Δεκαοχτώ χρονώ παιδί, κάθεται στην ακρογιαλιά
Τη θάλασσα αγναντεύει, να δει τι θα του φέρει
Στ’ ανύποπτά του μάτια πύργοι τρανοί οι πόθοι
Κι οι γλάροι μπρος του,που πετούν και που στα μάτια το κοιτούν
Μοιάζουν να το ρωτάνε γιατί ’ναι λυπημένο
Μα εκείνο δε μιλάει, δάκρυ θολό κυλάει
Μεσ’ στη ζωή του την πεζή, βρήκ’ ένα όνειρο και ζει
Η μοίρα τ’ αλαργεύει μα εκείνο ζητιανεύει
Μια θέση για να πάρει στο πλοίο που σαλπάρει
Δεκαοχτώ χρονώ παιδί, πάντα στη θάλασσα κοιτά
Το πλοίο που διαβαίνει και έτσι πάντα μένει
Μη κάποιος το καλέσει: «Έλα, υπάρχει θέση…»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου