Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλοζώης Γιώργος (ποιητής της Κύπρου). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλοζώης Γιώργος (ποιητής της Κύπρου). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Η ΑΦΙΞΗ ΤΩΝ ΘΗΡΙΩΝ / Καλοζώης Γιώργος

 


Ήρθαν οι λεοπαρδάλεις που
ήταν αγκαλιασμένες σφιχτά με
τους λαιμούς των δέντρων
Καμιά ακακία δεν εκφράζει το
παράπονο για το γδάρσιμό
της από τα νύχια
ούτε τα σφάγια εκφράζουν
το δίκαιο παράπονό τους
επειδή δεν μπορείς να είσαι
κάτι άλλο εκτός από αυτό
που είσαι και τότε οι ιδιότητες
δεν είναι δισυπόστατες
Πείτε μου γιατί οι κυνηγημένοι
δεν ανταλλάσσουν τους
λαιμούς τους
με ακριβά περιδέραια;
Μάλλον τα περιδέραια είναι οι
πράξεις που στοιχίζουν
Ήρθαν λοιπόν οι λεοπαρδάλεις
κι άρχισαν να μιλούν
μια γλώσσα που καταλαβαίνουν
μονάχα οι θηριώδεις
κι είπαν το μόνο νόημα του
κόσμου που μπορούμε να
σκεφτούμε είναι
οι μικροί μπαμπουίνοι ψημένοι
στα κάρβουνα
ούτε καν το λεξιλόγιο των
λίγων λέξεων που έχουν οι
κωφοί
αν λοιπόν τα παιδιά μας στο
λεοπαρδαλικό σχολείο έχουν
ανάγκη από στήριξη
ποιος θα μας σεβαστεί ποιος
θα δακρύσει ποιος θα
χτυπήσει με ενσυναίσθηση
την πλάτη μας αφού
απέχουμε τόσο πολύ
από καθετί το ανθρώπινο
είπαν οι λεοπαρδάλεις
κι ύστερα αποχώρησαν
μαζί με τις φυγές τους

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΓΕΝΙΑ / Καλοζώης Γιώργος

 


Ήρθαν οι αρρώστιες
που σε κάνουν να διερωτάσαι
χωρίς καμιά προειδοποίηση
λες και πρέπει να προειδοποιούν
όπως οι διαβάσεις με αυτόματο
σύστημα προστασίας
όπως οι τροχονόμοι που βοηθούν
όταν δεν λειτουργούν τα φανάρια
της τροχαίας
όπως οι φάροι που πλέον όλοι
είναι αυτόματοι
ποιος θα βοηθήσει ένα πλήρωμα
όταν όλοι τους είναι μεθυσμένοι
ενάντια σε όλους τους κανονισμούς
ποιος θα κατηγορήσει ποιον για
παράβαση καθήκοντος τα
φωταγωγημένα πλοία φωταγωγημένα
βυθίζονται
Ήρθαν οι αρρώστιες οι ανθεκτικές
οι αδιάβροχες στο νερό όπως τα
ακριβά ρολόγια χειρός και στα
φάρμακα
ίσως στο μέλλον οι άνθρωποι να είναι
γενετικά προγραμματισμένοι να μην
αρρωστούν
να θεραπεύονται όλες οι ασθένειες
όπως πάνω στο διαστημόπλοιο
Εντερπράιζ στη σειρά επιστημονικής
φαντασίας Σταρ Τρεκ από τον
αρχίατρο Μακκόι όμως εγώ πάντα
συμπαθούσα τον πηδαλιούχο Χικάρου
Σούλου που καθοδηγούσε το σκάφος
να περάσει μέσα από ραγδαίες βροχές
μετεωριτών πάντα με αίσια κατάληξη
ίσως λέω στο μέλλον να γεμίσουν οι
μακρινοί πλανήτες στο διάστημα με
Παναγίες της Τήνου και προσκυνητές
που έχουν τάμα να περπατήσουν
γονατιστοί από το λιμάνι μέχρι τον ναό
ίσως λέω στο μέλλον να πρέπει όπως
έχουν οι ορθόδοξες εκκλησίες μεγάφωνα
απ’ τα οποία ακούγονται οι λειτουργίες
να έχουν και τα νοσοκομεία μεγάφωνα
και ν’ ακούγονται τα βογκητά και τα
κλάματα
τότε θα ήμασταν προετοιμασμένοι
μάταιος κόπος κανείς δεν είναι ποτέ
προετοιμασμένος για τίποτε γι’ αυτό
και χρειαζόμαστε μιαν εναλλακτική
πραγματικότητα και τον κυβερνήτη
Τζέιμς Τ. Κερκ να δίνει ασφαλείς
οδηγίες για το πώς πρέπει να ζήσουμε
κι ακόμα την αξιωματικό επικοινωνιών
Ουχούρα για να μας μάθει πώς να
επικοινωνούμε
να λέμε αυτά που μια ζωή διστάζαμε
να πούμε αλλά και να τα εννοούμε

