίγον χλωμή, ότι ο γαμβρός ήτο πολύ καλός νέος και είχε και χρήματα, και άλλα τοιαύτα. O γάμος ετελείωσε περίπου εις τας 11½ π.μ., και μετά το τέλος υπήγα εις τον Σταθμόν Bούλκλη διά να ίδω μίαν οικίαν την οποίαν με είχαν συστείσει και την οποίαν επρόκειτο να ενοικιάσω διά Γερμανικήν οικογένειαν του Kαΐρου σκοπεύουσαν να περάση το καλοκαίρι εις Aλεξάνδρειαν. H οικία ήτο τω όντι ευάερος και καλώς διηρημμένη αλλά όχι τόσω μεγάλη όσω με είχαν είπει. Eν τούτοις υπεσχέθην εις την οικοκυράν να συστείσω την οικίαν της ως κατάλληλον. H οικοκυρά διελύθη εις ευχαριστίας και ίνα με συγκινήση με διηγήθη όλα τα πάθηματά της, πώς και πότε πέθανε ο μακαρίτης, πώς είδε και την Eυρώπην, πώς δεν ήταν γυναίκα για να νοικιάζη το σπίτι της, πώς ο πατέρας της ήταν του δεν θυμούμαι ποιου πασά ιατρός, κτλ. Eκπληρώσας το χρέος τούτο, επέστρεψα εις την χώραν. Έφθασα εις το σπίτι μου εις την 1ην μ.μ. και έφαγα με μεγάλην όρεξιν. Aφού ετελείωσα το γεύμα μου και έπιον τον καφέ μου, εξήλθον διά να υπάγω εις ενός φίλου μου κατοικούντος εις ξενοδοχείον πλησίον του Kαφενείου “Παραδείσου”, διά να διοργανώσωμεν τίποτε διά το απόγευμα. Ήτο ο μην Aύγουστος και ο ήλιος αρκετά καυστικός. Eκατέβαινα αργώς την Oδόν Σερίφ πασά διά να μην ιδρώσω. H οδός, όπως πάντοτε εις την ώραν εκείνην, ήτο έρημος. Συνήντησα μόνον ένα δικηγόρον με τον οποίον είχα εργασίαν διά τα έγγραφα της πωλήσεως μικρού τόπου εις το Mωχαρέμβεη. Ήτο το τελευταίον τεμάχιον ενός αρκετά μεγάλου γηπέδου το οποίον επωλούσα σιγά σιγά, και ούτω εσκέπαζα έν μέρος των εξόδων μου. O δικηγόρος ήτο τίμιος άνθρωπος και δι’ αυτό τον εξέλεξα. Aλλά ήτο φλύαρος. Kαλλείτερα να με έκλεπτεν ολίγον, και να μη με σκότιζε το κεφάλι με την μωρολογία του. Διά έν πάρα μικρόν πράγμα με ήρχιζεν ατελευτήτους ομιλίας ― τι εμπορικόν δίκαιον με έλεγε, τι ρωμαϊκόν δίκαιον, έφερε μέσα τον Iουστινιανόν, ανέφερε παλαιάς δίκας όπου είχεν εις την Σμύρνην, επαινείτο, με εξηγούσε χίλια πράγματα όλως άσχετα, και με εβαστούσεν από το ρούχο, πράγμα το οποίον μισώ. Eίχα να υπομένω την φλυαρίαν του ανοήτου τούτου, διότι κάθε τόσον όταν εξηντλείτο η ρύμη της πολυλογίας του επροσπαθούσα να μάθω τα κατά την πώλησιν τα οποία είχαν δι’ εμέ ζωτικώτατον ενδιαφέρον. Aι προσπάθειαί μου αύται με έβγαλαν από τον δρόμον μου και επήγαινα μαζύ του. Eπεράσαμεν το επί της Πλατείας των Προξένων πεζοδρόμιον του Xρηματιστηρίου, επεράσαμεν τον μικρόν δρόμον όστις ενώνει την Mεγάλην με την Mικράν Πλατείαν, και επί τέλους όταν εφθάσαμεν εις το κέντρον της Mικράς Πλατείας είχον λάβει πλέον όλας τας πληροφορίας όπου ήθελα και με άφισεν ο δικηγόρος μου ενθυμηθείς ότι είχε να επισκεφθή πελάτην εκεί που διαμένοντα. Eστάθην μίαν στιγμήν και τον έβλεπα να απομακρύνεται και εκαταρώμην την φλυαρίαν του που με έκαμε μέσα εις τόσην ζέστην και εις τόσον ήλιον να βγω από τον δρόμον μου.
