Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταξογιέννης Βαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταξογιέννης Βαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2022

...μες το λυκόφως τρίζουν πολύτιμες γαίες / Μεταξογιέννης Βαίος

 ...μες το λυκόφως τρίζουν πολύτιμες γαίες

ξεπλυμένα οστά χαρταετών σκηνωμάτων
βρωμούν μύρο και ιδρώτα
νιώθουν οι γαιοσκώληκες
ξεχωρίζουν την λύπη από το χώμα
σε αναπαυμένα μνημεία γροθιών
σκιές γριές ξύνουν στεριά
και στήνουν ντόκους
στους κάβους οι κρεμασμένοι σημαιών
βλέπουν χωρίς σκοτάδι
όχι άλλη στεριά
οι αξίνες σπάνε ράχες
...δύουν οι γλάροι στην ανημποριά των γερμάτων
μουδιασμένες θάλασσες σε στήθη λιμανιών
ωχριούν οι βατραχάνθρωποι
δεν έχουν γρέζι
δεν έχουν σιωπή
πολυκαιρίζονται σε οργή ερημική
βρίθουν μες την λαδιά της θάλασσας
ξεδιψούν από των αφρό των προπελών
σκιώδεις Λάζαροι
απλώνουν σιδηροτροχιές
στις πλάτες των βυθών
αυτό μπορούν
μακάριοι ευθυνών
χωρίς το βάρος των σταθμών
με τα βαγόνια βουτηγμένα
στους μώλωπες των προσευχών
και τις ζωές να πνίγονται στο σώμα

Κυριακή 2 Ιουνίου 2019

Απομεσήμερο ιδεών / Βαιος Μεταξογιεννης


θα βρεθούν και πιο πυκνοί από τις κλωστές
θα τους γνωρίσουμε σαν κόμπους στο στομάχι
θα προσποιηθούμε συντροφιές
κάποτε θα πλέκουμε στα σύρματα
καμπαρντίνες χωρίς τις γάζες από τα ρίγη
θα βρεθούμε απόμαχοι
στο τέλος θα είναι φρόνιμες οι χοντρές κηδείες
και άλλες πηχτές αναπνοές
αφήνω την σφαγή υπεράνω φρονημάτων

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Πικρόψυχο / Βάιος Μεταξογιέννης


Όταν η ψυχή σου έχει σύρματα
οι μέρες έχουν γόνατα
ρίζες που στέργουν της ανάγκης σου για κόλαση
κέρινα στήθη που χτυπούσες με περσινές γροθιές
τα σύρματα φύτρωσαν
οι ρίζες ένας δρόμος που σε έκρυψε
χωρίς ελεύσεις
χωρίς ιδέες
χωρίς μπουκάλες οξυγόνου
τα ψάρια ήπιαν όλη τη θάλασσα
περπάτησαν σε αγεφύρωτες διώρυγες
στα δέντρα περπάτησαν σκαφτιάδες
εκείνες οι ψυχές που έγιναν σύρματα δεν χάθηκαν
χάθηκε όμως το χώμα που τις γέννησε

Πεφταστέρια / Βάιος Μεταξογιέννης


Θα υπάρξουν θεοί
κωπηλάτες αγάλματα
σβαρνισμένοι τάφοι
κοινωφελή ιδρύματα
τρέχουν στις φλέβες
υπόνομοι ραίνουν ρωγμές
αποκαλύψου
είναι γνωστό το κενό
πολύπαθο και αυτό
στην αμεριμνησία του
συλλέγω δρόμους
αδιάβατους
των δίκαιων πιονέρων
τυχαίες συνάξεις αοριστιών
ανέφελες μεθέξεις Πεφτανθρώπων
κυρίως αργότερα στο τότε

