Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιννός Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιννός Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Ανώνυμο γράμμα

        Ξημέρωνε μια μέρα που σκιές παγωνιών πηγαινοέρχονταν στο πνεύμα αργά, καθώς το φέγγος ηλιόλουστου νερού στον τοίχο

απομεινάρια παραδείσου πες, μπολιάζοντας με το ρυθμό μιας ήμερης θάλασσας το βλέμμα που δεν ξόδεψε τον ουρανό καταπώς του έπρεπε

τώρα που τα βράχια φαγώθηκαν απ' το άρρωστο νερό και δεν έχει σημασία το ξημέρωμα ή ο ύπνος μήτε το δόρυ που δε βρήκε στόχο κι ένιωσε τη μοναξιά μακριά απ' το αίμα.

Ύφανες με το γέλιο σου ένα μαντήλι και τύλιξες τη μέρα. κολυμπώντας με άθεες προσευχές στο καταπράσινο φύλλωμα προς τα παρθένα νερά του ήλιου.

Ορκίσου στη λάμψη των κίτρων! Ορκίσου στη λάμψη των σωμάτων που αλέθονται και φάε αυτόν τον μοναχικό κιμά γελώντας που σου πέφτουνε κομμάτια απ' το στόμα.

Δεν σου ζήτησα εγώ να ξεριζώνεις κορμούς απ' το πνεύμα σου, δεν σου ζήτησα να πάρεις χώμα με τα δυο σου χέρια και να σβήσεις τον ουρανό

ορίστε η ανταμοιβή σου, η φωτιά. Ορίστε το βάσανό σου, Άγιε Κριτή. Όχι, όχι εμένα, εκείνον βοήθα Στεφανωμένη, τον Άγιο Κριτή, εγώ σώζω κειμήλια μες στη θύελλα και φτιάχνω καινούργια όταν ο καιρός ημερεύει.


Απάντησέ μου, ειν' αυτή η μουσική σου; Το περιστέρι που ψυχορραγεί μέσα στις στάχτες παρακαλώντας για το φως τα χέρια που τραβήχτηκαν αργά απ' το νερό, φωνάζοντας ονόματα, απάντησέ μου! Το γέλιο που απλώνεται πάνω απ' το κλάμα είναι η μουσική;

Ναι, είσαι λίγος. κι ο ουρανός σε λιγοστεύει περισσότερο.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Γλώσσα αμάθευτη


               Βράχο  ύψωνε  και  βύθιζε  στην  ψυχή  μιάν  αγάπη  αόρατη
               Πάνω  του  ένα  άλογο  άγριο  τρεχοκοπούσε  μα  ο  καλπασμός  του
                              χρόνια  πολλά  μετά  αποθηκευόταν

                Ζύμωνε  αγιότητα  ο  ουρανός  χιμώντας  ακίνητος  στον  ψαλμό  των
                              γλωσσών

                Οπου  η  Παναγία  ανοίγοντας  τα  μάτια  έφτιαχνε  θάλασσα  και 
                              έπλαθε  ψωμί  απ' τον  απαρηγόρητο  ανθό  του  λόγου
             
              Κι  ακούστηκε: "...Τι  πράττει  η  Γένεσις...;" Μα  η  φωνή  έγινε
                            πέτρινη  φωτιά  όπου  τα  χέρια  της  ερχόταν  να  ζεστάνει
                            μια  καλοσύνη  εξόριστη

              Κι  έτρεχε  αντίθετα  απ' τον  άνεμο  της  ζωής  το  πανί  του  οράματος
              Και  πατούσε  ο  θάνατος  μα  το  ίχνος  του  γέμιζε  με  νερό  της
                            απεραντοσύνης

              Φάνηκε  τότε  πως  από  ένα  πιάτο  φτωχό, με  την  ελιά, την  ντομάτα
                            και  το  κρεμμύδι, ξεπηδά  τραγούδι  πικρό  μα  αδάκρυτο -

              Βράχο  ύψωνε  και  βύθιζε  στην  ψυχή  μια  σιωπή  ασπούδαχτη.
 