ΟΙ ΣΚΕψΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ


Εσύ που είσαι
τόσα πολλά πράγματα
είσαι η τροφή μου
είσαι καλοψημένη χωρίς
τα ξίγκια και τα νεύρα
είσαι ο πουρές όλες οι
αλοιφές
το χούμους η τυροσαλάτα
και το τζατζίκι
είσαι η ανατροφή μου
θα φτιάξεις ιστό για το
φατνίο μου
θα αγοράσεις παυσίπονη
κρέμα για τα ούλα μου
είσαι η φρουτόκρεμα το
αλεσμένο κρέας και το
φαρίν λακτέ
το παχυντικό για τα μωρά
με τα παραφουσκωμένα
μάγουλα και θα πίνω το
γάλα μέσα στο μπιμπερό
και το γάλα μετά το
κατσικίσιο
πρέπει να γίνεις μωρό για
να καταλάβεις κάπως τον
κόσμο
θα πετάξω το πι που
κληρονόμησα απ’ τους
γονείς μου και θα κινούμαι
με περπατούρα γιατί πρέπει
να γίνεις μωρό για να
καταλάβεις ίσως τον κόσμο
και θα πετάξω όλα τα
κουστούμια μου τις γραβάτες
μου και τα παπιγιόν μου και
τα ιταλικά παπούτσια μου
και θα φορώ από τώρα και
στο εξής τη σαλοπέτα μου
και τα εσκιμό μου και τον
υπνόσακό μου
μπορεί τότε να καταλάβω
τον κόσμο
ο κόσμος ποτέ δεν θα με
καταλάβει
ο απόκοσμος κόσμος

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ


Παλιά ήμουν
στα κανόνια υπεύθυνος
για τις βολές και τις μπάλες
βυθίστηκαν πολλά καράβια
στους καιρούς μου κατάρτια
έσπαγαν ωσάν κλαράκια
άνθρωποι έκρωζαν από τον
πόνο
πολέμησα για κάτι παραπάνω
από τον πόλεμο και την ιδέα
του πολέμου για κάτι πιο
αφηρημένο κι από τα
αφηρημένα ουσιαστικά
πολέμησα για τη χίμαιρα
την ουτοπία πάντα βλέποντας
μέσα από το μονοκυάλι τη
γη των Μακάρων να πλησιάζει
και πάντα να απομακρύνεται
Έφτασα πιο πέρα από τις
στήλες του Ηρακλή και
ποτέ δεν τα κατάφερα να
γίνω κάτι άλλο από αυτό
που ήμουν όπως δεν μπορεί
να περπατήσει ή να ντυθεί
το πιο επιδέξιο ψάρι
ανακάτεψα τους ωκεανούς
ανακάτεψα τα στομάχια των
συντρόφων μου ανεβαίνοντας
και κατεβαίνοντας τους
αφρούς των κυμάτων
τους αφρούς του στόματός μου
πολέμησα και με τα τέρατα
–κι αποδείχτηκα τερατώδης–
το καλαμάρι και το χταπόδι
και τη σουπιά το ένα τους
χιλιοστό το βλέπετε πάνω
στο τραπέζι σας καθώς τρώτε
και κάθε μάχη είχε για τέλος
της την αρχή μιας άλλης
και δεν κουράστηκα όπως
είθισται οι βροτοί
Παλιά ήμασταν λες
χυμένοι μέσα σε ειδικά
καλούπια καμωμένοι από
χαλκό και από ορείχαλκο
ξέραμε τα μέταλλα και τις
ιδιότητές τους
σκληροί σχεδόν όσο κι αυτά
Παλιά ήμουν στις μπάλες
και στα κανόνια
κραδαίναμε πάλες χαντζάρες
ματσέτες και αρκεβούζια
μαχαίρια ακόνισαν φωνητικές
χορδές
μαχαίρια χάραξαν ανεξίτηλα
τατουάζ
τόσο αντιστέκεται η σάρκα
στο μαχαίρι όσο και το
αφράτο ψωμί
όλα τα κάναμε όμως δε
φάγαμε τους εχθρούς μας
όχι γιατί ξέραμε την ασθένεια
μπέρι μπέρι
αλλά επειδή μέσα στο νου μας
και τη θολούρα του νομίζαμε
πως ανοίγαμε τον φεγγίτη
ενός άλλου καλύτερου κόσμου
Τώρα σχεδόν ξεμπέρδεψα
με καθετί το ανθρώπινο
εμπρός μου απλώνονται
τα λαγκάδια των γηρατειών
τα ήσυχα χωριά και οι φάρμες
και πάλι όμως ο πόλεμος
για τη χάραξη των ορίων
κι η βουλιμία για προσωπική
ιδιοκτησία πάντα παρούσα
κι οι ναοί
με τις ψαλμωδίες που ζητούν
κάτι πιο πνευματικό αλλά δεν
το διαθέτει ο άνθρωπος
Θα αυξηθούν στο μέλλον
οι ναοί και οι δοσοληψίες
κάποιοι θα θέλουν να δώσουν
και κάποιοι να πάρουν
διάλεξε από τώρα τους φίλους
σου
με ποιους θα συμπαραταχτείς
δε θα υπάρχουν στο μέλλον
φράχτες ανοιχτοί όπου ήσυχα
θα κοιμούνται και θα τρων
τα μεγάλα διλήμματα
διάλεξε από τώρα από ποια
πλευρά του κανονιού θα είσαι
και μάθε να μην αναβάλλεις
κι από τις δυο μεριές
ωσάν παλιά φωτογραφία
απεικονίζεται το ζεύγος
ο εξευτελισμός από τη μια
και δίπλα του η αναλγησία
Παλιά ήμουν στα κανόνια
τώρα κάνω άλλα πράγματα
σε λίγο θα βράσω τα χόρτα
και τις πατάτες θα τα
σερβίρω σε μεγάλες γαβάθες
με λάδι αλάτι θαλασσινό
και με ψιλοκομμένο
μαϊντανό
Το παρελθόν μου όπως το
έγραψα
δε θα το ζήσω ξανά

ΤΟ ΣΤΗΣΙΜΟ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ


Αρέσουν οι κίνδυνοι
στους πολύ νέους αλλά
και σε όσους βρίσκονται
σε απόγνωση
γι’ αυτό ανέβηκα στο βουνό
η κορυφή του ήταν πασπαλισμένη
με ινδοκάρυδο κι οι σκιέρ
χαίρονταν όπως κι οι ξενοδόχοι
χωρίς κανείς τους να βλέπει
την επερχόμενη χιονοστιβάδα
των εξελίξεων
Πήρα μαζί μου όλο τον
ορειβατικό εξοπλισμό ήμουν
αλπινιστής και Σέρπα μαζί
Αγόρασα από ένα κατάστημα
με αντίκες ένα μεγάλο
καθρέφτη βενετσιάνικο
να καθρεφτίζεται ο κόσμος
επειδή είναι τα είδωλά μας
ο εαυτός μας αφού
δε θα μπορούσα να μην
κουβαλήσω στο βουνό τις
χωρίστρες μου και τα ωραία
χτενίσματα το δύσκολο δέσιμο
της γραβάτας κομπιάζει κανείς
αν δέσει πολύ σφιχτά τον κόμπο
της γραβάτας
φόρεσα τα καλά μου για να
με πάρει ο κόσμος στα σοβαρά
οι σοβαροί θα με πάρουν
στα σοβαρά οι ανόητοι
ανόητα θα σκεφτούν κι οι
επιπόλαιοι επιπόλαια
πείνασα κι άνοιξα μια κονσέρβα
κι αφού έφαγα το υπόλοιπο
βοδινό το πέταξα όπως οι
γεωργοί πετούν τους σπόρους
προς όλες τις κατευθύνσεις
για να με πλησιάσουν όσοι
δεν έχουν ανθρώπινη λαλίτσα
κι ήρθαν όντως κοντά μου τα
γρυλλίσματα και οι μουσούδες
και μου είπαν με κτηνώδη
νοήματα δείξε μας τον καθρέφτη
να δούμε ποιοι είμαστε
να δούμε τον εαυτό μας
απ’ τον οποίο ουδέποτε θα
ξεφύγουμε αλλά έστω να
δούμε τον εαυτό μας να
συμφιλιωθούμε με οτιδήποτε
είμαστε
τότε έστησα τον βενετσιάνικο
καθρέφτη κι ήρθαν πρώτα
τα ήμερα ζώα κι αφού
κοιτάχτηκαν αποχώρησαν μετά
οι λύκοι πριν οι αλεπούδες
και κάποια άλλα σαρκοβόρα
διερωτήθηκαν κατά πόσον
όλοι οι καθρέφτες είναι οι
ίδιοι γιατί υπάρχουν και οι
σπασμένοι που δείχνουν
τον κόσμο κομμάτια κι ίσως
αυτοί να είναι οι πιο αληθινοί
οι πιο αξιόπιστοι

ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ


Καθώς κατέβαινα τον δρόμο
για να φτάσω στη θάλασσα
οι στροφές του χωματόδρομου
μετακινούνταν
κι ακόμα εκεί που νόμιζα πως
κατηφόριζα ανέβαινα κι οι
πεύκοι κατέβαζαν τα κλωνιά
τους εμπρός μου
Τότε άφησα τ’ αυτοκίνητο σύρθηκα
κουτρουβαλίστηκα γεμάτος
χώματα πευκοβελόνες μώλωπες
και γρατσουνιές έφτασα
σε μιαν άλλη κατάσταση
Αποσυρμένη ήταν η θάλασσα
οι ιχθύες είχαν βγάλει τις πανοπλίες
με τα λέπια άστραφταν κάτω
από τον ήλιο τεράστιες στολές
ίσες στο μέγεθος με σκηνές
Αυτός είπα είναι ο χρόνος
πριν από τον χρόνο
για τούτο δεν έχουν λάβει ακόμη
το τελειωτικό τους σχήμα τα
πράγματα
κι εκεί που ακούμπαγα στον βράχο
που ήταν σα στρώμα μαλακός
ολομόναχος περιμένοντας να έρθει
η θάλασσα είδα αυτό για το
οποίο είχα ακούσει παλιά
πως η καρδιά του καθενός
είναι κρυμμένη κάπου πάρα
πολύ μακριά από το μέρος όπου
ζει μέσα σε κάποιο πράγμα
καλά προστατευμένη σε βράχο σε
δέντρο ή μέσα στη γη
Σκυλιά θεόρατα πέρασαν από
δίπλα μου διέσχισαν την ακτή
από τη μια μέχρι την άλλη πλευρά
κρατώντας στο στόμα τους κάτι
που έμοιαζε με το φουσκωμένο
εσωτερικό μιας μπάλας
είχαν στο στόμα τους μιαν ανθρώπινη
καρδιά και την έπαιρναν
την κρατούσαν στο στόμα τους
από την αρχή τούτου του κόσμου
γρύλιζαν κι ήταν τα σώματά τους
γεμάτα πληγές από δαγκωματιές
άλουστα απ’ την αρχή του
κόσμου κι ήταν η μπόχα τους
παντελώς ανυπόφορη
γιατί και ο ομφάλιος λώρος τους
σηπόταν κρεμάμενος από την
κοιλιά τους
γεμάτος μυρμήγκια και τσιμπούρια
κάμποσες ίντσες μακρύς

η λήθη



Ήρθαν όλοι επειδή τους
κάλεσα
ο συνετός με τη σωφροσύνη του
ο επιπόλαιος με τη βιασύνη του
ο προφήτης με το βουνό και
την εκκλησία του
ο ξυλουργός με τα πανύψηλα
δάση του
ο γλωσσολόγος με τα φωνήματα
τα μορφήματα και τους δεκάδες
φθόγγους του
ο τσοπάνος με το κοπάδι του
αργότερα θα διαχώριζε τους
αμνούς από τα ερίφια
με τους σκύλους του πριν να
διασταυρωθούν με τους λύκους
μπροστά απ’ αυτόν προηγούνταν
ο αποδιοπομπαίος τράγος του
τα μάλλινα ζεστά υφάσματα
ήρθαν κι η σπορά ήρθε
και τα χιλιάδες σπέρματα
και τα πουλιά με τα πετάγματά
τους και κάποια απ’ τα πουλιά
με την ανίατη γρίπη τους
ήρθαν κι οι νεκροί
με το κίτρινο χρώμα και τα
μυρμήγκια επάνω στο σώμα
τους κι αυτοί επειδή είχαν
καιρό να μιλήσουν ήταν οι πιο
κοινωνικοί
ήθελα να τους αγκαλιάσω
αλλά ήταν τόσοι πολλοί άλλοι
συνοδεύονταν απ’ τις αρρώστιες τους
άλλοι από τους δολοφόνους τους
κι η κυρία πληρότητα ήρθε
και η φίλη της η κενότητα
κι αφού μαζεύτηκαν όλοι
η ομοιότητα κι η διαφορετικότητα
φάγαμε ουρανό και γη
ήπιαμε απόσταγμα γνώσης
καπνίσαμε πίπες και καμινάδες
τζάκια και σόμπες