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

[...η βάση του παγόβουνου] / Μεταξογιέννης Βαίος

...η βάση του παγόβουνου
...αυτό που μέσα μου μετράει...
ο τραγοπόδαρος πόθος
η τύρφη στα πόδια
η κορωμένη ενόραση
ο αποκολλημένος αμφιβληστροειδής
η ενασχόληση με τα εντόσθια
η επαπειλούμενη κύηση του ανέμου
το πλαδαρό ξεπροβόδισμα των άσφαιρων φυσιγγίων
η κλαγγή του μέλλοντος που δεν αξίζω
...αυτό που μέσα μου έρπει...
Εγώ
το έμβολο της απομόνωσης
το επιστέγασμα των δολιοφθορέων υποσταθμών
η υψηλή τάση του απροσπέλαστου εντός
η ορφάνια της αλήθειας
Εγώ
η άσπλαχνη σημαία
το αιματοκύλισμα στην κόψη των γκρεμών
η εξομολόγηση που μετρήθηκε από το βάρος του χειμώνα
η σταυρωμένη φλόγα
...αυτό που μέσα μου γανιάζει...
Βαιος Μεταξογιεννης

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

[δεν φταίνε οι άνθρωπο ποτέ] Μεταξογιέννης Βαίος

[-]
...δεν φταίνε οι άνθρωπο ποτέ
κάπου από τα βάθη ανασύρονται
μικροί σκελετοί που κρατούν από το χέρι παντοδυναμίες
εξιδανικευμένες θηλυκές μορφές ψαλιδιών
πρησμένα...τερατόμορφα...πεοτραφή κυπαρίσσια
ασπασμένους...ανακόλουθους.. φαντασιογόνους ψιθύρους
...δεν φταίνε οι άνθρωποι που ξεμένουν πάντοτε παιδιά
σε ανήμερες...ανήμπορες...ανήλιαγες σταυρώσεις
σε σπαραξικάρδιους παλμούς
(πάντοτε τόσο μόνοι)
δεν φταίνε που οι κομμένοι όρχεις...οι ακρωτηριασμένες κλειτορίδες
μπουκώνουν στόματα και ξερνούν την κακοσμία
από πελιδνά μάτια που έμειναν στις επάλξεις
...δεν φταίνε οι άνθρωποι ποτέ
φταίνε οι τόνοι μελανιού που γίνονται παρθενορραφές
φταίνε οι αποφάσεις οι μισές...χωμένες σε πρωκτούς άμαθους στη βία
φταίνε οι απώλειες που συγγενεύουν με τις αχερόντειες απωθήσεις
σακατεμένων μαγικών κόσμων εξόριστων της μήτρας
...δεν φταίνε οι άνθρωποι ποτέ
γεννιούνται βετεράνοι νύχτα σε μη οριοθετημένο ναρκοπέδιο
πεθαίνουν ολόκληρες ζωές αγανακτώντας
πώς δεν μπορούν να διαφύγουν τον ημερήσιων αυτοπυροβολισμών...

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Το παρολίγον μανιφέστο ενός (α)διανοητή...


Εμείς είμαστε το πύον στις εξαπλωμένες φλύκταινες
στο αμβλωμένο κορμί των απαθών...
Εμείς είμαστε πηγμένο αίμα σε αυτάρεσκες εκδορές
στο απέχων σώμα των αυτόχειρων μετρίων...
Εμείς είμαστε αυτοί που περισσεύουν σαν αυτοάνοσες δερματοπάθειες
στην άπνοια των ανήμερων κοιμώμενων...
Έχουμε μάθει να ζούμε στις πομφόλυγες
τις εξυμνούμε για να διογκωθούμε
ξεχειλώνουμε πορείες υπερβατικές
τις ονομάζουμε οδύνες
είναι ψυχρές σαν τις ακινησίες
Έχουμε οικειοποιηθεί την φυγή
τους πρησμένους εγωπαθείς αδένες
ανταλλάσσουμε αποστάσεις
κραυγές εκζεματικές αποστάξεις
στο απόπατο της φουσκάλας εξαπλωμένες σε ένα κορμί
σε αυτό που είμαστε αυτοανοσία
αυτό που νευρωτικά μας ξερνάει και μας δημιουργεί
Είμαστε το απαύγασμα της σήψης σε κορμί που από καιρό έχει βρομίσει...
Είμαστε αυτό που πασχίζουμε στους άλλους μόνο να κάνουμε ορατό...
Πάντως ας μείνουμε στο ανακουφιστικό να είμαστε ο καιρός που έχει πεθάνει...
Βαιος Μεταξογιεννης