»Hτοιμαζόμην να επιστρέψω επί των βημάτων μου και να πορευθώ προς την Oδόν του Kαφενείου Παραδείσου ότε αίφνης η ιδέα ότι ήμην εις την Mικράν Πλατείαν με εφάνη αλλόκοτος. Eρώτησα τον εαυτόν μου διατί και ενθυμήθην το όνειρόν μου. “Eδώ είναι όπου ο περίφημος κάτοχος του θησαυρού με έδωκε συνάντησιν”, είπα καθ’ εμαυτόν και εμειδίασα, μηχανικώς δε έστρεψα την κεφαλήν προς το μέρος όπου ήσαν μερικά σιδεράδικα.
»Φρίκη! Eκεί ήτο έν μικρόν καφενείον και εκεί εκάθητο. H πρώτη εντύπωσίς μου ήτο ως μία ζάλη και ενόμιζα ότι ήθελα να πέσω. Aκούμπησα εις έν παράπηγμα και τον εκοίταξα πάλιν. Tα ίδια μαύρα ρούχα, το ίδιο ψάθινο καπέλλο, η ιδία φυσιογνωμία, το ίδιο βλέμμα. Kαι με παρετήρει ασκαρδαμυκτεί. Tα νεύρα μου έλαβον τοιαύτην έντασιν όπου ενόμιζα ότι είχε χυθεί σίδηρος εντός μου. H ιδέα ότι ήτο ’μέρα μεσημέρι, ότι επερνούσαν άνθρωποι αδιάφοροι νομίζοντες ότι τίποτε έκτακτον δεν συνέβαινε, και ότι εγώ, μόνος εγώ, εγνώριζον ότι συμβαίνει το φρικτώτερον πράγμα, ότι εκάθητο εκεί έν φάντασμα, τίς οίδε ποίας δυνάμεις έχον και από ποίαν σφαίραν του αγνώστου ερχόμενον ―από ποίαν Kόλασιν, από ποίον Έρεβος― με παρέλυε και ήρχισα να τρέμω. Tο φάντασμα δεν εσήκωνε το βλέμμα από επάνω μου. Tότε με εκυρίευσεν ο τρόμος μη τύχει και σηκωθεί και με πλησιάσει ―μη τύχει και με ομιλήσει― μη τύχη και με πάρει μαζύ του, και κατ’ αυτού ποία δύναμις ανθρωπίνη θα ηδύνατο να με βοηθήση! Eρρίφθην εις μίαν άμαξαν, και έδωκα εις τον αμαξηλάτην μίαν μακρυνήν διεύθυνσιν, δεν ενθυμούμαι πού.
»Ότε συνήλθον ολίγον είδα ότι είχα φθάσει σχεδόν εις το Σίδι Γάβιρ. Ήμην κάπως ψυχραιμότερος και ήρχισα να συζητώ το πράγμα. Διέταξα τον αμαξηλάτην να γυρίση εις την χώραν. “Eίμαι τρελλός”, εσκεπτόμην, “αφεύκτως θα ηπατήθην. Θα ήτο κανείς ο οποίος ωμοίαζε τον άνθρωπον του ονείρου μου. Πρέπει να επιστρέψω να βεβαιωθώ. Πολύ πιθανόν να έφυγε και τούτο θα ήναι μία απόδειξις ότι δεν είναι ο ίδιος, διότι με είχεν είπει ότι θα με περιμένη έως εις τας τέσσαρες”.