Ύστερα τους κέρασα
μελίσσια
χωρίς τις ιπτάμενες μέλισσες
ύστερα αφού πέρασε η
πρώτη αμηχανία
χορέψαμε με τις θύελλες και
τις καταιγίδες απ’ όλους η
θάλασσα ήταν η πιο κινητική
ύστερα τα νέφη κι οι γρήγοροι
ποταμοί τα στάσιμα νερά
ήταν συνέχεια καθισμένα
χόρεψα μ’ αυτήν που δεν
τη χόρευε κανείς με την
ασκήμια όλοι μα όλοι
φλέρταραν την ομορφιά
πρώτοι και καλύτεροι οι
πυλώνες που πηγαινοφέρνουν το
ρεύμα ενώ το χώρο
φωτορύθμιζαν οι κεραυνοί κι οι
αστραπές κι οι δυνατές
βροντές καθόριζαν την ένταση
του ήχου
Μόνο αυτή που αγαπούσα
δεν ήρθε αυτής που το
πρόσωπο ξεχνούσα σιγά σιγά
θυμόμουν τις συμπεριφορές της
τους τρόπους της όλα που ζήσαμε
μαζί τα θυμόμουν τα μούρα
με τα οποία έβαφε το στόμα της
τα μεγάλα αφρούγια αμύγδαλα
ίδια με τα μάτια της
τα σκουλαρίκια της που κρέμονταν
όπως τα τσαμπιά απ’ τα κλήματα
Μόνο αυτή που αγαπούσα
έλειπε αρκεί να τη θυμόμουν
καλύτερα και θα ’ρχόταν
όμως οι πίνακές μου
είχαν εξασθενήσει οι πίνακες μου
οι μνημοτεχνικοί
η λήθη είχε ζώσει με στέμμα
λησμονιάς το ψηλό βουνό της
αγάπης που δύσκολα αποφασίζεις
να το ανέβεις άμα το έχεις
για κάποιον λόγο κατεβεί