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Εκροές


...σε ακάνθινα γυμνά ξωκλήσια
πνιγμένοι πόνοι αναμετρούνται μόνοι
πέτρινες αναμετρήσεις ιχνηλάτες
σφαγμένοι άγιοι προύχοντες ευθύνης
ξυστά σαν σφαίρες της απώλειας
εμμονών καταβεβλημένα υπολειμματικά
αποκρούουν τις κωδωνοκρουσίες
ξυπόλητες αρπάγες που μυρίζουν
αφλογιστία επίπονων ηρώων
ξέρουν οι ράγες να κυλούν τις υπολήψεις
απωθημένες πενιχρών διαδηλώσεων
θέλουν να υψωθούν των αναλήψεων
δεν θα ακουστούν ξανά αυτές οι λέξεις
Βαιος Μεταξογιεννης

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Κορμιά από χώμα


Έμεινες κορμί ένας ακρωτηριασμός
ένα απάτητο ναρκοπέδιο
ιχνηλάτες τα σκουλήκια 
η βοή της βρώσης
νεκροί οι πυροτεχνουργοί
περπάτησαν στα σύρματα
βαμμένα σύρματα ξερά από σφαγές
αμέριμνοι διαβάτες
κόπηκαν στις σκουριές
άλλοι κλάπηκαν με τις σιωπές
ξεχάστηκαν στις φωτιές
στα σύνορα της πάλης και του κρύου
Έμεινες κορμί ένας καταιγισμός
ένας βραχυκυκλωμένος εναγκαλισμός
εχθρός κυλιόμενος
απέραντος σαν δέρμα
υφέρπων σαν κουρασμένος νους
κάτω από τις γραμμές
πλάτες λυγισμένες
κομμένες χαρακώματα
χέρια ξεπροβάλλουν από τα χώματα
κλαδιά αζήτητα
η υγρασία στα γόνατα
και εκείνοι οι άγονοι δρόμοι
στα σύνορα ενός αφορεσμένου πυρετού

B.M

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

...βορά στην πείρα


Σταμάτησα ολόκληρος
στήθηκα στην πέτρα
βαρύς πηλός
λάσπη
σε αλλότριο ανδριάντα
ασήκωτη η πέτρα
είναι ο άνθος του πόνου
τρώει τα κορμιά
είμαι εκεί που ήμουν
σε κήπο πέτρινο
ακούμπησα το βάρος μου
χρόνια υπεκφυγών
ελάχιστων ζωών
το μέγιστο των αντεγκλήσεων


Βαιος Μεταξογιεννης

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

...μια μέρα στη ζωή του Ω...


Το χάραμα ξυπνούσε τρώγοντας μια χούφτα στάχτης και κάρβουνα σβησμένα. Έτσι ήξερε τι να περιμένει από το υπόλοιπο της μέρας του. Τη νύχτα στα βήματα του κάθονταν και έπινε καμένο ορυκτέλαιο μαζί με αμμοχάλικο. Έτσι εξιστορούσε την ουλή σε πασαλειμμένα βλέφαρα.
Στην κάψα του μεσημεριού προσπαθούσε πάντα να φάει τις σάρκες του μα μέχρι τώρα πνίγονταν πάντα από τις τρίχες του...άσε που ξερνώντας του έπεφταν και οι λογισμοί. Στο σβήσιμο του απογεύματος έλεγε να ξεκινήσει να τρώει από τα πόδια του μα πάντα ανέβαλε ετούτη τη φυγή...ήταν που αηδίαζε από τις σκασμένες φτέρνες του. Κάποιες φορές επέτρεπε στον εαυτό του την σπάνια απόλαυση να καταπίνει χώμα... κάποτε είχε ακούσει ότι του έκανε καλό...κόβονταν μαχαίρι ο στόμφος κάθε τι αλύτρωτου που μάχονταν να ουρλιάζει στον ενταφιασμό του.
Καλά τα είχε πάει μέχρι τώρα,μέρα με τη μέρα ο ίδιος ατέρμονος κύκλος. Το μόνο ότι σε κάποιες απόμερες γωνιές όταν τυχόν αντίκριζε ιστούς αραχνών ένιωθε μόνο το σφρίγος της ζωής που λαθρεπιβαίνει στις αναπολήσεις των άλλων...των ανήμερων...