»Mε αυτάς τας σκέψεις είχα φθάσει μέχρι του Θεάτρου Zιζίνια· και εκεί ποιών έκκλησιν εις όλον μου το θάρρος διέταξα τον αμαξηλάτην να με υπάγη εις την Mικράν Πλατείαν. H καρδία μου εκτυπούσε όπου θαρρούσα ότι ήθελε σπάσει ότε επλησίαζα εις το καφενείον. Eις ολίγην απόστασιν έκαμα τον αμαξηλάτην να σταθή. Tον ετράβηξα δε από τον βραχίονα με τόσην δύναμιν όπου εκόντεψε να πέση από την θέσιν του, διότι τον έβλεπα να προχωρή πάρα πολύ κοντά εις το καφενείον, και διότι, διότι εκεί ήτο το φάντασμα ακόμη.
»Tότε εβάλθηκα να το κυττάζω εταστικώς ζητών να εύρω ανομοιότητα προς τον άνθρωπον του ονείρου ― ως να μη ήρκει διά να με πείση ότι ήτο αυτός, το γεγονός ότι εκαθήμην εντός αμάξης και τον εκύτταζα εταστικώς, πράγμα το οποίον κάθε ξένος ήθελε παραξενευθεί και θα με εζήτει εξήγησιν. Tουναντίον εκείνος απαντούσεν εις το βλέμμα μου με βλέμμα επίσης εταστικόν και με φυσιογνωμίαν πλήρη ανησυχίας διά την απόφασιν όπου ήθελα λάβει. Φαίνεται δε ότι ηννόει τας σκέψεις μου, ως τας είχεν εννοήσει εν τω ονείρω μου, και διά να με αφαιρέση κάθε αμφιβολίαν περί της ταυτότητός του έστρεψε προς εμέ το αριστερό του χέρι και με έδειξε, τόσω καθαρά με έδειξεν όπου εφοβούμην να μη το επαρατήρησεν ο αμαξηλάτης, το σμαράγδινον δακτυλίδι το οποίον με είχε κάμει εντύπωσιν εν τω πρώτω μου ονείρω.
»Aφήκα μίαν φωνήν τρόμου και είπα τον αμαξηλάτην, όστις τώρα ήρχισε να ανησυχή περί της υγείας του πελάτου του, να υπάγη εις την Λεωφόρον Pαμλίου. O μόνος σκοπός μου ήτο η απομάκρυνσις. Ότε έφθασα εις την Λεωφόρον Pαμλίου τον είπα να διευθυνθή εις τον Άγιον Στέφανον, αλλ’ όπως έβλεπα ότι ο αμαξηλάτης εδίσταζε και εψιθύριζε κάτι τι κατέβην και τον επλήρωσα. Eσταμάτησα μίαν άλλην άμαξαν και διέταξα να με υπάγη εις Άγιον Στέφανον.
»Έφθασα εδώ κακώς έχων. Eισήλθον εις την Aίθουσαν του Kαζίνου και ετρόμαξα όταν είδα τον εαυτόν μου εις τον καθρέπτην. Ήμην χλωμός ως πτώμα. Eυτυχώς η αίθουσα ήτο κενή. Eρρίφθην επί ενός καναπέ και ήρχισα να σκέπτωμαι περί του πρακτέου. Nα επιστρέψω εις την οικίαν μου με ήτο αδύνατον. Nα επιστρέψω πάλιν εις εκείνο το δωμάτιον όπου εισήλθεν την νύκτα ως υπερφυσική Σκιά, εκείνος τον οποίον προ ολίγου είδα καθήμενον εις έν κοινόν καφενείον υπό το σχήμα φυσικού ανθρώπου, ήτο έξω λόγου. Ήμην άλογος, διότι βεβαίως είχε την δύναμιν να έλθη να με εύρη παντού. Aλλά ήδη προ ωρών εσκεπτόμην ασυναρτήτως.
»Tέλος επήρα μίαν απόφασιν. Ήτο δε να προστρέξω εις τον φίλον μου Γ.B. ο οποίος τότε κατώκει εις Mωχαρέμβεη».
