Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δερέκα Άννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δερέκα Άννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Δερέκα Άννα: Μαλώνω τον πόθο







Μέθη

Ασβεστωμένα σκαλοπάτια
Που σ’ οδηγούν
Όλο και πιό ψηλά.

Γιατί μεθάς
Κι από το άσπρο

Ίδια όπως μια ωραία γυναίκα
Απ’ τον καθρέφτη της

Ή

Ένας άντρας από το
Αφύλακτο σπίτι της.

**

Μαλώνω τον πόθο

Η άσπρη μου μπλούζα που σου άρεσε
Έφυγε.

Η άσπρη μου φούστα που σου άρεσε
Ταξίδεψε.

Τα ρούχα που αγάπησες πάνω μου
Ήρθαν προς τα σένα.

Μαλώνω τον πόθο
Που παίρνει το πρόσωπο του αέρα
Και τα ταξιδεύει.

Έμεινε γυμνή
Η σπονδυλική μου στήλη

Μια σκάλα

Να την ανέβεις αγαπημένε
Θα βγεις στον ουρανό

Να την κατέβεις
Βγάζει πάνω μου.

Εσύ ν’ αποφασίσεις.


**

- Εξαρτάται

πως θα του φερθείς
του χρόνου

έλεγε
φτιάχνοντας
τους μικρούς κόμπους
με τη βελόνα

η μητέρα

κι η φωνή της
έμοιαζε
σαν να ανέβαινε
περίσκεπτη

μιά σκάλα

κι όχι αυτό
το δαντελένιο πετσετάκι.

Μονόλογος / Δερέκα Άννα


Να κατασκευάζω ποιήματα
Τι άλλο μου έμεινε !
Όπως το καλοκαίρι
Κατασκευάζει την σκιά
Δίπλα στα δέντρα.

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Ανεμοδείκτης



 
Ο άντρας μου
Είναι ένα δέντρο
Ευλογημένος
Ας είναι ο αέρας
Που φέρνει την μυρωδιά του
Όπου πηγαίνω.

Ρίγος μέσα από το πρωινό ταχυδρομείο

  
 
Μέσα από γιορταστικές κάρτες
Που ήταν παράθυρα
Έσκυβα
Και τον κύτταζα στο δωμάτιό του

Κι αυτός,
Όπως όταν είναι κανείς μόνος του,
Γινόταν αθώος!

Γδυνόταν!
Μοντέλο
Αρχαίου Κορίνθιου γλύπτη
Απόλυτα ταιριαστό
Μεσ’ την ανυπέρβλητη ωραιότητα
Του Ναού του Απόλλωνος.

Μεσ’ στα διπλοσέντονα της γύρης

  

Η Πανέμορφη πεταλούδα
Με είκοσι χρώματα χαρά
Στα φτερά της.
Αραβωνιαστικιά της άνοιξης
Μεσ’ στα πορτοκαλάνθια.
Και νύφη του καλοκαιριού
Με γύρη στολισμένες οι κοτσίδες της.
Μοσκοβολούσε χαμομήλι,
Αλυγαριά,
Ρίγανη,
Μολοχάνθι
Φρέσκο κερί
Και κίτρο.
Εχ! Πως βαστάν την κάψα του μεσημεριού
Τα φουσκωμένα της στηθάκια.
Και εχ, τα τολμηρά της γόνατα
Πως τσαλαβουτάν στο καλοκαιριάτικο
Φως των λουλουδιών
Μεσ’ στα διπλοσέντονα της γύρης.
Εχ, με τις χρωματιστές κλωστές
Τους στήμονες
      -          Πώς παντρολογάει
Την άνοιξη;
Κι όλο το καλοκαίρι!

Η καταγωγή της μέθης


 
 
       -         Έχεις μυρωδάτα μαλλιά
Και δεν είναι που ονειρευόσουν
Τόση ώρα
Κάτω απ’ τις πορτοκαλιές!

Μ’ αυτό το ραγισμένο πρόσωπο

 

Μ’ αυτό το ραγισμένο
Πρόσωπο
Πώς να περάσω
Μπροστά απ’ τον μεγάλο
Επίχρυσο καθρέφτη του σπιτιού!

Νύχτα καλοκαιριού

           
 
Το αεράκι του δάσους
Νύσταξε
Και κρεμάστηκε
Σαν μικρό σταμνί,
Σα μπάλα από μέλισσες
Με μικρό βουητό
Στο γερό κλαδί μιάς οξυάς
Ή κέδρος ήτανε και μοσκοβόλαγε;
Έτσι κρεμασμένο στην αστροφεγγιά
Έσταζε ως το πρωί δροσιά
Στον ύπνο των τσοπάνων.

Αύρα Ελευθερίας

       
 
Βρήκα στέγη
Όχι σπίτι
Σαν τ’ αποδημητικά.

Ήταν γεμάτο ουρανό!