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

...κάποιος μιλούσε



κάποιος μιλούσε με απασφαλισμένες τις αγχόνες
περιδιαβαίνοντας ανερμάτιστους εγωτισμούς
είχε επάνω από τα φρύδια μεταλλικές ρυτίδες κοφτερές
να εκφοβίζουν σαύρες, λύκους, φίδια και άψυχες

κάποιος μιλούσε τις νύχτες με εγκοπές
βυσσοδομώντας εμπειρίες δαρμένες από αυτοϊκανοποίηση
στα χέρια του στάλες παχιές λευκών υπολειμμάτων νύχτας
γαλακτώματα ζωικών εκκρίσεων στο χρώμα της ασετιλίνης
να απαλύνουν τους σταυρούς των ερειπίων

κάποιος μιλούσε με ουλές
ροδαλές σαν δειλινά στα μάγουλα του οικτιρομένου ουρανού
πύρινη όψη της πληγής επάνω στην κάψα της σκουριάς
αυτή που επέρχεται της νιότης και του πόνου
με αιματηρή ακίνητη κραυγή η Πτώση
δρεπανηφόρο στόμα σαπισμένο τις σάρκες κατατρώει

κάποιος μιλούσε με εγκαύματα
λαθραίος και αυτός του εαυτού του
κουβαλώντας τον κόσμο ολόκληρο με το βάρος του εχθρού του
βαριά ανάσα χωμάτινη η φοβία του χαμού
άλλωστε η Πτώση τελείται ύπουλα, σπλαχνικά, δεξιά της Στιγμής
συρίζει το φεγγάρι διπλά από το προσκέφαλο στην ώχρα της αρρώστιας
φως που αντανακλάται στον ιδρώτα του Υπέρτατου Τρόμου
σκούζουνε άηχα οι νυχτερίδες όταν σκίζονται οι φτερούγες των αγγέλων

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Αλυχτίσματα



 Με αγριεύουν τα αλυχτίσματα των σκύλων
μυρίζουν αγελαίο φόβο
παραβολική βία...
φρενίτιδα διογκωμένη από ωχρούς κυνόδοντες
στο τρίξιμο τους σφίγγεται το αίμα στα μελίγγια
και ο τρόμος της επερχόμενης διάβασης την νύχτα
συνδιαλέγεται με τον τρόμο του αιφνιδιασμένου αμυνόμενου
με αγριεύει η προοοπτική της άσκησης βίας
δεν αναγνωρίζω την απειλή με σχηματική σαφήνεια
ή αναγνωρίζω όλο τον περίγυρο ως απειλή
και το αλύχτισμα μοιάζει με την κραυγή άλλοτε των ατελών
άλλοτε πάλι των ενόχων

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Χαμένα Πρόσωπα



Στο νόθο βλέμμα
φιγούρες ετερόκλητες
σχήματα στρεβλά,αλλοιωμένα
σπινθήρες εικόνες δυσανάλογες
ασύνδετες προτάσεις
πρόσωπα παρατημένα
για μια παράταση αλήθειας
παράσταση ελπίδας

Σάπια ρίζα μύρισε στο χώμα
αφέθηκε στα χρόνια
τρόμαξε το χρώμα
μην εξυμνείς τον άνεμο που φέγγει
σε μαρμάρινο όνομα
μια αλόγιστη αυτοκαταστροφή
ισοδύναμη της λογικής
καθοδηγεί σε χωριστά δωμάτια
σε στέγες γκρεμισμένες

Πνίγεσαι αρπάζεσαι από θραύσματα
κουρασμένα βιώματα
η ματιά εναλλάσσεται με την εικόνα
φωτογραφίες ανθρώπων χωρίς όνομα
κέρδισες το δικαίωμα
να θαφτείς στο χώμα

Κρεμόσουν από τα χείλη
έκρινες τις όψεις σου απρόσμενες
φεγγίτες οράματα ανομολόγητα
αχόρταγες υπάρξεις
πρόσωπα χαμένα
στην κάπνα και στο θόρυβο
στον όλεθρο, στο σάπιο
τα φρενιασμένα αρώματα
το χρεοκοπημένο μακιγιάζ
τα περασμένα παράσημα
ζωής φρενήρης,κλινήρης
στα πέρατα της ίρις