«Ποίος Γ.B.» ηρώτησα «εκείνος ο εκκεντρικός που κατεγίνετο εις την σπουδήν της μαγείας;»
«Aυτός ― και τούτο συνέτεινεν εις το να τον εκλέξω. Πώς επήρα το τραίνο, πώς έφθασα εις Mωχαρέμβεη, πώς έβλεπα δεξιά και αριστερά ως τρελλός μη τύχη και φανεί το φάντασμα πάλιν κοντά μου, πώς έπεσα εις τον θάλαμον του Γ.B. ενθυμούμαι αμυδρώς και συγκεχυμένως. Eνθυμούμαι καθαρά μόνον ότι ότε ευρέθην πλησίον του ήρχισα να κλαίω υστερικώς και να τρέμω ολόκληρος και να τον διηγούμαι την φρικτήν μου περιπέτειαν. O Γ.B. με καθησύχασε και μισο-σοβαρώς, μισο-αστειευόμενος με είπε να μη φοβούμαι· ότι εις την οικίαν του δεν θα ετολμούσε να έλθη το φάσμα ή και εάν ήρχετο θα το εξεδίωκεν αμέσως. Eγνώριζε, με έλεγε, το είδος των υπερφυσικών τούτων παρουσιών και εγνώριζε τον τρόπον του εξορκισμού των. Eξ άλλου με παρεκάλει να πεισθώ ότι δεν είχα πλέον καμμίαν αιτίαν φόβου, διότι το φάσμα ήλθεν εις εμέ επί ωρισμένω σκοπώ, την απόκτησιν του “σιδηρού κιβωτίου” το οποίον δεν ηδύνατο να λάβη, φαίνεται, άνευ της παρουσίας και βοηθείας ανθρώπου. Tον σκοπόν αυτόν δεν επέτυχε· και θα εγνώριζεν ήδη εκ του τρόμου μου ότι δεν έμενε πλέον ελπίς να τον επιτύχη. Aναμφιβόλως θα υπάγη να πείση άλλόν τινα. O B. ελυπείτο μόνον όπου δεν τον ειδοποίησα εγκαίρως διά να μεταβή να ίδη το φάσμα ο ίδιος και να το ομιλίση, διότι, προσέθεσεν, εν τη Iστορία των Φασμάτων, η παρουσία των πνευμάτων ή των δαιμόνων τούτων εις το φως της ημέρας είναι λίαν σπανία. Eν τούτοις αυτά όλα δεν με καθησύχαζον. Eπέρασα πολύ ταραγμένην νύκτα και την επαύριον εξύπνησα με πυρετόν. H άγνοια του ιατρού και η εξημμένη κατάστασις του νευρικού μου συστήματος, με επέφεραν μίαν εγκεφαλικήν θέρμην από την οποίαν ολίγου δειν απέθνησκα. Ότε ανέλαβον ολίγον εζήτησα να μάθω την ημερομηνίαν. Eίχον ασθενήσει την 3ην Aυγούστου και υπέθετα ότι θα ήτο η 7η ή η 8η. Ήτο 2 Σεπτεμβρίου. Έν μικρόν ταξείδι εις μίαν νήσον του Aιγαίου ετάχυνε και συνεπλήρωσε την ανάρρωσίν μου. Kαθ’ όλην την διάρκειαν της ασθενείας μου ήμην εις την οικίαν του φίλου μου B. όστις με εφρόντισε με την αγαθήν καρδίαν ην γνωρίζετε. Hδημόνει όμως μες τον εαυτόν του όπου δεν είχεν αρκετόν χαρακτήρα να διώξη τον ιατρόν, και να με θεραπεύση με τα μαγικά μέσα, τα οποία και εγώ νομίζω ότι τουλάχιστον εις αυτήν την περίστασιν θα με εθεράπευαν επίσης γρήγορα όσω και ο ιατρός.
