Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Σπύρος Τουπογιάννης: Τρία (3) στιχοποιήματα


Αρχόντισσα σιωπηλή

Ήτανε τ’ όνειρο κρυμμένο
σ’ ένα ταξίδι λιγοστό
μέσα σε ρόδο ταραγμένο
μέσα στο στόμα μου κλειστό.

Πες μου ποιος άνεμος σε παίρνει
αρχόντισσα μου σιωπηλή
ποιο σούρουπο ζεστά σε φέρνει
σε μια φωτιά, σ’ ένα φιλί.

Ξετύλιξε το φύλλο φύλλο
κάτι να βρεις που’ χω κρυφό
ένα τραγούδι θα σου στείλω
πλημμυρισμένο ουρανό.

Πες μου ποιος άνεμος σε παίρνει
αρχόντισσα μου σιωπηλή
ποιο σούρουπο ζεστά σε φέρνει
σε μια φωτιά, σ’ ένα φιλί.

Ξέρω δε θα’ ρθεις να μου στάξεις
λίγη στα χείλη μου δροσιά
γιατί φοβάσαι μη μου τάξεις
τον ήλιο και την ξαστεριά.

Πες μου ποιος άνεμος σε παίρνει
αρχόντισσα μου σιωπηλή
ποιο σούρουπο ζεστά σε φέρνει
σε μια φωτιά, σ’ ένα φιλί.



**

Κορίτσι του Οκτώβρη

Αγάπες περνάνε και σβήνουν
στο βάθος της λεωφόρου,
ω! βράδυ γλυκό φθινοπώρου
βροχή σ’ ένα φως μακρινή!

Κορίτσι του Οκτώβρη μη φεύγεις
κυκλάμινα θα σου φέρω
που με προσμένεις το ξέρω
στην πόρτα τη σκοτεινή.

Κάποιος χλωμός τραγουδάει
τραγούδια παλιά ξεχασμένα
τα μυστικά σου κρυμμένα
σε μια ματιά φωτεινή.

Κορίτσι του Οκτώβρη μη φεύγεις
κυκλάμινα θα σου φέρω
που με προσμένεις το ξέρω
στην πόρτα τη σκοτεινή.

Πήρ’ η βροχή τη φωνή μας
σε βράδια θολά περασμένα
αστέρια στα νέφη πνιγμένα
ω! λάμψη Μαρτιού πρωινή!

Κορίτσι του Οκτώβρη μη φεύγεις
κυκλάμινα θα σου φέρω
που με προσμένεις το ξέρω
στην πόρτα τη σκοτεινή.


**

Τώρα που φεύγεις

Τώρα που φεύγεις μακριά
πάρε μαζί σου τη ζωή μου
ένα ποτάμι σιωπηλό
κι ένα τραγούδι της ψυχής μου.

Χτυπούν οι μέρες και οι καιροί
σαν κύματα τρικυμισμένα
λιώνουν τα πάθη σαν κερί
κι είναι στα μάτια μας γραμμένα.

Εγώ θα μείνω στο σταθμό
ίσως γυρίσεις κάποιο βράδυ
μέσα στο φως του το θαμπό
άγνωστος μέσα στο σκοτάδι.

Σάκης Τότλης (μικρή αναφορά)

Ο Σάκης Τότλης γεννήθηκε στην Έδεσσα. Εργάστηκε ως στρατιωτικός/ηλεκτρονικός εξειδικευμένος στη μετάδοση των ραδιοκυμάτων, καθηγητής Αγγλικής γλώσσας, και υπήρξε διευθυντής της τοπικής εφημερίδας Τα Νέα της Έδεσσας και του Νομού, με ιδιόκτητο τυπογραφείο ως το 1985. Επί σειρά ετών έγραφε το κύριο άρθρο στις εφημερίδες Μακεδονία καιΘεσσαλονίκη


