Τρίτη 20 Μαρτίου 2012
Μοιρολόι
Και πού να ρίξω το μεγάλο μου καημό
όπου θ' ανοίξει η γης, θ' ανοίξει η γης
και θα ραΐσει το βουνό
Ήλιε φονιά πως άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
κάτω στο σταυροδρόμι σκοτώσανε το νιο
Παρασκευή μεγάλη σταυρώσαν τον Χριστό.
Και τα κορίτσια ρίξανε κάτω τα μαλλιά
για να πιαστείς αϊτέ, να πιαστείς αϊτέ
ν' ανέβεις απ' τη λησμονιά
Ήλιε φονιά πως άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
κάτω στο σταυροδρόμι σκοτώσανε το νιο
Παρασκευή μεγάλη σταυρώσαν τον Χριστό.
Κυριακή 18 Μαρτίου 2012
Πήρα τους δρόμους τ' ουρανού
Να 'χα δυο χέρια, δυο σπαθιά
να σε σκεπάσω αγάπη μου
να μη σ' αγγίζει ο πόνος.
Να 'μουν αητός, να 'χα φτερά
για να σε πάρω μακριά
να μη σε βρίσκει ο χρόνος.
Έφυγ' η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει,
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κό-, κόμπο τον κόμπο στάζει.
Πήρα τους δρόμους τ' ουρανού
τα σύννεφα κυνήγησα
μίλησα με τ' αστέρια.
Έψαξα νότο και βοριά
για να σου φέρω τη χαρά
μα έμεινα μ' άδεια χέρια.
Έφυγ' η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει,
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κό-, κόμπο τον κόμπο στάζει.
το τραγουδι της μάνας
Γιε μου, μικρός σαν ήσουνα
πετούσες σαν φτερούγα
και κάρφωνες τα μάτια σου
προς την μεγάλη ρούγα
Τό'ξερα πως τ΄αητού
το μέγα πέταγμα σού πρέπει
Πάρ' την ψυχή μου φυλαχτό
και την καρδιά μου σκέπη
Την λάμπα άναψα για σε
να βλέπεις σαν νυχτώνει
κι απ' την φωτιά μου, ζεστασιά
θε νά'χεις μες στο χιόνι
Το τραγούδι του κάμπου
καίγετ' απ' τον ήλιο
καίγεται απ' τη δίψα μας
Και στου χωριού την εκκλησιά
του Σταυρωμένου η πληγή
ξανάρχισε να στάζει
κι ο ήλιος μας λησμόνησε
κι αργεί να βασιλέψει
Μάτωσ' ο κάμπος
μάτωσ' απ' τον θρήνο
μάτωσαν τα μάτια μας
Και στου χωριού την εκκλησιά
στέναξε η μάνα η Παναγιά
και μάτωσε η πλάση.
Κι ο ήλιος μας λησμόνησε
κι αργεί να βασιλέψει
Μαύρισ΄ο κάμπος
μαύρισ΄απ' την έγνοια
μαύρισε απ' το δίκιο μας
Και στου σπιτιού μας την αυλή
ούτε ένα αστέρι, ούτε πουλί
πικρά να κελαηδήσει.
Και το φεγγάρι βιάζεται
Θέ μου να ξημερώσει
Φυσάει
Το έθνος μας απειλείται!
Υπέρ βωμών και εστιών.
Μα πρέπει να συντομεύουμε Εξοχότατε,
μας περιμένουν για το τσάι!
Εν θα ουκ εστί πόνος ου λύπη;
Ένας ζητιάνος ξύνει τ' αχαμνά του.
Ο άγνωστος στρατιώτης κρυώνει στο χιονόνερο;
Ο υπουργός χειρονομεί, μια γριά σταυροκοπιέται.
Κύριε των δυνάμεων!!!
Των δυτικών, βέβαια, δυνάμεων.
Σκασμός ,σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!
Τα γάντια χειροκροτούν,
οι φαντάροι παρουσιάζουν όπλα,
οι τράπεζες χωνεύουν τη λεία τους,
δυο αστυνόμοι τρέχουν.
Ποιος είναι;
Τίποτα, τίποτα.
Ποιος είναι;
Ένας άνεργος λιποθύμησε. Τίποτα.
Μπορεί και να πέθανε. Τίποτα.
Σκασμός!!! Σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!
Πρέπει να εξοπλισθώμεν δια να διασφαλίσουμε
την ασφάλεια του έθνους...
Μακάριοι οι πεινώντες και οι διψώντες;
Ω! sorry! Ε, με συγχωρείτε!
Η ελευθερία της πατρίδας ήθελα να πω;
S. O. S.
Φυσάει, φυσάει απόψε φυσάει.
Τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι, φυσάει
κάτω από τις γέφυρες φυσάει
μες τις κιθάρες φυσάει?.
S.O.S.
Δως μου το χέρι σου φυσάει;
Δως μου το χέρι σου.
Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Υγρά τα σκαλοπάτια του πολέμου
Φωτιές απ' τα παράθυρα αντηχούν
Κι οι μάνες τώρα ψάχνουν για κρυψώνες
Κρυμμένα μονοπάτια του ουρανού
Η χώρα μου βυθίζεται στο ψέμα
Σε ηδονές που στάζουνε χολή
Και βρίσκουν καταφύγιο οι αλήτες
Σε χώμα που μυρίζει σαν πληγή
Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Στα σαπισμένα δόντια ενός φρουρού
Φυσάει στα δεκανίκια του σακάτη
Που ακούμπησε στον ώμο ενός παιδιού
Γυναίκα να μην κλάψεις για το γιο σου
Το όπλο του στα χέρια σου κερί
Χιλιάδες χνώτα λιώνουν σε εκκλησίες
Που γέμισαν με λάσπη και ντροπή
Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Στα σαπισμένα δόντια ενός φρουρού
Φυσάει στα δεκανίκια του σακάτη
Που ακούμπησε στον ώμο ενός παιδιού
την πόρτα ανοίγω το βράδυ
Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.
Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.
Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.
Μοιρολόι
Και πού να ρίξω το μεγάλο μου καημό
όπου θ' ανοίξει η γης, θ' ανοίξει η γης
και θα ραΐσει το βουνό
Ήλιε φονιά πως άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
κάτω στο σταυροδρόμι σκοτώσανε το νιο
Παρασκευή μεγάλη σταυρώσαν τον Χριστό.
Και τα κορίτσια ρίξανε κάτω τα μαλλιά
για να πιαστείς αϊτέ, να πιαστείς αϊτέ
ν' ανέβεις απ' τη λησμονιά
Ήλιε φονιά πως άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
κάτω στο σταυροδρόμι σκοτώσανε το νιο
Παρασκευή μεγάλη σταυρώσαν τον Χριστό.
Δρόμοι που χάθηκα
Δρόμοι που χάθηκα
γωνιές που στάθηκα
δάκρυα που πίστεψα
παιχνίδια στο νερό.
Πικρό το βράδυ φτάνει.
Νύχτες που έκλαψα
γέφυρες που έκαψα
άστρα π' αγάπησα
που πάω και τι θα βρω.
Πικρό το βράδυ φτάνει.
Λόγια που ξέχασα
φίλοι που έχασα
καημέ μεγάλε μου
ας πάμε τώρα οι δυο.
Πικρό το βράδυ φτάνει.
Για να σε συναντήσω
Κάθισε εδώ κοντά μου
Μου 'λειψες ξαφνικά
Έτσι όπως πέφτει ο ήλιος
Χτυπάει η μοναξιά
Μείνε λιγάκι ακόμα
Κάτι έχω να σου πω
Να πάρει ο αέρας χρώμα
Αχ, για να γεννηθείς εσύ κι εγώ
Γι' αυτό, για να σε συναντήσω
Γι' αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου
Γι' αυτό, για να σε συναντήσω
Δεν έχει αρχή και τέλος
Δεν έχει μέτρημα
θάλασσα που κυλάει
αυτό το αίσθημα
στο πιο βαθύ σκοτάδι
στη δυνατή βροχή
γιορτάζει η αγάπη,
γιορτάζει η αγάπη
της νύχτας το σκοτάδι
φωτίζει το φιλί
βρέχει στη φτωχογειτονιά
Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου
Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου
Οι συμφορές αμέτρητες
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες
Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012
Το τραγούδι του κάμπου
καίγετ' απ' τον ήλιο
καίγεται απ' τη δίψα μας
Και στου χωριού την εκκλησιά
του Σταυρωμένου η πληγή
ξανάρχισε να στάζει
κι ο ήλιος μας λησμόνησε
κι αργεί να βασιλέψει
Μάτωσ' ο κάμπος
μάτωσ' απ' τον θρήνο
μάτωσαν τα μάτια μας
Και στου χωριού την εκκλησιά
στέναξε η μάνα η Παναγιά
και μάτωσε η πλάση.
Κι ο ήλιος μας λησμόνησε
κι αργεί να βασιλέψει
Μαύρισ΄ο κάμπος
μαύρισ΄απ' την έγνοια
μαύρισε απ' το δίκιο μας
Και στου σπιτιού μας την αυλή
ούτε ένα αστέρι, ούτε πουλί
πικρά να κελαηδήσει.