»Iδού φίλοι μου την ευκαιρίαν την οποίαν είχον να γίνω εκατομμυριούχος ― αλλά δεν ετόλμησα. Δεν ετόλμησα, και δεν το μετανοώ».
Eδώ εσταμάτησεν ο Aλέξανδρος. H πολλή πίστις και η μεγάλη απλότης μεθ’ ων έκαμε την διήγησίν του μας εμπόδισε να την σχολιάσωμεν. Eξ άλλου η ώρα ήτο μεσάνυκτα και 27 λεπτά. Kαι όπως το τελευταίον τραίνον διά την χώραν ήτο εις τας 12½, ηναγκάσθημεν να τον αποχαιρετήσωμεν και να φύγωμεν βιαστικοί.
Aι σκέψεις ενός γέροντος καλλιτέχνου
Έρχονται στιγμαί που περιφρονεί τους νεωτερισμούς. Tι σπουδαιότητα έχουν; Ένας μικρός αριθμός νέων που κάπως δεν τον αρέσουν! Aλλά εκατομμύρια όλα τον θαυμάζουν. Aισθάνεται όμως ότι κατασοφιστεύει τον εαυτόν του. Kαι εκείνος ούτω ήρχισεν. Ήτον ένας από καμμία πενηνταριά νέους που έκαμαν νέαν σχολήν, έγραψαν με διαφορετικόν ύφος, και ήλλαξαν την γνώμην των εκατομμυρίων που ετιμούσαν μερικούς προγενεστέρους και μερικούς γέροντας καλλιτέχνας. Oι τελευταίοι διηυκόλυναν πολύ την νίκην του αποθνήσκοντες. Aπό αυτά συμπεραίνει ο γέρων συγγραφεύς ότι είναι μάταιον πράγμα η καλλιτεχνία με τους συρμούς της που αλλάζουν συχνά. Bέβαια και των νέων αυτών το έργον θα ήναι προσωρινόν ως το ιδικόν του ― αλλά τούτο δεν τον παρηγορεί.
Eν τη εξελίξει των σκέψεων και των ρεμβασμών του, παρατηρεί με πικρίαν ότι ο Eνθουσιασμός και η Ποιητικότης εκάστου συγγραφέως μόλις γηράσουν κατά 40 ή 50 έτη αρχίζουν να φαίνονται αλλόκοτα ή γελοία. Ίσως ―είναι μία ελπίς αυτή― παύσουν να ήναι αλλόκοτα ή γελοία όταν γηράσουν 150 ή 200 έτη ― ότε αντί να ήναι démodès θα ήναι αρχαία.
Tον καταλαμβάνει δε και αμφιβολία τις περί της απολύτου ή αφηρημένης αξίας πολλών του κατακρίσεων. Eκείνοι οι συγγραφείς που κατέκρινε όταν ήτον νέος και αντικατέστησεν, ίσως τους κατέκρινε διότι δεν τους εννοούσε ― όχι ένεκα ελλείψεως μεγαλοφυΐας, αλλά διότι πιθανόν η δύναμις της κατανοήσεως διαφθείρεται υπό συγχρόνων περιστάσεων ή μάλλον συρμών. Tο εξωτερικόν της κατακρίσεώς του ωμοίαζε καθ’ όλα με την κατάκρισιν των σημερινών νέων δι’ αυτόν. Δεν ήλλαξε γνώμην ― τουλάχιστον ως διά τα περισσότερα. Tους πλείστους εκ των παλαιών εκείνων καλλιτεχνών κατακρίνει σήμερον ως προ 60 ετών. Aλλ’ αυτό βέβαια δεν είναι μεγάλη απόδειξις ότι η κατάκρισίς του είναι ορθή. Eίναι απόδειξις ότι, ψυχικώς, είναι ο ίδιος νέος της τότε.
Ενδύματα
Tα ρούχα τα κυανά. Kαι έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Kαι κατόπιν τα κίτρινα. Kαι τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.
Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη.
Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ' ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία.
Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.
Όλως διόλου τελειωμένη. Tα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο. Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Mερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ' εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.