Εργογραφία


Ο συνδυασμός, Έδεσσα-Ζυρίχη, 1991
Χωροσυναίσθημα – μια ιδέα, 1992
Πανσέληνος, διηγήματα μικρά και μη, 1995
Dejavu, 1996
12 όνειρα, 1997
Το βιβλίο της ενέργειας και της φύσης, 1998
Η τυπογραφία στην Έδεσσα, 1999
Εκεί ήμουν κι εγώ, 2000
Ένα όνειρο και επτά δικηγόροι, 2002
Το άγραφο χαρτί, (Θυμάμαι…), 2005
The true eye of the tiger, 2006
Μακεδονία – χθες και σήμερα, σε συνεργασία με τον συγγραφέα Δ. Ευαγγελίδη, 2009
Ιντερσίτι, 2009

Έφυγες / Ζανιδάκη Άννα


Σαν τον αέρα σ ενοιωσα
Πεταγμα να δηλωνει
Η Αγγελική σου πια μορφη
Ταλέντα σου ξεδιπλώνει.
Αρμονία χαριζε
ΕΚΕΙ πάνω στ αστερια
Ήχοι μελωδικοι
Απ τα δικά σου τα χέρια.
Να ακουστούν οι χορδες
Της επουράνιας κιθαρας
Να οραματιστουν αυτες
Δικού σου ποθου και λαχταράς. .
Μηνυματα ένα σωρο
Να πεμπεις εδω κατω
Μη γευεσαι το μισεμο
Να πίνουμε ασπρο πάτο.
Στην υγεια σου μοναχα
Στα χρόνια που στερησαν
Τις δικές σου λαμπρές ιαχες
Του είναι σου δεν κατακτησαν.
Τον κόσμο όπου περασες
Γεμισες περηφανια
Εσενα θα χουμε στο νου
Οπως ήσουν με ζωντάνια.
Από μικρός μικρος
Ήθελες να ξεχωριζεις
Εύλογες διακρίθηκαν
επιδόσεις σου να ορίζεις.
Μελλουμενα θα ηθελες
Αυτά να διαδραματησουν
Ευχές όλων μας
εσε να περικλυσουν.
Μα αλλα τα λογαριαζες
Εσυ όπως κι οι αλλοι
Κληθηκες δίχως να θες
Έλαβες τη σκυτάλη.
Σειράς που σου μετρησαν
Ψηλά να αγναντευεις
Ήλιο ψυχων δικών σου πια
Σκοτάδι τους να κυριευεις.
Με λάμψη τρανή ζεστη
Σα Φύλακας δικός τους
Δώσε πνοή στα ονειρα
Γίνε ο Άγγελος τους.
Καθαρια είχες τη ματια
Φίλε Συμμαθητή μου
ΑΣ έχει τώρα πια
Ταξιδι η ψυχή σου.
Όμορφο αναλαφρο
Τι κι αν εμάς δακρυζουν
Τα μάτια λένε πωςμιλουν
Οτι οι καρδιές ψελλιζουν.

**


Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Περί Ομήρου Και της λέξεως «Ομηρος» / Σαλίβερος Νικόλας



Ομηρος.( λ)=Ο μέγιστος αρχαίος μας ποιητής,
Και τών ποιημάτων του πρώτος ερμηνευτής.
Ο ποιητής τών ποιητών,
δημιουργός Ιστορίας «Ηρώων τε και προδοτών»

Ο πρώτος, τον είπαν, παραμυθάς
Όμως τα «έπη» του είναι ,οίνος που «άχρι της καρδίας» μεθάς.
Οι ραψωδίες του «τω όντι»
Την ψυχήν συνεχώς ανατέλουν, «αμ’ηελίω ανιόντι»

O πρώτος του Επους ,της παλιότερης έκφρασης ηρωϊκής,
της Ιωνικής καλλιέργειας του «επικού κύκλου»,
της διήγησης, του λόγου κάθε ηρωϊκού στίχου.
Και ευτυχώς για μας τους απογόνους, φερνής μοναδικής