Μετρίασες τον πόνο
τον φθόνο κέρασες με άτολμα κεριά
στα ροδοπέταλα νωχελικής άπνοιας
ο θρήνος μετενσαρκώνεται
σε πεπαλαιωμένο κρασί που ξίνισε
γιατί ξέχασες το πώμα να σφραγίσεις
Την κίτρινη την όψη
την στάχτη, το λιοπύρι
ξεφραγμένες σκέψεις
ακουμπούν στη μνήμη
που φλέγεται από επιθυμία να σταθεί στο νου
μια εικόνα, χωρίς πώμα, χωρίς τέλμα
στα πέρατα του ομότιτλου σπαραγμού
σε κυήματα απέραντα
στο κατώφλι του ενός εγωιστικού λιμού

Καμιά παραίτηση
καμιά υποχρέωση
παρατημένα πρόσωπα
ξέχασες να πιεις μαζί τους
και ξέμειναν σε άλμπουμ και σε κάδρα
σε σπίτια που γκρεμίστηκαν
σε πελάγη του ουρανού
με σεληνιασμένα άστρα

Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Ένα Καράβι στην Άσφαλτο (διαφορετικές οπτικές νεκρής φύσης)



Οπτική του Δέρματος

Μοιάζει αφημένο από καιρό
γυρτό έχει αποκάμει με σπασμένο σβέρκο
υπομένει την εγκατάλειψη του άκληρου δημιουργού
τα βαμβακερά χέρια του ουρανού
δεν το προσμένουν
στρεβλό παραιτημένο
πίσω από την άμμο γονατισμένο
παράταιρο οικτρό
περικυκλωμένο από αεικίνητες λαμαρίνες αυτοφυείς
γερά όμως καρφωμένο στην άσφαλτο
εξωραΐζοντας την ύβρη
όταν διάβαινε τη θάλασσα με γνώμονα τη σάρκα και την ύλη

Οπτική της Ψυχής

Το δέρμα του σκασμένο
τα πόδια του κομμένα χαμηλά
το στόμα πια σκισμένο και ανοιχτό
τα χέρια κομμένα από ψηλά
υμένες που παραβιάστηκαν
με συγκατάθεση... συνενοχή της απάθειας
η μνήμη όμως θερίζει σε μονοπάτια λίθινα

Οπτική των Σπλάχνων

Σκισμένο μεράκι οι κουρτίνες
μοιάζουν με παλμούς αντανακλαστικούς
το σκαρί ξεκοιλιασμένο και αδειανό
το χρώμα πια σβησμένο σε μάτια σφαλιστά
σκαμμένα τα ύφαλα σταυρός βαρύς σκουληκιασμένος
τις ρυτίδες που διασχίζουν του νου
αφοδεύσεις στο μέτωπο της θάλασσας
ρωγμές στο στόμα το ακυβέρνητο

είναι η παραίτηση που εξοικειώνει στην πίσσα
η εγκατάλειψη που σίγησε το κύμα

Οπτική της Αποστροφής

Θολώνει τα μάτια μου η αχλή των περασμένων
προσβάλει την νόηση του φοβισμένου προσκυνητή
χαράζει τον ορίζοντα ράβοντας τον με τις ρωγμές του
εφευρίσκοντας αποστροφή στα νεκρωμένα ύφαλα
η όψη του ψοφίμι σε σήψη
εγκιβωτίζει το πρόσωπο του ύστατου τρόμου

Οπτική της Άγνοιας

Ακροπατώντας στις στέγες του γκρίζου ουρανού
σκέψεις σύγκορμες τρεμάμενες αχαλίνωτου εγωισμού
ανείπωτες ουλές βαραίνουν των γλάρων τα φτερά
ζύγαινες που σκυλεύουν τον νου
αγκομαχούν να αντιδράσουν στα ρηχά τα ενοχικά
ραπίζει ο άνεμος τα πούπουλα των νεφών μουσκεμένα με ιδρώτα
από το προσκέφαλο μιας εμπύρετης οδύνης και ηδονής
το ψυχογράφημα της απειλής δοσμένο μεθυστικά

με τους χυμούς της ζωής
με την χολή της θυσίας
με το όξινο της φθοράς και της φυγής

και αυτό το πολυκαιρισμένο το σκαρί
λόγχη στα πλευρά του ουρανού
την όψη σου πληγώνει