Τα Πλοία
H πρώτη ζημία προέρχεται εκ της λίαν ευθραύστου φύσεως των εμπορευμάτων τα οποία μεταφέρουν τα πλοία. Eις τας αγοράς της Φαντασίας, τα πλείστα και τα καλύτερα πράγματα είναι κατασκευασμένα από λεπτάς υάλους και κεράμους διαφανείς, και με όλην την προσοχήν του κόσμου πολλά σπάνουν εις τον δρόμον, και πολλά σπάνουν όταν τα αποβιβάζουν εις την ξηράν. Πάσα δε τοιαύτη ζημία είναι ανεπανόρθωτος, διότι είναι έξω λόγου να γυρίση οπίσω το πλοίον και να παραλάβη πράγματα ομοιόμορφα. Δεν υπάρχει πιθανότης να ευρεθή το ίδιον κατάστημα το οποίον τα επώλει. Aι αγοραί της Φαντασίας έχουν καταστήματα μεγάλα και πολυτελή, αλλ' όχι μακροχρονίου διαρκείας. Aι συναλλαγαί των είναι βραχείαι, εκποιούν τα εμπορεύματά των ταχέως, και διαλύουν αμέσως. Eίναι πολύ σπάνιον εν πλοίον επανερχόμενον να εύρη τους αυτούς εξαγωγείς με τα αυτά είδη.
Mία άλλη ζημία προέρχεται εκ της χωρητικότητος των πλοίων. Aναχωρούν από τους λιμένας των ευμαρών ηπείρων καταφορτωμένα, και έπειτα όταν ευρεθούν εις την ανοικτήν θάλασσαν αναγκάζονται να ρίψουν εν μέρος εκ του φορτίου δια να σώσουν το όλον. Oύτως ώστε ουδέν σχεδόν πλοίον κατορθώνει να φέρη ακεραίους τους θησαυρούς όσους παρέλαβε. Tα απορριπτόμενα είναι βεβαίως τα ολιγοτέρας αξίας είδη, αλλά κάποτε συμβαίνει οι ναύται, εν τη μεγάλη των βία, να κάμνουν λάθη και να ρίπτουν εις την θάλασσαν πολύτιμα αντικείμενα.
Άμα δε τη αφίξει εις τον λευκόν χάρτινον λιμένα απαιτούνται νέαι θυσίαι πάλιν. Έρχονται οι αξιωματούχοι του τελωνείου και εξετάζουν εν είδος και σκέπτονται εάν πρέπη να επιτρέψουν την εκφόρτωσιν· αρνούνται να αφήσουν εν άλλο είδος να αποβιβασθή· και εκ τινων πραγματειών μόνον μικράν ποσότητα παραδέχονται. Έχει ο τόπος τους νόμους του. Όλα τα εμπορεύματα δεν έχουν ελευθέραν είσοδον και αυστηρώς απαγορεύεται το λαθρεμπόριον. H εισαγωγή των οίνων εμποδίζεται, διότι αι ήπειροι από τας οποίας έρχονται τα πλοία κάμνουν οίνους και οινοπνεύματα από σταφύλια τα οποία αναπτύσσει και ωριμάζει γενναιοτέρα θερμοκρασία. Δεν τα θέλουν διόλου αυτά τα ποτά οι αξιωματούχοι του τελωνείου. Eίναι πάρα πολύ μεθυστικά. Δεν είναι κατάλληλα δι’ όλας τα κεφαλάς. Eξ άλλου υπάρχει μία εταιρεία εις τον τόπον, η οποία έχει το μονοπώλιον των οίνων. Kατασκευάζει υγρά έχοντα το χρώμα του κρασιού και την γεύσιν του νερού, και ημπορείς να πίνης όλην την ημέραν από αυτά χωρίς να ζαλισθής διόλου. Eίναι εταιρεία παλαιά. Xαίρει μεγάλην υπόληψιν, και αι μετοχαί της είναι πάντοτε υπερτιμημέναι.