Διεκδικείται απο πολλές πατρίδες, μητέρες και πατέρες
Χίο,Αθήνα,Σμύρνη.......κι’ακόμα εκ χωρίου Τροίας,ονόματι Κεγχρέες.
Ομως προσηγορεύτηκε κυρίως Μελησιγενής,
παρά «Μελήτι ποταμώ» γεννηθείς.
Επομένως και αναμφιβόλως υπήρξε Ελλήν γηγενής.
Και έστω  «εν αμφιβόλω» η ύπαρξής του αν θεωρήθηκε
Από’τινες «Ιστορικούς» μισέλληνες και ιδιωφελείς.
Το μεγαλείο του «Ελληνος Ποιητού»παγκόσμια ανγνωρίστηκε.

=Εύκολη πούν’η κατηγόρια= ,δεν απαιτείται πολύς κόπος
«Ου σύ με λοιδωρείς,αλλά ο τόπος».

Γόνος Μαίονος πατρός και Ευμήτιδος  μητρός ,είτε άλλων γλυκοαιμάτων.
Τηλεμάχου του Οδυσσέως και Πολυκάστης του Νέστορος κόρης καλογεννούσας.
Και μυθικώς ενός Απόλλωνα τραγουδιστή και μιας  Καλλιόπης ,Μούσας.
Οι τελευταίοι,δικαίως του δοθήκαν για να μείνει στη γενιά των αθανάτων.

Ιλιάδα,Οδύσσεια..δεν ήταν τα μόνα μα τα μοναδικά.
Υμνοι Ερμού,Αμαζονία,Ιαμβοι,Κύπρια και άλλα διδαχτικά.
Του Αιγαίου ο Ουρανός τον σκέπασε στη γέννησή του
Και της Νιός το χώμα στη θανή του.
Νιότες γράψανε «εν τω τάφω τόδε το ελεγείον»
«Ενθάδε την ιεράν κεφαλήν κατα γαία καλύπτει,
ανδρών ηρώων κοσμήτορα,θείον Ομηρον»
Της γενεάς του ήρξε,...Αετός
Και πασών των γενεών...Σοφίας υετός.

Ομηρος  ( λ)=Κατα διάλεκτον Κυμαίων ,ο μη ορών=τυφλός
Γι’αυτό κατά αβέβαιη παράδοση ο Ομηρος  ήτο τυφλός.
Μα και κατά μεταφοράν στην όψη ηδονών της ύλης,ήταν τυφλός.
Στο ανθρώπινο μίσος και στα πάθη τυφλός.
Μα στην  <αλήθεια> της ζωής,ποτε δεν υπήρξε τυφλός.

Ομηρος  ( λ)=Πρόσωπον που δίδεται, έκών-άκων
ως Εγγύηση>Εχέγγυον>Ασφάλεια>Εγγυητής
Κι’έμεινε ό Ομηρος για πάντα Εγγυητής,
Ολύμπιος φανός,λόγου τεχνίτης πέρα κι΄από τη νήσο των Φαιάκων.

Ομηρος,άσχετον πως,γιατί και πότε τ’ όνομα δόθηκε στον ποιητή
Μα σχετική η ερμηνεία ,η ουσία και το βάθος.
Για κάθε σοβαρό παγκόσμιο και γνήσιο μελετητή,
<Και αν ακόμη, επι τούτου>δόθηκε το όνομα,δεν ήταν λάθος.

