Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κύρου Κλείτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κύρου Κλείτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

«Τα πουλιά και η αφύπνιση» Ποιητική Συλλογή του Κλείτου Κύρου που έλαβε το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1988 (Εκδόσεις Νεφέλη) (Απόσπασμα)


Αργία



Μέσα μου ένας κορυδαλλός
Ποδοπατούσε τη φωνή μου


Κλείστε τα παράθυρα 
Να μη φύγουν τα πουλιά
Έκανα γοερά νοήματα


Παραμόνευα ένα σκίρτημα λόγου
Κρατώντας μολύβι στο χέρι
Μέσα στα βραχνά μεσάνυχτα


Ήταν μια νύχτα αργίας
Τα πρατήρια ονείρων
Λειτουργούσανε τη μέρα

***

Στη χώρα των ονειροφάγων




Κάτω από έναν ουρανό χαράς
Ζουν οι ονειροφάγοι

Γύρω τους στις πρεπούμενες αποστάσεις
Μέσα σε μεγάλους κύβους σιωπής
Αρχειοθετούνται φυτικές φυσιογνωμίες
Κι έρωτες αδρανείς

Με το άναμμα των φώτων
Μετατοπίζεται το κέντρο βάρους
Κι αρχίζουν πάλι αδιακρίτως να προσποιούνται

***

Εξοικείωση




Δεν έβγαινε απ' το ενυδρείο
Κι εξάλλου δεν υπήρχαν προσβάσεις
Να προφταίνει τα τόσα συμβάντα

Ζούσε σε βαθμό αυταπάτης

Χρειάστηκε να βγει ο ατμός
Ξαφνικά μ' έναν πάταγο
Από μέσα του
Κι από τότε τον καίει το φως
Κι ακούει μ' ευκρίνεια
Τα εγκώμια κάποιου άλλου κόσμου

Είχε φτάσει πλέον στο σημείο βρασμού

***


Η κρύπτη



Οι μεγάλες προγραφές
Η καθημερινή δήωση της ελευθερίας
Οι όγκοι παραισθήσεων και θορύβων
Σημεία καθοριστικά ενός τρόπου 
Ζωής που επιζητείς
Και δεν μπορείς να ζήσεις
Μετατοπίζονται στην αθέατη πλευρά
Της μνήμης όταν καταδύεσαι
Πλησίστιος
Στη δροσερή φωτιά της κρύπτης

***
Συλλέκτης (σπανίων) ήχων



Τα σαρκοβόρα θηλυκά
Κυκλοφορούν στους δρόμους
Κι εσύ κοιμάσαι στο πλάι
Για ν' αγκαλιάζεις τη νύχτα


Αδύνατο να καταγράψεις
Τη βοή του ονείρου
Όταν μάλιστα με τόσους βρυχηθμούς
Κυκλοφορούν στους δρόμους
Τα σαρκοβόρα θηλυκά

***

Η ποίηση


Ένας πυρετός στο αίμα μια θηλιά στο λαιμό μηνίγγια που βροντοχτυπούν φωνές που σε προστάζουν κρύψου σ' ακούν τα θηλυκά φωνήεντα να στιγκλίζουν στο σκοτάδι διάττοντες ν' αργοπεθαίνουν χρώματα να στροβιλίζουν κι η διάγνωση κατηγορηματική ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ λέξεις διάφανες να συνωθούνται μέσα σου συνταιριάζονται πλέουν σε μια θάλασσα φωτός φωτιάς ποτισμένες στο αίμα της καρδιάς σου καταγράφουν περιγράφουν κι ο Ποιητής η μόνη αληθινή αυθόρμητη γνήσια φωνή

Σ' έναν κόσμο συναλλαγών η Ποίηση δε συναλλάσσεται  Σ' έναν κόσμο φθοράς η Ποίηση παραμένει άφθαρτη  Είναι μια αρρώστια που σε σιγοκαίει όπως ο έρωτας και η θέρμη  Συμπτώματα: συμπεριφορά παιδιού καθαρό μυαλό και μάτι που τρυπάει σκοτάδια και καπνούς  Όπου Ποίηση και αλήθεια Φάρμακο για τη μοναξιά και τους πόνους της καρδιάς Δε χρειάζεται φίλτρο Χρήση εσωτερική Και προπαντός υπόθεση προσωπική