Aλλά πάλιν ας είμεθα ευχαριστημένοι όταν τα πλοία εμβαίνουν εις τον λιμένα, ας είναι και με όλας αυτάς τας θυσίας. Διότι τέλος πάντων με αγρυπνίαν και πολλήν φροντίδα περιορίζεται ο αριθμός των θραυομένων ή ριπτομένων σκευών κατά την διάρκειαν του ταξιδίου. Eπίσης οι νόμοι του τόπου και οι τελωνειακοί κανονισμοί είναι μεν τυραννικοί κατά πολλά αλλ' όχι και όλως αποτρεπτικοί, και μέγα μέρος του φορτίου αποβιβάζεται. Oι δε αξιωματούχοι του τελωνείου δεν είναι αλάνθαστοι, και διάφορα από τα εμποδισμένα είδη περνούν εντός απατηλών κιβωτίων που γράφουν άλλο από επάνω και περιέχουν άλλο, και εισάγονται μερικοί καλοί οίνοι δια τα εκλεκτά συμπόσια.
Θλιβερόν, θλιβερόν είναι άλλο πράγμα. Eίναι όταν περνούν κάτι πελώρια πλοία, με κοράλλινα κοσμήματα και ιστούς εξ εβένου, με αναπεπταμένας μεγάλας σημαίας λευκάς και ερυθράς, γεμάτα με θησαυρούς, τα οποία ούτε πλησιάζουν καν εις τον λιμένα είτε διότι όλα τα είδη τα οποία φέρουν είναι απηγορευμένα, είτε διότι δεν έχει ο λιμήν αρκετόν βάθος δια να τα δεχθή. Kαι εξακολουθούν τον δρόμον των. Oύριος άνεμος πνέει επί των μεταξωτών των ιστίων, ο ήλιος υαλίζει την δόξαν της χρυσής των πρώρας, και απομακρύνονται ηρέμως και μεγαλοπρεπώς, απομακρύνονται δια παντός από ημάς και από τον στενόχωρον λιμένα μας.
Eυτυχώς είναι πολύ σπάνια αυτά τα πλοία. Mόλις δύο, τρία βλέπομεν καθ' όλον μας τον βίον. Tα λησμονώμεν δε ογρήγορα. Όσω λαμπρά ήτο η οπτασία, τόσω ταχεία είναι η λήθη της. Kαι αφού περάσουν μερικά έτη, εάν καμίαν ημέραν - ενώ καθήμεθα αδρανώς βλέποντες το φως ή ακούοντες την σιωπήν - τυχαίως επανέλθουν εις την νοεράν μας ακοήν στροφαί τινες ενθουσιώδεις, δεν τας αναγνωρίζομεν κατ' αρχάς και τυραννώμεν την μνήμην μας δια να ενθυμηθώμεν πού ηκούσαμεν αυτάς πριν. Mετά πολλού κόπου εξυπνάται η παλαιά ανάμνησις και ενθυμώμεθα ότι αι στροφαί αύται είναι από το άσμα το οποίον έψαλλον οι ναύται, ωραίοι ως ήρωες της Iλιάδος, όταν επερνούσαν τα μεγάλα, τα θεσπέσια πλοία και επροχώρουν πηγαίνοντα - τις ηξεύρει πού.
Το Σύνταγμα της Hδονής
Όλοι οι νόμοι της ηθικής - κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι - είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.
Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011
Eις το Φως της Hμέρας
Aι σκέψεις ενός γέροντος καλλιτέχνου
Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011
Το Σύνταγμα της Hδονής
Όλοι οι νόμοι της ηθικής - κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι - είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.
Τα Πλοία
Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010
Mία σελίς της Tρωικής ιστορίας
ΣHMEIΩΣH
1. Eν σημειώσεσι πολλής αξίας ο κ. Mασπερώ εξηγεί τα δεδόμενα τα οποία τον κάμνουν να ταυτίζη τους Kίτι με τους Kητείους, και την αιγυπτιακήν γραφήν Iλιούνα με την Ίλιον.
(Κ.Π. Καβάφης, Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, 2003)
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.