Τα θαύματα θα χάνουν πάντα το καράβι


Εσμιγε  η  γλώσσα  μου  με  τη  γλώσσα  της  θάλασσας  σαν  να 'ταν 
                               για  λίγο  κρυμμένη  η  βάρκα  των  ωρών

               Και  κάτω  απ' το  χώμα  νιώθοταν  η  αδημονία  των  λέξεων  να 
                               καρπίσουν

               Τριγύρω  το  κερί  μιάς  μοίρας  αγνής  έλειωνε  απ' τη  φλόγα  ενός 
                               φωτός  που  έκλεβε  τα  κλειδιά  των  θαυμάτων

               Ερημο  λιμάνι  η  μνήμη  κρύβοντας  τον  τυχερό  της  δρόμο  για  να
                               γεμίσει  καράβια  ζωγραφιστά  ως  αντάλλαγμα

               Τόσο  παλιές  οι  ρίζες  των  σπιτιών  που  ζωντάνεψαν  σαν  πόδια
                               και  τις  νύχτες  βρόνταγαν  τη  γη  για  ν' ακουστεί  βαθιά
                               στα  σώματα  η  καμπάνα  των  ονείρων

               Αλλά  στον  άνεμο  φτερούγιζε  η  φρεσκοψημένη  μου  περισυλλογή,
                               κι  απ' των  τοίχων  τη  λευκότητα  παρμένη  του  βλέμματός
                               μου  η  απόφαση:

               Να  μοιραστώ  σαν  ψωμί  στα  χέρια  των  οραμάτων  και  στη  θέση
                               του  προσώπου  μου  να  βάλω  ένα  μπλε  ξύλινο  παράθυρο
                               για  να  μπορεί  ο  ουρανός  να  περνά  ανόθευτος

               Χαμένα  νομίσματα  στο  στήθος  των  κοριτσιών  έσμιγαν  με  τους 
                               νόμους  των  άστρων  σαν  να 'ταν  για  λίγο  μπερδεμένη 
                               η  κλωστή  των  ωρών.

Σκιές ενυδρείου



                                                      

Οι ώρες της άνοιξης, της κάθε άνοιξης, παιδεύονται στη νεκρή ψυχή.
Προσπαθήσαμε να ζήσουμε μυθολογικά. τα σχήματά μας
φύλαξαν μέσα τους τη σοδειά του ήλιου
με τη συνείδηση των γυμνών κλαδιών στην παγωνιά
που δε στενοχωριούνται για το χαμένο φύλλωμα.
και τα χρόνια περνάνε σα σκοτωμένα χρυσόψαρα
και δε δονούνται τα άδεια ενυδρεία ούτε οι ξεθαμμένες κάσες.
μέσα στα σάπια φύκια μας βαραίνει η αίσθηση του ερχομού μιας ξεγραμμένης μουσικής
κι εκείνων που βουτάν στις σκιές και μετράνε τα νεκρά φιλιά τους.
Τώρα, σε ποιο άγονο κοιμητήρι να επιστρέψουμε;
Πίσω απ' την πύλη του πια
ένα παιδί δεματιάζει τους ορίζοντες μονολογώντας:
είναι ο πλάστης, είναι το μαντικό μυαλό των δέντρων
μια κραυγή περιστεριού που πέφτει στο χώμα -
ξέρουμε όμως πως όλα ξεχνιούνται, σαν τον αφρό ενός κύματος
που κοιτάξαμε αφηρημένα πολλά χρόνια πριν.
Μα όχι και οι άυλες φορεσιές μας. αυτές είναι φτιαγμένες από περίσσευμα σκοταδιού
απ' τον αέρα που μας σκέφτεται πάνω από ένα βράχο το σούρουπο
κι από σκόρπια κιονόκρανα στις οθόνες.