Και το φεγγάρι βιάζεται
Θέ μου να ξημερώσει
Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012
Το τραγούδι της μάνας
πετούσες σαν φτερούγα
και κάρφωνες τα μάτια σου
προς την μεγάλη ρούγα
Τό'ξερα πως τ΄αητού
το μέγα πέταγμα σού πρέπει
Πάρ' την ψυχή μου φυλαχτό
και την καρδιά μου σκέπη
Την λάμπα άναψα για σε
να βλέπεις σαν νυχτώνει
κι απ' την φωτιά μου, ζεστασιά
θε νά'χεις μες στο χιόνι
Χαθήκανε τόσο νωρίς
μικραδέρφια της βροχής
επτά φορές κι αν σκοτωθούν
δεκαεφτά θ' αναστηθούν.
Γενιά μου δάκρυ και καημός
εμπρός σημαία και Χριστός
τροφή στη λησμονιά
το αίμα σας, καλά παιδιά,
και τώρα και ξανά.
Χαμένη γενιά τραγουδάς.
Χαμένη γενιά πού με πας;
Χριστέ και Παναγία μου
άκου την ιστορία μου
από μικρός ορφάνεψα
έκλαψα και ζητιάνεψα
και κείνη τώρα που αγαπώ
πάει με τσάκισε στα δυο
Χριστέ και Παναγιά μου
μέτρα τα βασανά μου
Χριστέ και Παναγία μου
πικρή ειν' η ιστορία μου
τα χείλη μου δε γέλασαν
κι όλοι τους με ξεγέλασαν
και μία μέρα ένα πρωί
πρέπει να φύγω απ' τη ζωή
Χριστέ και Παναγιά μου
μέτρα τα βασανά μου
Χρωματίζω πουλιά
χρωματίζω πουλιά, χάρτινα πουλιά
και περιμένω να κελαηδήσουν,
και περιμένω να κελαηδήσουν
γιατί χειμώνιασε
Τόσα άστρα και εγώ να λιμοκτονώ
κάνε λοιπόν κύριε
να ‘χει κανείς ένα φίλο
δος του ένα σκυλί
ή ένα φανάρι του δρόμου
γιατί χειμώνιασε
Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012
Παιδί δε μιλάς
τώρα δε ρωτάς
πόσα άστρα έχει ο ουρανός
δε με ρωτάς.
Που πηγαίνουν τα πουλιά
δε ρωτάς
τις πέτρες αν τις πονά ο βοριάς
δε ρωτάς
δε ρωτάς.
Στο δρόμο τώρα πού 'χεις πάρει
θα σου μάθει πολλά
το φεγγάρι.
Ο αγέρας λέει μια προσευχή
στην πόρτα του φτωχού ληστή,
καημός, βροχή
να πιεις να ξεδιψάσεις.
Αρχάγγελος με το σπαθί
πουλάει λαχεία ένα παιδί,
καημός, φτερά
αντίκρυ να περάσεις.
Η νύχτα πίνει μοναχή
στο καπηλειό του Γιακουμή,
καημός, σκαλί
να γείρεις να ξεχάσεις.
Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012
Νυχτώνει στα Γρεβενά
κι έχω να λάβω γράμμα της απ' τις δεκαεπτά.
Νύχτα πικρή και πού θα βγει,
σκοπός το βράδυ στην πύλη πάλι επτά μ' εννέα,
άσε να ονειρευτώ ότι φιλάω την Αννιώ,
μη με ξυπνάς κυρ-δεκανέα,
άσε να ονειρευτώ ότι φιλάω την Αννιώ
μη με ξυπνάς κυρ-δεκανέα.
Νυχτώνει στα Γρεβενά, βρέχει ξανά,
και γράμμα ακόμα δεν ήρθε, Θεέ μου, εδώ ψηλά.
Ας κοιμηθώ, να ξεχαστώ,
σκοπός το βράδυ στην πύλη πάλι επτά μ' εννέα,
άσε να ονειρευτώ ότι φιλάω την Αννιώ,
μη με ξυπνάς κυρ-δεκανέα,
άσε να ονειρευτώ ότι φιλάω την Αννιώ
μη με ξυπνάς κυρ-δεκανέα.
Να γύριζα στο σπίτι μου
πού'χει η καρδιά της μάνας
αχ, απ' τον καημό ραγίσει
Και σταυρωμένος κι ο ληστής
μάνα μου, μάνα μου φώναξε
πριν ξεψυχήσει
Κάτω απ' τον λύχνο να θωρρώ
να με κοιταζει σαν 'κόνισμα
αυτή που΄χω αγαπήσει
Και σταυρωμένος κι ο ληστής
καλή μου, καλή μου φώναξε
πριν ξεψυχήσει
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.