Πλατεία Τζέμα ελ - Φνα

Τούτη η πλατεία
σε λίγο θα γεμίσει
παραμυθάδες που αφηγούνται
με το στόμα και με το σώμα
ιστορίες για το πώς
πλάστηκε ο άνθρωπος
πώς ήταν και πώς ζούσε
πριν του δοθεί η χάρη της ομιλίας
τότε που το σώμα του δεν
είχε αποκτήσει συνοχή κι
ενωνόταν με τα πράγματα γύρω
του κι ακόμα
σε λίγο θα φτάσουν οι
μάγοι που σαγηνεύουν πριν
απ’ όλους τον εαυτό τους
που δένουν τους αγέρηδες
όπως τα τουρμπάνια και τους
ελέγχουν
ύστερα είναι οι άλλοι που
λένε την τύχη διαβάζοντας τα χέρια
τις οροσειρές και τα ποτάμια
που κυλούν χωρίς νερό μες στις
παλάμες
μην αμελήσεις να τους πληρώσεις
καλά
για να πουν μονάχα τα ευχάριστα
και τα καλά
για να σου πουν πως η ζωή σου
θα περάσει πίνοντας τσάι με μέντα
καπνίζοντας καπνό με γεύση μήλου
μέσα σε ναργιλέ
τίποτα άλλο γιατί τα βάσανά σου
τα γνωρίζεις
και προπαντός
μη μιλάς άλλο για το
γιαπί του εαυτού σου
σκέψου πως είσαι ένα
ανακαινισμένο ριάντ
με κήπο στην αυλή την εσωτερική
κι ένα μικρό σιντριβάνι
μες στο οποίο επιπλέουν
πέταλα ρόδων και τίποτα
παραπάνω
κι ότι έρχεσαι εδώ εκούσια
από μια άλλη χώρα
χαμένος μέσα στους λαβύρινθους
της πιο παλιάς μεντίνας
είχες προσλάβει οδηγό
αλλά ο οδηγός έτρεχε
είχες προσλάβει και δεύτερο οδηγό
αλλά ο οδηγός σου κουράστηκε
έβγαζες φωτογραφίες για να θυμάσαι
όχι πού πήγες
αλλά κυρίως ποιος είσαι
αλλά καμιά φωτογραφία αργότερα
δεν εμφανίστηκε
ούτε τα μπλε κεραμικά έφτασαν στην
πατρίδα σου σώα
ούτε το χαλί που ζήταγες
γυρίζοντας όλο τον κόσμο δε βρήκες
παρότι πήγες σ’ όλες τις διευθύνσεις
να βρεις το μαγικό χαλί το ιπτάμενο
γιατί δεν ήσουν αρκετά αγνός
και στη μεντρέσα δεν ήσουν καλός
μαθητής
πλενόσουν αδιάκοπα πλενόσουν
αλλά η ακαθαρσία δεν έφευγε
η αλαζονεία η κακία των άλλων
ήταν πάνω σου συνεχώς
κι όταν ξέβαφε η
χένα ζωγράφιζες άλλη με τα
ίδια νοσηρά μοτίβα
και υλικά

η κολυμβηθρα

Άνεμοι υστερόβουλοι ήρθαν
και σκόρπισαν ένα ντοσιέ
γεμάτο χαρτιά το ιστορικό της
το ιστορικό της που υπήρχε
ανέκαθεν
όρμησε εναντίον της ο ξιφήρης
καρκίνος
σ’ αυτήν που ήταν ένα μαξιλάρι
γεμάτο πούπουλα χήνας
Άνεμοι τώρα πετούν και
στριμώχνουν μέσα στις λάσπες
εκείνο που εκείνη ήταν
ένα μαξιλάρι για ν’ ακουμπήσουν
το μάγουλο οι τέλεια απελπισμένοι
εκείνη τους τοποθετούσε σε ύπτια
θέση κι ύστερα τους κτέριζε
με γαρδένιες και σέπαλα
τους γιατροπόρευε με λάδι
σημύδας κι ευκαλύπτου τους
καλαφάτιζε τις ρωγμές τους κι
ύστερα σε μια λεκάνη προσομοίωση
του απέραντου κόσμου
τους έβαζε να πλεύσουν κι
ήταν προσεχτική μαζί τους
τα χέρια της με τα μανίκια
σηκωμένα πιο πάνω απ’ τους
αγκώνες καιροφυλακτούσαν
ήταν η γάστρα τους που την
ανησυχούσε η ίσαλος
τα ρωγμώδη πηδάλια
κι ακόμη το ασταθές φορτίο
μερόνυχτα βασανιζόταν
κι ωραία χαιρόταν απ’ τις
ανταποκρίσεις εκείνων που
επανορθωμένοι δειλά δειλά
ακουμπούσαν στο νερό
και πάγαιναν
οι πιο τολμητίες ή οραματιστές
εις τα μακρύτερα μέρη
εκεί που υπάρχουν οι κυνοκέφαλοι
κι οι άνθρωποι με τις χαίτες
και τις ουρές
φεγγάρια ανέβηκαν και κατέβηκαν
και κάποιοι απ’ αυτούς
χάθηκαν άλλοι
μεταμορφώθηκαν πάρωρα εις την
άγρια χαίνουσα ύλη
εκείνη προσπάθησε την πιο απίστευτη
προσπάθεια
εκείνη έκαμε ό,τι ήταν δυνατόν
ό,τι δεν είναι δυνατόν
δεν ανήκει στον άνθρωπο
αλλά σ’ ένα άλλο ον για το
οποίο πολλά μπορούν να ειπωθούν
και τίποτε απολύτως

Το άρρωστο Γκνου

Μνήμη Β.Ρ.
 