Ψαράκης Κώστας: Τρία (3) Ποιήματα

Τα ακρωτήρια του τέλους
Αν πάς βόρεια
και αν περάσεις τον κάμπο των ανθρώπων ,
[αυτό που συνηθίζομε να λέμε πραγματικότητα]
εκει όπου ζουν τα καθημερινά ,
θα βγείς στα ακρωτήρια του τέλους.
Στους γκρεμούς της μεγαλειώδους κατακρήμνισης ,
εκεί όπου ο κάμπος ,
εν αγνοία των ανθρώπων ,
ο υψίπεδος ,
διαρκώς καταρρέει στην αρχαία θάλασσα ,
αργά και απρόβλεπτα
ανανεώνοντας τους γκρεμούς του•
Κι έχουν μείνει μετέωρα νησιά
π απομακρύνονται ,
απο την καταρρέουσα ακτή
και στα νησιά μοναχοί άνθρωποι
οι φύλακες του χρόνου •
[ανάβουν την νύχτα την λάμπα
που μυρίζει πετρέλαιο
ακούνε τις μακρινές κατακρημνίσεις ,
που τους απομακρύνει κι άλλο
από τον κάμπο των ανθρώπων ,
αυτών των ανθρώπων που αγνοούν
την ύπαρξη ετούτων των τόπων ,
ήσυχοι
με την ελευθερία της ολοκληρωτικής ήττας,
και την απέραντη ασφάλεια των νεκρών .]
Στα ακρωτήρια του τέλους ,
όπου καταρρέουν τα σώματα
όπου καταρρέει ο χρόνος ,
όπου καταρρέουν αργά οι σημασίες...

***

το παράπονο του Θεού
...μιλάνε συνέχεια μεταξύ τους
σαν άτακτη τάξη
δεν μπορούν να σωπάσουν επιτέλους
για να με ακούσουν

***

Πετρόκωστας
Μετά την παρέλαση , στην ερημιά των Αστερουσίων
φυσούσε ένας λίγο κρύος αέρας
που είχε μέσα του κάποιο καλοκαίρι ακόμα.
Όρθιος , στην άκρη του γκρεμού , με τα άτακτα άσπρα μαλλιά ν ανεμίζουν
καθάριζε ένα μήλο
ο Πετρόκωστας.
-Τέλειωσε η παρέλαση; - με ρώτησε
έκοψε στα δυό το μήλο , κάρφωσε το ένα κομμάτι με το παλιό καταδρομικό του μαχαίρι
και μου τόδωσε.
-Κράτησε το μαχαίρι -μου ειπε-Αυτός ο πόλεμος δεν λέει να τελειώσει ....
και χάθηκε στους γκρεμούς, και στην ερημία του Λιβυκού.

Τα ερημοκκλήσια / Λάμπρος Πορφύρας



Είναι στα ερημοκκλήσια που γκρεμίζονται
θλιμμένες Παναγίες, χλωμές εικόνες,
και μοναχά αγαπάνε τα αγριολούλουδα -
κρινάκια, κυκλαμιές, σπάρτα, ανεμώνες.
Σα θυμιατήρια αγροτικά κ' εφήμερα,
σκόρπια ή δεμένα σ'άτεχνο στεφάνι,
την άνθινή τους την ψυχή σκορπίζουνε
ψυχομαχώντας σ' άυλο λιβάνι...
Αχ, όποιος πάει εκεί με τ' αγριολούλουδα,
στο πρώτον άγγιγμά του ανοίγει η πόρτα,
που ολόγυρα οι φωλιές την επλουμίσανε,
της λησμονιάς την κέντησαν τα χόρτα.
ανοίγει η πόρτα έτσι όπου συνήθισε
να την ανοίγη μόνον ο αγέρας -
σάμπως να την ανοίγη η Παναγιά
με την ανησυχία γλυκειάς μητέρας,
χαροκαμμένης γριάς, που τη λησμόνησαν
στο έρμο φτωχικό της και προσμένει
κάποιους ναρθούνε πέρ' από μια θάλασσα
αιώνια σκοτεινή, φουρτουνιασμένη...