             
Στην τσέπη
Της περσινής
Καλοκαιρινής μου ζακέτας

Ένα ανθουλάκι
Μωβ
Τάβαψε όλα
Λουλακί!

Και την ζακέτα
Και τα κουμπιά της

Και το μαντίλι μου!

Η Αρραβωνιαστικιά του ποταμού

 
Με φόντο τα
Ερειπωμένα σπίτια στο Μαυρονόρος
Που φωσφορίζανε σιγανά κάτω από
Τα δροσερά άστρα
 
Θα σε πάω σ’ ένα μέρος Ακριβό, μου είχε πει πολλή ώρα πριν περάσουμε το εκκλησάκι του δρόμου με τους Αγίους.
Ήτανε νύχτα κι ούτε που πρόσεξα – μα οι Άγιοι κάθονταν στα σκοτεινά!
Είχε φέρει μαζί του κεράσματα, κουραμπιέδες και πορτοκάλια!
-που τάχε κρύψει;
Μούδωσε κι ένα χαρτί στο δρόμο κάτι σαν ποίημα
«Χτυπάν νερά / τρυπάν την πέτρα». Για ένα ποτάμι έλεγε θαρρώ. Κύτταγα έξω όμως, την αύρα ερημιάς στις οξυές κι αφηρημένα το φύλαξα στην τσέπη μου.
Που να τα φανταζόμουν τότε όλα!
 
Άναψε το καντήλι στους Αγίους
Και φύγαμε.
Δεν θυμάμαι αν έκλεισε
Την θρυμματισμένη πόρτα
Πίσω μας!
Πριν λίγο όμως
Με είπε αρραβωνιαστικιά
Του ποταμού
Κρέμασε γύρω
Απ’ τα μαλλιά μου
Σαν άσπρα ρόδα
Τους μίσχους της ανάσας του
Με κείνα τα πανάρχαια χέρια,
που πήραν
Το χέρι μου μέσ’ το σκοτάδι,
-όχι δεν ήταν σκοτάδι,
Νύχτα ήταν
που μάτωνε
σαν πατητήρι μαύρου κρασιού.
Και μ’ οδηγούσε το χέρι του
διασχίζοντας την σιωπή
γινόταν πέτρα, πέτρες πολλές
να πατήσω
-μη και γλιστρήσω!
Κι εγώ τότε
νερό ήμουν και κυλούσα πάνω στις πέτρες
-κυλώ αέναα
 
Είσαι αρραβωνιαστικιά
του ποταμού
μου είπε και κρατώντας μου το χέρι
Χτυπήσαμε όλες τις πόρτες
-αν και δεν ήταν κλειδωμένες
κι είχαν επάνω κάτι σημάδια μυστικά
σαν αιχμαλωτισμένες αγριαπιδιές
βαθιά χωμένες
μέσα στην σάρκα του ξύλου
-εσύ τις αναγνώριζες
που ήξερες ένα – ένα
τα δέντρα του βουνού
μου άφηνες για λίγο το χέρι
και σαν να πόναγαν τις ακουμπούσες
και άνοιγαν!
όλοι με γνώριζαν
όλοι λέγανε
«είναι η αρραβωνιαστικιά
του ποταμού, φέρτην στο τραπέζι»
Κι έμπαινα εγώ
βράδυ και νύχτα και μέρα των αστεριών
σ’ όλα τα σπίτια
και συ δεν μου άφηνες το χέρι,
-εγώ δεν στ’ άφηνα!
Και καθόμασταν στο τραπέζι
κι όλοι μας κέρναγαν
Μια κούπα
ψωμί κρασί φωτιά μαζί.
Τότε εγώ έγερνα λίγο
Ονειρευόμουν, ξάπλωνα πάνω
Στη φτερούγα του πουλιού,
-που να ξέρω τι πουλί ήταν!
Πώς να το ξεχωρίσω μεσ’ τη νύχτα!
και συ που θάξερες
βιαζόσουνα και φεύγαμε
και μόλις που προλάβαινα
να υπερασπιστώ την βιασύνη σου
ν’ αφήσω ένα ποίημα
στο τραπέζι.
Τι σ’ έπιασε ξαφνικά
και ξάπλωσες στη γη;
Εγώ νόμισα, έπεσες
κι έπεσα κι εγώ!
Η φωτιά της κούπας
σου είχε κάψει
το όμορφο πουκάμισο
και είδα τον σπαραγμό
Των σπλάχνων σου
Είναι οι σπασμοί του κρασιού
είπες εσύ
και μ’ έσφιγγες επάνω σου
-Πως μ’ έσφιγγες επάνω σου!
σα να τράβαγες τα θυρόφυλλα του ανέμου
να προστατευτείς
Και πως με κύτταγες!
σαν λεύτερο όνειρο
που θα χανόταν!
Τότε, τα στήθια μου
σαν κομμένα διαμάντια
σε μάτωσαν!
Σηκώθηκες
Φαίνεται θα φύσηξε
Το αεράκι
-εγώ δεν τ’ άκουσα,
αλλά για κάποιες στιγμές
έχασες την ισορροπία σου
τον τρόπο που βάδιζες πριν
έτρεξα να σου πιάσω το χέρι
να ενθαρρύνω σιγά τον εαυτό μου
και άγγιξα
κερήθρα μέλι και ερημιά.
«Είσαι η αρραβωνιαστικιά
του ποταμού»
είπες
«κι εγώ υποκλίνομαι
στη χάρη και τη δύναμή του»
Άναψες το καντήλι στους Αγίους
και φύγαμε.