Μέσα σε πλήθη τυμβωρύχων φαρισαίων κι επιτήδειων κάτω απ' τους όγκους μολυσμένου περιβάλλοντος πίσω και πέρα και πάνω απ' τον ηλιοβόρο χρόνο πάντοτε θα ξεπροβάλλει η Ποίηση για την πιο μεγάλη αναμέτρηση του ανθρώπου


***

Ισολογισμός



Στο ένα σκέλος με τα στοιχεία του ενεργητικού καταχωρούνται καταλεπτώς πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός τα ερείσματα της μνήμης οι οσμές του καλοκαιριού κι οι οσμές των γυναικών χρώματα τρυφερές φωνές τα λάφυρα του έρωτα οι αποτιμήσεις τα εύρετρα των αινιγμάτων αμφίρροπες μορφές λέξεις που αστόχησαν μες στο σκοτάδι


Και στο άλλο σκέλος πέρα από το πεδίο βολής τα πολυψήφια όνειρα που λεηλατήθηκαν οι όρκοι που καταπατήθηκαν η αέναη πομπή των νεκρών η συσκότιση της σελήνης η σμίκρυνση των στεγανών τα σαββατοκύριακα αυτά που δώσαμε κι αυτά που δεν πήραμε οι παγίδες το αίμα τα μερίσματα των συμβιβασμών


After such knowledge, what forgiveness? Δε γίνονταν αλλιώς έπρεπε να περάσεις μέσ' απ' αυτή την αναπόδραστη σύγχυση των πραγμάτων να ζυγιστείς σ' αυτή την εξιλαστήρια χοάνη του πάθους κι έτσι να βρεθείς στο κορυφαίο μήκος κύματος που το καλύπτουν φράγματα πυρός εκεί στο ίδιο μήκος που έστρεψα κι εγώ το δέκτη μου να σ' ανταμώνω στις σύντομες παράνομες εκπομπές

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Κραυγή δέκατη Πέμπτη / Κλείτος Κύρου (Ποιητική Συλλογή: Κραυγές της νύχτας (1960)

Όταν βγήκες στους δρόμους δεν αναγνώριζες τίποτε 
Ένας λαός εκφυλισμένος συνωθούνταν
Στις αγορές και στα ηλεκτρόφωνα τι να 'γιναν της γης οι αντρειωμένοι
Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ' ουρανού

*
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πέθαιναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ' αυτήν τη γη

*
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη ψωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους

Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

«Τα πουλιά και η αφύπνιση» Ποιητική Συλλογή του Κλείτου Κύρου που έλαβε το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1988 (Εκδόσεις Νεφέλη) (Απόσπασμα)

Αργία


Μέσα μου ένας κορυδαλλός
Ποδοπατούσε τη φωνή μου


Κλείστε τα παράθυρα 
Να μη φύγουν τα πουλιά
Έκανα γοερά νοήματα


Παραμόνευα ένα σκίρτημα λόγου
Κρατώντας μολύβι στο χέρι
Μέσα στα βραχνά μεσάνυχτα


Ήταν μια νύχτα αργίας
Τα πρατήρια ονείρων
Λειτουργούσανε τη μέρα

***

Στη χώρα των ονειροφάγων



Κάτω από έναν ουρανό χαράς
Ζουν οι ονειροφάγοι

Γύρω τους στις πρεπούμενες αποστάσεις
Μέσα σε μεγάλους κύβους σιωπής
Αρχειοθετούνται φυτικές φυσιογνωμίες
Κι έρωτες αδρανείς

Με το άναμμα των φώτων
Μετατοπίζεται το κέντρο βάρους
Κι αρχίζουν πάλι αδιακρίτως να προσποιούνται

***

Εξοικείωση



Δεν έβγαινε απ' το ενυδρείο
Κι εξάλλου δεν υπήρχαν προσβάσεις
Να προφταίνει τα τόσα συμβάντα

Ζούσε σε βαθμό αυταπάτης

Χρειάστηκε να βγει ο ατμός
Ξαφνικά μ' έναν πάταγο
Από μέσα του
Κι από τότε τον καίει το φως
Κι ακούει μ' ευκρίνεια
Τα εγκώμια κάποιου άλλου κόσμου