Ο θάνατος πέρασε το πρόσωπο
της μάνας της με αστάρι
η τρυφερή της κόρη δεν
είδε τίποτα
δεν ήθελε να βλέπει και
πίστευε πως θα μπορούσαν
χίλια άτομα αν προσεύχονταν
για τη μάνα της να την
κάνουν καλά
χίλια άτομα αν έβρισκε
κι είχε αρχίσει να ψάχνει
Δεύτερο χέρι κάτασπρης βαφής
πέρασε ο Ανέκφραστος τη μάνα της
και πάλι η κόρη δεν είδε τίποτα
μόνο που τώρα άρχισε
να μετρά αριθμούς από το
ένα μέχρι το εκατό
πολλές φορές την ημέρα
και να στοιχίζει τα παπούτσια
της το δεξί λίγο πιο
μπροστά από το αριστερό
όλα τα παπούτσια μέσα στο
σπίτι
κι ακόμη τα τρόφιμα
μες στα ντουλάπια της κουζίνας
τα βαζάκια με τις
μαρμελάδες και τα τουρσιά
τέλεια τοποθετημένα το
ένα πάνω στο άλλο
τίποτα να μην προεξέχει
τίποτα να μην περισσεύει απ’
τη ζωή
ρούχα βιβλία έπιπλα
ύψωνε στοίχιζε απολύμαινε
βερνίκι χλωρίνη και σαπούνι
οινόπνευμα μύριζε όλο το σπίτι
άδικος κόπος
καμιά τάξη καμιά του
κόσμου ετούτου καθαριότητα
καμιά της ζωής επιμέλεια
καμιά προσευχή δεν μπορεί
κανένα χάδι
να βοηθήσει το άρρωστο γκνου
που έρχεται από πολύ μακριά
ακολουθώντας τις οσμές των
προηγουμένων
αποκαμωμένο ισχνό
κολύμπησε το τελευταίο κολύμπι
σχεδόν παρασύρθηκε απ’ το μεγάλο
ποτάμι και τώρα μόλις που
στέκεται μέσα στην υδάτινη γούβα
καθώς η λασπωμένη όχθη γλιστρά
και δεν μπορεί να σκαρφαλώσει
δε θέλει πια να σκαρφαλώσει
βαριανασαίνει
με πρησμένη κοιλιά μέχρι
τα στήθη από ασκίτη
και ασιτία
μένει εκεί μετά από
τόσα χρόνια πάλης με
τα στοιχεία μετά από
τόσα χρόνια κούρασης με
γιατρούς και θαλάμους
με μια ζωή που ποτέ
δεν ήταν αυτή που ήθελε
με μια ζωή που όποια κι
αν ήταν θα ’θελε να ’ναι
μια άλλη να την αλλάξει
αλλά είναι αργά
πηχτές σκιές πλησιάζουν
ας πούμε οι ύαινες που ήταν
μέχρι πριν από λίγο αθέατες
σαν να ήταν πάντα εδώ
τριγύρω
σαν να μην έφυγαν ποτέ από δω
σαν να ήταν η φλόγα
της ενσωματωμένης ψυχής που
τις έδιωχνε

Πουθενά δεν μπορώ να δω πια
κάτι το ανθρώπινο

ΟΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΕΣ


Όσο διαπραγματεύονται οι
διαπραγματευτές
όσο ασθμαίνουν τα τρένα
όσο κορυφώνονται τα αεροπλάνα
και χλιμιντρίζουν τα άλογα που
σέρνουν τα τροχήλατα κάρα
θα ψάχνω να βρω τη
μεγεθυσμένη με τον φακό τον
παιδικό την απώλεια
χίλιες γλώσσες με χίλια
διαφορετικά αλφάβητα
χίλιες λογοτεχνίες αδύνατον
να την προσδιορίσουν
είναι μόνο τα λεπτά που
χάνονται σκεπτόμουν
κατεβαίνοντας το μεγάλο ποτάμι;
Κι η ροή πού καταλήγει;
Κι η πηγή αφού δεν υπάρχει
μια αλλά πολλές ποιος μπορεί
να δει τον κόσμο στο σύνολο
να ενώσει τα χιλιάδες κομμάτια;
Ίσως ο μοναχός στο
σκοτεινό καθολικό που υπερίπταται
ελαφρά του εδάφους
δοξάζοντας το δοξασμένο
κι εντούτοις κλείνει το στόμα
μπροστά στο υπέροχα άλεκτο
κι ο άλλος που είδε να
γιατρεύεται προσκυνώντας γιατί να
αρνηθεί το νόμο της αιτιότητας
πιθανολογώντας τη σύμπτωση
αυτά συμβαίνουν ενώ κυλά
ο κόσμος κι οι κόσμοι
κι αυτός που παράγει
είναι θεατής σ’ έναν αγώνα
όπου αθλείται το μάταιο