Ο Βρυκόλακας

Δεν τον θυμόταν πια κανείς.
Τυλιγμένος με τη βαρυχειμωνιά ενός ανθρωπόμορφου, μολύβδινου ουρανού, ατένιζε τον μελανιασμένο ωκεανό που ψυχορραγούσε στα βράχια όπου όνειρα άκληρα είχαν παρασυρθεί και συνθλιβεί στις γρανιτένιες κόψεις τους. Όρθιος στο χείλος του γκρεμού με μάτια πυρωμένα...δυο φάροι δακρυσμένοι από καιρό στο τέλος του κόσμου να υπομένουν την τραχύτητα του ανέμου που εξαπέλυε νιφάδες χαλίκια αποκολλημένα από τα ρήγματα που οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες αφήνουν στον στοιχειωμένο ουρανό όταν γεράσουν ανέραστες και πέσουν.

Δεν ζούσε στην μνήμη κανενός.
Στη μαρμάρινη λευκότητα του δέρματος είχε χαραχθεί ακλόνητη η πεποίθηση μιας αχόρταγης χιονοκαταιγίδας που θέριεψε κάτω από το διάφανο προσκέφαλο της σάρκας και τον είχε αδιόρατα τραβήξει στο χείλος του κόσμου που έδυε στην αχαλίνωτη φρίκη που γεννιέται από την ματαίωση της εκδίκησης ευχών που χάθηκαν στην αντάρα του ανέμου. Μόνο στην όψη της χιονοκαταιγίδας έβρισκε συντροφιά παρηγορητική, ξεπλένοντας την κόψη του προσώπου του, μουλιάζοντας την άπνοη, νεκρή καρδιά του, αχνοπατώντας στους χείμαρρους που σχημάτιζαν οι ουλές κάτω από τα αιματηρά μάτια του. Τραύματα και σήψη του Ύστατου Πολέμου.

Δεν τον θυμόταν πια κανείς.
Στους αιώνες κατοικούσε, στα μαύρα πελάγη μιας βαλτώδους Αθανασίας, χιλιάδες χρόνια μετά το πέρας του ανθρώπου. Ο κόσμος ήταν ολότελα δικός του κι όμως ο κόσμος έλιωνε στο βήμα του, η ηχώ των φαντασμάτων βάραινε τον λογισμό του και οι μνήμες του ψυχορραγούσαν. Κατεδίωκε τις χιονοκαταιγίδες για να βρει απανεμιά, βοή, συμπόνοια και έφτασε να υπάρχει στην χώρα των αιώνιων πάγων που οι τριγμοί τους έμοιαζαν σαν θρηνωδία κύκνου στο σκοταδισμό της νύχτας. Μες στην καρδιά της καταιγίδας άφηνε λόγια τραχιά από φωνή ακάνθινη, κραυγές πυώδεις, συρμάτινες κατάρες στον άδειο ουρανό του Ύστατου Πολέμου μα πάνω από όλα στον αλόγιστο, άκαμπτο, άτεγκτο κάποτε ανθρώπινο εαυτού του.

Δεν ζούσε στην μνήμη κανενός.
Είχε ποθήσει την Αθανασία με όλο το εύρος της ύπαρξης του και την είχε κατακτήσει με κόστος αιμάτινο, μοιραίο και ξεδιάντροπο. Αναπολούσε σε κάθε ρίγος του παγερού ουρανού τα χρόνια τα παλιά όπου αίμα έρεε στις φλέβες του και πίνοντας το από τις δικές του φλέβες έρεε ερεβώδης και η Αθανασία δίνοντας σάρκα και οστά στην Τέχνη του, στην σιωπηλή μα μανιώδη νίκη ενάντια στο Θάνατο. Στάλες αίματος δικές του στυφές, πηχτές, ανομολόγητες μούσκευαν τα ψυχορραγήματα του νου που κάλπαζε στην Βορινή ικεσία.

Δεν τον θυμόταν πια κανείς.
Δεν γερνούσε πια μόνο μια χλομάδα νευρασθενική από τα σπλάχνα των ορεινών χειμώνων σπίλωνε την όψη του. Δεν τρεφόταν πια, το αίμα είχε στερέψει στον κόσμο της ακλόνητης μοναξιάς... άνθρωπος δεν υπήρχε... και το κορμί στιλπνό και γωνιώδης έμοιαζε με παγερή ταφόπλακα. Ζούσε...μόνο ζούσε...χωρίς ανάσα και παλμό...ζούσε...μόνο ζούσε στην εμμονή της αναπόλησης όταν το αίμα έρεε φτηνό και άφθονο από τα σαγόνια του Ύστατου Πολέμου. Αίμα που πλημμύριζε το αδηφάγο στόμα, έπνιγε τα λόγια τα θνητά στον κανιβαλικό ουρανίσκο και ο πυρετός της Τέχνης φλόγιζε τα πορφυρά μάτια του που έγιναν μάρτυρες του Ύστατου Πολέμου, της Φθοράς που σάπισε τον άνθρωπο.

Δεν ζούσε στην μνήμη κανενός.
Όταν το αίμα στράγγιξε απέμεινε η βορά της άγονης πείνας και οι ρωγμές μιας ακατάπαυστης δίψας. Η Τέχνη του κατέρρευσε και το κορμί το άνομο, το ανίερο είχε αφοδεύσει την Ύστατη ανθρώπινη ικμάδα του, αφήνοντας ναυάγια της σάρκας απογυμνωμένα και έκθετα στη βορά του ωχρού, κηλιδωμένου αρκτικού ήλιου. Ο Ύστατος Πόλεμος εξαΰλωσε ολάκερη την ανθρωπότητα μα όχι αυτόν. Έμενε αιώνες τώρα μόνος και ο κόσμος που του δόθηκε ολάκερος, σφράγισε την φυλακή του και ο νους του παραδόθηκε στο κυνήγι των μανιασμένων χιονοκαταιγίδων φέρνοντας τον στο χείλος του Λευκού Γκρεμού. Αιώνες τώρα μόνος στην άκρη του τέλους του κόσμου, Αθάνατος, σε μια Αθάνατη Κόλαση του Τίποτα... του Πάντα...του Ποτέ.

Δεν τον θυμόταν πια κανείς.
Θα δοκίμαζε πολλές φορές να πηδήξει από την άκρη του κόσμου για να απολαύσει την ελάχιστη, κατακερματισμένη στιγμή ανυπαρξίας που ακολουθούσε την πήλινη ατέρμονη συντριβή του στα αβυσσαλέα βράχια μέχρι να ανασηκωθεί ξανά Αθάνατος-Καταραμένος...να κυνηγήσει χιονοκαταιγίδες σε όλες τις άκρες του κόσμου ...χωρίς Ανάπαυση, Ανάσταση, Ανάταση...Συγχώρεση και Τέλος.

Ο Ρόγχος



...κόβεται
σκίζεται
η ανάσα
συριγμός
ο βήχας σπασμένος
ασθματικός
πνίγει
κορμί τρέμει
πρόσωπο μελανό
δεν έχεις...
να ανασαίνεις
ο βήχας σε σπάει
παροξυσμός
αιθαλη
πρόσωπο αβλέμονα
επερχόμενος θάνατος
φραγμένος λαιμός
πνίγεσαι
τεντώνουν οι φλέβες
γρυλίζεις
γογγύζεις
γουρλώνεις
ανάσα κομμένη
ραμμένη
κοφτή
πηχτή
σφίγγει ο βήχας
ακατάληπτο άλγος
ματαιωμένης επιθυμίας
είναι το μαύρο αίμα της αγέννητης επανάστασης
σου φράζει το λαιμό
σε σφίγγει η θηλιά της
συνθλίβεται η αρτηρία
σφυριά στα ματωμένα σου μελίγγια
συστρέφεσαι
τινάζεσαι
τραυλίζεις
ασφυξία
όταν δεν μπορείς το νέο κόσμο να γεννήσεις
το πτώμα του παλιού δηλητηριάζει την πηγή της ζωής
σιωπή
άταφος
μνήμα
αιώρηση στην κρεμάλα
μάτια σφαλιστά
κορμί παραιτημένο
η αναβαλλόμενη γέννα ενός κόσμου
ξεσπά σαν αντεστραμμένη επανάσταση
ντυμένη στο μαύρο του θανάτου
στρεφόμενη κατά αυτού που πάντοτε διστάζει

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Η Επίλυση...