Είχε φτάσει πλέον στο σημείο βρασμού

***


Η κρύπτη


Οι μεγάλες προγραφές
Η καθημερινή δήωση της ελευθερίας
Οι όγκοι παραισθήσεων και θορύβων
Σημεία καθοριστικά ενός τρόπου 
Ζωής που επιζητείς
Και δεν μπορείς να ζήσεις
Μετατοπίζονται στην αθέατη πλευρά
Της μνήμης όταν καταδύεσαι
Πλησίστιος
Στη δροσερή φωτιά της κρύπτης

***
Συλλέκτης (σπανίων) ήχων


Τα σαρκοβόρα θηλυκά
Κυκλοφορούν στους δρόμους
Κι εσύ κοιμάσαι στο πλάι
Για ν' αγκαλιάζεις τη νύχτα


Αδύνατο να καταγράψεις
Τη βοή του ονείρου
Όταν μάλιστα με τόσους βρυχηθμούς
Κυκλοφορούν στους δρόμους
Τα σαρκοβόρα θηλυκά

***

Η ποίηση

Ένας πυρετός στο αίμα μια θηλιά στο λαιμό μηνίγγια που βροντοχτυπούν φωνές που σε προστάζουν κρύψου σ' ακούν τα θηλυκά φωνήεντα να στιγκλίζουν στο σκοτάδι διάττοντες ν' αργοπεθαίνουν χρώματα να στροβιλίζουν κι η διάγνωση κατηγορηματική ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ λέξεις διάφανες να συνωθούνται μέσα σου συνταιριάζονται πλέουν σε μια θάλασσα φωτός φωτιάς ποτισμένες στο αίμα της καρδιάς σου καταγράφουν περιγράφουν κι ο Ποιητής η μόνη αληθινή αυθόρμητη γνήσια φωνή

Σ' έναν κόσμο συναλλαγών η Ποίηση δε συναλλάσσεται  Σ' έναν κόσμο φθοράς η Ποίηση παραμένει άφθαρτη  Είναι μια αρρώστια που σε σιγοκαίει όπως ο έρωτας και η θέρμη  Συμπτώματα: συμπεριφορά παιδιού καθαρό μυαλό και μάτι που τρυπάει σκοτάδια και καπνούς  Όπου Ποίηση και αλήθεια Φάρμακο για τη μοναξιά και τους πόνους της καρδιάς Δε χρειάζεται φίλτρο Χρήση εσωτερική Και προπαντός υπόθεση προσωπική

Μέσα σε πλήθη τυμβωρύχων φαρισαίων κι επιτήδειων κάτω απ' τους όγκους μολυσμένου περιβάλλοντος πίσω και πέρα και πάνω απ' τον ηλιοβόρο χρόνο πάντοτε θα ξεπροβάλλει η Ποίηση για την πιο μεγάλη αναμέτρηση του ανθρώπου


***

Ισολογισμός

Στο ένα σκέλος με τα στοιχεία του ενεργητικού καταχωρούνται καταλεπτώς πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός τα ερείσματα της μνήμης οι οσμές του καλοκαιριού κι οι οσμές των γυναικών χρώματα τρυφερές φωνές τα λάφυρα του έρωτα οι αποτιμήσεις τα εύρετρα των αινιγμάτων αμφίρροπες μορφές λέξεις που αστόχησαν μες στο σκοτάδι


Και στο άλλο σκέλος πέρα από το πεδίο βολής τα πολυψήφια όνειρα που λεηλατήθηκαν οι όρκοι που καταπατήθηκαν η αέναη πομπή των νεκρών η συσκότιση της σελήνης η σμίκρυνση των στεγανών τα σαββατοκύριακα αυτά που δώσαμε κι αυτά που δεν πήραμε οι παγίδες το αίμα τα μερίσματα των συμβιβασμών


After such knowledge, what forgiveness? Δε γίνονταν αλλιώς έπρεπε να περάσεις μέσ' απ' αυτή την αναπόδραστη σύγχυση των πραγμάτων να ζυγιστείς σ' αυτή την εξιλαστήρια χοάνη του πάθους κι έτσι να βρεθείς στο κορυφαίο μήκος κύματος που το καλύπτουν φράγματα πυρός εκεί στο ίδιο μήκος που έστρεψα κι εγώ το δέκτη μου να σ' ανταμώνω στις σύντομες παράνομες εκπομπές