ΤΑ ΑΛΟΓΑ


Αυτοί που ήταν καμωμένοι
απ’ την καλύτερη πάστα
έπρεπε κάθε πρωί να
καταπίνουν (όπως οι άρρωστοι τα
αμοξίλ) ένα κουκούτσι
γιαρμά με το γάλα
Πόσο καιρό σκέφτονταν να
χλιμιντρίζουν τα άλογα
να πετούν με μανία από
πάνω τους τα εξαρτήματα και
τις σέλες να ρίχνουν τους φράχτες
πόσο καιρό να τα συγκρατούμε
κι εκείνοι οι άλλοι που
είχαν το λιγδιασμένο αξίωμα
τους έλεγαν περιοριστείτε στον
προμαχώνα του σαλονιού
στήστε ολόγυρά σας
την τηλεόραση το βίντεο τα
στερεοφωνικά κάμετε έστω
αγωγές στα δικαστήρια για
ακύρωση προαγωγής συναδέλφου
ασχοληθείτε με τα κοψίδια
και τα κάρβουνα
ο γείτονας έκτισε μεγάλη
ψησταριά γιατί άραγε
πηγαίνετε και ψωνίστε
ένα ταξίδι ελαφρύνει πάντοτε
τη βαρυθυμία έχετε και
κόρη να παντρέψετε
αυτά να λένε οι γερασμένοι
ανέκαθεν
αλήτες από κούνια
τα σπίτια μας κουνιούνται
ραγίζουν οι σοβάδες
και στο κελάρι ακούγεται
κλάμα παράξενο πνιχτό
μπορεί και να ’ναι γέλιο
τη νύχτα κοιταγόμαστε (ξυπνώντας
έντρομοι) μες στον καθρέφτη
ακούμε βήματα έξω
ανάβουμε το φως της μπαλκονόπορτας
λυσσομανά ο άνεμος
η καταιγίδα ο τυφώνας
έρχεται κλαίνε τα δέντρα
σκύβοντας να προφυλαχτούνε
εξακοντίζονται τα κατοικίδια
από αόρατο χέρι
μπήκαν αφηνιασμένα τα
άλογα δεν άντεξαν άλλο
τρέχοντας μες στην κουζίνα
στο παιδικό υπνοδωμάτιο
στο καθιστικό
να υπάρξουν αυτά για
χάρη μας
κι είναι πολλά απ’ αυτά
τραυματισμένα αλλά αυτά τα
τραυματισμένα είναι τα
πιο υπερήφανα με καλπασμό
από σύννεφο και με την όρθια τρίχα


Ο ανάποδος κόσμος, Γαβριηλίδης 2000

Γιώργος Καλοζώης ( βιογραφία)

Ο Γιώργος Καλοζώης είναι Κύπριος φιλόλογος και ποιητής.


Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1963. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δημόσια Εκπαίδευση της Κύπρου.

Η συλλογή του "Ανάποδος κόσμος" (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2000) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Το Φεβρουάριο του 2011 απονεμήθηκε για δεύτερη φορά στον Καλοζώη από το Υ.Π.Π της Κύπρου το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (για εκδόσεις του έτους 2009) για τη συλλογή του «Η κλίση του ρήματος» 

Την ποίησή του χαρακτηρίζει έντονη, σχεδόν κινηματογραφική, εικονοποιία. Η ροή του λόγου υπονομεύει τη στίξη και τα συντακτικά σχήματα σε μια συνειδητή προσπάθεια του ποιητή να ξεπεράσει τα όρια-σύνορα της γλώσσας. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές.


  • « Μεταμορφώσεις », Λευκωσία 1992, Β΄ Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου
  • « Πρώτη δολοφονική απόπειρα κατά του Μακαρίου », Λευκωσία 1998
  • « Ο ανάποδος κόσμος », Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000, Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2000 Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου
  • « Η μετατόπιση της γης », Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005
  • «Η κλίση του ρήματος», Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2009, Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2000 Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου
  • « Το μάθημα της περίληψης», Εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2011

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.