Ένας κεραυνός οδηγεί το χέρι μας
ανάμεσά τους δεν υπάρχει κανένας θλιμμένος θεός
πρόσωπα ταξιδεμένα σε πολλές πολιτείες για να κερδίσουν τ' όνομά τους.
Κοιμηθήκαμε με το παλιό δέρμα και ξυπνήσαμε
μ' αυτή την ιστορία, μ' εκείνη τη σκόνη, με τούτο το τέλος
τώρα που οι καρδιές αλλάζουν αίμα κάθε άνοιξη
που ο χρυσός είναι χρυσός από το πρώτο καράτι ίσαμε το τελευταίο
τώρα που τα χέρια φεγγίζουν στο άγνωστο νερό.

Παύει σιγά σιγά ν' ακούγεται η βροχή
απ' τ' ανοιξιάτικα κλαδιά, χαμηλώνοντας αργά το βλέμμα
βλέπουμε τις χελώνες να γεννιούνται ανελέητα
στο σκληρό φως, να γεννιούνται
ανελέητα οι χελώνες, ασταμάτητα
ψάχνοντας στα τυφλά για έλεος κάτω απ' τα ξεβράσματα του ωκεανού.
Μπροστά στο λαξεμένο ξερονήσι η ψυχή μας λαξεύεται
οι όμορφες μέρες λαξεύονται. Έρχονται σαν κυνηγοί:
ένδοξοι, αλλά με σκοτωμένους λαγούς στην πλάτη
και θρύλους για τις φωνές των χρυσόψαρων και των χαμένων σωμάτων μας.

Ύμνος στη χαρά


 Την ώρα που η γκιλοτίνα μου άγγιζε το λαιμό
πρόλαβα να δω λίγο παραπέρα
σταγόνες να στραφτοκοπάνε στα πρωινά γιασεμιά
κι ένιωσα για μια στιγμή
σα να βοούσαν αγιοσύνη το χόρτο κι ο αγέρας.
Δεν μπόρεσα να κλείσω τα μάτια.
πήραν μαζί τους τούτη την εικόνα
να τραγουδά στην αιωνιότητα.

Σύντομο τ' αρμένισμα



                Μια  αλήθεια  παραπάταγε  -  το  ένα  της  πόδι  στο  σώμα  μου  το
                              άλλο  στο  έρημο  ακρογιάλι

                Και  τίποτ' άλλο  δεν  μόναζε  στο  κάλεσμα  της  σιωπής  παρά  μόνο
                              ένα  καΐκι  σαν  ξεχασμένο  στα  περιβόλια  του  ήλιου

                Απ' το  δίχτυ  του  Λόγου  ξεπετάγονταν  που  και  που  ουρές  ιδεών
                              άγνωστων  και  ξάσπριζαν  τα  δέντρα  απ' τη  δικαιοσύνη  των
                              αιώνων  όπου  σα  σταγόνα  πεσμένη  από  ράμφος  τ' αρμένισμά
                              μου  δικαζόταν

                Βάφτιζα  τα  ίχνη  μιάς  μυστικής  ροής  και  παράξενες  μορφές  μού
                              έδειχναν  το  δρόμο  προς  μια  νέα  παράδοση  άφαντη  ακόμα
                              στη  μνήμη  του  σώματός  μου

                Φαινόταν  μυθολογία  η  ζωή  ενός  αξύπνητου  όνειρου˙ και  άγρια
                              θαλασσόνερα  που  γελούσαν  όχι  στο  δικό  μου  πλησίασμα
                              μα  στο  Αόρατο  που  ερχόταν  ξωπίσω  μου

                 Μακρινή  σιωπηλή  ματαιότητα  γέμιζε  το  φαράγγι  της  σκέψης
                 Εψαχνα  ονόματα  για  την  απουσία  και  καθώς  συλλογιζόμουν
                               ακουμπούσα  στο  περβάζι  της  βότσαλα  με  ζωγραφισμένο
                               τ' αλφάβητο

                 Σαν  να  αναγνώριζε  η  θάλασσα  τη  φωνή μου. Εβαλα  και  τις
                               δύο  σ' ένα  ναό. Ας  συμφωνήσουν  μεταξύ  τους. Εγώ, αν
                               ψιθυρίστηκα  ως  ύπαρξη, αποχωρώ. Γιατί  ό,τι  αφήνει  τον
                               Λόγο, πεθαίνει.