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Η επιστροφή που καρτερούσαμε




Η επιστροφή που καρτερούσαμε ναυάγησε
Κάποια άνοιξη θα 'ρχόμασταν γυμνοί κι ωραίοι σαν τη μέρα που γεννήθηκες
Η φωνή μας θα ηχούσε στρωτή κι επίπεδη σαν τους κάμπους που σου ιστορούσα
*
Μα τώρα δεν βλέπω την όψη σου έτσι που κρύφτηκες μες στις αμυγδαλιές
Τα μάτια σου ματωμένα κοχύλια που νοστάλγησαν τον άλλο βυθό
Οι αυτοκινητάμαξες οδύρονται τα δειλινά το κλάμα τους πώς να καταλαγιάσει
Ανθρωποι ανεβοκατεβαίνουν στους δρόμους τα χαμίνια σιγοσφυρίζουν στις γωνιές
Χειρονομίες μετέωρες συσπάσεις πονεμένες στα στρατιωτικά νοσοκομεία
Κι έχουμε τόσα πολλά να πούμε τάχατες θα τελειώσουν ποτέ
Για μια παλιά φυγή για μια φωτιά που έσβησε μες στην καρδιά μου
Για ένα ταξίδι αξέχαστο ας πούμε με το α)π Αγγέλικα
Κι υπάρχουν τόσοι τρόποι να σ' αγαπήσω ακόμη
Μέρες δύσκολες ήλιος ανεμικός κι ο Αδωνις λησμόνησε τα μονοπάτια
Τάχα ποιο τ' όφελος κάθε ζωή σημαδεύει το θάνατό της
Κι οι εποχές στριφογυρίζουν αδιάκοπα σαν τη ρουλέτα ενός καζίνου
*
Ομως εμείς κάθε μέρα σωπαίνουμε κι οι θριαμβικές ιαχές μας
Των περασμένων ημερών αντιλαλούν στους τοίχους που μας φυλακίζουν
Κι άσε τους επικριτές να μας αποκαλούν κλειστά βιβλία
Σε ποιον να εξομολογηθούμε τα τόσα μας κρίματα
Τώρα που έχουμε μια πίκρα στην καρδιά
Τώρα που έχουμε μια μεταμέλεια

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Παλίρροια



Ερχόσουν από μακριά μέσ' από τα έγκατα της ηδονής με σταθερό βηματισμό σε τροχιά κυκλοτέρμονη με σφαγμένη μέση ακροβολιστής σε προμελετημένη αποστολή με φωνές πουλιών μαλλιά που σελαγίζαν κρατώντας τη φαρέτρα σου αινιγματικό χαμόγελο κι όταν έφτασες στην τελική ευθεία που στο τέρμα της στεκόμουν αλάλαξες σημαδεύοντας το στόχο


Και στεκόμουν εκεί ευάλωτος σε δοκιμασία δεινή μέσα στη φουσκονεριά και δεν τ' αποφάσιζα να μετακινηθώ και φάνταζε η λάβα μέλι που αργοκυλούσε κατά πάνω μου κι ήξερα δεν είχα αμφιβολία καμιά πως θα 'φτανες παιάνιζα την υποταγή μου και περίμενα τον ήλιο να με κατακάψει και ιδού άνοιξαν οι ουρανοί κι έπεφτε ψιλή βροχή σαν ερωτικό τραγούδι στην εσχατιά της γης


Είναι η αγάπη πολυδιάστατη δεν έχει
Ανταπόκριση δεν έχει τον τρόπο της δεν έχει
Το ταίρι της δεν έχει τα λόγια της πνίγεται
Στα συν και στα πλην δεν έχει το ανάλογο
Πάθος δε βρίσκει τον κατάλληλο τρόπο και
Καταποντίζεται στην τύρβη και στην παραζάλη
Στις πιο καλές στιγμές
Βγάζει τα ρούχα της φοράει τα μέλη σου
Και τυλίγεται στη φλόγα του καλοκαιριού

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Ψιλή κυριότης




Την ημέρα συμφύρεται με αριθμούς
Με υπεξαιρέσεις φωτός
Με τροχοφόρα με κρότους
Με ανθρώπους που φράζουν αποπνικτικά
Το χώρο του γραφείου

Τη νύχτα κλειδώνεται μες στο δωμάτιο
Φορεί τις λεπτές στιλπνές φτερούγες
Κι ανασηκώνε μεγάλες πέτρες τ' ουρανού

Ερευνά

Δεν ξέρει πως τα τυχόν ευρήματα
Θ' ανήκουν στην κυριότητα του Χρόνου.