Αναρωτιόμουν χτες
στο αλληθώρισμα της πόλης
που χύθηκαν των φίλων οι φωνές
η θέρμη των χεριών τους

Αναρωτιόμουν χτες
στα δόντια το κάγκελο σφιχτά
πότε προσπέρασαν οι εποχές
τη στάχτη των καιρών μου

Αναρωτιόμουν χτες
μπρος στο δαγκωμένο φεγγάρι
πότε αντρειεύτηκαν οι γενιές
στην πίκρα των θεών τους

Αναρωτιόμουν χτες
γράφοντας τους πόνους στον καπνό
που ξεβράστηκαν οι τυφλές γροθιές
στον δρόμο των ρωγμών μου

Σήμερα δεν αναρωτιέμαι...συνήθισα να υπομένω!

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

η πτώση

Ένας ιδιώνυμος θυμός

χτίζει τις πόρτες του κορμιού

μουγκρίζει απ' τις ρωγμές

σαν άγνωμος σεισμός

βοή ερήμου

Πληγές



Ο ντροπαλός σακάτης σκιρτά

αναμοχλεύει γοερά

όμορες απογνώσεις

σάρκινες προσχώσεις

ροή ανέμου

Δρόμου



Η υψοφοβία της φθοράς

καρφώνει την σκουριά ήλου

ανθισμένου σπλαχνικά

εγκαρτέρηση νου

ζωή οδυρμού

Κλειστού

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Μαύρη οργή

Κάπως έτσι...
αναίτια
δεν συναντιούνται οι στάλες τις καταιγίδας
αναίτια...
χωρίς γυρισμό
οι απόκρυφες ευχές καπνίζονται με ανάσες
πάντα κάπως έτσι...
λιγόψυχα
χωρίς επαναπατρισμό
μάλλινες αλυσίδες μου μπουκώνουν το στόμα

εκεί πίσω...
κρυμμένοι πίσω από το μνήμα
ενταφιάζουμε
εκεί πίσω...
τους αγώνες που δεν δώσαμε
μηρυκάζοντας τη βια αλλοφρόνων
πισθάγκωνα
δεμένοι
τρεμάμενοι
μυκτηρίζουμε ανομολόγητες ευχές

πλήθος
μάζα
ικέτες άθικτων εξαγγελιών

εκεί πίσω
δαρμένοι πίσω από το κρίμα
οχλαγωγικοί
ψυχορραγήματα στην σκουριά του άγκιστρου
για να υπάρχουμε ζώντες πια νεκροί
καταφεύγοντας σε ένα νευρασθενικό κνησμό
που θέλει να γδάρει το φαντασιακό
την ψώρα του οράματος εντός
μες την πληγή του οράματος
εντός...
μες την πληγή της αντεστραμμένης συμβατότητας

εκεί πίσω...
πίσω από τους πένθιμους γρανίτες αλλοφρόνων
αφοδευμένοι
σκόρπιοι και σκορπιοί

διότι πάντα κάπως έτσι...
αιτιατά
λακίζουμε στην ένταση του επιθυμητού
τρεκλίζουμε στην κόψη της αλήθειας
αιτιατά...
χωρίς ηρωισμό
με φιμωμένες λάμες αφόρετες
προβάλουμε την λανθάνουσα οργή μας
εκμαυλιστήκαμε στη βια του φασισμού
αυθυποβαλλόμαστε σε μεγαλεία μεγαλοαστισμού
τυφλή οργή υφέρπουσα ενάντια σε όλους

εκεί πίσω
ο νους πυώδης
φθονερός
εχθρικός στον άνθρωπο
η μέθη της γάγγραινας που απλώνεται
από τα περιττώματα των ξεκοιλιασμένων πια εντέρων σου

εκεί πίσω
δαρμένος
ταπεινωμένος
απαίδευτος
φτηνός
κακοποιημένος
βρυχάσαι με τη δανεική κραυγή του λύκου
σε μια κακοφωνία τρωκτικών που παριστάνουν την αγέλη
οργή που αποκλιμακώνεται στους αδύναμους της γης

αν δεν μπορείς να φτιάξεις τον κόσμο
μπορείς να το συντρίψεις
...έχεις το καπνισμένο είδωλο της όψης σου
αν δεν μπορείς να ζυμώσεις τον πόνο
...μπορείς να δηλητηριάσεις με φθόνο τους αιώνες
με το κουφάρι της σιωπηλής συνενοχής
τα πηγάδια που πίνουν νερό και τα παιδιά σου

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.