Για την Πανσέληνο των πραγμάτων





Γέμιζαν  σιγά  σιγά  οι  φαντασίες  των  σπόρων  το  κενό  που  άφηνε
                             το  άροτρο

               Η  θάλασσα  σταμάτησε  να  κυματίζει  για  μια  στιγμή  και  τα  πράγματα
                              σκεπάστηκαν  με  τη  σκιά  του  χρόνου  που  κοίταζε  την
                              ακινησία

               Ο  μάραθος  κι  ο  βασιλικός  μύρισαν  πιο  έντονα  σαν  να  φώτιζαν
                             τον  περαστικό  τους  θάνατο  μέσα  στο  μεσημέρι

               Βοή  λόγων  τέτοια  που  μια  αρπαγή  κόρης  στον  ουρανό  ζωγραφίστηκε
               Ελευθέρωναν  τις  συλλαβές  σαν  άχρονους  νόμους  τ' ακρογιάλια  κι
                             αυτό  που  λένε  θεϊκότητα  τσιμπολογούσε  σαν  σπουργίτι
                             τις  μύγες  της  σκέψης

               Ετσι  μύριζε  η  αθανασία: Λουλούδι  φυγαδευμένο  σε  μια  πηγή  από
                              τον  Σταυρό  ή  όνειρο  νησιώτικης  καμπάνας  στην  ερημιά

               Και  πνοές, κόμες, τραγούδια, τύλιγαν  με  πέλαγος  τα  μοναχικά  τους
                              φτερά  σημάδι  πως  το  κυνήγι  των  παραμυθιών  έφτανε  στο
                              αποφασισμένο  του  ύψος

               Τότε  η  αυγή  φανερώθηκε  με  δυό  λυπημένα  ξέφωτα  στη  θέση  του 
                              στήθους  της  κι  η  νύχτα  έβγαλε  απ’ τη  γραφή  τ' αστέρια
                              και  τα  χάριζε  στις  περαστικές  στιγμές

               Αργά  αργά  σβήνοντας  μες  στο  ξύλο  του  πεύκου  την  εικόνα  και  το
                              ξαναγράψιμο, την  από  γυαλάδα  ψαριών  και  αστέγνωτου
                              μάγουλου  ομιλία  της  πλάσης.

Λιννός Κώστας (βιογραφικό)

Ο Κώστας Λιννός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Ποιητής και μεταφραστής. Από το 2009 είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού "Κουκούτσι".
 
(2013)
Μετασχηματισμοί Γ΄, Γαβριηλίδης
(2007)
Μετασχηματισμοί Β΄, Εκδόσεις των Φίλων
(2004)
Μετασχηματισμοί Α΄, Δωδώνη Εκδοτική ΕΠΕ

Σούνιο, Ναός Ποσειδώνα

 

Είδαμε πρώτα τον ίσκιο στο μάρμαρο˙
Ενα σύννεφο ταξιδεμένο, καθώς φαινόταν, πολύ καιρό στην
ερημιά
Μας θύμισε την αγάπη μας για τους μακρινούς ουρανούς -
Στο βαθούλωμα στην αρχαία κολώνα ο αέρας έτριβε
Τον ήλιο που περίσσεψε απ' τα χαρισμένα λουλούδια και τα
γερτά καΐκια
Κι η θάλασσα σαν περασμένη στις ραβδώσεις της πέτρας
Σ' άλλη ζωή ξαναγεννούσε τα ψάρια
Στο μυθικό δάσος που ήταν ο καθένας κάποτε
Αχολογώντας τ' άφρισμα του κρασιού στο στρίψιμο των
κυμάτων μνήμη λαμπρής μέρας.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.