Ο τρελός / Αξαρλής Αρτέμης


Πιστός φρουρός πίσω από κάγκελα,
με ψάθινο καπέλο η αρβύλες,
είτε εφορμάει, με την σπάθα του την ξύλινη
τρυπώντας των δαιμόνων του φοβίες
είτε απομένει απαθής, ν’ αφουγκράζεται
εκείνα τα κρυφά, που λέει ο τοίχος
ωστόσο, στην βολή του αν ταράζεται
μούντζες σκορπάει, η βρισιές, αδιακρίτως.
Μιλιούνια γύρω διαρκώς τ’ ανομήματα
τροφή εγκλημάτων, με την ματαιοδοξία,
στην έχθρα βάζουν ολομέταξη αμφίεση,
να δείχνει νύφη, τυλιγμένη μεγαλεία…
μα ευτυχώς, στον άδειο κόσμο του
κάτι του λέει, για τρελός, να μην περνιέσαι
μάθε την τρέλα την ωραία σου, να χαίρεσαι
γιατί οι παράφρονες, είν’ έξω, μην γελιέσαι!

ΗΡΘΕ Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΑΠΡΙΛΗΣ / ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ


Ήρθε η αγάπη και ήτανε Απρίλης μαγεμένος
Πετάριζε και ήτανε Μάης με τις δροσιές.
Είχε αηδόνια στα μαλλιά και πέταλα στα χείλη
Και η μορφή της έλαμπε Μάης μεθυστικός.
Οι μαργαρίτες χόρευαν με μάτια από ήλιο
Μας έστρωναν το δρόμο Μάης ανθοστόλιστος.
Με τα φτερά τους τα πουλιά μας σήκωναν ψηλά
Γλεντούσε Απρίλης στα λαούτα και Μάης ήτανε.
Μας έντυναν μας έγδυναν οι μεταξένιες αύρες
Μες την καρδιά της νιότης Απριλομάη μου.
Κρίνα ήταν τα μάτια της, φλάμπουρα ονείρων,
Και ίριδας χαμόγελα Απριλομάη ερωτικέ.
Κρήνες του πόθου πορφυρές, χείμαρροι τρελοί
Φιλιά και άνθη και πουλιά Απριλομάη μου.
Δεν έφτανε η μέρα μας για της χαράς τα μάτια
Και η νύχτα για τις αγκαλιές τρελέ Απριλομάη.

Από τη συλλογή: «Φλωροκαπνισμένο δαχτυλίδι μιας παλιάς θλίψης»

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

«Δρομείς» στίχοι της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες από τον 37ο μαραθώνιος  2019





Ο Γιάννης, η Μαρία, ο Πετρής
η Κατερίνα, η Μαντούλα, η Νεφέλη
ξεκίνησαν δεκάτη του Νοέμβρη
να κατακτήσουν τη Μεγάλη διαδρομή.

Δώδεκα μπλόκα στηθήκαν στη σειρά
κι ακούστηκε της έναρξης κανόνι
τα πόδια τους απέκτησαν φτερά
και γέμισαν πουλιά οι δρόμοι όλοι.

Κι ήρθε βροχή από τον ουρανό
θεού ιδρώτας πότισε  το δρόμο
και η καρδιά χτυπούσε με ρυθμό
τραγούδια λέγοντας παρέα με το χρόνο:

Προχώρα εμπρός και πάντα να θυμάσαι  
κλαδί ελιάς στον Τύμβο να κρατήσεις
στεφάνι πλέξε με  θάρρος, μη φοβάσαι,
να το φυλάς έως ότου  τερματίσεις!

Κοίταξε  εμπρός ,  ποτέ, μη σταματήσεις
και  να σε τρέφει παντοτινή ελπίδα
πάνω στα βήματα του Λούη να πατήσεις
του ημεροδρόμου να αγγίξεις  την ασπίδα!

Ποτέ, τον στόχο,  δεν πρέπει να αλλάξεις,
σίγουρος να ‘σαι, τη μάχη θα κερδίσεις,
στο Καλλιμάρμαρο στην ώρα σου να φτάσεις
γιατί το θέλησες πολύ να τερματίσεις!

Και μη  ξεχάσεις, ξανά, όταν περάσεις
φόρο τιμής  στους μαραθωνομάχους
δώσε ξανά , τον Τύμβο όταν κοιτάξεις,
γιατί τα όπλα τους χαρίσανε  σ’  αμάχους!

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.