Προσωπείο



Δεν έδειχνε σε κανέναν το τραύμα του
Αναπηρία προχωρημένου βαθμού
Κι ωστόσο υπεράνω πάσης υποψίας
Τις νύχτες άνοιγε μυστικά συρτάρια
Άπλωνε μέλη τεχνητά στον καθρέφτη
Συναρμολογούσε ηλικίες χαμόγελα
Το πρωί αναστέναζε νικημένος
Αποσυρόταν 
Κάποτε θ' ανακάλυπταν ήταν επόμενο την αδυναμία του
Ασυμβίβαστη άλλωστε προς το επάγγελμά του
Ήταν εκτιμητής του χρόνου

Κυριακή απόγεμα


Παραθαλάσσιο κέντρο
Καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
Μουσική χειροκροτήματα
Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά
Τα παιδιά τρέχουν
Στη θάλασσα σέρνονται φώτα
Τραγούδια
(Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)


Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια
Βραδιάζει
Οι εκδρομείς επιστρέφουν
Με λουλούδια
Με λιοκαμένα πρόσωπα
Χαρούμενοι
(Θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)


Άγγλοι αντιπαθητικοί
Ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
Μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο
Άλλος και φεύγουμε!
Λάμπες ασετυλίνης
Οι δρόμοι αδειάζουν
Κορμιά κολλημένα στους τοίχους
Λαχανιασμένοι ψίθυροι
(Νιώθουμε ξένοι
Νιώθουμε μόνοι πολύ μόνοι)


Ποιος θα μας σώσει
Ποιος θα μας ξεκουράσει
Κατά πού να γυρίσουμε
(Είμαστε νικημένοι
Και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

Η φωνή και ο ποιητής



Μια φωνή σβήνει στη γωνιά του δρόμου μια φωνή
Ανάβει στα ψηλά πατώματα θα κατεβεί σιγά
Σιγά τα σκαλοπάτια θα ψαύσει τη γη θα τρυπώσει
Μέσα στη γη θα βυθίζεται ολοένα και πιο βαθιά
Θα την καταπατούν άγρια θηρία λοστοί ρόδες
Αυτοκινήτων σίδερα και τσιμέντα ο ήχος της
Θα 'χει κραδασμούς φωτιάς θα μοιάζει με παράπονο
Ερωτικό θα ρυτιδώνει τη σιωπή απλωμένο λάδι

Ο ποιητής θα γονατίσει τρυφερός
Θα σκαλίσει το χώμα
Θα την πάρει στην παλάμη του
Να τη φυτέψει στη γλάστρα


Την άνοιξη θ' ανθίσουν πολλές μικρές φωνές

Κουρί



Περπατούσαμε κι έλεγε η καλή μου φίλη στο πλευρό μου
Ξέρεις με δέρνει σκληρά η νοσταλγία του παλιού καιρού
Αγρυπνώ τις κατάλευκες βραδιές και θυμούμαι... θυμούμαι
Οι ματιές της γυάλιζαν γιατί η φίλη θυμούνταν
Κι η φωνή της ηδονίζονταν γιατί η φίλη αναπολούσε
Είν' η νοσταλγία κάτι τ' αναπόφευκτο απάντησα
Νοσταλγούμε για πευκοβέλονα για λικνιστικά βαδίσματα
Για χέρια αβρά για ηλιαχτίδες...

Περπατούσαμε κι ανοίγαμε θαρρετά το δρόμο με τ' άρβυλά μας
Κάνοντας τα στάχυα να σφαδάζουν
Μερικά πιο τολμηρά μας χάιδευαν το πρόσωπο
Κι ο ήλιος ασωτεύονταν σε ταλαντέματα σπασμένης ζυγαριάς
Μικρή παιδούλα είχα κοτσίδες και κοκκινίζαν τα μάγουλα
Κι είχα ένα πλεχτό φουστάνι που το καλοκαίρι τ' άλλαζα μ' ένα θαλασσί
Κι ήμασταν αγόρια και κορίτσια κοντά στην ακρογιαλιά
Και σμίγαν τ' άσπρα βότσαλα με τις επιθυμίες μας
Χασμουριόμασταν στην πανσέληνο γιατί ακόμα δεν μας είχε μιλήσει
Μονάχα οι πιο μεγάλοι αποτραβιόντανε για να ρεμβάσουν
Πράγματα που δεν πολυκαταλαβαίναμε

Σιγοτραγουδούσα Αγαπώ μια γυναίκα...
Κι ο σκοπός πνίγονταν στο κελάδημα της γειτονικής φωνής
Τα βράδια κοιμούμασταν όλοι μαζί
Και γελούσαμε στο σκάσιμο της μέρας
Κι η μεγάλη αδελφή ήταν τόσο μελαγχολική
Ανοίξαμε το συρτάρι της και νεμηθήκαμε τα γράμματά της
Ανήσυχος ύπνος ατροφικά όνειρα Ιούλιος Αύγουστος
Παρθένα αμμουδιά κι οι κρωγμοί των γλάρων
Κι ένα βράδυ ξαγρύπνησε ο καλός ξάδελφος
Με τη ματιά βυθισμένη στο ρολόι
Και με ξύπνησε την αυγή για ψάρεμα

Κάποτε ήταν παιδούλα ήμασταν όλοι παιδιά
Τι σημασία
Πλάι μου τώρα πορεύονταν μια τέλεια γυναίκα
Με ρυθμικούς κυματισμούς
Κι εγώ εξακολουθούσα να τραυματίζω τον ίδιο σκοπό
Αγαπώ μια γυν...

Έρωτας της ενοχής


Έρωτας της ενοχής
Ή μήπως
Ενοχή του έρωτα

Όταν κατανικήσεις
Τη δειλία της παραδοχής
Θα λες τα πράγματα
Με τ' όνομά τους

Θα βρεις τον τρόπο
Να στηρίξεις επιτέλους
Μία δίκαιη θέση

Η καμπή



Ήταν άνθρωποι
Μιας αβέβαιης χαραυγής
Τους ποδοπάτησαν άγρια μίση
Σοφές πλεκτάνες όργανα μίσθαρνα
Τους δολοφόνησαν
Εν μέση οδώ


Προδομένη απ' το χρόνο
Πλανάται η παρείσακτη μνήμη τους
Σε μετοχικά κεφάλαια
Τουριστικές επιχειρήσεις
Και σ' επενδύσεις κατεξοχήν επωφελείς
Των ευελίκτων επιγόνων

Αργοναύτης

Τοπίο παραλογισμού λέξεις που τρίβονται
Σαν κιμωλία αφήνουν εγκαύματα βαθιά
Στα χείλη φεγγάρι μουσκεμένο ραγισμένα
Φώτα ένας έρωτας δράκος αναπαύεται
Στη χλόη λαγοκοιμάται κανένας δεν αποτολμά
Την πρώτη κίνηση όταν σε λίγο θα ξυπνήσει
Θα καταβροχθίσει τις σάρκες μας θα σιγήσει
Τους μνημοπομπούς κι όσο έλεγες πως χρειάζεται
Περίσκεψη και προσοχή τόσο απόμεινες
Τελείως έκθετος στις παρυφές της πόλης.

κάτι που έμεινε



Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δύο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα ’ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πώς τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της.
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα


- Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και ‘σύ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου

Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε

Δες έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Κάτι που έμεινε




Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα 'ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πως τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα
Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου
Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε

Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Αίτημα Αιωνιότητας

Σήπεται νικημένος κατά κράτος
σε σωρούς χαρτιών.
Τάσσονταν συνεχώς
με την πλευρά που έχανε.

Δικαίωση καμιά
σε τυχερά παιχνίδια
σε αθλήματα
σε λα΄ι ΄κές ετυμηγορίες
σε ταξικούς αγώνες.
Ακόμη και στο γάμο του
ατύχησε.

Τώρα
ήχοι πνιχτοί προανακρούουν
τη στροφή της πλάστιγγας.
Χεριών προπομποί περισώζουν
ρίζες αλλοτινών κραυγών.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.