Ο βοηθός του κηροπλάστη


 
Δούλευε στο κηροπλαστείο
Της κεντρικής αγοράς
Τον πρωτόδα ένα χειμωνιάτικο
Μεσημέρι
Να λιάζεται στην είσοδο
Του μαγαζιού.

Ακουμπούσε τις πλάτες του,
Τη ραχοκοκκαλιά του,
Με νεανική νικητήρια έπαρση,
Πάνω στα σακατεμένα μαυρισμένα
Μάρμαρα,
Αυτής της πανάρχαιας
Πομπώδους αψίδας.

Δοσμένος σε κάτι εξαίσιο,
Σάμπως ανάρμοστο,
Προκλητικά αυτάρκης

Στη σιωπηλή αγκαλιά του μεσημεριού
Ο δρόμος ευωδίαζε
Αγνό μελισσοκέρι

Και η αψίδα,
Μεγαλόπρεπο κάδρο
Σ’ αγαπημένη ζωγραφιά
΄       Σπουδαίου αγιογράφου.

Άννα Δερέκα ( Βιογραφικό Σημείωμα)


 


Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ζεί στα Ιωάννινα.
Ποιήτρια, δημοσιογράφος.
Σπούδασε στην Zurich HELVETIA , INNENARCHITEKTUR, και αποφοίτησε  με Gut.
Είκοσι χρόνια, αργότερα, πήγε στην Ισπανία για σπουδή της γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Βαλένθια.
Αρχισυντάκρια πολιτιστικών ημερησίας  εφημερίδας και παραγωγός πολιτιστικών εκπομπών του Δημοτικού Ραδιοφώνου Ιωαννίνων.
Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών Αθηνών, από τις 8 Απριλίου 1984.
Ανήκει επίσης στην Εθνική Εταιρεία Λογοτεχνών Αθηνών και στην Εταιρία Λογοτεχνών και  Συγγραφέων Ηπείρου.
Μέλος της τετραμελούς συντακτικής ομάδος, του φιλολογικού  περιοδικού " ΦΗΓΟΣ ".
Το ποιητικό της έργο παρουσιάστηκε και αναγνώστηκε σε πολλούς χώρους, με κορωνίδα, το ΩΔΕΙΟ ΗΡΩΔΟΥ ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 1994 . 
Το σπουδαστικό  έτος 2003-2004 στο  Πανεπιστήμιο της  Lecce στο τμήμα Γλωσσών και  Λογοτεχνίας  εκπονήθηκε διδακτορική διατριβή από την Ιταλίδα μεταπτυχιακή φοιτήτρια Katia Sicuro πάνω στη ζωή και το έργο της ποιήτριας Άννας Δερέκα.
Η διατριβή είχε τον τίτλο: « ANNA DEREKA, LA POETESA. La sua vita tra urlo e  silencio ».
 
 
ΤΙΤΛΟΙ ΕΡΓΩΝ:
  • 1977 :  Φθινοπωρινό θάρρος
  • 1979 :  69 Ποιήματα αγάπης
  • 1980 :  69 Ποιήματα αγάπης, /β΄ έκδοση /
  • 1981 :  Δύο φορές λέν την αλήθεια ή ο  σπόρος  του καιρού
  • 1986 :  Αίμα πηγμένο επάνω
  • 2000 :  Υδάτινες φλέβες./ Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης  Ιωαννίνων/.
  • 2005 :  Επάργυρον / Έκδοση ΤΕΔΚ Ν. Ιωαννίνων/.
  • 2006 :  Στάσις Άγιος Νικόλαος


    το διαβάσαμε:  http://www.giannena-e.gr

(Η γη.....)

Η γη
ήταν νωπή ακόμα
από τη βροχή.
 
Ο πατέρας όμως
καθόταν εκεί
στην πολυθρόνα του
με το φθαρμένο ύφασμα
κρατώντας
με δύναμη στα χέρια
το παλιό λεξικό
πούκριβε λέξεις
με νοήματα ξεχασμένα
που τον κρατούσαν άγρυπνο.
 
Ίσως γι’ αυτό
τον αγαπούσα
τόσο πολύ
 
άοπλος
άοπλος
πολεμούσε το θάνατο.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.